2. ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ
Η ζωή και ο θάνατος είναι δύο οριακά σημεία κάθε έμβιου όντος, που γεννιέται, αναπτύσσεται, διαγράφει μια πορεία μικρή ή μεγάλη, πετυχημένη ή αποτυχημένη στη ζωή και πεθαίνει. Η ζωή εναλλάσσεται με το θάνατο, όπως η Ανατολή με τη Δύση, το φως με το σκοτάδι. Ο άνθρωπος είναι κι αυτός μέρος της διαδικασίας αυτής. Κι αυτός εμφανίζεται στη σκηνή της ζωής, παίζει τον πετυχημένο ή μη ρόλο του και μετά χάνεται. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών: η γέννηση, η δράση και ο θάνατος. Μόνον οι θεοί είναι αθάνατοι και αιώνιοι. Ζουν ευτυχισμένοι στον Όλυμπο τρώγοντας αμβροσία και πίνοντας νέκταρ.
Αν όμως διερευνήσουμε ποιο από τα δύο οριακά σημεία του ανθρώπου εκμεταλλεύεται ο τραγικός ποιητής, για να ανελίξει το μύθο και ολοκληρώσει τη θεατρική πράξη, θα διαπιστώσουμε πως επιλέγει επίμονα το θάνατο, γιατί το στοιχείο αυτό του είναι πιο τραγικό και τον βοηθά αφάνταστα στην τραγική παράσταση των γεγονότων της ζωής.
Στην τραγωδία είναι καθολική η πίστη πως πολλές φορές το τέλος για τους ανθρώπους είναι καθορισμένο. Tο καθορίζει η Μοίρα αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως είναι οι νεκροί! Πιστεύεται μάλιστα πως οι νεκροί έχουν τη δύναμη και μέσα από τον τάφο ακόμη να εκδικούνται τους ζωντανούς, όταν βέβαια, οι τελευταίοι παραβαίνουν παγιωμένους κανόνες της ζωής ή νόμους της ηθικής τάξης.
Έτσι, ο θάνατος της Ιφιγένειας στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου τροχιοδρομεί το θάνατο του βασιλιά Αγαμέμνονα από την Κλυταιμήστρα και τον Αίγισθο, ενώ και ο θάνατος του Αγαμέμνονα με τη σειρά του σκοτώνει την Κλυταιμήστρα και τον Αίγισθο με το χέρι του Ορέστη. Γίνεται έτσι φανερό πως κι εδώ το μοιραίο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου επαναλαμβάνεται. Οι ίσαμε τώρα ζωντανοί γίνονται νεκροί και πληρώνουν αμαρτήματα δικά τους ή προπατορικά. Οι θάνατοι δεν έχουν τελειωμό.
Τα παραδείγματα είναι πολλά.
Ο Έκτορας στην Ιλιάδα, μετά την ισόπαλη μονομαχία του με το γενναίο Αίαντα, προσφέρει στον ήρωα, ως δώρο ένα ξίφος. Ο Αίας όμως, περήφανος όπως είναι, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, δεν μπορεί να ανεχτεί τη γελοιοποίησή του από την Αθηνά και προτιμά το θάνατο από την ατιμωτική ζωή. Πέφτει πάνω στο ξίφος του και αυτοκτονεί. Ο τρόπος του θανάτου του δίνει αφορμή στον Τεύκρο, τον αδελφό του, να πει θλιμμένος
«Ούτος δ’ εκείνου τήνδε δωρεάν έχων
προς τούδ’ όλωλε θανασίμω πεσήματι.
Αρ ουκ Ερινύς τούτ’εχάλκευσεν ξίφος
κακείνον Άιδης δημιουργός άγριος ;
Εγώ μεν ουν και ταύτα και τα πάντ’αεί
φάσκοιμ’ αν ανθρώποισι μηχανάν θεούς.» (Σοφοκλή, Αίας στ.1032-1037).
«Κι αυτός (Αίας) που πήρε δώρο τούτο το σπαθί, απ’ αυτό χάθηκε και έπεσε πάνω του και βρήκε το θάνατο. Λοιπόν τούτο το σπαθί δεν το έκανε Ερινύα κι εκείνη τη ζώνη δεν την έπλεξε ο Άδης, ο τρομερός τεχνίτης; Εγώ μπορώ να πω πως κι αυτά κι όλα πάντα οι θεοί στους ανθρώπους τα δίνουν».
Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας τραγωδίας ο Τεύκρος, θρηνώντας για το θάνατο του αδελφού του, τονίζει πως δεν μπορεί να τον αποσπάσει από το κοφτερό σπαθί, το φονιά του, και καταλήγει:
«…….…Είδες ως χρόνω
έμελλέ σ’Έκτωρ και θανών αποφθίσειν;»
"………Είδες πως με τον καιρό
ο Έκτορας έμελλε και νεκρός να σε αφανίσει;"(Σοφοκλ.Αίας,1207).
Είναι μια φράση που την ακούμε και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Εκεί η ηρωίδα ακούγεται να λέγει στο νεκρό Πολυνείκη.
«Αδελφέ, και πεθαμένος με σκοτώνεις!"(871). Το ίδιο συμβαίνει και στην Ηλέκτρα του Σφοκλή(1417).
ΧΟ.«Οι κατάρες ενεργούν, οι κάτω στη γη θαμένοι ζουν. Γιατί με τρόπο παίρνουν εκείνοι που από καιρό πεθάναν των φονιάδων το αίμα και χύνεται κατόπι. Και να’τοι, είν’ εδώ, το φονικό χέρι από του Άρη τη θυσία στάζει, και να κατηγορήσω δεν μπορώ».
Οι νεκροί παίρνουν εκδίκηση από τους ζωντανούς, γιατί έχουν τη δύναμη αυτοί που βρίσκονται κάτω από το χώμα, κρυφά να αφαιρούν από τους φονιάδες το αίμα...Η εκδίκηση που παίρνουν οι νεκροί από τους ζωντανούς, δεν είναι μια απλή σύμπτωση. Είναι ένα σχέδιο υφασμένο μέσα στην ίδια τη στόφα των πραγμάτων.
Αν θελήσουμε να αποτιμήσουμε το θάνατο καθενός από αυτούς που οι νεκροί σκοτώνουν, θα διαπιστώσουμε πως άλλοι οδηγούνται στο θάνατο, γιατί έχουν διαπράξει κάποιο φόνο (Αγαμέμνων, θυσίασε την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, Αίγισθος, Κλυταιμήστρα, δολοφόνησαν τον Αγαμέμνονα, μόλις επέστρεψε στο παλάτι του νικητής από την Τροία) και άλλοι από περηφάνια, γιατί δεν μπορούν να ζήσουν μέσα στον εμπαιγμό και την περιφρόνηση(Αίας, γιατί τον γελοιοποίησε η Αθηνά).
Ο Αίας πεθαίνει, γιατί έχασε την εκτίμηση των ανθρώπων, στερήθηκε αυτό που ονομάζεται «ευ ζην», δηλαδή μια δίκαιη, αξιοπρεπή και ενάρετη ζωή. Και όταν αυτή η προϋπόθεση απουσιάζει από τη ζωή ενός γενναίου και ενάρετου ανθρώπου είναι καλύτερος ο έντιμος θάνατος από την περιφρονημένη ζωή.
Ο νεκρός, στην αντίληψη του αρχαίου Έλληνα, είναι πρόσωπο ιερό. Δεν ανήκει πια στο χώρο των ζωντανών. Τον κέρδισε με το θάνατό του ο Κάτω κόσμος, ο Άδης. Εκεί ανήκει πια και στους θεούς του Άδη. Γι’ αυτό και ο Τεύκρος, υπερασπιζόμενος το θάνατο και την τιμή του ομολογουμένως γενναίου αδελφού του, υπενθυμίζει στους Ατρείδες, στους ανθρώπους της εποχής του και στους συμπολεμιστές του μια βασική αρχή, το σεβασμό στο νεκρό.
ΤΕ. «ώνθρωπε, μη δρα τους τεθνηκότας κακώς.,
ει γαρ ποιήσεις, ίσθι, πημανούμενος.».
«Άνθρωπε, στους νεκρούς μη φέρεσαι άσχημα,
γιατί, αν το κάνεις, γνώριζε πως θα κακοπάθεις»(Σοφοκλ. Αίας,1154-5).
Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που τους σκοτώνουν οι νεκροί, όπως η Αντιγόνη, γιατί υπηρετούν ένα υψηλό και θεάρεστο σκοπό, και άλλοι από εγωισμό και πάθος για την εξουσία (Ετεοκλής και Πολυνείκης).
Υπάρχει όμως και μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που οι νεκροί δεν τους θανατώνουν αμέσως, αλλά οπωσδήποτε τους τιμωρούν σκληρότερα, αφού τους αφήνουν στη ζωή να πληρώνουν- ελεεινοί και τρισάθλιοι- για τα ανοσιουργήματά τους.
Στην Εκάβη του Ευριπίδη, ο Πολυμήστορας, βασιλιάς της Θράκης, σκοτώνει το γιο της Εκάβης και του Πρίαμου, Πολύδωρο, για να του πάρει τους θησαυρούς που είχε μαζί του. Η δυστυχισμένη μάνα, μέσα στον μεγάλο της πόνο τυφλώνει τον Πολυμήστορα, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για το φόνο του γιου της.
Το ίδιο και ο Οιδίπους, που, με εξορυγμένους τους οφθαλμούς του και διωγμένος από τα παιδιά του, έχει καταντήσει ένα ράκος. Ζει και υποφέρει τα πάνδεινα σε ξένη γη (Οιδίπους επί Κολονώ του Σοφοκλή) εξαιτίας ενός θανάτου, του Λάιου και των ανοσιουργημάτων του. Το ίδιο έχει καταντήσει και ο Κρέων, ελεεινός και τρισάθλιος, ο ως τώρα πανίσχυρος άρχοντας των Θηβών, που εξ αιτίας του οδηγούνται στο θάνατο η Αντιγόνη και ο Αίμονας, ο γιος του, αλλά και η δυστυχισμένη σύζυγός του Ευρυδίκη. Στον κόσμο αυτό δεν του έχει μείνει κανένας.Η ζωή του έχει καταντήσει χειρότερη και από τον πιο φρικτό θάνατο. Είναι ελεεινός και τρισάθλιος. Το φωνάζει ο ίδιος:
ΚΡ.«...ώμοι μέλεος, ουδ’ έχω
προς πρότερον ίδω, πά κλιθώ, πάντα γαρ
λέχρια ταν χεροίν, τα δ’ επί κρατί μοι
πότμος δυσκόμιστος εσήλατο.» (Σοφοκλ. Αντιγόνη, 1341-46)
ΚΡ.«... αλίμονό μου ο δόλιος, δεν ξέρω προς ποιον από τους δυο να κοιτάξω και πού να ακουμπήσω. Όλα όσα είχα στα χέρια μου έχουν χαθεί και μοίρα αφόρητη με χτύπησε στο κεφάλι»
Με όλα αυτά τα δεινά και φοβερά η τραγωδία τονίζει, για μια ακόμη φορά, το αβέβαιο της ζωής αλλά και τη σημαντικότητά της. Η ζωή είναι δώρο που κινδυνεύει να απολεσθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο αλλά και από το θείο που καθορίζει τη χρονική διάρκεια και την ποιότητά της.
Ο άνθρωπος ποτέ δεν πρέπει να λησμονεί πως το φως της ζωής του πολλές φορές εξαρτάται και επηρεάζεται και από τους νεκρούς του κάτω κόσμου, που γι΄αυτόν έγιναν πια μικροί θεοί και τον ελέγχουν, τον κρίνουν και τον τιμωρούν, όταν παραβαίνει αξίες και ηθικούς κανόνες.
Αυτά πίστευαν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης και τέτοιες ιδέες και πίστεις ρύθμιζαν τη ζωή τους.
Η πίστη στη δύναμη των νεκρών έτεινε να εξομοιωθεί με τιν πίστη τους στους θεούς. Οι νεκροί δεν έχουν χάσει τη δύναμή τους και τιμωρούν την αδικία και το έγκλημα ακόμη και μέσα από το σκοτεινό τάφο τους!
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011
ΤΑ ΕΞΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΖΩΑ ΣΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
1. Ο ΣΚΥΛΟΣ
(ΚΥΩΝ)
Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος αγαπά και προστατεύει τα ζώα και τα φυτά, αφού αποτελούν απαραίτητο μέρος της ζωής του. Από τα πολύ παλιά χρόνια φρόντισε να εξημερώσει μερικά από τα ζώα, που κυκλοφορούσαν κοντά του. Και ένα από αυτά ήταν και ο σκύλος(κύων, κυνός).
Στα έπη του Ομήρου γίνεται πολύς λόγος για το σκύλο και τις ικανότητές του. Παρουσιάζεται από τον ποιητή ως ένα ζώο πιστό και υπάκουο στον αφέντη του. Τον ακολουθεί στη δουλειά, τον συντρέχει στο κυνήγι, του είναι φύλακας και προστάτης της ζωής και της περιουσίας του. Συνοδεύει τον κύριό του τιμητικά στις διάφορες δημόσιες εμφανίσεις του, αν είναι δημόσιο πρόσωπο. Ζει κοντά στον άνθρωπο μαζί με τον άνθρωπο. Είναι το πιο συμπαθές κατοικίδιο ζώο αλλά και το πιο πιστό στον άνθρωπο.
Ο ποιητής, μεταξύ των πολλών αναφορών του σε σκύλους, εστιάζει το ενδιαφέρον του σε ένα σκύλο, στον Άργο, τον πιστό σκύλο του Οδυσσέα. Είναι ο σκύλος που μεγάλωσε ο Οδυσσέας, τον είχε συντροφιά στο κυνήγι αλλά τον αποχωρίστηκε, όταν έφυγε για τον πόλεμο, χωρίς να αδιαφορεί και για τους άλλους σκύλους που κατά περίπτωση αναφέρει και μνημονεύει στα έπη του.
Ο Άργος, όταν επιστρέφει στην Ιθάκη ο Οδυσσέας, είναι ένας γερασμένος σκύλος, που γνώρισε δόξες στα νιάτα του. Τα είκοσι περίπου χρόνια που πέρασαν άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη της γήρανσης πάνω του. Τώρα ανήμπορος από τα γηρατειά και περιφρονημένος από τους ανθρώπους, βρίσκεται ξαπλωμένος σε κάτι κοπριές και αναμένει την ευσπλαχνία κάποιων ανθρώπων για λίγη τροφή. Παρά τα γηρατειά του διατηρεί στο ακέραιο τη μνήμη και κάποιες αισθήσεις του. Γι’ αυτό, όταν διέρχεται δίπλα του ο κουρελής Οδυσσέας, πηγαίνοντας με τον Εύμαιο για το παλάτι, η όσφρησή του δεν τον ξεγελά. Αναγνωρίζει στο διερχόμενο δίπλα του ξένο τον Οδυσσέα, τον αγαπημένο του αφέντη, και κουνάει χαρούμενος την ουρά και τ’ αυτιά του.
Οι άνθρωποι μπορεί γρήγορα να λησμονούν τους συνανθρώπους τους, οι πιστοί σκύλοι όμως ποτέ το αγαπημένο τους αφεντικό!
(ρ 300-305)
¨ενθα κύων κείτ’ Άργος ενίπλειος κυνοραιστέων.
δη τότε γ’, ως ενόησεν Οδυσσέα εγγύς εόντα,
ουρή μεν ρ’ο γε έσηνε και ούατα κάμβαλεν άμφω,
άσσον δ’ ουκέτ’ έπειτα δυνήσατο οίο άνακτος
ελθέμεν, αυτάρ ο νόσφιν ιδών απομάρξατο δάκρυ,
ρεία λαθών Εύμαιον,…»
« Κι ο Άργος κείτουνταν τσιμπούρια φορτωμένος.
Και τότε, όπως μυρίστηκε κοντά του τον Οδυσσέα,
κούνησε λίγο την ουρά, κατέβασε τ’ αυτιά του.
Όμως δεν είχε τη δύναμη να τρέξει πια κοντά του.
Έστρεψε εκείνος τότε αλλού και σφούγγισε ένα δάκρυ,
χωρίς να το αντιληφθεί ο Εύμαιος…»
Το πρόσωπο του Οδυσσέα υγραίνει ένα δάκρυ. Είναι το δάκρυ της ευγνωμοσύνης του ανθρώπου προς το σκύλο, προς τον πιστό και μοναδικό φίλο, τον Άργο.
Ο ποιητής, κάθε φορά που αναφέρεται στους σκύλους- και αναφέρεται πάνω από 30 φορές στην Ιλιάδα και 24 φορές στην Οδύσσεια- συνηθίζει να τους χαρακτηρίζει ταχείς (ταχέες, αργούς, δηλαδή ταχείς. Τους ονομάζει ακόμη τραπεζήες, θαλεροί και αιζηοί= ακμαίοι).
(β 11)
«… άμα τω γε δύω κύνες αργοί έποντο»
«Μαζί του δυο σκυλιά γρήγορα στα πόδια τον ακολουθούσαν».
Αξιοποιώντας την ταχύτητα των σκύλων ο άνθρωπος τους χρησιμοποιεί στο κυνήγι. Το κυνήγι του κάπρου θα ήταν αρκετά δύσκολο για τους κυνηγούς του είδους αυτού, αν δε βοηθούσαν για το εντοπισμό τους οι σκύλοι, Τα δυναμικά αυτά ζώα χρησιμοποιεί ο άνθρωπος και για άλλες δουλειές.
Άλλοτε αποτελούν τη συνοδεία υψηλών προσώπων(βασιλιάδες, άρχοντες) και άλλοτε προστατεύουν το αφεντικό τους και τα κοπάδια του.
Τέτοιους δύο σκύλους, συνοδούς είχε μαζί του ο Τηλέμαχος, όταν εμφανίστηκε στη συγκέντρωση των Ιθακήσιων, για να τους ανακοινώσει τις αποφάσεις του. Επρόκειτο για τη σύγκληση του λαού, που γινόταν για πρώτη φορά, αφότου έφυγε ο Οδυσσέας για τον πόλεμο στην Τροία. Η εμφάνιση του Τηλέμαχου, ως συνεχιστή της βασιλικής εξουσίας, έπρεπε να εντυπωσιάσει τους Ιθακήσιους, γι’ αυτό όφειλε να είναι μεγαλόπρεπη και λαμπρή, όπως θα άρμοζε σε βασιλιά.
(β 9-11)
« αυτάρ επεί ρ’ ήγερθεν ομηγερέες τ’ εγένοντο,
βη ρ’ ίμεν εις αγορήν, παλάμη δ’ έχε χάλκεον έγχος,
ουκ οίος, άμα τω γε δύω κύνες αργοί έποντο».
« Και έπειτα σαν τους φώναξαν και συναχτήκαν όλοι,
πήγε κι αυτός στη σύνοδο, στο χέρι του κρατώντας
το χάλκινο κοντάρι του, κι ούτε μονάχος του ήταν.
παρά μαζί του δύο γρήγορα σκυλιά ακολουθούσαν».
Στην περίπτωση του Τηλέμαχου οι δύο ταχείς σκύλοι αποτελούν βασικό συμπλήρωμα της ακολουθίας του. Έχουν συμβολική και τιμητική θέση δίπλα στον αφέντη, τον οποίο προστατεύουν και αγαπούν.
Κι ενώ ο ποιητής αναφέρεται σε δύο σκύλους συνοδούς του Τηλέμαχου στην δημόσια εμφάνισή του, διπλασιάζει τον αριθμό τους, όταν αναφέρεται στους σκύλους- τους μεγάλους σαν θεριά- που κάθονται δίπλα στον Εύμαιο και προστατεύουν τον ίδιο και το κοπάδι του.
(ξ 21-22)
«Κοντά του τέσσερα σκυλιά όμοια θεριά, φυλούσαν,
που τα ’θρεψε ο χοιροβοσκός των κοπελιών ο αφέντης».
Οι σκύλοι όμως δεν είναι μόνο φύλακες και συνοδοί υψηλών προσώπων, έχουν και αρετές μοναδικές, γνωρίζουν τους ανθρώπους που αγαπούν ακόμη κι αν περάσουν πολλά χρόνια. Ο Άργος κουνά ουρά και αυτιά στο πλησίασμα του Οδυσσέα, το ίδιο κάνουν και άλλοι σκύλοι, όχι τόσο φημισμένοι, μα εξίσου ικανοί και πιστοί, όπως οι σκύλοι του Εύμαιου, που όταν αντιλαμβάνονται από μακριά την προσέγγιση κάποιου ξένου στο καλύβι του χοιροβοσκού δεν αλυχτούν παρά κουνούν χαρούμενοι την ουρά τους. Βλέπει την κίνησή τους ο Οδυσσέας και παραξενεύεται. Σε λίγο όμως αντιλαμβάνεται, όταν βλέπει και ο ίδιος τον ξένο που πλησιάζει. Δεν είναι άλλος από το γιο του Τηλέμαχο, τον οποίο με άφατη χαρά και συγκίνηση μεγάλη βλέπει για πρώτη φορά, από τότε που τον άφησε μωρό στην αγκαλιά της Πηνελόπης.
(π 4-7)
«Και τ’ αλυχτάδικα σκυλιά κουνούσαν την ουρά τους,
ως πρόβαλε ο Τηλέμαχος, χωρίς να τον γαβγίζουν.
Είδε ο Οδυσσέας τα σκυλιά, που την ουρά τους σειούσαν,
κι άκουγε γύρω του ποδιών πατήματα που αχούσαν»
Οι σκύλοι όμως του Εύμαιου φαίνεται πως έχουν και αλλές ικανότητες, διαισθάνονται ακόμη και την παρουσία των θεών, κάτι που δε συμβαίνει με τους κοινούς ανθρώπους. Τρανή απόδειξη είναι, όταν οι σκύλοι αντιλαμβάνονται την παρουσία της Αθηνάς στο καλύβι του Εύμαιου. Ο ποιητής είναι κατηγορηματικός σ’ αυτό. Τη θεά Αθηνά έβλεπαν τη στιγμή εκείνη μόνο τα σκυλιά και δε γαυγίζαν αλλά και ο προστατευόμενός της Οδυσσέας.
(π 162)
«Μόνο ο Οδυσσέας την έβλεπε κι οι σκύλοι, ουδέ γαυγίζαν,
μόν’ στη γωνιά ζαρώσανε της στάνης φοβισμένοι»
Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, ενώ ο ποιητής εμφανίζει στην Οδύσσεια τους σκύλους ήρεμους και πιστούς, στην Ιλιάδα, κατά παράδοξο τρόπο, ενώ μνημονεύει τη δράση τους πολλές φορές, τους εμφανίζει σκληρούς, άγριους και απειλητικούς, κυρίως όμως σε παρομοιώσεις, όπως π.χ. (Χ 189 και Θ 338).Δραστήριο και γρήγορο ιχνηλάτη στην πρώτη περίπτωση και φοβερό μαχητή στη δεύτερη.
«Πως το λαφόπουλο ξοπίσω παίρνει σκύλος,
που απ’ τη μονιά του ξετόπωσε, μες σε πλαγιές και λόγγους,
κι αν μια στιγμή θαρρεί πως ξέφυγε τρυπώνοντας στα θάμνα
μ’ αυτός δε σταματάει την ανίχνευση και το τρεχιό, ως να το’βρει,
όμοια τον Έκτορα απ’ τα μάτια του δεν άφηνε ο Αχιλλέας».
«Πως σκύλος λιόντα για αγριογούρουνο στρώνει μπροστά και τρέχει
με ταχύτητα, δαγκώνοντας ξοπίσω τα μεριά τους
και τα καπούλια, και φυλάγεται στο στριφογύρισμά τους,
όμοια κι εκείνος(Έκτορας) τους Αργίτες κυνηγούσε».
Στην Ιλιάδα υπάρχουν και αδέσποτοι σκύλοι, τους οποίους μνημονεύει ο Αχιλλέας, όταν αναφέρεται στην ακεραιότητα του πτώματος του Έκτορα
(Ω 411-413)
«Δεν τον έφαγαν, όχι, τα όρνια και οι σκύλοι ακόμα
πλάι στου Αχιλλέα την πρύμνα ανέβλαβος κείτεται ο γιος σου πάντα,
μες στο καλύβι….».
Λίγο νωρίτερα το δήλωσε κατηγορηματικά ο Αχιλλέας πως τον Έκτορα δε θα τον παραδώσει για ταφή αλλά θα τον εκδικηθεί για το θάνατο του Πάτροκλου και θα ρίξει το σώμα του βορά στα σκυλιά.
(Ψ 183)
«τον φύλαξα(τον Έκτορα), για να τον φαν οι σκύλοι».
Επειδή σε πολλά σημεία ο ποιητής εξήρε τις ικανότητες και την τόλμη των σκύλων, για να μη θεωρηθεί ότι αγνοεί την πραγματικότητα αναφέρεται και σε μια άλλη διάστασή τους, το φόβο, αφού και οι πλέον τολμηροί σκύλοι στη θέα του λιονταριού κάνουν πίσω και γαυγίζουν από μακριά.
(Σ 583).
«Του κάκου αγγρίζαν τα γοργόποδα σκυλιά να τους ριχτούνε,
γιατί αυτά μπροστά στους λιόντες δείλιαζαν, κι αντίς να τους δαγκάσουν
χιμώντας, στέκαν δίπλα, εγαύγιζαν, και πίσω πάλι εφεύγαν».
Εδώ τα σκυλιά βρήκαν το μάστορά τους, τα λιοντάρια, που τρέμουν από το φόβο στη θέα τους και δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να γαυγίζουν από μακριά εκ του ασφαλούς
Δεν υπάρχουν μόνο δειλά σκυλιά αλλά υπάρχουν και αχάριστα, όπως τα παρουσιάζει ο Πρίαμος, για να πείσει τον Έκτορα να αποφύγει την αναμέτρησή του με τον Αχιλλέα. Φαντάζεται τον εαυτό του νεκρό και το σώμα του να γίνεται βορά των σκυλιών και μάλιστα των δικών του, που με τόση φροντίδα τάιζε, όταν τα είχε φρουρούς και φύλακες του στην πόρτα του παλατιού του. Αυτά τα σκυλιά, του λέει, μετά το θάνατό του, αφού φάνε τις σάρκες του και χορτάσουν, θα ξαπλώσουν ευχαριστημένα μπροστά στην πόρτα, όπου κάποτε έστεκαν φρουροί και προστάτες του! Ο απαξιωτικός χαρακτήρας για τα σκυλιά του έχει το λόγο του, αφού έτσι τραγικοποιεί τα πράγματα, για να μπορέσει με τον τρόπο αυτό να μεταπείσει τον Έκτορα, ώστε να ματαιώσει την αναμέτρηση με τον Αχιλλέα
(Χ 66-70)
«Στερνό και μένα μπρος στην εξώπορτα θα με τραβολογήσουν,
ωμό για να με φαν οι σκύλοι μου, όταν με κρούσει κάποιος
με το σπαθί για το κοντάρι του, και τη ζωή μου πάρει.
Αυτοί που τάιζα στο τραπέζι μου, να μου φυλάν τις πόρτες,
κι αφού ρουφήξουν πια το γαίμα μου με φρενιασμένα σπλάχνα,
θα ξαπλωθούν μπροστά στην εξώπορτα…»
Ως εδώ ο ποιητής μίλησε για το σκύλο τον πιστό και το γενναίο, για τον κακό και το δειλό ή τον αχάριστο.
Θα συμπληρώσει όμως το θέμα του με άλλες αναφορές, στις οποίες θα εξάρει την κατηγορία εκείνων των σκύλων που με αυταπάρνηση αγωνίζονται, για να υπερασπιστούν τα παιδιά τους από τον κίνδυνο του εχθρού, όπως ακριβώς συνέβη με τη σκύλα μάνα στην οποία αναφέρεται με θαυμασμό.
(υ 14-16)
«ως δε κύων αμαλήσι περί σκυλάκεσσι βεβώσα
άνδρ’αγνοήσασ’ υλάει μέμονέν τε μάχεσθαι,
ως ρα του ένδονυλάκτει αγαιομένου κακά έργα».
«Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυφερά κουτάβια
σαν νιώσει ξένο, κι αλυχτά και ορμά να τον δαγκάσει,
έτσι αλυχτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Οδυσσέα,
κι έβραζε, τις παράνομες δουλειές αυτές να βλέπει¨.
Με τη γενναία μάνα, την ορμή και την επιθετικότητά της, ο ποιητής παρομοιάζει την οργή του Οδυσσέα, όταν βλέπει τις παρανομίες που γίνονται στο παλάτι του.
Υπάρχουν όμως και άλλες κατηγορίες σκύλων. Είναι οι ψεύτικοι, αυτοί που η τέχνη του Ήφαιστου έπλασε και στολίζουν τα ανάκτορα θεών και βασιλιάδων, αλλά και εκείνοι, στους οποίους χαρακτηρίζει σπιτίσιους. Πρόκειται για σκύλους, που τους έχουν για λούσο στο σπίτι, τους τραπεζήες, όπως τους αποκαλεί, δηλαδή όπως θα λέγαμε σήμερα σκύλους των σαλονιών.
«ή αύτως οίοί τε τραπεζήες κύνες ανδρών
γίνοντ’. αγλαϊης δ’ ένεκεν κομέουσιν άνακτες».
« ή τάχα είναι ένα σκυλί σπιτίσιο που οι αφέντες
έτσι για λούσο συνηθούν στα σπίτια τους να θρέφουν».(ρ 312)
Έτσι βλέπει ο ομηρικός άνθρωπος το σκύλο δίπλα του, στο σπίτι, στη στάνη, στο κυνήγι, παντού. Τον αγαπά και τον φροντίζει όπως αγαπά και έναν καλό και έμπιστο φίλο του, πλην όμως δεν τρέφει αυταπάτες, υπάρχει και ο κακός, που κάποτε αποδεικνύεται αχάριστος και ενεργεί ως εχθρός, ικανοποιώντας τα άγρια ένστικτά του. Ο ποιητής δεν έχει αυταπάτες. Είναι ρεαλιστής!
Παραπομπές σε Ιλιάδα και Οδύσσεια(κύων ,κύνα, κύνες)
ΙΛΙΑΔΑ
[Α 225, Γ 26, Ζ 344,356, Θ 338, 368, Κ 183, Λ 414, 549, Ν 623, Ο 272,351, 579, 587, Ρ 65, 110, 558, Σ 271, 283, 578, 581, Χ 42, 66,75, 89, 189, 335, 354, 509, Τ 173,184, Ω 411]
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
[β 11, γ 259, η 91, κ 216, ξ 21, 133, π 4, 9, 162, ρ 62, 200, 248, 291, 300, 306, 309, 312, τ 228, 372, 436, υ 14, 145, φ 363, χ 35]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
1. Ο ΣΚΥΛΟΣ
(ΚΥΩΝ)
Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος αγαπά και προστατεύει τα ζώα και τα φυτά, αφού αποτελούν απαραίτητο μέρος της ζωής του. Από τα πολύ παλιά χρόνια φρόντισε να εξημερώσει μερικά από τα ζώα, που κυκλοφορούσαν κοντά του. Και ένα από αυτά ήταν και ο σκύλος(κύων, κυνός).
Στα έπη του Ομήρου γίνεται πολύς λόγος για το σκύλο και τις ικανότητές του. Παρουσιάζεται από τον ποιητή ως ένα ζώο πιστό και υπάκουο στον αφέντη του. Τον ακολουθεί στη δουλειά, τον συντρέχει στο κυνήγι, του είναι φύλακας και προστάτης της ζωής και της περιουσίας του. Συνοδεύει τον κύριό του τιμητικά στις διάφορες δημόσιες εμφανίσεις του, αν είναι δημόσιο πρόσωπο. Ζει κοντά στον άνθρωπο μαζί με τον άνθρωπο. Είναι το πιο συμπαθές κατοικίδιο ζώο αλλά και το πιο πιστό στον άνθρωπο.
Ο ποιητής, μεταξύ των πολλών αναφορών του σε σκύλους, εστιάζει το ενδιαφέρον του σε ένα σκύλο, στον Άργο, τον πιστό σκύλο του Οδυσσέα. Είναι ο σκύλος που μεγάλωσε ο Οδυσσέας, τον είχε συντροφιά στο κυνήγι αλλά τον αποχωρίστηκε, όταν έφυγε για τον πόλεμο, χωρίς να αδιαφορεί και για τους άλλους σκύλους που κατά περίπτωση αναφέρει και μνημονεύει στα έπη του.
Ο Άργος, όταν επιστρέφει στην Ιθάκη ο Οδυσσέας, είναι ένας γερασμένος σκύλος, που γνώρισε δόξες στα νιάτα του. Τα είκοσι περίπου χρόνια που πέρασαν άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη της γήρανσης πάνω του. Τώρα ανήμπορος από τα γηρατειά και περιφρονημένος από τους ανθρώπους, βρίσκεται ξαπλωμένος σε κάτι κοπριές και αναμένει την ευσπλαχνία κάποιων ανθρώπων για λίγη τροφή. Παρά τα γηρατειά του διατηρεί στο ακέραιο τη μνήμη και κάποιες αισθήσεις του. Γι’ αυτό, όταν διέρχεται δίπλα του ο κουρελής Οδυσσέας, πηγαίνοντας με τον Εύμαιο για το παλάτι, η όσφρησή του δεν τον ξεγελά. Αναγνωρίζει στο διερχόμενο δίπλα του ξένο τον Οδυσσέα, τον αγαπημένο του αφέντη, και κουνάει χαρούμενος την ουρά και τ’ αυτιά του.
Οι άνθρωποι μπορεί γρήγορα να λησμονούν τους συνανθρώπους τους, οι πιστοί σκύλοι όμως ποτέ το αγαπημένο τους αφεντικό!
(ρ 300-305)
¨ενθα κύων κείτ’ Άργος ενίπλειος κυνοραιστέων.
δη τότε γ’, ως ενόησεν Οδυσσέα εγγύς εόντα,
ουρή μεν ρ’ο γε έσηνε και ούατα κάμβαλεν άμφω,
άσσον δ’ ουκέτ’ έπειτα δυνήσατο οίο άνακτος
ελθέμεν, αυτάρ ο νόσφιν ιδών απομάρξατο δάκρυ,
ρεία λαθών Εύμαιον,…»
« Κι ο Άργος κείτουνταν τσιμπούρια φορτωμένος.
Και τότε, όπως μυρίστηκε κοντά του τον Οδυσσέα,
κούνησε λίγο την ουρά, κατέβασε τ’ αυτιά του.
Όμως δεν είχε τη δύναμη να τρέξει πια κοντά του.
Έστρεψε εκείνος τότε αλλού και σφούγγισε ένα δάκρυ,
χωρίς να το αντιληφθεί ο Εύμαιος…»
Το πρόσωπο του Οδυσσέα υγραίνει ένα δάκρυ. Είναι το δάκρυ της ευγνωμοσύνης του ανθρώπου προς το σκύλο, προς τον πιστό και μοναδικό φίλο, τον Άργο.
Ο ποιητής, κάθε φορά που αναφέρεται στους σκύλους- και αναφέρεται πάνω από 30 φορές στην Ιλιάδα και 24 φορές στην Οδύσσεια- συνηθίζει να τους χαρακτηρίζει ταχείς (ταχέες, αργούς, δηλαδή ταχείς. Τους ονομάζει ακόμη τραπεζήες, θαλεροί και αιζηοί= ακμαίοι).
(β 11)
«… άμα τω γε δύω κύνες αργοί έποντο»
«Μαζί του δυο σκυλιά γρήγορα στα πόδια τον ακολουθούσαν».
Αξιοποιώντας την ταχύτητα των σκύλων ο άνθρωπος τους χρησιμοποιεί στο κυνήγι. Το κυνήγι του κάπρου θα ήταν αρκετά δύσκολο για τους κυνηγούς του είδους αυτού, αν δε βοηθούσαν για το εντοπισμό τους οι σκύλοι, Τα δυναμικά αυτά ζώα χρησιμοποιεί ο άνθρωπος και για άλλες δουλειές.
Άλλοτε αποτελούν τη συνοδεία υψηλών προσώπων(βασιλιάδες, άρχοντες) και άλλοτε προστατεύουν το αφεντικό τους και τα κοπάδια του.
Τέτοιους δύο σκύλους, συνοδούς είχε μαζί του ο Τηλέμαχος, όταν εμφανίστηκε στη συγκέντρωση των Ιθακήσιων, για να τους ανακοινώσει τις αποφάσεις του. Επρόκειτο για τη σύγκληση του λαού, που γινόταν για πρώτη φορά, αφότου έφυγε ο Οδυσσέας για τον πόλεμο στην Τροία. Η εμφάνιση του Τηλέμαχου, ως συνεχιστή της βασιλικής εξουσίας, έπρεπε να εντυπωσιάσει τους Ιθακήσιους, γι’ αυτό όφειλε να είναι μεγαλόπρεπη και λαμπρή, όπως θα άρμοζε σε βασιλιά.
(β 9-11)
« αυτάρ επεί ρ’ ήγερθεν ομηγερέες τ’ εγένοντο,
βη ρ’ ίμεν εις αγορήν, παλάμη δ’ έχε χάλκεον έγχος,
ουκ οίος, άμα τω γε δύω κύνες αργοί έποντο».
« Και έπειτα σαν τους φώναξαν και συναχτήκαν όλοι,
πήγε κι αυτός στη σύνοδο, στο χέρι του κρατώντας
το χάλκινο κοντάρι του, κι ούτε μονάχος του ήταν.
παρά μαζί του δύο γρήγορα σκυλιά ακολουθούσαν».
Στην περίπτωση του Τηλέμαχου οι δύο ταχείς σκύλοι αποτελούν βασικό συμπλήρωμα της ακολουθίας του. Έχουν συμβολική και τιμητική θέση δίπλα στον αφέντη, τον οποίο προστατεύουν και αγαπούν.
Κι ενώ ο ποιητής αναφέρεται σε δύο σκύλους συνοδούς του Τηλέμαχου στην δημόσια εμφάνισή του, διπλασιάζει τον αριθμό τους, όταν αναφέρεται στους σκύλους- τους μεγάλους σαν θεριά- που κάθονται δίπλα στον Εύμαιο και προστατεύουν τον ίδιο και το κοπάδι του.
(ξ 21-22)
«Κοντά του τέσσερα σκυλιά όμοια θεριά, φυλούσαν,
που τα ’θρεψε ο χοιροβοσκός των κοπελιών ο αφέντης».
Οι σκύλοι όμως δεν είναι μόνο φύλακες και συνοδοί υψηλών προσώπων, έχουν και αρετές μοναδικές, γνωρίζουν τους ανθρώπους που αγαπούν ακόμη κι αν περάσουν πολλά χρόνια. Ο Άργος κουνά ουρά και αυτιά στο πλησίασμα του Οδυσσέα, το ίδιο κάνουν και άλλοι σκύλοι, όχι τόσο φημισμένοι, μα εξίσου ικανοί και πιστοί, όπως οι σκύλοι του Εύμαιου, που όταν αντιλαμβάνονται από μακριά την προσέγγιση κάποιου ξένου στο καλύβι του χοιροβοσκού δεν αλυχτούν παρά κουνούν χαρούμενοι την ουρά τους. Βλέπει την κίνησή τους ο Οδυσσέας και παραξενεύεται. Σε λίγο όμως αντιλαμβάνεται, όταν βλέπει και ο ίδιος τον ξένο που πλησιάζει. Δεν είναι άλλος από το γιο του Τηλέμαχο, τον οποίο με άφατη χαρά και συγκίνηση μεγάλη βλέπει για πρώτη φορά, από τότε που τον άφησε μωρό στην αγκαλιά της Πηνελόπης.
(π 4-7)
«Και τ’ αλυχτάδικα σκυλιά κουνούσαν την ουρά τους,
ως πρόβαλε ο Τηλέμαχος, χωρίς να τον γαβγίζουν.
Είδε ο Οδυσσέας τα σκυλιά, που την ουρά τους σειούσαν,
κι άκουγε γύρω του ποδιών πατήματα που αχούσαν»
Οι σκύλοι όμως του Εύμαιου φαίνεται πως έχουν και αλλές ικανότητες, διαισθάνονται ακόμη και την παρουσία των θεών, κάτι που δε συμβαίνει με τους κοινούς ανθρώπους. Τρανή απόδειξη είναι, όταν οι σκύλοι αντιλαμβάνονται την παρουσία της Αθηνάς στο καλύβι του Εύμαιου. Ο ποιητής είναι κατηγορηματικός σ’ αυτό. Τη θεά Αθηνά έβλεπαν τη στιγμή εκείνη μόνο τα σκυλιά και δε γαυγίζαν αλλά και ο προστατευόμενός της Οδυσσέας.
(π 162)
«Μόνο ο Οδυσσέας την έβλεπε κι οι σκύλοι, ουδέ γαυγίζαν,
μόν’ στη γωνιά ζαρώσανε της στάνης φοβισμένοι»
Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, ενώ ο ποιητής εμφανίζει στην Οδύσσεια τους σκύλους ήρεμους και πιστούς, στην Ιλιάδα, κατά παράδοξο τρόπο, ενώ μνημονεύει τη δράση τους πολλές φορές, τους εμφανίζει σκληρούς, άγριους και απειλητικούς, κυρίως όμως σε παρομοιώσεις, όπως π.χ. (Χ 189 και Θ 338).Δραστήριο και γρήγορο ιχνηλάτη στην πρώτη περίπτωση και φοβερό μαχητή στη δεύτερη.
«Πως το λαφόπουλο ξοπίσω παίρνει σκύλος,
που απ’ τη μονιά του ξετόπωσε, μες σε πλαγιές και λόγγους,
κι αν μια στιγμή θαρρεί πως ξέφυγε τρυπώνοντας στα θάμνα
μ’ αυτός δε σταματάει την ανίχνευση και το τρεχιό, ως να το’βρει,
όμοια τον Έκτορα απ’ τα μάτια του δεν άφηνε ο Αχιλλέας».
«Πως σκύλος λιόντα για αγριογούρουνο στρώνει μπροστά και τρέχει
με ταχύτητα, δαγκώνοντας ξοπίσω τα μεριά τους
και τα καπούλια, και φυλάγεται στο στριφογύρισμά τους,
όμοια κι εκείνος(Έκτορας) τους Αργίτες κυνηγούσε».
Στην Ιλιάδα υπάρχουν και αδέσποτοι σκύλοι, τους οποίους μνημονεύει ο Αχιλλέας, όταν αναφέρεται στην ακεραιότητα του πτώματος του Έκτορα
(Ω 411-413)
«Δεν τον έφαγαν, όχι, τα όρνια και οι σκύλοι ακόμα
πλάι στου Αχιλλέα την πρύμνα ανέβλαβος κείτεται ο γιος σου πάντα,
μες στο καλύβι….».
Λίγο νωρίτερα το δήλωσε κατηγορηματικά ο Αχιλλέας πως τον Έκτορα δε θα τον παραδώσει για ταφή αλλά θα τον εκδικηθεί για το θάνατο του Πάτροκλου και θα ρίξει το σώμα του βορά στα σκυλιά.
(Ψ 183)
«τον φύλαξα(τον Έκτορα), για να τον φαν οι σκύλοι».
Επειδή σε πολλά σημεία ο ποιητής εξήρε τις ικανότητες και την τόλμη των σκύλων, για να μη θεωρηθεί ότι αγνοεί την πραγματικότητα αναφέρεται και σε μια άλλη διάστασή τους, το φόβο, αφού και οι πλέον τολμηροί σκύλοι στη θέα του λιονταριού κάνουν πίσω και γαυγίζουν από μακριά.
(Σ 583).
«Του κάκου αγγρίζαν τα γοργόποδα σκυλιά να τους ριχτούνε,
γιατί αυτά μπροστά στους λιόντες δείλιαζαν, κι αντίς να τους δαγκάσουν
χιμώντας, στέκαν δίπλα, εγαύγιζαν, και πίσω πάλι εφεύγαν».
Εδώ τα σκυλιά βρήκαν το μάστορά τους, τα λιοντάρια, που τρέμουν από το φόβο στη θέα τους και δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να γαυγίζουν από μακριά εκ του ασφαλούς
Δεν υπάρχουν μόνο δειλά σκυλιά αλλά υπάρχουν και αχάριστα, όπως τα παρουσιάζει ο Πρίαμος, για να πείσει τον Έκτορα να αποφύγει την αναμέτρησή του με τον Αχιλλέα. Φαντάζεται τον εαυτό του νεκρό και το σώμα του να γίνεται βορά των σκυλιών και μάλιστα των δικών του, που με τόση φροντίδα τάιζε, όταν τα είχε φρουρούς και φύλακες του στην πόρτα του παλατιού του. Αυτά τα σκυλιά, του λέει, μετά το θάνατό του, αφού φάνε τις σάρκες του και χορτάσουν, θα ξαπλώσουν ευχαριστημένα μπροστά στην πόρτα, όπου κάποτε έστεκαν φρουροί και προστάτες του! Ο απαξιωτικός χαρακτήρας για τα σκυλιά του έχει το λόγο του, αφού έτσι τραγικοποιεί τα πράγματα, για να μπορέσει με τον τρόπο αυτό να μεταπείσει τον Έκτορα, ώστε να ματαιώσει την αναμέτρηση με τον Αχιλλέα
(Χ 66-70)
«Στερνό και μένα μπρος στην εξώπορτα θα με τραβολογήσουν,
ωμό για να με φαν οι σκύλοι μου, όταν με κρούσει κάποιος
με το σπαθί για το κοντάρι του, και τη ζωή μου πάρει.
Αυτοί που τάιζα στο τραπέζι μου, να μου φυλάν τις πόρτες,
κι αφού ρουφήξουν πια το γαίμα μου με φρενιασμένα σπλάχνα,
θα ξαπλωθούν μπροστά στην εξώπορτα…»
Ως εδώ ο ποιητής μίλησε για το σκύλο τον πιστό και το γενναίο, για τον κακό και το δειλό ή τον αχάριστο.
Θα συμπληρώσει όμως το θέμα του με άλλες αναφορές, στις οποίες θα εξάρει την κατηγορία εκείνων των σκύλων που με αυταπάρνηση αγωνίζονται, για να υπερασπιστούν τα παιδιά τους από τον κίνδυνο του εχθρού, όπως ακριβώς συνέβη με τη σκύλα μάνα στην οποία αναφέρεται με θαυμασμό.
(υ 14-16)
«ως δε κύων αμαλήσι περί σκυλάκεσσι βεβώσα
άνδρ’αγνοήσασ’ υλάει μέμονέν τε μάχεσθαι,
ως ρα του ένδονυλάκτει αγαιομένου κακά έργα».
«Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυφερά κουτάβια
σαν νιώσει ξένο, κι αλυχτά και ορμά να τον δαγκάσει,
έτσι αλυχτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Οδυσσέα,
κι έβραζε, τις παράνομες δουλειές αυτές να βλέπει¨.
Με τη γενναία μάνα, την ορμή και την επιθετικότητά της, ο ποιητής παρομοιάζει την οργή του Οδυσσέα, όταν βλέπει τις παρανομίες που γίνονται στο παλάτι του.
Υπάρχουν όμως και άλλες κατηγορίες σκύλων. Είναι οι ψεύτικοι, αυτοί που η τέχνη του Ήφαιστου έπλασε και στολίζουν τα ανάκτορα θεών και βασιλιάδων, αλλά και εκείνοι, στους οποίους χαρακτηρίζει σπιτίσιους. Πρόκειται για σκύλους, που τους έχουν για λούσο στο σπίτι, τους τραπεζήες, όπως τους αποκαλεί, δηλαδή όπως θα λέγαμε σήμερα σκύλους των σαλονιών.
«ή αύτως οίοί τε τραπεζήες κύνες ανδρών
γίνοντ’. αγλαϊης δ’ ένεκεν κομέουσιν άνακτες».
« ή τάχα είναι ένα σκυλί σπιτίσιο που οι αφέντες
έτσι για λούσο συνηθούν στα σπίτια τους να θρέφουν».(ρ 312)
Έτσι βλέπει ο ομηρικός άνθρωπος το σκύλο δίπλα του, στο σπίτι, στη στάνη, στο κυνήγι, παντού. Τον αγαπά και τον φροντίζει όπως αγαπά και έναν καλό και έμπιστο φίλο του, πλην όμως δεν τρέφει αυταπάτες, υπάρχει και ο κακός, που κάποτε αποδεικνύεται αχάριστος και ενεργεί ως εχθρός, ικανοποιώντας τα άγρια ένστικτά του. Ο ποιητής δεν έχει αυταπάτες. Είναι ρεαλιστής!
Παραπομπές σε Ιλιάδα και Οδύσσεια(κύων ,κύνα, κύνες)
ΙΛΙΑΔΑ
[Α 225, Γ 26, Ζ 344,356, Θ 338, 368, Κ 183, Λ 414, 549, Ν 623, Ο 272,351, 579, 587, Ρ 65, 110, 558, Σ 271, 283, 578, 581, Χ 42, 66,75, 89, 189, 335, 354, 509, Τ 173,184, Ω 411]
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
[β 11, γ 259, η 91, κ 216, ξ 21, 133, π 4, 9, 162, ρ 62, 200, 248, 291, 300, 306, 309, 312, τ 228, 372, 436, υ 14, 145, φ 363, χ 35]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011
Το παλάτι του Οδυσσέα
ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Οι ανασκαφές και οι έρευνες της αρχαιολογικής υπηρεσίας δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν, δυστυχώς, ακόμη το παλάτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη παρά τις πληροφορίες που παρέχει ο Όμηρος στην Οδύσσεια.
Αν και οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές και δε βοηθούν στον εντοπισμό του ανακτόρου, βοηθούν όμως τον αναγνώστη να σχηματίσει μια γενική εικόνα για το κτήριο, το εσωτερικό του και τον πλούτο του.
Την περιγραφή του παλατιού, εκτός από τον ποιητή, μας δίνουν με εξαιρετικό τρόπο ο Εύμαιος, ο χοιροβοσκός του Οδυσσέα και ο Οδυσσέας ως κουρελής ξένος, που φτάνουν από τη στάνη στην πόλη και στο παλάτι του Οδυσσέα.
Οι δύο άνδρες, όταν φτάνουν έξω από το ανάκτορο του Οδυσσέα, εντυπωσιάζονται από τη θέα του κτηρίου, από την ευχάριστη μουσική που φτάνει στ' αυτιά τους και από την κνίσα του ψημένου κρέατος που οσφραίνονται ευχάριστα.
Ο εντυπωσιασμός, βέβαια, για τον Οδυσσέα είναι λογικός. Απουσιάζει είκοσι χρόνια από την πόλη και το νησί του και πολλά έχουν αλλάξει. Είναι όμως αδικαιολόγητος για τον Εύμαιο, που γνωρίζει τόσο το παλάτι, όσο και την κατάσταση που επικρατεί σ' αυτό, αν και αποφεύγει τις συχνές επισκέψεις του, για να μη βλέπει την αδιαντροπιά των μνηστήρων.
Αν εκείνος αποφεύγει τις συχνές επισκέψεις στο παλάτι, δεν ισχύει ασφαλώς το ίδιο και για τον Οδυσσέα, που ανυπομονεί να μπει στο παλάτι του, όσο πιο γρήγορα μπορεί. Επείγεται, γιατί πιστεύει πως θα το βρει όπως το άφησε πριν από είκοσι χρόνια, όταν έφευγε για τον πόλεμο; Ασφαλώς όχι. Ο πολύπειρος άνδρας δεν έχει τέτοιες ψευδαισθήσεις. Άλλωστε, ο ποιητής φόντισε να ενημερώσει τον ίδιο κι εμάς σε ανύποπτο χρόνο. Τότε, που για πρώτη φορά κατέβηκε στον Άδη και ενημερώθηκε για την κατάσταση στο παλάτι και τους δικούς του από τον Τειρεσία και τη μητέρα του Αντίκλεια, αργότερα από τη διήγηση του Εύμαιου, όταν έφτασε σ' αυτόν μετά την άφιξη στο νησί του και, τέλος, από τη συζήτηση με το γιο του Τηλέμαχο στο καλύβι του βοσκού κατά την απουσία του Εύμαιου.
Οι ανασκαφές και οι έρευνες της αρχαιολογικής υπηρεσίας δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν, δυστυχώς, ακόμη το παλάτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη παρά τις πληροφορίες που παρέχει ο Όμηρος στην Οδύσσεια.
Αν και οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές και δε βοηθούν στον εντοπισμό του ανακτόρου, βοηθούν όμως τον αναγνώστη να σχηματίσει μια γενική εικόνα για το κτήριο, το εσωτερικό του και τον πλούτο του.
Την περιγραφή του παλατιού, εκτός από τον ποιητή, μας δίνουν με εξαιρετικό τρόπο ο Εύμαιος, ο χοιροβοσκός του Οδυσσέα και ο Οδυσσέας ως κουρελής ξένος, που φτάνουν από τη στάνη στην πόλη και στο παλάτι του Οδυσσέα.
Οι δύο άνδρες, όταν φτάνουν έξω από το ανάκτορο του Οδυσσέα, εντυπωσιάζονται από τη θέα του κτηρίου, από την ευχάριστη μουσική που φτάνει στ' αυτιά τους και από την κνίσα του ψημένου κρέατος που οσφραίνονται ευχάριστα.
Ο εντυπωσιασμός, βέβαια, για τον Οδυσσέα είναι λογικός. Απουσιάζει είκοσι χρόνια από την πόλη και το νησί του και πολλά έχουν αλλάξει. Είναι όμως αδικαιολόγητος για τον Εύμαιο, που γνωρίζει τόσο το παλάτι, όσο και την κατάσταση που επικρατεί σ' αυτό, αν και αποφεύγει τις συχνές επισκέψεις του, για να μη βλέπει την αδιαντροπιά των μνηστήρων.
Αν εκείνος αποφεύγει τις συχνές επισκέψεις στο παλάτι, δεν ισχύει ασφαλώς το ίδιο και για τον Οδυσσέα, που ανυπομονεί να μπει στο παλάτι του, όσο πιο γρήγορα μπορεί. Επείγεται, γιατί πιστεύει πως θα το βρει όπως το άφησε πριν από είκοσι χρόνια, όταν έφευγε για τον πόλεμο; Ασφαλώς όχι. Ο πολύπειρος άνδρας δεν έχει τέτοιες ψευδαισθήσεις. Άλλωστε, ο ποιητής φόντισε να ενημερώσει τον ίδιο κι εμάς σε ανύποπτο χρόνο. Τότε, που για πρώτη φορά κατέβηκε στον Άδη και ενημερώθηκε για την κατάσταση στο παλάτι και τους δικούς του από τον Τειρεσία και τη μητέρα του Αντίκλεια, αργότερα από τη διήγηση του Εύμαιου, όταν έφτασε σ' αυτόν μετά την άφιξη στο νησί του και, τέλος, από τη συζήτηση με το γιο του Τηλέμαχο στο καλύβι του βοσκού κατά την απουσία του Εύμαιου.
Επομένως, ο Οδυσσέας, όταν φτάνει στο παλάτι του γνωρίζει καλά τα όσα συμβαίνουν σ΄αυτό.
Η πρώτη του εντύπωση μπορεί να του προκαλεί χαρά, γιατί ξαναβλέπει το παλάτι του, ύστερα από απουσία τόσων χρόνων και μετά από τόσους κινδύνους που γνώρισε σε στεριά και θάλασσα, ταυτόχρονα όμως λυπάται, όταν ακούει τους ήχους της κιθάρας και ασμίζεται την κνίσα του ψημένου κρέατος, γιατί είναι τρανές αποδείξεις της κραιπάλης που που γίνεται στο βιος του και στο παλάτι του.
Η πρώτη του εντύπωση μπορεί να του προκαλεί χαρά, γιατί ξαναβλέπει το παλάτι του, ύστερα από απουσία τόσων χρόνων και μετά από τόσους κινδύνους που γνώρισε σε στεριά και θάλασσα, ταυτόχρονα όμως λυπάται, όταν ακούει τους ήχους της κιθάρας και ασμίζεται την κνίσα του ψημένου κρέατος, γιατί είναι τρανές αποδείξεις της κραιπάλης που που γίνεται στο βιος του και στο παλάτι του.
"...αγχίμολον δ' Οδυσσεύς και δίος υφορβός
στήτην ερχομένω, περί δε σφεας ήλυθ' ιωή
φόρμιγγος γλαφυρής, ανά γαρ σφισι βάλλετ' αείδειν
Φήμιος. αυτάρ ο χειρός ελών προσέειπε συβώτην.
"Εύμαι' η μάλα δη τάδε δώματα κάλ' Οδυσσήος
ρεία δ' αρίγνωτ' εστί και εν πολλοίσιν ιδέσθαι
εξ ετέρων έτερ' εστίν, επήσκηται δε οι αυλή
τοίχω και θριγκοίσι, θύραι δ' ευερκέες εισί
δικλίδες, ουκ αν τις μιν ανήρ υπεροπλίσσαιτο.
γιγνώσκω δ' ότι πολλοί δ' εν αυτώ δαίτα τίθενται
άνδρες, επεί κνίση μεν ενήνοθεν, εν δε τε φόρμιξ
ηπύει, ην άρα δαιτί θεοί ποίησαν εταίρην."(ρ 260-271).
" Τότε έφτασε ο χοιροβοσκός με το θείο Οδυσσέα
και στάθηκαν, ως άκουσαν αχό γλυκιάς κιθάρας.
Ο Φήμιος ήταν π' άρχιζε σ' αυτούς να τραγουδήσει.
Κι έτσι είπε στο χοιροβοσκό, το χέρι πιάνοντάς του.
"Αυτά τα σπιτια τα ψηλά θα 'ναι, Εύμαιε, του Οδυσσέα.
Τα ξεχωρίζεις εύκολα και σε χιλιάδες μέσα.
Το ΄να με τ' άλλο κολλητά, και τοιχογυρισμένη
όλη η αυλή και δίφυλλες καλόφτιαστες οι πόρτες.
Κανένας δεν μπορεί θνητός να τα καταφρονέσει.
Κι οι άντρες θαρρώ πως κάθονται πολλοί και τρώνε μέσα,
γιατί και τσίκνα μου 'ρχεται και μια κιθάρα παίζει,
που κι οι θεοί συντρόφισσα την είπαν στο τραπέζι".Η περιγραφή είναι κατατοπιστική. Το παλάτι του Οδυσσέα είναι ξεχωριστό και ωραίο, διαφορετικό από τα σπίτια του λαού. Αποτελείται από δυο υψηλά κτήρια, χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, ενώ η αυλή του παλατιού προστατεύεται από ισχυρό χτιστό περίβολο με δύο καλοφτιαγμένες πόρτες, που κλειδώνουν και δύσκολα παραβιάζονται.
Πέρα όμως από την εξαίρετη οπτική εντύπωση ο Οδυσσέας ξαφνιάζεται από όσα αντιλαμβάνεται να γίνονται μέσα στο παλάτι(μουσική,ψημένα κρέατα). Πρόκειται για δύο ενδεικτικά στοιχεία που προϊδεάζουν τον επισκέπτη αλλά δεν τον εκπλήσσουν, όπως θα ανέμενε κανείς. Είναι μια συνηθισμένη καθημερινή σχεδόν εικόνα του παλατιού, που έχει καταντήσει πια χώρος γλεντιού και κραιπάλης των μνηστήρων, δυστυχώς!
Ο κουρελής ξένος επείγεται να μπει στο παλάτι και να δει την κατάσταση με τα μάτια του, πλην όμως επιβραδύνει την είσοδό του ο ποιητής, που αρχίζει την περιγραφή του κτηρίου, που είναι χτισμένο στην πλακοστρωμένη αυλή σε ξεχωριστό μέρος, τον πύργο, όπου πηγαίνει για ύπνο ο Τηλέμαχος, όταν γυρίζει από ταξίδι, πάντα κάτω από το άγρυπνο μάτι της παραμάνας του Ευρύκλειας, που τον φροντίζει σαν παιδί της.
"Μες στην πλακοστρωμένη αυλή ψηλόχτιστο είχε πύργο
σε μέρος ξέφαντο κι εκεί πήγαινε να πλαγιάσει
ο συνετός Τηλέμαχος, πολυσυλλογισμένος.
Πίσω του ακολουθούσε με δαδί φλογόφεγγο στο χέρι
κι η εμπιστεμένη Ευρύκλεια, του Ώπου η θυγατέρα
.........
Αυτή του πήγαινε το φως κι από μωρό παιδάκι
μ' αγάπη τον μεγάλωσε που άλλη δεν του 'χε σκλάβα" (α 425-429).Από τα διάφορα δομικά μέρη φαίνεται πως το παλάτι είναι μεγάλο και καλοφτιαγμένο. Προστατεύεται από περίβολο καλοχτισμένο με πλακοστρωμένη αυλή, ενώ πέτρινο κατώφλι στην αυλή οδηγεί στη μεγάλη αίθουσά του, η οποία παρά το όνομά της (αίθω=λάμπω), είναι κατάμαυρη από τον καπνό και την κραιπάλη των μνηστήρων.
Αυτό το παλάτι και την Πηνελόπη διεκδικούν οι ασεβείς μνηστήρες, γεγονός που εξοργίζει τον Τηλέμαχο και τον αναγκάζει να πει πως το παλάτι δεν ανήκει στο λαό, αλλά είναι καταδικό του, που το απόχτησε ο πατέρας του για κείνον. Είναι καλοχτισμένο οικοδόμημα. "δόμος ευναιετάων"(ρ 275).
"...επεί ου τοι δήμιος εστίν
οίκος όδ', αλλ'Οδυσσήος, εμοί δε κτήσατο κείνος".
" Γιατί δεν είναι της κοινότητας αυτό το οίκημα
αλλά του πατέρα μου, που για μένα εκείνος το απόχτησε"(υ 624-626).Ως εδώ ο ποιητής μας παρέθεσε ό,τι ακριβώς παρατηρεί ο επισκέπτης βλέποντας το εξωτερικό του παλατιού, γι' αυτό στη συνέχεια θα εισχωρήσει στο εσωτερικό του, για να μας δώσει πληροφορίες κάποιες πληροφορίες και γι' αυτό.
στήτην ερχομένω, περί δε σφεας ήλυθ' ιωή
φόρμιγγος γλαφυρής, ανά γαρ σφισι βάλλετ' αείδειν
Φήμιος. αυτάρ ο χειρός ελών προσέειπε συβώτην.
"Εύμαι' η μάλα δη τάδε δώματα κάλ' Οδυσσήος
ρεία δ' αρίγνωτ' εστί και εν πολλοίσιν ιδέσθαι
εξ ετέρων έτερ' εστίν, επήσκηται δε οι αυλή
τοίχω και θριγκοίσι, θύραι δ' ευερκέες εισί
δικλίδες, ουκ αν τις μιν ανήρ υπεροπλίσσαιτο.
γιγνώσκω δ' ότι πολλοί δ' εν αυτώ δαίτα τίθενται
άνδρες, επεί κνίση μεν ενήνοθεν, εν δε τε φόρμιξ
ηπύει, ην άρα δαιτί θεοί ποίησαν εταίρην."(ρ 260-271).
" Τότε έφτασε ο χοιροβοσκός με το θείο Οδυσσέα
και στάθηκαν, ως άκουσαν αχό γλυκιάς κιθάρας.
Ο Φήμιος ήταν π' άρχιζε σ' αυτούς να τραγουδήσει.
Κι έτσι είπε στο χοιροβοσκό, το χέρι πιάνοντάς του.
"Αυτά τα σπιτια τα ψηλά θα 'ναι, Εύμαιε, του Οδυσσέα.
Τα ξεχωρίζεις εύκολα και σε χιλιάδες μέσα.
Το ΄να με τ' άλλο κολλητά, και τοιχογυρισμένη
όλη η αυλή και δίφυλλες καλόφτιαστες οι πόρτες.
Κανένας δεν μπορεί θνητός να τα καταφρονέσει.
Κι οι άντρες θαρρώ πως κάθονται πολλοί και τρώνε μέσα,
γιατί και τσίκνα μου 'ρχεται και μια κιθάρα παίζει,
που κι οι θεοί συντρόφισσα την είπαν στο τραπέζι".Η περιγραφή είναι κατατοπιστική. Το παλάτι του Οδυσσέα είναι ξεχωριστό και ωραίο, διαφορετικό από τα σπίτια του λαού. Αποτελείται από δυο υψηλά κτήρια, χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, ενώ η αυλή του παλατιού προστατεύεται από ισχυρό χτιστό περίβολο με δύο καλοφτιαγμένες πόρτες, που κλειδώνουν και δύσκολα παραβιάζονται.
Πέρα όμως από την εξαίρετη οπτική εντύπωση ο Οδυσσέας ξαφνιάζεται από όσα αντιλαμβάνεται να γίνονται μέσα στο παλάτι(μουσική,ψημένα κρέατα). Πρόκειται για δύο ενδεικτικά στοιχεία που προϊδεάζουν τον επισκέπτη αλλά δεν τον εκπλήσσουν, όπως θα ανέμενε κανείς. Είναι μια συνηθισμένη καθημερινή σχεδόν εικόνα του παλατιού, που έχει καταντήσει πια χώρος γλεντιού και κραιπάλης των μνηστήρων, δυστυχώς!
Ο κουρελής ξένος επείγεται να μπει στο παλάτι και να δει την κατάσταση με τα μάτια του, πλην όμως επιβραδύνει την είσοδό του ο ποιητής, που αρχίζει την περιγραφή του κτηρίου, που είναι χτισμένο στην πλακοστρωμένη αυλή σε ξεχωριστό μέρος, τον πύργο, όπου πηγαίνει για ύπνο ο Τηλέμαχος, όταν γυρίζει από ταξίδι, πάντα κάτω από το άγρυπνο μάτι της παραμάνας του Ευρύκλειας, που τον φροντίζει σαν παιδί της.
"Μες στην πλακοστρωμένη αυλή ψηλόχτιστο είχε πύργο
σε μέρος ξέφαντο κι εκεί πήγαινε να πλαγιάσει
ο συνετός Τηλέμαχος, πολυσυλλογισμένος.
Πίσω του ακολουθούσε με δαδί φλογόφεγγο στο χέρι
κι η εμπιστεμένη Ευρύκλεια, του Ώπου η θυγατέρα
.........
Αυτή του πήγαινε το φως κι από μωρό παιδάκι
μ' αγάπη τον μεγάλωσε που άλλη δεν του 'χε σκλάβα" (α 425-429).Από τα διάφορα δομικά μέρη φαίνεται πως το παλάτι είναι μεγάλο και καλοφτιαγμένο. Προστατεύεται από περίβολο καλοχτισμένο με πλακοστρωμένη αυλή, ενώ πέτρινο κατώφλι στην αυλή οδηγεί στη μεγάλη αίθουσά του, η οποία παρά το όνομά της (αίθω=λάμπω), είναι κατάμαυρη από τον καπνό και την κραιπάλη των μνηστήρων.
Αυτό το παλάτι και την Πηνελόπη διεκδικούν οι ασεβείς μνηστήρες, γεγονός που εξοργίζει τον Τηλέμαχο και τον αναγκάζει να πει πως το παλάτι δεν ανήκει στο λαό, αλλά είναι καταδικό του, που το απόχτησε ο πατέρας του για κείνον. Είναι καλοχτισμένο οικοδόμημα. "δόμος ευναιετάων"(ρ 275).
"...επεί ου τοι δήμιος εστίν
οίκος όδ', αλλ'Οδυσσήος, εμοί δε κτήσατο κείνος".
" Γιατί δεν είναι της κοινότητας αυτό το οίκημα
αλλά του πατέρα μου, που για μένα εκείνος το απόχτησε"(υ 624-626).Ως εδώ ο ποιητής μας παρέθεσε ό,τι ακριβώς παρατηρεί ο επισκέπτης βλέποντας το εξωτερικό του παλατιού, γι' αυτό στη συνέχεια θα εισχωρήσει στο εσωτερικό του, για να μας δώσει πληροφορίες κάποιες πληροφορίες και γι' αυτό.
Μπαίνοντας κανείς στο ανάκτορο, ψηλά, στο πίσω μέρος της αίθουσας, αντικρύζει το γυναικωνίτη. Σ' αυτόν μένει η συνετή Πηνελόπη και από εκεί κατεβαίνει στη μεγάλη αίθουσα, όταν επισκέπτεται με βαριά καρδιά τους μνηστήρες. Ανεβοκατεβαίνει τις μαρμάρινες σκάλες, φορώντας την μπόλια της, με τη συνδεία πάντοτε δύο υπηρετριών. Τις ίδιες σκάλες ανέβηκε τρέχοντας η Ευρύκλεια, η παραμάνα του Οδυσσέα και του Τηλέμαχου, φέρνοντας την ευχάριστη είδηση στην Πηνελόπη πως γύρισε ο Οδυσσέας.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά στις αποθήκες του παλατιού. Ο ποιητής, στην περιγραφή του τονίζει, εκτός απ' την απλοχωριά τους, τη χρησιμότητά τους και τον πλούτο που φυλάσσουν μέσα τους. Εκεί φυλάσσουν οι βασιλιάδες το χρυσάφι του παλατιού, τα ρούχα των μελών της βασιλικής οικογένειας, τα πολύτιμα δώρα, τα χαλκό. το κρασί και το λάδι. Είναι καλοφτιαγμένες και ασφαλισμένες με ισχυρές πόρτες, που φυλάγονται νύχτα μέρα. Τις αποθήκες του Οδυσσέα επιτηρεί η Ευρύκλεια.
"είπαν κι αυτός(Τηλέμαχος) κατέβηκε στη γονική αποθήκη
πλατιά κι αψηλοσκέπαστη, που είχε σωρό χρυσάφι
και στα σεντούκια ρουχικά και μυρωδάτο λάδι.
κι είχε χαλκό, και στη σειρά στον τοίχο ακουμπισμένα
πιθάρια με παλιό κρασί γλυκόπιοτο γεμάτα,
ανέρωτο, θεϊκό πιοτό, για το σοφό Οδυσσέα,
κι είχε δύο πόρτες δίφυλλες που τεριασμένα κλειούσαν,
κλειστές και μια επιστάτισσα καθόταν νύχτα μέρα
κι όλα τα πρόσεχε πιστά, του Ώπου η θυγατέρα
Ευρύκλεια(β 337-347).
Το παλάτι δεν έχει μόνο αποθήκες κατάμεστες από υλικά αγαθά, έχει και μια αρχοντιά. Είναι καλά διακοσμημένο, παρά την επιδρομή και τα συνεχή γλέντια των μνηστήρων. Παντού είναι ευδιάκριτο το λεπτό γούστο των ανθρώπων του παλατιού. Αψευδής μάρτυρας η εικόνα της αποθήκης, όπου φυλάσσεται το τόξο του Οδυσσέα, δώρο του ΄Ιφιτου. Την περιγράφει ο ποιητής την ώρα που πάει Πηνελόπη να πάρει το τόξο, για να κηρύξει τον αγώνα ανάμεσα στους μνηστήρες και να δώσει ένα τέλος στην πίεση που ασκούσαν καιρό τώρα πάνω της. Η Πηνελόπη διαβαίνει το καλογυαλισμένο δρύινο κατώφλι με δύο αχτιδοβόλες πόρτες, ενώ μέσα στο θάλαμο, εκτός από το τόξο, φυλάσσονται πολλά σεντούκια γεμάτα φορέματα ευωδιαστά, Και όλα δείχνουν τάξη και γυνακεία φροντίδα ζηλευτή.
"Και στο θάλαμο σαν έφτασε η θεϊκιά γυναίκα
και το δρυένιο πάτησε κατώφλι, που τεχνίτης
με προσοχή το σκάλισε στη στάφνη ισιώνοντάς το
και παραστάδες έβαλε αχτιδοβόλες πόρτες"( φ 42-45).Το παλάτι του Οδυσσέα είναι μεγάλο και φαίνεται ότι βρίσκεται κοντά στα σπίτια των Ιθακησίων. Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται από την εντολή του Οδυσσέα στους συνεργάτες του το βράδυ της μνηστηροφονίας να φυλάγουν καλά το πανωπόρτι, μήπως από εκεί κάποιος φωνάξει, ζητώντας βοήθεια από τους Ιθακήσιους."Στον τοίχο τον καλόχτιστο είχε ένα πανωπόρτικι απ' το κατώφλι τ' ακρινό του παλατιού είχε δρόμο
στενό, κλεισμένο από πυκνά, καλόδετα σανίδια.
Μόνο από εκεί μπορούσανε να μπουν, κι εκεί ο Οδυσσέας
πρόσταξε το χοιροβοσκό, κοντά να πάει να στέκει"( χ 129-133).Αν δεν ήταν κοντά στα σπίτια χτισμένο το παλάτι, τότε γιατί να φοβάται ο Οδυσσέας μήπως βγει κάποιος απ' το πανωπόρτι και καλέσει σε βοήθεια τους Ιθακήσιους; Η πρόβλεψη αποδείχτηκε σωτήρια, αφού την ώρα της μνηστηροφονίας ο Αγέλαος προέτρεψε κάποιον από τους δικούς του να ανεβεί στο πανωπόρτι και να ζητήσει βοήθεια από το λαό.
"Παιδιά δε θ' ανεβεί κανείς στο πανωπόρτι απάνω
για να φωνάξει το λαό,γοργά η φωνή να φτάσει.
Κι αυτός(Οδυσσέας) πια τότε τη στερνή σαϊτα του να ρίξει"(χ 132-134).Επομένως, δε μένει καμιά αμφιβολία ότι το παλάτι βρίσκεται κοντά στα σπίτια των Ιθακησίων, ώστε να μπορεί εύκολα να ακουστεί η φωνή κάποιου που θα ζητούσε από εκεί βοήθεια. ΄Αλλωστε, το βεβαιώνει και η μαρτυρία του Οδυσσέα, όταν φτάνει με τον Εύμαιο έξω από το παλάτι και ακούνε τα όσα συμβαίνουν μέσα. Και επιπλέον τι νόημα είχε, μετά τη μνηστηροφονία, να δοθεί εντολή στον αοιδό Φήμιο να παίζει τη φόρμιγγα; Με τον τρόπο αυτό ο Οδυσσέας ήθελε να παραπλανήσει τους γείτονες και τους περαστικούς, ώστε να μην αντιληφθούν τη σφαγή που έγινε στο παλάτι, αλλά να συνεχίζουν να πιστεύουν ότι μέσα σ΄αυτό συνεχίζεται ο χορός και το τραγούδι, κάτι που συνέβαινε συχνά τα τελευταία δύο τρία χρόνια και το είχαν συνηθίσει.
"Κι ο θεϊκός τραγουδιστής με τη γλυκιά κιθάρα
τον παιγνιδιάρικο χορό ας πιάσει να μας παίζει,
όξω αν ακούνε που περνούν, είτε οι γειτόνοι γύρω..."( ψ 133-136).Κάποιος μάλιστα, που αγνοούσε την αλήθεια, για να δικαιολογήσει τον ήχο που έφτανε στ' αυτιά του, διακινδύνευσε να υποστηρίξει πως γίνεται γλέντι. Φαίνεται πως ενέδωσε η Πηνελόπη και τελεί τους γάμους της με κάποιον από τους μνηστήρες.
Ο ποιητής όμως, που γνωρίζει την αλήθεια, σχολιάζει: τα λέγανε αυτά, γιατί δε γνώριζαν πώς ακριβώς είχαν γίνει.
"Κάποιος την πολυγύρευτη βασίλισσα θα πήρε.
Η έρμη, δεν το βάσταξε, στ' αρχοντικό του αντρός της
να μένει πάντα ανύπαντρη κι όσο να φτάσει εκείνος".
Έτσι είπε, μα δεν τ΄ξεραν αυτά πώς είχαν γίνει"(ψ 149-152).Αυτές είναι οι πληροφορίες που αντλούμε από το έπος για το παλάτι του Οδυσσέα. Πρόκειται για ένα παλάτι μεγάλο και ωραίο, αποτελούμενο από δύο κτήρια χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, προστατευόμενο από καλόχτιστο περίβολο. Βρίσκεται, καθώς φαίνεται στη άκρη της πόλης και κοντά στα σπίτια των Ιθακησίων.
Τον καιρό όμως που επιστρέφει σ' αυτό ο Οδυσσέας έχει μεταβληθεί σε χώρο διασκεδάσεων και κραιπάλης των μνηστήρων. Οι άνδρες αυτοί προσβάλλουν το θεσμό της βασιλείας, τους ανθρώπους και τους θεούς. Γι' αυτό η τιμωρία τους θα είναι παραδειγματική. Μετά τη μνηστηροφονία και τον εξαγνισμό του παλατιού ο Οδυσσέας κερδίζει το θρόνο και την πιστή Πηνελόπη και αποκαθιστά την τάξη στο νησί. Μια καινούρια ζωή αρχίζει στην Ιθάκη και στο παλάτι.
Με τις πληροφορίες αυτές ο Όμηρος μας κατατόπισε σχετικά με το παλάτι του Οδυσσέα, πλην όμως δε βοήθησε καθόλου την έρευνα στον εντοπισμό του. Η απορία για τη θέση του και τα άλλα στοιχεία του παραμένει σε όλους μας. Άραγε, αν κάποτε βρεθεί το ανάκτορο του Οδυσσέα, θα συμφωνεί με την έστω και ελλιπή περιγραφή του ποιητή; Πριν απ' όλα όμως προέχει ο εντοπισμός και η αποκάλυψή του, που ευχόμαστε να συμβεί το γρηγορότερο δυνατό.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά στις αποθήκες του παλατιού. Ο ποιητής, στην περιγραφή του τονίζει, εκτός απ' την απλοχωριά τους, τη χρησιμότητά τους και τον πλούτο που φυλάσσουν μέσα τους. Εκεί φυλάσσουν οι βασιλιάδες το χρυσάφι του παλατιού, τα ρούχα των μελών της βασιλικής οικογένειας, τα πολύτιμα δώρα, τα χαλκό. το κρασί και το λάδι. Είναι καλοφτιαγμένες και ασφαλισμένες με ισχυρές πόρτες, που φυλάγονται νύχτα μέρα. Τις αποθήκες του Οδυσσέα επιτηρεί η Ευρύκλεια.
"είπαν κι αυτός(Τηλέμαχος) κατέβηκε στη γονική αποθήκη
πλατιά κι αψηλοσκέπαστη, που είχε σωρό χρυσάφι
και στα σεντούκια ρουχικά και μυρωδάτο λάδι.
κι είχε χαλκό, και στη σειρά στον τοίχο ακουμπισμένα
πιθάρια με παλιό κρασί γλυκόπιοτο γεμάτα,
ανέρωτο, θεϊκό πιοτό, για το σοφό Οδυσσέα,
κι είχε δύο πόρτες δίφυλλες που τεριασμένα κλειούσαν,
κλειστές και μια επιστάτισσα καθόταν νύχτα μέρα
κι όλα τα πρόσεχε πιστά, του Ώπου η θυγατέρα
Ευρύκλεια(β 337-347).
Το παλάτι δεν έχει μόνο αποθήκες κατάμεστες από υλικά αγαθά, έχει και μια αρχοντιά. Είναι καλά διακοσμημένο, παρά την επιδρομή και τα συνεχή γλέντια των μνηστήρων. Παντού είναι ευδιάκριτο το λεπτό γούστο των ανθρώπων του παλατιού. Αψευδής μάρτυρας η εικόνα της αποθήκης, όπου φυλάσσεται το τόξο του Οδυσσέα, δώρο του ΄Ιφιτου. Την περιγράφει ο ποιητής την ώρα που πάει Πηνελόπη να πάρει το τόξο, για να κηρύξει τον αγώνα ανάμεσα στους μνηστήρες και να δώσει ένα τέλος στην πίεση που ασκούσαν καιρό τώρα πάνω της. Η Πηνελόπη διαβαίνει το καλογυαλισμένο δρύινο κατώφλι με δύο αχτιδοβόλες πόρτες, ενώ μέσα στο θάλαμο, εκτός από το τόξο, φυλάσσονται πολλά σεντούκια γεμάτα φορέματα ευωδιαστά, Και όλα δείχνουν τάξη και γυνακεία φροντίδα ζηλευτή.
"Και στο θάλαμο σαν έφτασε η θεϊκιά γυναίκα
και το δρυένιο πάτησε κατώφλι, που τεχνίτης
με προσοχή το σκάλισε στη στάφνη ισιώνοντάς το
και παραστάδες έβαλε αχτιδοβόλες πόρτες"( φ 42-45).Το παλάτι του Οδυσσέα είναι μεγάλο και φαίνεται ότι βρίσκεται κοντά στα σπίτια των Ιθακησίων. Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται από την εντολή του Οδυσσέα στους συνεργάτες του το βράδυ της μνηστηροφονίας να φυλάγουν καλά το πανωπόρτι, μήπως από εκεί κάποιος φωνάξει, ζητώντας βοήθεια από τους Ιθακήσιους."Στον τοίχο τον καλόχτιστο είχε ένα πανωπόρτικι απ' το κατώφλι τ' ακρινό του παλατιού είχε δρόμο
στενό, κλεισμένο από πυκνά, καλόδετα σανίδια.
Μόνο από εκεί μπορούσανε να μπουν, κι εκεί ο Οδυσσέας
πρόσταξε το χοιροβοσκό, κοντά να πάει να στέκει"( χ 129-133).Αν δεν ήταν κοντά στα σπίτια χτισμένο το παλάτι, τότε γιατί να φοβάται ο Οδυσσέας μήπως βγει κάποιος απ' το πανωπόρτι και καλέσει σε βοήθεια τους Ιθακήσιους; Η πρόβλεψη αποδείχτηκε σωτήρια, αφού την ώρα της μνηστηροφονίας ο Αγέλαος προέτρεψε κάποιον από τους δικούς του να ανεβεί στο πανωπόρτι και να ζητήσει βοήθεια από το λαό.
"Παιδιά δε θ' ανεβεί κανείς στο πανωπόρτι απάνω
για να φωνάξει το λαό,γοργά η φωνή να φτάσει.
Κι αυτός(Οδυσσέας) πια τότε τη στερνή σαϊτα του να ρίξει"(χ 132-134).Επομένως, δε μένει καμιά αμφιβολία ότι το παλάτι βρίσκεται κοντά στα σπίτια των Ιθακησίων, ώστε να μπορεί εύκολα να ακουστεί η φωνή κάποιου που θα ζητούσε από εκεί βοήθεια. ΄Αλλωστε, το βεβαιώνει και η μαρτυρία του Οδυσσέα, όταν φτάνει με τον Εύμαιο έξω από το παλάτι και ακούνε τα όσα συμβαίνουν μέσα. Και επιπλέον τι νόημα είχε, μετά τη μνηστηροφονία, να δοθεί εντολή στον αοιδό Φήμιο να παίζει τη φόρμιγγα; Με τον τρόπο αυτό ο Οδυσσέας ήθελε να παραπλανήσει τους γείτονες και τους περαστικούς, ώστε να μην αντιληφθούν τη σφαγή που έγινε στο παλάτι, αλλά να συνεχίζουν να πιστεύουν ότι μέσα σ΄αυτό συνεχίζεται ο χορός και το τραγούδι, κάτι που συνέβαινε συχνά τα τελευταία δύο τρία χρόνια και το είχαν συνηθίσει.
"Κι ο θεϊκός τραγουδιστής με τη γλυκιά κιθάρα
τον παιγνιδιάρικο χορό ας πιάσει να μας παίζει,
όξω αν ακούνε που περνούν, είτε οι γειτόνοι γύρω..."( ψ 133-136).Κάποιος μάλιστα, που αγνοούσε την αλήθεια, για να δικαιολογήσει τον ήχο που έφτανε στ' αυτιά του, διακινδύνευσε να υποστηρίξει πως γίνεται γλέντι. Φαίνεται πως ενέδωσε η Πηνελόπη και τελεί τους γάμους της με κάποιον από τους μνηστήρες.
Ο ποιητής όμως, που γνωρίζει την αλήθεια, σχολιάζει: τα λέγανε αυτά, γιατί δε γνώριζαν πώς ακριβώς είχαν γίνει.
"Κάποιος την πολυγύρευτη βασίλισσα θα πήρε.
Η έρμη, δεν το βάσταξε, στ' αρχοντικό του αντρός της
να μένει πάντα ανύπαντρη κι όσο να φτάσει εκείνος".
Έτσι είπε, μα δεν τ΄ξεραν αυτά πώς είχαν γίνει"(ψ 149-152).Αυτές είναι οι πληροφορίες που αντλούμε από το έπος για το παλάτι του Οδυσσέα. Πρόκειται για ένα παλάτι μεγάλο και ωραίο, αποτελούμενο από δύο κτήρια χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, προστατευόμενο από καλόχτιστο περίβολο. Βρίσκεται, καθώς φαίνεται στη άκρη της πόλης και κοντά στα σπίτια των Ιθακησίων.
Τον καιρό όμως που επιστρέφει σ' αυτό ο Οδυσσέας έχει μεταβληθεί σε χώρο διασκεδάσεων και κραιπάλης των μνηστήρων. Οι άνδρες αυτοί προσβάλλουν το θεσμό της βασιλείας, τους ανθρώπους και τους θεούς. Γι' αυτό η τιμωρία τους θα είναι παραδειγματική. Μετά τη μνηστηροφονία και τον εξαγνισμό του παλατιού ο Οδυσσέας κερδίζει το θρόνο και την πιστή Πηνελόπη και αποκαθιστά την τάξη στο νησί. Μια καινούρια ζωή αρχίζει στην Ιθάκη και στο παλάτι.
Με τις πληροφορίες αυτές ο Όμηρος μας κατατόπισε σχετικά με το παλάτι του Οδυσσέα, πλην όμως δε βοήθησε καθόλου την έρευνα στον εντοπισμό του. Η απορία για τη θέση του και τα άλλα στοιχεία του παραμένει σε όλους μας. Άραγε, αν κάποτε βρεθεί το ανάκτορο του Οδυσσέα, θα συμφωνεί με την έστω και ελλιπή περιγραφή του ποιητή; Πριν απ' όλα όμως προέχει ο εντοπισμός και η αποκάλυψή του, που ευχόμαστε να συμβεί το γρηγορότερο δυνατό.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011
Αντιφάσεις για την εικόνα του Δία στο έπος της Ιλιάδας
,,,,,
Αναρωτηθήκατε ποτέ αν η εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον Ολύμπιο Δία ταυτίζεται με την εικόνα που μας περιγράφει ο θείος Όμηρος στην Ιλιάδα;
Οι περισσότεροι από μας γνωρίζουν πως ο Δίας είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, ο προστάτης του όρκου, της πόλης, των ξένων και της ευτυχίας των ανθρώπων. Είναι παντογνώστης, παντοδύναμος και προνοητικός. Το παλάτι του βρίσκεται στον Όλυμπο και από εκεί ψηλά κυβερνά τον κόσμο όλο. Αυτή είναι η γενική εικόνα του υπέρτατου θεού.
Ποια όμως εικόνα σχηματίζει ο αναγνώστης της Ιλιάδας για τον Ολύμπιο Δία; Πόσο ταυτίζεται αυτή με την προηγούμενη, όταν διαπιστώνει κάθε ότι πρόκειται για ένα θεό πολύ διαδορετικό; ΄Ενα θεό σκληρό, αλλοπρόσαλλο, αυταρχικό και άδικο; Ο αδελφός του Ποσειδώνας, που δεν τα πάει καλά με τον Ολύμπιο Δία, τον χατρακτηρίζει αλαζόνα και αυταρχικό, ενώ ο ποιητής τον εμφανίζει ως θεό των αντιφάσεων.
Ο Ολύμπιος Ζεύς (Δίας) εμφανίζεται στο μύθο του έπους από τη στιγμή που ανέτρεψε τον πατέρα του Κρόνο από το θρόνο και μοιράστηκε με τ' αδέρφια του, Ποσειδώνα και Άδη ή Πλούτωνα, την εξουσία του κόσμου. Από την πρώτη κιόλας αναφορά του ποιητή διαπιστώνουμε μια αντίφαση. Κατά τη μυθολογία ο Δίας είναι ο νεότερος από τους δύο αδελφούς του, ενώ στο έπος ο ποιητής τον παρουσιάζει ως το μεγαλύτερο (πρωτότοκος), που παίρνει δικαιωματικά τη βασιλεία από τον πατέρα του Κρόνο.
Μετά την ανατροπή του πατέρα τους από το βασιλικό θρόνο του κόσμου, τα τρία αδέλφια μοιράζονται με κλήρο την εξουσία. Ο Δίας παίρνει την εξουσία του απέραντου Ουρανού, "Ζευς δ' έλαχ' ουρανόν ευρύν εν αιθέρι και νεφέλησι", ο Ποσειδώνας την εξουσία της πλατιάς πολυκύμαντης Θάλασσας και ο Άδης την εξουσία του σκοτεινού Κάτω Κόσμου. Για τον ΄Ολυμπο και τη Γη συμφωνήθηκε μεταξύ τους να ανήκουν στην εξουσία και των τριών(Ο 187-193).
Η μοιρασιά αυτή φαίνεται ότι έχει στοιχεία δημοκρατικότητας (!), αφού γίνεται με κλήρο. Ξεκαθαρίζει την ευθύνη του κάθε θεού σε ένα χώρο του σύμπαντος, ενώ αφήνει ένα αγκάθι, τον Όλυμπο και τη Γη, που θα αποτελέσουν στο μέλλον σημεία τριβής και αντιπαρέθεσης μεταξύ των τριών αδελφών.
Ο Δίας, ως υπέρτατος θεός, εποπτεύει ψηλά από τον Όλυμπο τον κόσμο και επεμβαίνει με ποικίλους τρόπους στη ζωή των ανθρώπων αλλά και των θεών.
Γι' αυτό, όταν κάποτε διαπιστώνει πως η Γη υποφέρει από το βάρος των πολλών ανθρώπων, θέλοντας να την ξαλαφρώσει απ' αυτό, προβαίνει σε μια φρικτή και απάνθρωπη απόφαση. Ξεσηκώνει πολύνεκρο πόλεμο ανάμεσα στους ανθρώπους, τον Τρωικό, ερχόμενος σε αντίθεση με την ιδέα που τον ήθελε προστάτη της πόλης, της ειρήνης και της ευτυχίας των ανθρώπων .
Την πληροφορία μας παρέχουν τα "κύκλια έπη".!
(Απ.1)
" Αμέτρητα ήταν μια φορά τα πλήθη των ανθρώπων
κι η μάνα Γη απ' το βάρος τους στέναζε και πονούσε.
Ο Δίας τη λυπήθηκε, σοφή έκανε σκέψη
να τη λυτρώσει απ' το κακό, με πόλεμο, μ' αμάχη,
βάφοντας μ' αίμα άλικο της Τροίας την πεδιάδα.
Έτσι άναψε το μακελειό, οι ήρωες πεθαίναν
και του Διός η θέληση με μιας γινόταν πράξη".
'Οπως και να κρίνει κανείς την ενέργεια αυτή του θεού δεν μπορεί παρά να τη χαρακτηρίσει παράλογη, εγκληματική, φρικτή και απάνθρωπη.
Οι σχολιαστές, ερμηνεύοντας την απόφαση του Δία, ισχυρίζονται πως πρόκειται για ένα θεό της προομηρικής εποχής, σκληρό,απάνθρωπο και ανελέητο. Με τον τρόπο αυτό, πιστεύουμε πως ερμηνεύουν και δεν υιοθετούν ασφαλώς την αλλοπρόσαλλη, παράλογη και εγκληματική πράξη του θεού.
Ο προσεκτικός όμως αναγνώστης μένει έκπληκτος και εκφράζει τις δικές του απορίες. Μήπως ο θεός έλαβε την απόφαση αυτή "εν βρασμώ ψυχής" ή δε σκέφτηκε άλλη καλύτερη, αν και θεός, και ανθρωπινότερη λύση, όπως έπραξαν στα χρόνια μας οι Κινέζοι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα του δικού τους υπερπληθυσμού; Η μήπως πρέπει να αποδεχτούμε πως και οι θεοί στην ομηρική εποχή κάνουν λάθη; Πάντως, αν θελήσουμε να προσεγγίσουμε κάπως την αλήθεια το μόνο που μας απομένει είναι να αποδεχτούμε ότι πρόκειται για μια άποψη του ποιητή, που θέλει, έστω και με τον τρόπο αυτό, να αιτιολογήσει ένα πολύνεκρο πόλεμο, τον Τρωικό, που έγινε, τελικά, για ένα άδειο πουκάμισο της Ελένης, όπως τόνισε και ο νομπελίστας ποιητής Γ. Σεφέρης.
Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, αποδεικνύεται πως ο Δίας έδειξε ασυνέπεια και διέψευσε στην πράξη την ιδιότητά του ως προστάτη θεού της πόλης και των ανθρώπων της, και δεν αποδείχτηκε μόνο ασυνεπής αλλά και αυταρχικός. Υπήρξε τρομερός δυνάστης θεών και ανθρώπων, αφού απειλούσε τους πάντες πως θα δοκιμάσουν τη σκληρότητα και την οργή του όσοι θελήσουν να τον αμφισβητήσουν. Τους υπενθύμιζε με αυστηρό τρόπο πως δίχως την έγκρισή του δεν μπορούν να αποφασίζουν και να ενεργούν μονομερώς, γιατί θα τους κατακεραυνώσει και θα τους στείλει στα μαύρα Τάρταρα.Τα σχόλια περιττεύουν. Ο Δίας αποφασίζει και δίνει διαταγές μόνος του. Θυμίζει συμπεριφορά δικτάτορα, όποιο χρώμα και ιδεολογία κι αν έχει.
" Όλοι οι θεοί και θεές ακούστε να σας πω
όσα με παρακινεί η καρδιά μου μες στα στήθη.
.......................
Μην πάρω είδηση πως κάποιος θέλει κρυφά από μας να πάει
να βοηθήσει τους Τρώες για τους Δαναούς, γιατί θα του 'ρθει
ο κεραυνός στο κεφάλι, ή αρπάζοντάς τον θα τον ρίξω μέσα στον ομιχλώδη Τάρταρο.
................
Τότε θα νιώσει πόσο απ' όλους τους θεούς είμαι ο πιο δυνατός¨( Θ 5-17).
Ο Δίας το δηλώνει απερίφραστα. Όποιος τον αμφισβητήσει θα τον κατακεραυνώσει και θα τον στείλει στον ομιχλώδη Τάρταρο. Υπενθυμίζει δε σε επίρρωση των όσων λέει, ότι τιμώρησε αυστηρά ακόμη και τη σύζυγό του Ήρα, όταν εκείνη με τη βοήθεια του βοριά, θέλησε να πνίξει στη θάλασσα τον Ηρακλή, γιο του Δία και της Αλκμήνης, ρίχνοντάς τον στην Κω, από όπου τον έσωσε ο ίδιος φέρνοντάς τον πίσω στο Άργος. Την κρέμασε, λέει, ψηλά στον αιθέρα και στα νέφη, χωρίς να τολμήσει κανένας από τους θεούς, που βαρυγκομούσαν με τη συμπριφορά του, να τη βοηθήσει(Θ 18-30).
Ο Ολύμπιος με την πράξη του αυτή θέλει να δηλώσει ξεκάθαρα πόσο αμερόληπτος είναι και πόσο άτεγκτος, αφού δεν υπολογίζει ακόμη ούτε σχέσεις συγγένειας και φιλίας. Τιμωρεί όλους αυτούς που πέφτουν σε παραπτώματα και εκείνους που αμφισβητούν την εξουσία του.
Αναστατωμένη από εκείνο το περιστατικό η Ήρα, όταν η Θέμιδα τη ρωτά, για να μάθει το λόγο της αναστάτωσής της, εκείνη το μόνο που τολμά να της πει είναι να κάνουν υπομονή οι θεοί, γιατί ακόμη θα υποφέρουν πολλά από το σκληρό και αυταρχικό αφέντη τους!
Τη σκηνή της συνομιλίας Θέμιδας και Ήρας παρακολουθεί και ο Ποσειδώνας. Αγανακτεί με όσα ακούει για τη συμπεριφορά του αλαζόνα Δία, όπως τον χαρακτηρίζει, και βρίσκει την ευκαιρία να στραφεί κατά του αδερφού του. Διακηρύττει, λοιπόν, με πείσμα στους συγκεντρωμένους θεούς ότι αυτός θα ζει όπως θέλει και όχι όπως του προστάζει ο Δίας.
" Η γη ανήκει σε όλους μας κι ο αψηλός ο Όλυμπος.
Γι' αυτό θα ζω όπως θέλω και όχι όπως θέλει ο Δίας.
Ας μείνει ήσυχος μ' αυτό που του 'λαχε, όσο κι αν είναι δυνατός.
Χέρι δε βάζει πάνω μου κι ας μη με φοβερίζει σαν να 'μαι εγώ δειλός.
Αν θέλει σε κάποιον να περάσει τις απειλές του,
ας φοβερίζει τους γιους και τις κόρες του, όχι εμένα!"(Ο 193-196).
Βαριές κουβέντες αλλά λέγονται απόντος του Δία. Μπροστά στον παντοδύναμο θεό ουδείς τολμά να αντιμιλήσει. Όλοι τρέμουν την οργή του και κλείνουν το στόμα τους.
Ο Δίας, ενώ θεωρείται δικαιοκρίτης θεός, αντιφάσκει και σ' αυτό, δηλαδή όσον αφορά στη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Τη σκληρότητα και την εκδικητικότητα του Δία υπενθυμίζει η Αθηνά στον Άρη, όταν τον συμβουλεύει, να μην κινήσει για εκδίκηση του νεκρού γιου του, όπως απειλεί ότι είναι έτοιμος να πράξει, γιατί η οργή του Δία θα τον συντρίψει. Εκτός αυτού του ξεκαθαρίζει ότι η τιμωρία θα πέσει βαριά στα κεφάλια όλων, ενόχων και αθώων, χωρίς διάκριση. Και αυτό είναι πέρα για πέρα λυπηρό και άδικο.
" Θεότρελε, αστόχαστε, πάει χάθηκες!
Δεν ακούς αυτά που λέει η θεά, η λευκοχέρα Ήρα,
που μόλις τώρα έφτασε απ' τον Ολύμπιο Δία;
Αλήθεια θέλεις συμφορές πολλές κι εσύ να πάθεις
και να γυρίσεις με τη βία στον Όλυμπο με ματωμένη την καρδιά
και σ' όλους εμάς τους άλλους μέγα κακό μας φέρεις.
Γιατί θ' αφήσει ευθύς τους ψυχωμένους Τρώες και τους Αχαιούς
κι εδώ στον Όλυμπο θα 'ρθει να μας αναστατώσει
με τη σειρά αρπάζοντας, φταίμε δε φταίμε, όλους"(Ο 128-137).
Οι φόβοι της θεάς δεν αναφέρονται τόσο στην τιμωρία του Άρη όσο στο χαρακτήρα του πατέρα της, που μπορεί πάνω στην οργή του να τιμωρήσει ένοχους και αθώους χωρίς καμιά διάκριση, γεγονός που αντιβαίνει στην ιδιότητά του ως δικαιοκρίτη θεού.
Ο Δίας είναι αυταρχικός και παντοδύναμος. Ξεσπά και εναντίον του Ποσειδώνα, επειδή δεν υπάκουσε στη διαταγή του να αφήσει τον πόλεμο και να επιστρέψει στον Όλυμπο, όπως ακριβώς έκαναν οι άλλοι θεοί. Του στέλνει την Ίριδα και τον απειλεί δια του στόματος της θεάς πως, αν δεν τον ακούσει και δεν επιστρέψει στον Όλυμπο, αλλά κάνει του κεφαλιού του, θα ξεσπάσει επάνω του και ας σκεφτεί καλά την ανυπακοή του(Ο 158-167).
Ο Δίας, με τις ενέργειές του αυτές, προκαλεί και εξοργίζει τους θεούς, ξεπερνώντας αρκετές φορές και τα όρια αντοχής τους, ώσπου κάποτε αποφασίζουν να τον ανατρέψουν, όπως κι αυτός ανέτρεψε τον Κρόνο. Την περίπτωση αναφέρει ο Αχιλλέας, όταν ζητά από τη μητέρα του να τον παρακαλέσει να τον βοηθήσει στη διαμάχη του με τον Αγαμέμνονα, δίνοντας την υπεροχή στους Τρώες.
"Γιατί πολλές φορές στο πατρικό μου σ' άκουσα να λες
με περηφάνια πως μόνη εσύ μέσα στους αθάνατους γλίτωσες
το μαυροσύννεφο γιο του Κρόνου απ' τα χειρότερα,
όταν οι άλλοι Ολύμπιοι ήθελαν να τον δέσουν,
η Ήρα, ο Ποσειδώνας και η Παλλάδα Αθηνά.
Αλλά ήρθες εσύ, μια θεά, κι απ' τα δεσμά τον γλίτωσες,
καλώντας στον ψηλό τον Όλυμπο τον Εκατόχερο,
Αγαίωνα, γιατί πιο δυνατός από τον πατέρα του είναι"(Α 396-404)
Με τη μαρτυρία αυτή του Αχιλλέα δίνεται απάντηση και στην απορία του αναγνώστη, που αναρωτιόταν γιατί να δείχνει τόση αδυναμία ο Δίας απέναντι στη Θέτιδα, αφού σε κάποιο άλλο σημείο για χάρη της απείλησε να τιμωρήσει και την Ήρα, που του έκανε σκηνή ζήλιας.
Ο Δίας δεν είναι μόνο αλαζών αλλά και ασυνεπής θεός. Από τη μια εμφανίζεται να μισεί τον πόλεμο και από την άλλη, για να ξαλαφρώσει τη Γη από το βάρος των ανθρώπων, ξεσηκώνει τον πολύνεκρο τρωικό πόλεμο! Από τη μια βοηθά τους Τρώες να νικήσουν τους Αχαιούς και από την άλλη αποφαίνεται ότι μισεί το γένος του Πρίαμου.
"....γιατί ο γιος
του Κρόνου μίσησε τώρα πια το γένος του Πριάμου" ( Υ305-306), ενώ σε άλλο σημείο εκδηλώνει την αγάπη του για τον τρώα βασιλιά!
Η πιο εξωφρενική του όμως ενέργεια είναι εκείνη κατα την οποία, ενώ ομολογεί πως είναι υπέρ της ειρήνης και κατά του πολέμου, εκείνος εξωθεί τους θεούς σε πόλεμο, οπότε γινόμαστε θεατές ενός φονικού πολέμου, όπου οι μισοί θεοί πολεμούν βοηθώντας τους Τρώες και οι άλλοι μισοί τους Αχαιούς. Κι ενώ τους εξωθεί σε πόλεμο διευκρινίζει πως δήθεν νοιάζεται για τους νεκρούς, αλλά οπωσδήποτε θα παρακολουθεί από ψηλά το μακελείο κάτω στον κάμπο! Πιο αιμοχαρή και αλλοπρόσαλλο θεό νομίζουμε ότι δύσκολα θα ανιχνεύσει κανείς ανάμεσα στους άλλους θεούς.
" τι κρύβω μες στο νου μου, Κοσμοσείστη, το κατάλαβες
γι' αυτό σας μάζεψα εδώ. Έχω την έγνοιά τους έτσι που χάνονται.
(συμπάθεια για τους νεκρούς).
Ωστόσο εγώ σε μια πτυχή του Ολύμπου θα καθίσω
και θα χαρώ το θέαμα(πολεμαχαρής). Εσείς οι άλλοι
πηγαίνετε κάτω στους Τρώες και στους Αχαιούς
κι εκεί βοηθάτε και τους δύο, όποιον ο καθένας θέλει"(Υ20-25)
Και είναι λογικό να αναρωτιέται κανείς τι είδους βοήθεια μπορεί να προσφέρει σε μια μάχη ένας θεός στον προστατευόμενό του παρά να σκοτώσει τον αντίπαλο ή αντίθετα, να τον βοηθά να αποφύγει ο προστατευόμενός του τον τραυματισμό ή το θάνατο.
Αν αυτή η αντίληψη δεν είναι διαστροφή, τότε τι είναι; Η αλλοπρόσαλλη στάση του θεού δεν τιμά τον ίδιο. Ταυτόχρονα όμως δίνει και αφορμή στον αναγνώστη να σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το διπρόσωπο θεό, για να μη πω τον πολυπρόσωπο, που εμφανίζεται και ενεργεί κάθε φορά, όπως εκείνος κρίνει, χωρίς να δίνει λόγο σε κανένα.
Οι σχολιαστές στο φαινόμενο αυτό έδωσαν τη δική τους απάντηση. Πρόκειται για ένα διπρόσωπο θεό, που κάθε φορά χρησιμοποιεί όποιο πρόσωπο του συμφέρει. Το ένα πρόσωπο ταυτίζουν με τον προορομηρικό Δία, το σκληρό και απάνθρωπο, και το άλλο με το νεότερο θεό, τον καλό και συμπονετικό.
Μήπως όμως θα έπρεπε να μιλούσαμε για ένα Δία διπρόσωπο ή πολυπρόσωπο, αν και παντοδύναμο, που όμως δεν προσδιορίζει αυτός τη δράση και τις αποφάσεις του αλλά είναι ένας θεός καθαρό δημιούργημα του ποιητή και να συμφωνήσουμε με την άποψη του Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατομπριάν, που είπε:
Ο Αχιλλέας υπάρχει μόνο χάρη στον Όμηρο. Μήπως δε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε το ίδιο και για το διπρόσωπο Δία; Ο Δίας υπάρχει μόνο χάρη στον Όμηρο. Είναι δικό του δημιούργημα. Τον έπλασε έτσι όπως κάθε φορά τον ήθελε, για να τεχνουργήσει μια αριστοτεχνική σκηνή ή να δώσει μια εικόνα της παντοδυναμίας του κτλ, έστω και με τον πιο αντιφατικό και παραξενο τρόπο.
Αλλοπρόσαλλος πραγματικά ο Δίας της Ιλιάδας, σκληρός και αυταρχικός. Γι' αυτό θέλησαν οι θεοί να τον αντρέψουν. Υπήρξε όμως τυχερός, όπως και όταν ξεγέλασε τον πατέρα του Κρόνο, γιατί τη φορά αυτή μια άλλη θεά, όχι η Ρέα, η μητέρα του, αλλά μια Ωκεανίδα, η Θέτιδα, τον έσωσε με την αποτελεσματική της επέμβαση. Ευτυχώς για για τον παντοδύναμο θεό! Αναλογίστηκε ποτέ κανείς ποια θα ήταν άραγε η μοίρα του, αν τον μισούσε και ο ποιητής;
(Τα μεταφρασμένα αποσπάσματα αντλήθηκαν από τη μετάφραση: Ομήρου Ιλιάδα. Γ. Κόραβου και Χρ.Δρόσου. Εκδ. Σοκόλη).
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
ΚΑΝΕΝΑΣ ...ΚΑΘΕΝΑΣ
Μην πάει η σκέψη σας, διαβάζοντας τη λέξη ΚΑΝΕΝΑΣ, στο ευφυολόγημα (ι 366 ούτις=Κανένας) του πολυμήχανου Οδυσσέα προς τον Κύκλωπα με το οποίο ξεγέλασε το ωμοφάγο τέρας και έσωσε τη δική του αλλά και τη ζωή των συντρόφων του.
Δεν πρόκειται γι' αυτό, αλλά για ένα τραγικό γεγονός του 21ου αιώνα, που αποσιωπήθηκε, δυστυχώς, από πολλούς αλλά σχεδόν και από τα περισσότερα ΜΜΕ που συνηθίζουν κάποτε να φέρονται έτσι, αφού άλλοτε μεγαλοποιούν σκόπιμα, με το λόγο και την εικόνα, μικρά και ασήμαντα γεγονότα και άλλοτε υποβαθμίζουν σημαντικά, σοβαρά και μεγάλα, γιατί έτσι τους αρέσει όπως λέει και το γνωστό σλόγκαν.
Έτσι, ο τραγικός θάνατος ενός αγνώστου ανθρώπου πέρασε από τις στήλες των εφημερίδων και τα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών χωρίς έμφαση και ιδιαίτερο σχολιασμό. Αλλά τί ήταν γι' αυτούς ο θάνατος ενός άγνωστου φτωχού ανθρώπου; Τίποτε παραπάνω από έναν καθημερινό θάνατο κάποιου ανάμεσα σε τόσους άλλους. Έτσι τον είδαν και έτσι τον σχολίασαν, όσοι τον σχολίασαν. Είναι να απορεί κανείς και να αναρωτιέται πού άραγε εξαφανίστηκαν όλοι αυτοί οι λαλίστατοι σχολιαστές των μέσων επικοινωνίας και σε ποιες ενέργειες προέβησαν, για να ενημερώσουν σχετικά το λαό για την κατάντια της σημερινής κοινωνίας και την απανθρωπιά της; Μερικοί από αυτούς αποσιώπησαν το τραγικό συμβάν, ενώ άλλοι συνέχισαν να σφυρίζουν αδιάφορα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Κι όμως, ένας άγνωστος, φτωχός, άστεγος και απογοητευμένος άνθρωπος, που νόμισε ότι βρήκε καταφύγιο από την παγωνιά των ημερών σε έναν κάδο σκουπιδιών, για να ζεστάνει την ύπαρξή του και να προστατεύσει τη ζωή του από τη διπλή παγωνιά του Δεκέμβρη και την παγωνιά της κοινωνίας, βρήκε τραγικό θάνατο! Τον πέταξαν σαν σκουπίδι στο απορριματοφόρο οι άνθρωποι του δήμου, χωρίς να γνωρίζουν ότι μέσα στον κάδο κοιμόταν μια δυστυχισμένη ύπαρξη, ένας άνθρωπος, και εκείνο, το ψυχρό μηχάνημα, τον κομμάτιασε, τον λιάνισε κυριολεκτικά, πριν προλάβει κάποιος από αυτούς να του παράσχει βοήθεια.
Και μετά από το τραγικό συμβάν ποιος ενδιαφέρθηκε να μάθει για τον άνθρωπο αυτό; Ποιος γνωρίζει να μας ενημερώσει για το όνομά του, για την καταγωγή του, για τη μικρή ή μεγάλη ιστορία του; Τα ερωτήματα πολλά και δικαιολογημένα. Και όμως έμειναν και μένουν ακόμη αναπάντητα, για να εξοργίζουν τον απλό και δυστυχισμένο άνθρωπο της καθημερινότητας, εμάς όλους.
Τον αναζήτησε Κανένας; ΄Οχι! Τον έκλαψε Κανένας; Όχι! Μα ποιος θα τον έκλαιγε και ποιος θα αναζητούσε τον Κανένα; Κανένας ήταν για μερικούς και ως Κανένας έφυγε για την άλλη ζωή! Επομένως, τι το παράξενο ή το εντυπωσιακό συνέβη, για να σχολιάσουντο θάνατο ενός τίποτα, ενός σκουπιδιού; Γι' αυτούς είδηση είναι όχι αν ο σκύλος δάγκωσε τον άνθρωπο, αλλά αν ο άνθρωπος δάγκωσε το σκύλο! Κι όμως ένας κάδος σκουπιδιών, που χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο για δωμάτιο και τελικά του στοίχισε τη ζωή του, τι άλλο είναι αν δεν είναι μια τρανταχτή είδηση;
Πέθανε ένας άνθρωπος με όνομα, ταυτότητα και πατρίδα. Γιατί τόση περιφρόνηση; Πρόκειται για μια στάση πέρα για πέρα λαθεμένη και κατακριτέα, γιατί ο άνθρωπος που έφυγε δεν ήταν"Κανένας" αλλά ΕΝΑΣ! Ήταν ένας σαν κι εμάς, ένας σημαντικός Ανθρωπος, αλλά άτυχος. Τον έστειλε στο θάνατο η πείνα, η δυστυχία, η δική μας ψυχρότητα και αδιαφορία. Με το να τον βαφτίσουμε "Κανένας" αυτό δεν απαλείφει την ευθύνη μας, αντίθετα τη μεγιστοποιεί, γιατί Εκείνος έφυγε από τη ζωή και μείναμε εμείς.....με τα μεγάλα ονόματα, με τα αξιώματα, τους τίτλους και τα πλούτη μας, χωρίς να αντιδράσουμε για την κατάντια της κοινωνίας και του εαυτού μας!
Ο άνθρωπος αυτός, με λίγη καλή θέληση και ανθρωπιά από μέρους μας, θα μπορούσε να αποφύγει το φρικτό θάνατο, αφού δε θα κατέφευγε για λίγη ζεστασιά στον κάδο σκουπιδιών, που έγινε το φέρετρό του!
Και τι κάναμε τελικά από τη στιγμή που πληροφορηθήκαμε το θάνατο του Κανένα; Απλώς, συγκινηθήκαμε, ανησυχήσαμε λίγο, ίσως κάποιοι πιο ευαίσθητοι να φώναξαν κάπως διαμαρτυρόμενοι για την κατάντια του σύγχρονου ανθρώπου και αυτό ήταν όλο. Άλλωστε, είναι γνωστή η άποψη αυτών που ισχυρίζονται πως και το μεγαλύτερο θαύμα κρατάει τρεις μέρες. Γιατί, λοιπόν, να διαρκέσει αυτό το ασήμαντο καθημερινό γεγονός περισσότερο από μία ή δύο μέρες; Καί όλα αυτά έγιναν όχι τόσο από λύπηση και αγανάκτηση, αλλά για το θεαθήναι και όχι, για να προλάβουμε μήπως κάποιος άλλος "Κανένας"-και είναι πολλοί αυτοί- βρεθεί σε παρόμοια συμφορά. Για να έχουν δε και ήσυχη τη συνείδησή τους τον βάφτισαν "Κανένας", μια λέξη σπάνια με το περιεχόμενο αυτό. Πρωτακούστηκε από το στόμα του Οδυσσέα εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια και την ξανακούσαμε σήμερα, για να προσδιορίσουμε την ασημαντότητα του ανθρώπου, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και είναι ένα σκουπίδι, ένα τίποτα, σε αντίθεση με μας, που έχουμε ταυτότητα, τηλέφωνο, διεύθυνση, και καμαρώνουμε για τις βίλες και τα πλούτη μας!
Πώς αντιδράσαμε όλοι εμείς οι άλλοι στο φαινόμενο της αδιαφορίας, της αναλγησίας και της βαρβαρότητας; Γιατί περί αυτού πρόκειται κι ας μην κρυβόμαστε πίσω από προσχήματα και μεγάλα λόγια. Όλοι ακολουθήσαμε την "πεπατημένη" και είπαμε: "δε βαριέσαι, κι αυτός ο θάνατος ήταν σαν όλους τους θανάτους που συμβαίνουν καθημερινά στον κόσμο. Ήταν κι αυτός ένα τυχαίο περιστατικό". Με τη φράση αυτή κλείσαμε ένα σημαντικό θέμα και αποφύγαμε να ομολογήσουμε την αλήθεια, ότι δηλαδή η αδιαφορία και η ανθρώπινη ψυχρότητα ύπήρξαν αιτίες που οδήγησαν τον άνθρωπο αυτό στον κάδο και δι' αυτού στο φρικτό θάνατο, όπως ακριβώς και όλους τους ανώνυμους που φεύγουν από τη ζωή. Φεύγουν , γιατί τους έλειψε η ανθρώπινη ζεστασιά και τους πάγωσε η βαρβαρότητα και η παγωμένη ψυχή πολλών από ημάς των κακομαθημένων, που βλέπουμε το κακό και αδιαφορούμε, μια και δεν χτυπά ακόμη την πόρτα μας.
Κάποτε οι άνθρωποι πρέπει να ξυπνήσουν και να κινητοποιηθούν στο όνομα αυτού του "Κανένα". Πρέπει κάποιος ή κάποιοι να τολμήσουν και να κάνουν την αρχή, να δουν κατάματα τη δυστυχία και την αδικία που επικρατούν στον κόσμο και να τις πολεμήσουν με κάθε μέσο. Και τότε ποιος λογικός, συνετός και ευαίσθητος άνθρωπος θα απουσιάσει από έναν τέτοιο ωραίο αγώνα; Αγώνα για τον Άνθρωπο, για την αγάπη και την ανθρωπιά;
Και θα το πράξουμε πιστεύομε όλοι, για να παύσουμε να απορούμε και να ζητούμε να μας πουν πού πήγε η αγάπη και η προστασία του αδύνατου, του ικέτη, τον οποίο προστάτευε ο μέγιστος των θεών ο Δίας (ξένιος Ζεύς) στην αρχαιότητα, πού είναι η αγάπη στον άνθρωπο της νεότερης εποχής, πού η αδελφοσύνη, πού η αλληλεγγύη;
Μήπως όλες αυτές οι αξίες είναι απούσες, ξένες και απόμακρες από πολλούς ανθρώπους της σύγχρονης κοινωνίας; Το τονίζουμε, αν ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αφυπνιστεί και δεν αντιδράσει δυναμικά στην ανθρώπινη βαρβαρότητα, ας μην ελπίζει ότι θα έρθουν καλύτερες ημέρες, γιατί τότε οι άνθρωποι με το υποτιμητικό όνομα ΚΑΝΕΝΑΣ θα πολλαπλασιάζονται καθημερινά και μόνοι υπεύθυνοι θα είναι όλοι όσοι είχαν τη δυνατότητα και τα προσόντα να το πράξουν, αλλά αρνήθηκαν να στρατευτούν στην υπηρεσία του καλού και να πολεμήσουν την ανθρώπινη βαρβαρότητα, που οδηγούσε στην κατάπτωση του πολιτισμού μας.
Οι καιροί είναι δύσκολοι και ουδείς θα πρέπει να πιστεύει πως η συμφορά που πλήττει το γείτονα δε θα χτυπήσει και τη δική του πόρτα. Πρέπει ο καθένας μας να κατανοήσει και να πιστέψει πως ο άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, πλούσιος ή φτωχός, μαύρος ή λευκός, με μεγάλο ή μικρό όνομα, δεν είναι "ΚΑΝΕΝΑΣ΅. Είναι πάντα ΕΝΑΣ, ένας και μοναδικός, σκεύος θεού, σημαντικός, αναγνωρίσιμος και υπεύθυνος. Γι' αυτό προτείνουμε να απαλείψουμε από το λεξιλόγιό μας τη λέξη ΚΑΝΕΝΑΣ με την υποτιμητική της σημασία και να την αντικαταστήσουμε με άλλη πιο σημαντική και πιο οικεία, τη λέξη ΚΑΘΕΝΑΣ, που σημαίνει ακριβώς να βλεπουμε στον κάθε άνθρωπο τον καθένα από μας και να τον συντρέχουμε, όταν έχει την ανάγκη μας, όπως θα συντρέχαμε και τον εαυτό μας σε αντίστοιχη περίσταση.
Το αντιλαμβανόμαστε ότι ζητάμε πολλά και δύσκολα. Είναι όμως αυτονόητα. Δε συμφωνείτε;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
Η φιλοξενία του Τηλέμαχου από το Νέστορα (γ 34-64)
Ο Τηλέμαχος με το Μέντη (Αθηνά), αναζητώντας πληροφορίες για το αν ζει η πέθανε ο Οδυσσέας, φτάνουν στην Πύλο, όπου βρίσκουν το Νέστορα, βασιλιά της πόλης, να προσφέρει θυσία στον Ποσειδώνα, το θεό της θάλασσας. Οι άνθρωποι του βασιλιά, όταν βλέπουν τους δύο άνδρες να πλησιάζουν, σπεύδουν και τους καλωσορίζουν με χαρά, ενώ ο Πεισίστρατος, ο γιος του Νέστορα, πρώτος αυτός πιάνοντάς τους από το χέρι τους βάζει να κάτσουν μαζί τους στο φαγοπότι, που γινόταν στην ακτή της Πύλου.
«οι δ΄ως ουν ξείνους ίδον, αθροοί ήλθον άπαντες
χερσίν τ’ ησπάζοντο και εδριάασθαι άνωγον.
πρώτος Νεστορίδης Πεισίστρατος εγγύθεν ελθών
αμφοτέρων έλε χείρα και ίδρυσεν παρά δαιτί
κώεσιν εν μαλακοίσιν, επί ψαμάθοις αλίησι,
παρ τε κασιγνήτω Θρασυμήδεϊ και πατέρι ω.»
« Κι ως είδαν τους ξένους, έτρεξαν κοντά του μαζωμένοι
και τους καλωσορίζανε, τους έδειχναν να κάτσουν.
Κι απ’ όλους ο Πεισίστρατος, ο γιος του γέρου, πρώτος
πήγε κοντά τους κι έπιασε τους ξένους απ’ το χέρι
και στο τραπέζι στη σειρά τους έβαλε να κάτσουν,
απάνω σ’ απαλές προβιές, στης θάλασσας την άμμο,
κοντά με τον πατέρα του και με το Θρασυμήδη
τον αδερφό του κι έκοψε δυο μερδικά απ΄τα σπλάχνα
κι ευτύς κρασί τους κέρασε σ’ ένα χρυσό ποτήρι.
Και το ποτήρι δίνοντας στ’ ασπιδοφόρου Δία
την κόρη, τη θεά Αθηνά, της μίλησε έτσι κι είπε.
Δεήσου, ξένε, τώρα εσύ του αφέντη Ποσειδώνα,
που σε θυσία τύχατε δική του να βρεθείτε.
Κι όταν του στάξεις κι ευχηθείς καθώς το θέλει η τάξη,
δώσε να στάξει το γλυκό κρασί κι ο σύντροφός σου,
γιατί κι αυτός προσεύχεται θαρρώ στους αθανάτους.
Σ’ αυτόν τον κόσμο, των θεών όλοι έχουν την ανάγκη.
Μόν’ είναι αυτός μικρότερος, σαν συνομήλικός μου,
γι’ αυτό θα δώσω το χρυσό ποτήρι πρώτα εσένα».
Έτσι είπε, και της έδωσε στο χέρι το ποτήρι
και χάρηκε η Αθηνά, με τον καλό του τρόπο,
που πρώτα εκείνης πρόσφερε τ’ ολόχρυσο ποτήρι.
Κι αμέσως παρακάλεσε τον Ποσειδώνα κι είπε,
Άκου με, Σαλευτή της γης, και τις ευχές μας όλες
αυτές που σου δεόμαστε μην αρνηθείς να κάμεις.
Δώστε στο γέρο Νέστορα και στα παιδιά του δόξα
και σ΄ όλους χάρισε έπειτα τους άλλους τους Πυλιώτες
την ποθητή ανταπόδοση της ξακουστής θυσίας.
Βοήθα και τον Τηλέμαχο κι εμένα, στην πατρίδα
να πάμε, αφού τελέψει αυτά που θέλει κι ήρθε ξάργου.»
Η σκηνή έχει το δικό της ιδιαίτερο χρώμα. Παρουσιάζει ανάγλυφα τον τρόπο που υποδέχονται τους δυο ξένους ο νεαρός Πεισίστρατος και οι άλλοι. Η τελετή γίνεται στην ακροθαλασσιά προς τιμή του Ποσειδώνα, γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε πως το βασιλικό γένος του Νέστορα έλκει την καταγωγή του από το θεό της θάλασσας.
Ενδιαφέρον στη σκηνή αυτή έχουν τα πρόσωπα. Ο Πεισίστρατος, εκτός από την εγκάρδια υποδοχή που επιφυλάσσει στους δύο επισκέπτες, τους φροντίζει με πολύ ευγένεια και κατά τη διάρκεια του γεύματος. Είναι αυτός που, δίνοντας το ποτήρι στον φίλο του Τηλέμαχου, τον προτρέπει να δεηθεί πρώτος στον Ποσειδώνα, μια και συνέπεσε η παρουσία του με τη θυσία προς το θεό.. Εκείνος(η Αθηνά) χαίρεται για την προτίμηση αυτή και, σηκώνοντας το ποτήρι, παρακαλεί τον Ποσειδώνα να βοηθήσει τον Τηλέμαχο και τον ίδιο να γυρίσει στην πατρίδα, αφού φέρει σε πέρας το σκοπό για τον οποίο ταξιδεύει. Την ίδια ακριβώς δέηση επαναλαμβάνει και ο άπραγος Τηλέμαχος, που προσεύχεται κι αυτός στον Ποσειδώνα. Ζητά να τον βοηθήσει ο θεός, ώστε να πραγματώσει το σκοπό του ταξιδίου του, χωρίς βέβαια να γνωρίζει πως, αν ταλαιπωρείται ο πατέρας του στις θάλασσες, αυτό οφείλεται στην οργή του Ποσειδώνα εναντίον του!
«και τα ψαχνά σαν έβγαλαν ψημένα πια απ’ τις σούβλες,
σε μερδικά τα χώρισαν και κάθισαν να φάνε».
Οι δεήσεις στον Ποσειδώνα κάποτε τελειώνουν και οι άνθρωποι αρχίζουν το φαγοπότι. Ο ποιητής όμως με ένα άλμα πηδά και μας περιγράφει το τέλος του γεύματος.
Κι αφού πια τέλος χόρτασαν να τρώνε και να πίνουν, πρώτος τους μίλησε ο Νέστορας και ρώτησε τους ξένους ποιοι είναι και γιατί έχουν φτάσει στην Πύλο, διατρέχοντας τόσους κινδύνους στο ταξίδι.
Στον ‘Ομηρο είναι πάγια αρχή και έτσι συμβαίνει πάντα, προκειμένου για ξένο που φτάνει στην πόλη ή στο παλάτι του άρχοντα. Πρώτα υποδέχονται οι οικοδεσπότες τον ξένο, του παρέχουν στέγη, τροφή και μετά ρωτούν να μάθουν για την πατρίδα του, το όνομά του και την ανάγκη που τον έφερε στο παλάτι ή στη χώρα τους και ανάλογα τον εξυπηρετούν, γιατί θεωρούν τον ξένο προστατευόμενο του ξένιου Δία.
Ο Τηλέμαχος, απαντώντας στην ερώτηση του Νέστορα, του λέγει ότι πατρίδα του είναι η Ιθάκη και αναζητά τον πατέρα του που κάποτε, λένε, κυρίεψε μαζί με το Νέστορα το κάστρο της Τροίας. Η γνωριμία έγινε. Ο γερο-Νέστορας συγκινημένος για τη συνάντηση αυτή, βρίσκει ευκαιρία και αρχίζει να μιλά με κολακευτικά λόγια για τον πατέρα του και τη σχέση που είχαν οι δυο τους στον τρωικό πόλεμο.
«Κανένας δεν τολμούσε εκεί να παραβγεί στη γνώση
με το Δυσσέα, κι ίσος του δε στάθηκε στις τέχνες
άλλος απ’ τον πατέρα σου, αν είσαι γιος του αλήθεια
Ένας μεγάλος θαυμασμός με πιάνει όταν σε βλέπω».
Την άλλη μέρα ο Νέστορας, θέλοντας να ευχαριστήσει τη θεά Αθηνά, γιατί του έφερε στο παλάτι το γιο του φίλου του, τον Τηλέμαχο, δίνει εντολές να ετοιμαστεί γρήγορα θυσία στη θεά και γεύμα στον Τηλέμαχο. Η θεοσέβεια του Νέστορα είναι δεδομένη και ο γέροντας την αποδεικνύει σε κάθε περίσταση.
Στο απόσπασμα αυτό αποκαλύπτεται ένα μόνο μέρος της φιλοξενίας του ξένου. Του προσφέρεται υποδοχή, φαγητό και μετά ενδιαφέρεται ο οικοδεσπότης να ρωτήσει για την ταυτότητά του και το λόγο επίσκεψης στον τόπο του. Σε άλλο σημείο της αφήγησης του μύθου της Οδύσσειας ο ποιητής θα συμπληρώσει το τελετουργικό με άλλα πρόσθετα ενδιαφέροντα από κάθε άποψη στοιχεία. Με τον τρόπο αυτό αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό στην αφήγησή του να συμπληρώσει τα όσα ο αναγνώστης θα ήθελε να πληροφορηθεί σχετικά με το θέμα αυτό, ώστε να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του γεγονότος στο οποίοι με τόση γοητεία αφηγείται ο ποιητής.
«οι δ΄ως ουν ξείνους ίδον, αθροοί ήλθον άπαντες
χερσίν τ’ ησπάζοντο και εδριάασθαι άνωγον.
πρώτος Νεστορίδης Πεισίστρατος εγγύθεν ελθών
αμφοτέρων έλε χείρα και ίδρυσεν παρά δαιτί
κώεσιν εν μαλακοίσιν, επί ψαμάθοις αλίησι,
παρ τε κασιγνήτω Θρασυμήδεϊ και πατέρι ω.»
« Κι ως είδαν τους ξένους, έτρεξαν κοντά του μαζωμένοι
και τους καλωσορίζανε, τους έδειχναν να κάτσουν.
Κι απ’ όλους ο Πεισίστρατος, ο γιος του γέρου, πρώτος
πήγε κοντά τους κι έπιασε τους ξένους απ’ το χέρι
και στο τραπέζι στη σειρά τους έβαλε να κάτσουν,
απάνω σ’ απαλές προβιές, στης θάλασσας την άμμο,
κοντά με τον πατέρα του και με το Θρασυμήδη
τον αδερφό του κι έκοψε δυο μερδικά απ΄τα σπλάχνα
κι ευτύς κρασί τους κέρασε σ’ ένα χρυσό ποτήρι.
Και το ποτήρι δίνοντας στ’ ασπιδοφόρου Δία
την κόρη, τη θεά Αθηνά, της μίλησε έτσι κι είπε.
Δεήσου, ξένε, τώρα εσύ του αφέντη Ποσειδώνα,
που σε θυσία τύχατε δική του να βρεθείτε.
Κι όταν του στάξεις κι ευχηθείς καθώς το θέλει η τάξη,
δώσε να στάξει το γλυκό κρασί κι ο σύντροφός σου,
γιατί κι αυτός προσεύχεται θαρρώ στους αθανάτους.
Σ’ αυτόν τον κόσμο, των θεών όλοι έχουν την ανάγκη.
Μόν’ είναι αυτός μικρότερος, σαν συνομήλικός μου,
γι’ αυτό θα δώσω το χρυσό ποτήρι πρώτα εσένα».
Έτσι είπε, και της έδωσε στο χέρι το ποτήρι
και χάρηκε η Αθηνά, με τον καλό του τρόπο,
που πρώτα εκείνης πρόσφερε τ’ ολόχρυσο ποτήρι.
Κι αμέσως παρακάλεσε τον Ποσειδώνα κι είπε,
Άκου με, Σαλευτή της γης, και τις ευχές μας όλες
αυτές που σου δεόμαστε μην αρνηθείς να κάμεις.
Δώστε στο γέρο Νέστορα και στα παιδιά του δόξα
και σ΄ όλους χάρισε έπειτα τους άλλους τους Πυλιώτες
την ποθητή ανταπόδοση της ξακουστής θυσίας.
Βοήθα και τον Τηλέμαχο κι εμένα, στην πατρίδα
να πάμε, αφού τελέψει αυτά που θέλει κι ήρθε ξάργου.»
Η σκηνή έχει το δικό της ιδιαίτερο χρώμα. Παρουσιάζει ανάγλυφα τον τρόπο που υποδέχονται τους δυο ξένους ο νεαρός Πεισίστρατος και οι άλλοι. Η τελετή γίνεται στην ακροθαλασσιά προς τιμή του Ποσειδώνα, γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε πως το βασιλικό γένος του Νέστορα έλκει την καταγωγή του από το θεό της θάλασσας.
Ενδιαφέρον στη σκηνή αυτή έχουν τα πρόσωπα. Ο Πεισίστρατος, εκτός από την εγκάρδια υποδοχή που επιφυλάσσει στους δύο επισκέπτες, τους φροντίζει με πολύ ευγένεια και κατά τη διάρκεια του γεύματος. Είναι αυτός που, δίνοντας το ποτήρι στον φίλο του Τηλέμαχου, τον προτρέπει να δεηθεί πρώτος στον Ποσειδώνα, μια και συνέπεσε η παρουσία του με τη θυσία προς το θεό.. Εκείνος(η Αθηνά) χαίρεται για την προτίμηση αυτή και, σηκώνοντας το ποτήρι, παρακαλεί τον Ποσειδώνα να βοηθήσει τον Τηλέμαχο και τον ίδιο να γυρίσει στην πατρίδα, αφού φέρει σε πέρας το σκοπό για τον οποίο ταξιδεύει. Την ίδια ακριβώς δέηση επαναλαμβάνει και ο άπραγος Τηλέμαχος, που προσεύχεται κι αυτός στον Ποσειδώνα. Ζητά να τον βοηθήσει ο θεός, ώστε να πραγματώσει το σκοπό του ταξιδίου του, χωρίς βέβαια να γνωρίζει πως, αν ταλαιπωρείται ο πατέρας του στις θάλασσες, αυτό οφείλεται στην οργή του Ποσειδώνα εναντίον του!
«και τα ψαχνά σαν έβγαλαν ψημένα πια απ’ τις σούβλες,
σε μερδικά τα χώρισαν και κάθισαν να φάνε».
Οι δεήσεις στον Ποσειδώνα κάποτε τελειώνουν και οι άνθρωποι αρχίζουν το φαγοπότι. Ο ποιητής όμως με ένα άλμα πηδά και μας περιγράφει το τέλος του γεύματος.
Κι αφού πια τέλος χόρτασαν να τρώνε και να πίνουν, πρώτος τους μίλησε ο Νέστορας και ρώτησε τους ξένους ποιοι είναι και γιατί έχουν φτάσει στην Πύλο, διατρέχοντας τόσους κινδύνους στο ταξίδι.
Στον ‘Ομηρο είναι πάγια αρχή και έτσι συμβαίνει πάντα, προκειμένου για ξένο που φτάνει στην πόλη ή στο παλάτι του άρχοντα. Πρώτα υποδέχονται οι οικοδεσπότες τον ξένο, του παρέχουν στέγη, τροφή και μετά ρωτούν να μάθουν για την πατρίδα του, το όνομά του και την ανάγκη που τον έφερε στο παλάτι ή στη χώρα τους και ανάλογα τον εξυπηρετούν, γιατί θεωρούν τον ξένο προστατευόμενο του ξένιου Δία.
Ο Τηλέμαχος, απαντώντας στην ερώτηση του Νέστορα, του λέγει ότι πατρίδα του είναι η Ιθάκη και αναζητά τον πατέρα του που κάποτε, λένε, κυρίεψε μαζί με το Νέστορα το κάστρο της Τροίας. Η γνωριμία έγινε. Ο γερο-Νέστορας συγκινημένος για τη συνάντηση αυτή, βρίσκει ευκαιρία και αρχίζει να μιλά με κολακευτικά λόγια για τον πατέρα του και τη σχέση που είχαν οι δυο τους στον τρωικό πόλεμο.
«Κανένας δεν τολμούσε εκεί να παραβγεί στη γνώση
με το Δυσσέα, κι ίσος του δε στάθηκε στις τέχνες
άλλος απ’ τον πατέρα σου, αν είσαι γιος του αλήθεια
Ένας μεγάλος θαυμασμός με πιάνει όταν σε βλέπω».
Την άλλη μέρα ο Νέστορας, θέλοντας να ευχαριστήσει τη θεά Αθηνά, γιατί του έφερε στο παλάτι το γιο του φίλου του, τον Τηλέμαχο, δίνει εντολές να ετοιμαστεί γρήγορα θυσία στη θεά και γεύμα στον Τηλέμαχο. Η θεοσέβεια του Νέστορα είναι δεδομένη και ο γέροντας την αποδεικνύει σε κάθε περίσταση.
Στο απόσπασμα αυτό αποκαλύπτεται ένα μόνο μέρος της φιλοξενίας του ξένου. Του προσφέρεται υποδοχή, φαγητό και μετά ενδιαφέρεται ο οικοδεσπότης να ρωτήσει για την ταυτότητά του και το λόγο επίσκεψης στον τόπο του. Σε άλλο σημείο της αφήγησης του μύθου της Οδύσσειας ο ποιητής θα συμπληρώσει το τελετουργικό με άλλα πρόσθετα ενδιαφέροντα από κάθε άποψη στοιχεία. Με τον τρόπο αυτό αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό στην αφήγησή του να συμπληρώσει τα όσα ο αναγνώστης θα ήθελε να πληροφορηθεί σχετικά με το θέμα αυτό, ώστε να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του γεγονότος στο οποίοι με τόση γοητεία αφηγείται ο ποιητής.
Δημήτρης Κ. Αραμπατζής
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΛΑΓΚΑΔΑ
Αν και το αφιέρωμα στο Ηράκλειο Λαγκαδά, το χωριό μου, δεν ταυτίζεται με τον τίτλο του ιστολογίου, νομίζω πως κατ΄ εξαίρεση θα μου επιτραπεί να αναφερθώ με συντομία στην ίδρυση και την πορεία του. Το θεωρώ υποχρέωση και καθήκον μου.
1.Το Ηρακλείου Λαγκαδά και η ονομασία τουΤο Ηράκλειο είναι ένα νέο χωριό χτισμένο στη βορεινή πλευρά της πόλης του Λαγκαδά και στην απέναντι όχθη του Μπογδάνα ποταμού, μέσα σε ένα καταπράσινο κάμπο με πολλά δέντρα και άφθονα νερά. Απέχει από το Λαγκαδά μόλις δύο χιλιόμετρα και είκοσι από τη Θεσσαλονίκη. Το νέο χωριό χτίστηκε δίπλα στον παλιό οικισμό της περιοχής μετά το 1923 από πρόσφυγες της Ανατ.Θράκης, που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ύστερα από τη συμφωνία Ελλάδας -Τουρκίας"Περί ανταλλαγής πληθυσμών".
Η περιοχή, ως το 1912, ανήκε στο μπέη του Λαγκαδά, όπου είχε την Κούλια, την κατοικία του, τις αποθήκες και τους στάβλους του, ενώ λίγο μακρύτερα ήταν χτισμένα τα σπίτια των ντόπιων κατοίκων που εργάζονταν στο τσιφλίκι του μπέη.
Δίπλα σ' αυτόν τον οικισμό των εντοπίων χτίστηκαν τα πρώτα σπίτια των προσφύγων και αποτέλεσαν το νέο χωριό, διατηρώντας προφανώς την παλιά ονομασία του οικισμού Αρακλή. Είναι γεγονός πως οι ντόπιοι κάτοικοι του οικισμού, όταν είδαν τους πρόσφυγες να χτίζουν δίπλα στον οικισμό τους τα σπίτια τους, όχι μόνο έδειξαν τη δυσφορία τους αλλά μερικοί και την εχθρότητά τους, πλην όμως γρήγορα οι σχέσεις τους εξομαλύνθηκαν, γνωρίστηκαν καλύτερα μεταξύ τους και κατανόησαν πως η μοίρα τους είναι κοινή στον τόπο αυτό και θα πρέπει ενωμένοι και φιλιωμένοι να αντιμετωπίζουν τις παρουσιαζόμενες δυσκολίες, για να πετύχουν καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τους απογόνους τους.
Το χωριό αργότερα (1927) ονομάστηκε επίσημα Ηράκλειο, πλην όμως οι κάτοικοί του, κατά παράξενο τρόπο, το αποκαλούσαν και το αποκαλούν ακόμη όχι Ηράκλειο, όπως ήταν και είναι το επίσημο όνομά του αλλά Αρακλή(το Αρακλί). Ίσως από συνήθεια ή ίσως γιατί έτσι έμαθαν στην πατρίδα τους να ονομάζουν τα χωριά τους που άφησαν (το Τσαουσλή, το Τσεγγερλή, το Κιουρτλή,το Καρατσαλή, το Γκιουνεσλή και άλλα).
Με την ονομασία Αρακλή σημειώθηκε και στους γεωγραφικούς χάρτες που εκδόθηκαν την εποχή εκείνη. ΄Ετσι, σχηματίστηκε, μαζί με το Σαράτσι, διπλανό προσφυγικό χωριό, σημερινό Περιβολάκι, μια σύνθετη λέξη Σαρακλή( Σαράτσι + Αρακλή), για να δηλώσει στο γεωγραφικό χάρτη της Ελλάδας την Κοινότητα των δύο οικισμών, αφού τα πρώτα χρόνια οι δύο μικροί οικισμοί αποτελούσαν μια Κοινότητα, η οποία μάλιστα σε κάποια περίοδο (1918) ονομάστηκε και Κοινότητα Φαλάρων.
Αντλώντας μερικά χρήσιμα στοιχεία για την ονομασία κτλ. του χωριού από την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ. Α. Α.) σημειώνουμε πως με ΦΕΚ 152Α-09/07/1918 ο οικισμός Αρακλή προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Φαλάρων. Το 1927/22/12/ΦΕΚ- 306Α ο οικισμός Αρακλή της Κοινότητας Φαλάρων μετωνομάστηκε σε Ηράκλειο, ενώ με το ΦΕΚ 142Α-12/07/1947 ο οικισμός Ηράκλειο αποσπάστηκε και αποτέλεσε ανεξάρτητη Κοινότητα, την Κοινότητα Ηρακλείου. Αργότερα (1999) με τον "Καποδίστρια" εντάχθηκε στο Δήμο Λαγκαδά και αποτέλεσε Δ. Διαμέρισμά του, όπως ακριβώς και η Κοινότητα Περιβολακίου.
Σήμερα τα δύο χωριά, Ηράκλειο και Περιβολάκι, σχεδόν έχουν ενωθεί. Τον κενό χώρο, που τα χώριζε ως τώρα, κάλυψαν πολλά σπίτια και οικοδομές.Το ίδιο τείνει να συμβεί και με την πόλη του Λαγκαδά, αφού κι έδώ στον κενό χώρο, μεταξύ Ηρακλείου και Λαγκαδά, έχουν χτιστεί πολλά σπίτια αλλά και οικοδομές για διάφορες χρήσεις. Μόνο η κοίτη του Μπογδάνα ποταμού μένει άθικτη, γιατί, όταν αυτός κατεβάζει από τα γύρω κοντινά βουνά τα ορμητικά θολά νερά του, σαρώνει τα πάντα στο διάβα του και έτσι προστατεύει την περιοχή του από την πλεονεξία του ανθρώπου.
Τι βρήκαν όμως οι πρόσφυγες, όταν εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή; Πέρα από το μικρό οικισμό με την Κούλια και τους στάβλους του Μπέη, οι πρόσφυγες, κατά την εγκατάστασή τους στο χωριό , βρήκαν και έναν παλιό πέτρινο ναό, το ναό του Αγίου Αθανασίου, χτισμένο το 1856, όπως αναγραφόταν σε μια πέτρινη πλάκα του, η οποία σήμερα σώζεται εντοιχισμένη στη γωνία του νεότερου ναού, που χτίστηκε το 1950 πάνω στα χνάρια του παλιού.
Αν όμως λάβει κανείς υπόψη το μέγεθος του ναού σχετικά με το μικρό αριθμό των πιστών του οικισμού, θα αναρωτηθεί μήπως ο ναός αυτός ήταν μεγάλος γιατί εξυπηρετούσε περισσότερους πιστούς στα χρόνια της ιδρυσής του; Εάν η σκέψη αυτή είναι ορθή, τότε πού βρίσκονταν οι άλλοι μικροί χριστιανικοί οικισμοί; Μήπως δίπλα στο Περιβολάκι ή λίγο νοτιότερα του σημερινού χωριού, όπου σώζονταν τα παλιότερα χρόνια κάποια χαλάσματα; ΄Οπως όμως και να έχει το ζήτημα φαίνεται πως ο ναός εξυπηρετούσε όχι μόνο τους χριστιανούς του μικρού οικισμού αλλά και άλλων οικισμών, που είναι δύσκολο να εντοπιστούν σήμερα με βεβαιότητα.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το κράτος αντιμετώπισε πολλά και δύσκολα προβλήματα εγκατάστσης, σιτισμού κτλ. των προσφύγων, γι' αυτό αμέσως προέβη στο μοιρασμό της γης τόσο στους ντόποιους κατοίκους όσο και στους πρόσφυγες, για να αρχίσσει γρήγορα η καλλιέργεια της γης, ενώ ταυτόχρονα, αντιμετωπίζοντας το οξύ στεγαστικό πρόβλημα του τόπου, ίδρυσε τη γνωστή Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, η οποία ανέλαβε το δύσκολο στεγαστικό έργο. Έπρεπε γρήγορα και με κάθε τρόπο να στεγαστούν οι άστεγοι, για να προστατευτούν από τις βροχές και τα χιόνια. Οι ανάγκες όμως των προσφύγων ήταν πολλές και επείγουσες, γι' αυτό και η πολιτεία άρχισε να τους προσφέρει ζώα, εργαλεία, σπόρους, ώστε να καλλιεργήσουν τη γη τους και να αρχίσουν να παράγουν δικά τους αγαθά που θα βοηθούσαν στη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης και των συνθηκών ζωής.
Οι πρώτες κατοικίες που κατασκευάζονταν με τη φροντίδα του κράτους ήταν όλες ομοιόμορφες και παραδίνονταν πρώτα σ' αυτούς που είχαν μεγάλες οικογένειες και αργότερα σ' αυτούς που είχαν οικογένειες με λιγότερα μέλη, χωρίς, βέβαια, να εμποδιζονται οι άλλοι πολίτες που είχαν κάποια οικονομική επιφάνεια να χτίζουν μόνοι τα σπίτια τους. Στους τελευταίους η πολιτεία. για να συνδράμει την προσπάθειά τους, τους πρόσφερε κάποια δομικά υλικά και άλλες διευκολύνσεις. Όλα όμως τα σπίτια χτίζονταν ακολουθώντας ένα βασικό πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο τηρούν πιστά και οι νεότεροι κάτοικοι του χωριού, όταν χτίζουν τα καινούρια σπίτια τους. Γι' αυτό σήμερα ο επισκέπτης του χωριού βλέπει ένα χωριό ρυμοτομημένο, δασχιζόμενο από 7-8 παράλληλοους δρόμους, τεμνόμενοι κάθετα από 9 -10 μικρότερους.
Τα παλιά σπίτια σχεδόν όλα έχουν αντικατσταθεί από καινούρια, με αυλές και κήπους. Μόνο έλαχιστα από αυτά σώζονται ακόμη ανάμεσά τους, για να θυμίζουν την παλιά εκείνη δύσκολη εποχή, την εποχή της προσφυγιάς και της φτώχειας. Πιστεύουμε πως σε λίγο θα εκλείψουν κι αυτά.
Το χωριό, τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του, είχε λίγους κατοίκους. Αργότερα ο πληθυσμός του αυξήθηκε. Η απογραφή του 1999 σημείωνε πως οι κάτοικοι του χωριού ανήρχοντο στους 1022, ενώ του 2001 σε 917, παρουσιάζοντας μία μείωση πάνω από 100 κατοίκους στο μικρό αυτό διάστημα. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο πληθυσμός του χωριού ξεπερνά τους 1500 κατοίκους και οι τάξεις του Δημοτικού Σχολείου ξαναγέμισαν από μαθητές και μαθήτριες. Η αύξηση οφείλεται στην επιστροφή πολλών από την πόλη στο χωριό τους, στην εγκατάσταση στο χωριό νέων προσφύγων, προερχομένων από τη Γεωργία και ελάχιστοι από την Αλβανία.Σήμερα το χωριό διαθέτει Κοινοτικό Κατάστημα, ΚΑΠΗ, Δημοτικό Σχολείο, Νηπιαγωγείο, γήπεδο ποδοσφαίρου με χορτοτάπητα, μικρό γήπεδο μπάσκετ, παιδική χαρά για τα παιδιά του χωριού. Στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην ανακαινισμένη πλατεία, βρίσκεται η Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, ενώ, λίγο έξω από το χωριό, στα Δυτικά, το Εξωκκλήσι, που είναι αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου, χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη έκταση ανάμεσα σε πολλά πανύψηλα πλατάνια, που το καλοκαίρι παρέχουν αφειδώλευτα τη δροσιά τους στους πιστούς και στους επισκέπτες του χώρου.Το Εξωκκλήσι πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου και συγκεντρώνει χιλιάδες πιστούς που καταφτάνουν εδώ από τη γύρω περιοχή αλλά και από άλλα μέρη της πατρίδας μας, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου.
Η ίδρυση του Εξωκκλησιού έχει τη δική του ενδιαφέρουσα και αληθινή ιστορία, γι' αυτό θα προσπαθήσω να την αφηγηθώ , όπως την άκουσα να την αφηγούνται πολλοί συγχωριανοί μου, άνθρωποι σοβαροί και αυτήκοοι μάρτυρες του γεγονότος, από το Δημήτρη(Μητσούλια)Χατζηπασχάλη και τη γυναίκα του.
Το γνωστό πια στους πιστούς Εξωκκλήσι της Θεοτόκου, χτίστηκε λίγο μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου πόλεμου, ύστερα από κάποιο όνειρο που για καιρό έβλεπε ο ιδιοκτήτης της στάνης, η οποία βρισκόταν τότε στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται χτισμένο το Εξωκκλήσι. Χτίστηκε στην αρχή ένα μικρό προσκυνητάρι με προσωπική εργασία μερικών θεοσεβών κατοίκων του χωριού, όταν κάποια μέρα ο συγχωριανός τους, Χατζηπασχάλης Δημήτριος, απλός και καλοσυνάτος άνθρωπος, αποκάλυψε στα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής του Αγίου Αθανασίου το πρόβλημα που τον βασάνιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο τον ίδιο όσο και τη γυναίκα του. Τους πλησίασε, λοιπόν, με δισταγμό και τους είπε πως εδώ και πολλά βράδια συνεχώς εμφανιζόταν στον ύπνο του αλλά και στον ύπνο της γυναίκας του Σοφίας μια μαυροφορεμένη γυναίκα και απαιτούσε να της χτίσουν ένα προσκυνητάρι δίπλα στη στάνη τους.
Η Εκκλησιστική Επιτροπή εντυπωσιάστηκε από την εκμυστήρευση αυτή και, χωρίς αναβολή, αποφάσισε να χτίσει το πρώτο προσκυνητάρι στο σημείο που υπέδειξε η μαυροφορεμένη γυναίκα του ονείρου. Με πρσωπική εργασία πολλών χωριανών χτίστηκε το πρώτο προσκυνητάρι, για να χτιστεί λίγο αργότερα ένα μικρό εκκλησάκι, το οποίο ξαναχτίστηκε μεγαλύτερο, όταν ο αριθμός των προσκυνητών μεγάλωνε συνεχώς, και όταν πια ο ιδιοκτήτης της στάνης την απομάκρυνε από το σημείο εκείνο . Όλη η περιοχή την οποία καταλάμβανε η στάνη και μια έκταση γύρω από αυτήν περιήλθε στην ιδιοκτησία του Εξωκκλησιού, η οποία στη συνέχεια προστατεύτηκε με περίβολο και δενδροφυτεύθηκε, κυρίως με πλατάνια.. Τελευταία, στον προαύλιο χώρο του Εξωκκλησιού, κάτω από τη σκιά των πλατανιών, διαμορφώθηκε από το δυναμικό και δραστήριο ιερέα του χωριού και της εκκλησιαστικής επιτροπής ένας κατάλληλος χώρος, όπου τελούνται το καλοκαίρι γάμοι και βαπτίσεις, εξυπηρετώντας έτσι το πλήθος των ανθρώπων που μετέχουν σε τέτοιες τελετές..
Σήμερα, δίπλα ακριβώς στο Εξωκκλήσι, υψώνεται ένα μεγάλο κτήριο, ο Ξενώνας, έργο του ιερέα και της Επιτροπής. Πρόκειται για μεγάλο κτήριο δύο ορόφων, που κατασκευάζεται για να φιλοξενεί για λίγες μέρες τους προσκυνητές που θα φτάνουν από μέρη μακρινά. Ο Ξενώνας σε λίγο χρόνο θα είναι έτοιμος και θα αποτελεί ένα ακόμη επίτευγμα της εκκλησιαστικής επιτροπής και του ιερέα του χωριού. Το Εξωκκλήσι είναι γνωστό πια στο ευρύτερο κοινό και πολλοί πιστοί το επισκέπτονται καθημερινά, για να προσκυνήσουν και να ζητήσουν τη βοήθεια της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας.
1.Το Ηρακλείου Λαγκαδά και η ονομασία τουΤο Ηράκλειο είναι ένα νέο χωριό χτισμένο στη βορεινή πλευρά της πόλης του Λαγκαδά και στην απέναντι όχθη του Μπογδάνα ποταμού, μέσα σε ένα καταπράσινο κάμπο με πολλά δέντρα και άφθονα νερά. Απέχει από το Λαγκαδά μόλις δύο χιλιόμετρα και είκοσι από τη Θεσσαλονίκη. Το νέο χωριό χτίστηκε δίπλα στον παλιό οικισμό της περιοχής μετά το 1923 από πρόσφυγες της Ανατ.Θράκης, που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ύστερα από τη συμφωνία Ελλάδας -Τουρκίας"Περί ανταλλαγής πληθυσμών".
Η περιοχή, ως το 1912, ανήκε στο μπέη του Λαγκαδά, όπου είχε την Κούλια, την κατοικία του, τις αποθήκες και τους στάβλους του, ενώ λίγο μακρύτερα ήταν χτισμένα τα σπίτια των ντόπιων κατοίκων που εργάζονταν στο τσιφλίκι του μπέη.
Δίπλα σ' αυτόν τον οικισμό των εντοπίων χτίστηκαν τα πρώτα σπίτια των προσφύγων και αποτέλεσαν το νέο χωριό, διατηρώντας προφανώς την παλιά ονομασία του οικισμού Αρακλή. Είναι γεγονός πως οι ντόπιοι κάτοικοι του οικισμού, όταν είδαν τους πρόσφυγες να χτίζουν δίπλα στον οικισμό τους τα σπίτια τους, όχι μόνο έδειξαν τη δυσφορία τους αλλά μερικοί και την εχθρότητά τους, πλην όμως γρήγορα οι σχέσεις τους εξομαλύνθηκαν, γνωρίστηκαν καλύτερα μεταξύ τους και κατανόησαν πως η μοίρα τους είναι κοινή στον τόπο αυτό και θα πρέπει ενωμένοι και φιλιωμένοι να αντιμετωπίζουν τις παρουσιαζόμενες δυσκολίες, για να πετύχουν καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τους απογόνους τους.
Το χωριό αργότερα (1927) ονομάστηκε επίσημα Ηράκλειο, πλην όμως οι κάτοικοί του, κατά παράξενο τρόπο, το αποκαλούσαν και το αποκαλούν ακόμη όχι Ηράκλειο, όπως ήταν και είναι το επίσημο όνομά του αλλά Αρακλή(το Αρακλί). Ίσως από συνήθεια ή ίσως γιατί έτσι έμαθαν στην πατρίδα τους να ονομάζουν τα χωριά τους που άφησαν (το Τσαουσλή, το Τσεγγερλή, το Κιουρτλή,το Καρατσαλή, το Γκιουνεσλή και άλλα).
Με την ονομασία Αρακλή σημειώθηκε και στους γεωγραφικούς χάρτες που εκδόθηκαν την εποχή εκείνη. ΄Ετσι, σχηματίστηκε, μαζί με το Σαράτσι, διπλανό προσφυγικό χωριό, σημερινό Περιβολάκι, μια σύνθετη λέξη Σαρακλή( Σαράτσι + Αρακλή), για να δηλώσει στο γεωγραφικό χάρτη της Ελλάδας την Κοινότητα των δύο οικισμών, αφού τα πρώτα χρόνια οι δύο μικροί οικισμοί αποτελούσαν μια Κοινότητα, η οποία μάλιστα σε κάποια περίοδο (1918) ονομάστηκε και Κοινότητα Φαλάρων.
Αντλώντας μερικά χρήσιμα στοιχεία για την ονομασία κτλ. του χωριού από την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ. Α. Α.) σημειώνουμε πως με ΦΕΚ 152Α-09/07/1918 ο οικισμός Αρακλή προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Φαλάρων. Το 1927/22/12/ΦΕΚ- 306Α ο οικισμός Αρακλή της Κοινότητας Φαλάρων μετωνομάστηκε σε Ηράκλειο, ενώ με το ΦΕΚ 142Α-12/07/1947 ο οικισμός Ηράκλειο αποσπάστηκε και αποτέλεσε ανεξάρτητη Κοινότητα, την Κοινότητα Ηρακλείου. Αργότερα (1999) με τον "Καποδίστρια" εντάχθηκε στο Δήμο Λαγκαδά και αποτέλεσε Δ. Διαμέρισμά του, όπως ακριβώς και η Κοινότητα Περιβολακίου.
Σήμερα τα δύο χωριά, Ηράκλειο και Περιβολάκι, σχεδόν έχουν ενωθεί. Τον κενό χώρο, που τα χώριζε ως τώρα, κάλυψαν πολλά σπίτια και οικοδομές.Το ίδιο τείνει να συμβεί και με την πόλη του Λαγκαδά, αφού κι έδώ στον κενό χώρο, μεταξύ Ηρακλείου και Λαγκαδά, έχουν χτιστεί πολλά σπίτια αλλά και οικοδομές για διάφορες χρήσεις. Μόνο η κοίτη του Μπογδάνα ποταμού μένει άθικτη, γιατί, όταν αυτός κατεβάζει από τα γύρω κοντινά βουνά τα ορμητικά θολά νερά του, σαρώνει τα πάντα στο διάβα του και έτσι προστατεύει την περιοχή του από την πλεονεξία του ανθρώπου.
Τι βρήκαν όμως οι πρόσφυγες, όταν εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή; Πέρα από το μικρό οικισμό με την Κούλια και τους στάβλους του Μπέη, οι πρόσφυγες, κατά την εγκατάστασή τους στο χωριό , βρήκαν και έναν παλιό πέτρινο ναό, το ναό του Αγίου Αθανασίου, χτισμένο το 1856, όπως αναγραφόταν σε μια πέτρινη πλάκα του, η οποία σήμερα σώζεται εντοιχισμένη στη γωνία του νεότερου ναού, που χτίστηκε το 1950 πάνω στα χνάρια του παλιού.
Αν όμως λάβει κανείς υπόψη το μέγεθος του ναού σχετικά με το μικρό αριθμό των πιστών του οικισμού, θα αναρωτηθεί μήπως ο ναός αυτός ήταν μεγάλος γιατί εξυπηρετούσε περισσότερους πιστούς στα χρόνια της ιδρυσής του; Εάν η σκέψη αυτή είναι ορθή, τότε πού βρίσκονταν οι άλλοι μικροί χριστιανικοί οικισμοί; Μήπως δίπλα στο Περιβολάκι ή λίγο νοτιότερα του σημερινού χωριού, όπου σώζονταν τα παλιότερα χρόνια κάποια χαλάσματα; ΄Οπως όμως και να έχει το ζήτημα φαίνεται πως ο ναός εξυπηρετούσε όχι μόνο τους χριστιανούς του μικρού οικισμού αλλά και άλλων οικισμών, που είναι δύσκολο να εντοπιστούν σήμερα με βεβαιότητα.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το κράτος αντιμετώπισε πολλά και δύσκολα προβλήματα εγκατάστσης, σιτισμού κτλ. των προσφύγων, γι' αυτό αμέσως προέβη στο μοιρασμό της γης τόσο στους ντόποιους κατοίκους όσο και στους πρόσφυγες, για να αρχίσσει γρήγορα η καλλιέργεια της γης, ενώ ταυτόχρονα, αντιμετωπίζοντας το οξύ στεγαστικό πρόβλημα του τόπου, ίδρυσε τη γνωστή Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, η οποία ανέλαβε το δύσκολο στεγαστικό έργο. Έπρεπε γρήγορα και με κάθε τρόπο να στεγαστούν οι άστεγοι, για να προστατευτούν από τις βροχές και τα χιόνια. Οι ανάγκες όμως των προσφύγων ήταν πολλές και επείγουσες, γι' αυτό και η πολιτεία άρχισε να τους προσφέρει ζώα, εργαλεία, σπόρους, ώστε να καλλιεργήσουν τη γη τους και να αρχίσουν να παράγουν δικά τους αγαθά που θα βοηθούσαν στη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης και των συνθηκών ζωής.
Οι πρώτες κατοικίες που κατασκευάζονταν με τη φροντίδα του κράτους ήταν όλες ομοιόμορφες και παραδίνονταν πρώτα σ' αυτούς που είχαν μεγάλες οικογένειες και αργότερα σ' αυτούς που είχαν οικογένειες με λιγότερα μέλη, χωρίς, βέβαια, να εμποδιζονται οι άλλοι πολίτες που είχαν κάποια οικονομική επιφάνεια να χτίζουν μόνοι τα σπίτια τους. Στους τελευταίους η πολιτεία. για να συνδράμει την προσπάθειά τους, τους πρόσφερε κάποια δομικά υλικά και άλλες διευκολύνσεις. Όλα όμως τα σπίτια χτίζονταν ακολουθώντας ένα βασικό πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο τηρούν πιστά και οι νεότεροι κάτοικοι του χωριού, όταν χτίζουν τα καινούρια σπίτια τους. Γι' αυτό σήμερα ο επισκέπτης του χωριού βλέπει ένα χωριό ρυμοτομημένο, δασχιζόμενο από 7-8 παράλληλοους δρόμους, τεμνόμενοι κάθετα από 9 -10 μικρότερους.
Τα παλιά σπίτια σχεδόν όλα έχουν αντικατσταθεί από καινούρια, με αυλές και κήπους. Μόνο έλαχιστα από αυτά σώζονται ακόμη ανάμεσά τους, για να θυμίζουν την παλιά εκείνη δύσκολη εποχή, την εποχή της προσφυγιάς και της φτώχειας. Πιστεύουμε πως σε λίγο θα εκλείψουν κι αυτά.
Το χωριό, τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του, είχε λίγους κατοίκους. Αργότερα ο πληθυσμός του αυξήθηκε. Η απογραφή του 1999 σημείωνε πως οι κάτοικοι του χωριού ανήρχοντο στους 1022, ενώ του 2001 σε 917, παρουσιάζοντας μία μείωση πάνω από 100 κατοίκους στο μικρό αυτό διάστημα. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο πληθυσμός του χωριού ξεπερνά τους 1500 κατοίκους και οι τάξεις του Δημοτικού Σχολείου ξαναγέμισαν από μαθητές και μαθήτριες. Η αύξηση οφείλεται στην επιστροφή πολλών από την πόλη στο χωριό τους, στην εγκατάσταση στο χωριό νέων προσφύγων, προερχομένων από τη Γεωργία και ελάχιστοι από την Αλβανία.Σήμερα το χωριό διαθέτει Κοινοτικό Κατάστημα, ΚΑΠΗ, Δημοτικό Σχολείο, Νηπιαγωγείο, γήπεδο ποδοσφαίρου με χορτοτάπητα, μικρό γήπεδο μπάσκετ, παιδική χαρά για τα παιδιά του χωριού. Στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην ανακαινισμένη πλατεία, βρίσκεται η Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, ενώ, λίγο έξω από το χωριό, στα Δυτικά, το Εξωκκλήσι, που είναι αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου, χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη έκταση ανάμεσα σε πολλά πανύψηλα πλατάνια, που το καλοκαίρι παρέχουν αφειδώλευτα τη δροσιά τους στους πιστούς και στους επισκέπτες του χώρου.Το Εξωκκλήσι πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου και συγκεντρώνει χιλιάδες πιστούς που καταφτάνουν εδώ από τη γύρω περιοχή αλλά και από άλλα μέρη της πατρίδας μας, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου.
Η ίδρυση του Εξωκκλησιού έχει τη δική του ενδιαφέρουσα και αληθινή ιστορία, γι' αυτό θα προσπαθήσω να την αφηγηθώ , όπως την άκουσα να την αφηγούνται πολλοί συγχωριανοί μου, άνθρωποι σοβαροί και αυτήκοοι μάρτυρες του γεγονότος, από το Δημήτρη(Μητσούλια)Χατζηπασχάλη και τη γυναίκα του.
Το γνωστό πια στους πιστούς Εξωκκλήσι της Θεοτόκου, χτίστηκε λίγο μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου πόλεμου, ύστερα από κάποιο όνειρο που για καιρό έβλεπε ο ιδιοκτήτης της στάνης, η οποία βρισκόταν τότε στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται χτισμένο το Εξωκκλήσι. Χτίστηκε στην αρχή ένα μικρό προσκυνητάρι με προσωπική εργασία μερικών θεοσεβών κατοίκων του χωριού, όταν κάποια μέρα ο συγχωριανός τους, Χατζηπασχάλης Δημήτριος, απλός και καλοσυνάτος άνθρωπος, αποκάλυψε στα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής του Αγίου Αθανασίου το πρόβλημα που τον βασάνιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο τον ίδιο όσο και τη γυναίκα του. Τους πλησίασε, λοιπόν, με δισταγμό και τους είπε πως εδώ και πολλά βράδια συνεχώς εμφανιζόταν στον ύπνο του αλλά και στον ύπνο της γυναίκας του Σοφίας μια μαυροφορεμένη γυναίκα και απαιτούσε να της χτίσουν ένα προσκυνητάρι δίπλα στη στάνη τους.
Η Εκκλησιστική Επιτροπή εντυπωσιάστηκε από την εκμυστήρευση αυτή και, χωρίς αναβολή, αποφάσισε να χτίσει το πρώτο προσκυνητάρι στο σημείο που υπέδειξε η μαυροφορεμένη γυναίκα του ονείρου. Με πρσωπική εργασία πολλών χωριανών χτίστηκε το πρώτο προσκυνητάρι, για να χτιστεί λίγο αργότερα ένα μικρό εκκλησάκι, το οποίο ξαναχτίστηκε μεγαλύτερο, όταν ο αριθμός των προσκυνητών μεγάλωνε συνεχώς, και όταν πια ο ιδιοκτήτης της στάνης την απομάκρυνε από το σημείο εκείνο . Όλη η περιοχή την οποία καταλάμβανε η στάνη και μια έκταση γύρω από αυτήν περιήλθε στην ιδιοκτησία του Εξωκκλησιού, η οποία στη συνέχεια προστατεύτηκε με περίβολο και δενδροφυτεύθηκε, κυρίως με πλατάνια.. Τελευταία, στον προαύλιο χώρο του Εξωκκλησιού, κάτω από τη σκιά των πλατανιών, διαμορφώθηκε από το δυναμικό και δραστήριο ιερέα του χωριού και της εκκλησιαστικής επιτροπής ένας κατάλληλος χώρος, όπου τελούνται το καλοκαίρι γάμοι και βαπτίσεις, εξυπηρετώντας έτσι το πλήθος των ανθρώπων που μετέχουν σε τέτοιες τελετές..
Σήμερα, δίπλα ακριβώς στο Εξωκκλήσι, υψώνεται ένα μεγάλο κτήριο, ο Ξενώνας, έργο του ιερέα και της Επιτροπής. Πρόκειται για μεγάλο κτήριο δύο ορόφων, που κατασκευάζεται για να φιλοξενεί για λίγες μέρες τους προσκυνητές που θα φτάνουν από μέρη μακρινά. Ο Ξενώνας σε λίγο χρόνο θα είναι έτοιμος και θα αποτελεί ένα ακόμη επίτευγμα της εκκλησιαστικής επιτροπής και του ιερέα του χωριού. Το Εξωκκλήσι είναι γνωστό πια στο ευρύτερο κοινό και πολλοί πιστοί το επισκέπτονται καθημερινά, για να προσκυνήσουν και να ζητήσουν τη βοήθεια της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας.
2.Τα ονόματα των ντόπιων οικογενειών και των προσφύγων
Οι πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν δίπλα στον παλιό οικισμό και έχτισαν το νέο χωριό, βρήκαν στον οικισμό αυτό μερικές ντόπιες οικογένειες, των οποίων τα ονόματα παραθέτουμε κατ' αλφαβητική σειρά:
Οι πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν δίπλα στον παλιό οικισμό και έχτισαν το νέο χωριό, βρήκαν στον οικισμό αυτό μερικές ντόπιες οικογένειες, των οποίων τα ονόματα παραθέτουμε κατ' αλφαβητική σειρά:
Βαρβέρη, Γεωργίου, Γούτα ή Γουτούδη, Γερονικολάκη, Γκούβη, Γραμμένου, Καμαριώτη, Μαυροβουνιώτη, Μυρόβαλη, Νάνου ή Μάνου, Τάντσου,Τσαντάρη, Φυλακούδη και Χριστοδούλου.
Οι προσφυγικές οικογένειες ήταν περισσότερες και η πλειοψηφία τους προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη. Τις αναφέρουμε κατά περιοχή με αλφαβητική σειρά.
Ραιδεστός : Αμπατζή, Αραμπατζή, Βαλσαμίδη, Γιαλαμά, Διαλεγμένου, Δομουξή, Δράκου, Καραγιάννη, Κλωναρίδη, Κόλτσου, Κουσαξίδη, Κοσμίδη, Μακρή, Μπέζαρη, Σταυρίδη, Σπυριδάκη, Σωτηριάδη, Τσότσου, Παγώνη, Παπαδόπουλου, Σκορδά, Ταβλαμπόζη, Ταβλαρίδη, Ταντσή, Τσάνου,Τσιφτσόγλου, Τσότρα, Πασχαλίδη, Χαράρη και Χατζηπασχάλη .
Πάνιδο : Καράκαλου, Μόσχου, Μέγγα, Τσαλίδη και Τσινάρη.
Πορτίβο:Γουζέλη, Κοκονιάρη και Πηνέλη.
Μαύρη Θάλασσα, Γκαγκαούζοι: Αλεξιάδη, Μαδενίδη, Μιχαηλίδη, Κρυωνά, Πατσούρα, Πεχλιβανίδη, Πολυζώη και Τοπαλίδη.
Στο χωριό, εγκαταστάθηκαν και άλλες οικογένειες, προερχόμενες από διάφορα μέρη της Μ.Ασίας, όπως του Αντωνιάδη από τη Μ.Ασία, του Τριανταφύλλου από την Αν.Ρωμυλία, του Χατζηκαμάρη από το Δρυμό. Αργότερα εγκαταστάθηκαν και λίγες οικογένειες Ποντίων, Σαρακατσάνων και πολλές από τη Γεωργία και αλλού.
Οι προσφυγικές οικογένειες ήταν περισσότερες και η πλειοψηφία τους προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη. Τις αναφέρουμε κατά περιοχή με αλφαβητική σειρά.
Ραιδεστός : Αμπατζή, Αραμπατζή, Βαλσαμίδη, Γιαλαμά, Διαλεγμένου, Δομουξή, Δράκου, Καραγιάννη, Κλωναρίδη, Κόλτσου, Κουσαξίδη, Κοσμίδη, Μακρή, Μπέζαρη, Σταυρίδη, Σπυριδάκη, Σωτηριάδη, Τσότσου, Παγώνη, Παπαδόπουλου, Σκορδά, Ταβλαμπόζη, Ταβλαρίδη, Ταντσή, Τσάνου,Τσιφτσόγλου, Τσότρα, Πασχαλίδη, Χαράρη και Χατζηπασχάλη .
Πάνιδο : Καράκαλου, Μόσχου, Μέγγα, Τσαλίδη και Τσινάρη.
Πορτίβο:Γουζέλη, Κοκονιάρη και Πηνέλη.
Μαύρη Θάλασσα, Γκαγκαούζοι: Αλεξιάδη, Μαδενίδη, Μιχαηλίδη, Κρυωνά, Πατσούρα, Πεχλιβανίδη, Πολυζώη και Τοπαλίδη.
Στο χωριό, εγκαταστάθηκαν και άλλες οικογένειες, προερχόμενες από διάφορα μέρη της Μ.Ασίας, όπως του Αντωνιάδη από τη Μ.Ασία, του Τριανταφύλλου από την Αν.Ρωμυλία, του Χατζηκαμάρη από το Δρυμό. Αργότερα εγκαταστάθηκαν και λίγες οικογένειες Ποντίων, Σαρακατσάνων και πολλές από τη Γεωργία και αλλού.
3. Επιστημονικό δυναμικό του χωριού
Το χωριό έχει να επιδείξει ένα σεβαστό αριθμό επιστημόνων που κατέχουν πτυχίο Ανωτέρων και Ανωτάτων ή άλλων σχολών, οι οποίοι πήραν το πτυχίο τους μετά το 1950.
Αναφέρουμε τα ονόματα των επιστημόνων με τη χρονολογική σειρά που πήραν το πτυχίο της σχολής τους.
Πρώτη επιστήμων του χωριού υπήρξε η Αλεξάνδρα Γραμμένου, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, για να την ακολουθήσει πολύ αργότερα ο Χρίστος Γούτας ή Γουτούδης, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης και αργότερα πτυχιούχος και της Νομικής Σχολής. Ακολουθούν οι: Δημήτρης Αραμπατζής, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ, Σταμάτης Τσινάρης, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., Ταντσή Κυριακή, πτυχιούχος της ΠΟΕ, Αρβανιτίδου Βενετία, πτυχιούχος της Μαιευτικής Σχολής, Στέλιος Αντωνιάδης , πτυχιούχος της Άμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Μυρόβαλης, πτυχιούχος της ιερατικής Σχολής της Αγίας Αναστασίας.
Φοιτητές που διέκοψαν τη φοίτηση και απόφοιτοι Γυμνασίου είναι οι: Βασίλειος Χαράρης, πρώτος απόφοιτος Γυμνασίου του χωριού και φοιτητής της Νομικής Σχολής . Δολοφονήθηκε πριν τελειώσει τις σπουδές του.
Φώτης Αντωνιάδης, φοιτητής της ΠΟΕ. Τον κέρδισε το εμπόριο.
Αθανάσιος Καμαριώτης, έφεδρος ανθυπολοχαγός. Πρώτος νεκρός του χωριού στα αλβανικά βουνά κατά τον πόλεμο του ΄40.
Σωτήρης Βαρβέρης, απόφοιτος Γυμνασίου, εκτελωνιστής.
Ουρανία Ταντσή, απόφοιτος γυμνασίου.
Χρίστος και Σωκράτης Χατζηκαμάρης, επιχειρηματίες.
Το χωριό έχει να επιδείξει ένα σεβαστό αριθμό επιστημόνων που κατέχουν πτυχίο Ανωτέρων και Ανωτάτων ή άλλων σχολών, οι οποίοι πήραν το πτυχίο τους μετά το 1950.
Αναφέρουμε τα ονόματα των επιστημόνων με τη χρονολογική σειρά που πήραν το πτυχίο της σχολής τους.
Πρώτη επιστήμων του χωριού υπήρξε η Αλεξάνδρα Γραμμένου, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, για να την ακολουθήσει πολύ αργότερα ο Χρίστος Γούτας ή Γουτούδης, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης και αργότερα πτυχιούχος και της Νομικής Σχολής. Ακολουθούν οι: Δημήτρης Αραμπατζής, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ, Σταμάτης Τσινάρης, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., Ταντσή Κυριακή, πτυχιούχος της ΠΟΕ, Αρβανιτίδου Βενετία, πτυχιούχος της Μαιευτικής Σχολής, Στέλιος Αντωνιάδης , πτυχιούχος της Άμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Μυρόβαλης, πτυχιούχος της ιερατικής Σχολής της Αγίας Αναστασίας.
Φοιτητές που διέκοψαν τη φοίτηση και απόφοιτοι Γυμνασίου είναι οι: Βασίλειος Χαράρης, πρώτος απόφοιτος Γυμνασίου του χωριού και φοιτητής της Νομικής Σχολής . Δολοφονήθηκε πριν τελειώσει τις σπουδές του.
Φώτης Αντωνιάδης, φοιτητής της ΠΟΕ. Τον κέρδισε το εμπόριο.
Αθανάσιος Καμαριώτης, έφεδρος ανθυπολοχαγός. Πρώτος νεκρός του χωριού στα αλβανικά βουνά κατά τον πόλεμο του ΄40.
Σωτήρης Βαρβέρης, απόφοιτος Γυμνασίου, εκτελωνιστής.
Ουρανία Ταντσή, απόφοιτος γυμνασίου.
Χρίστος και Σωκράτης Χατζηκαμάρης, επιχειρηματίες.
ακολουθεί η νεότερη γενιά.
Αργύρης Κουσαξίδης, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρούπολης.
Αριστείδης Μάνος, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Λίνα Δομουξή, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Δημήτριος Κουσαξίδης, ανώτερος αξιματικός της Χωροφυλακής
Πηνέλης Παρασκευάς, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης και της Νομικής Σχολής.
Παπαϊωάννου Θεόδωρος, πολιτικός μηχανικός.
Αργύρης Κουσαξίδης, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρούπολης.
Αριστείδης Μάνος, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Λίνα Δομουξή, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Δημήτριος Κουσαξίδης, ανώτερος αξιματικός της Χωροφυλακής
Πηνέλης Παρασκευάς, πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης και της Νομικής Σχολής.
Παπαϊωάννου Θεόδωρος, πολιτικός μηχανικός.
Στέφανος Μακρής, πτυχιούχος πληροφορικής.
Κοκονιάρη Ευανθία, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής.
Ελευθέριος Τσότρας, υποσμηναγός, . Έχασε τη ζωή του από πτώση του αεροπλάνου του.
Κώστας Γραμμένος, ηλεκτρολόγος μηχανικός.
Γραμμένος Ευάγγελος, πτυχιούχος της Νομικής.
Δημήτριος Μέγγας, πτυχιούχος της Γεωπονικής Σχολής.
Δημήτριος Βαρβέρης, ηλεκτρολόγος μηχανικός.
Ελευθέριος Τσότρας, υποσμηναγός, . Έχασε τη ζωή του από πτώση του αεροπλάνου του.
Κώστας Γραμμένος, ηλεκτρολόγος μηχανικός.
Γραμμένος Ευάγγελος, πτυχιούχος της Νομικής.
Δημήτριος Μέγγας, πτυχιούχος της Γεωπονικής Σχολής.
Δημήτριος Βαρβέρης, ηλεκτρολόγος μηχανικός.
Πόπη Παπαδοπούλου, πτυχιούχος της Αγγλικής Φιλολογίας.
Σταματάμε εδώ την αναφορά μας , γιατί η νεότερη γενιά επιστημόνων είναι πολυπληθέστερη από τις προηγούμενες και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τους πτυχιούχους και τις ειδικότητές τους.
Αν κάποιων τα ονόματα από τις παλιότερες γινιές παρέλειψα να αναφέρω, υπόσχομαι πως στην πρώτη υπόδειξή τους θα διορθώσω την παράλειψη αυτή, σύμφωνα με τις υποδείξεις τους.
Σταματάμε εδώ την αναφορά μας , γιατί η νεότερη γενιά επιστημόνων είναι πολυπληθέστερη από τις προηγούμενες και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τους πτυχιούχους και τις ειδικότητές τους.
Αν κάποιων τα ονόματα από τις παλιότερες γινιές παρέλειψα να αναφέρω, υπόσχομαι πως στην πρώτη υπόδειξή τους θα διορθώσω την παράλειψη αυτή, σύμφωνα με τις υποδείξεις τους.
Πάντως, από όσα αναφέραμε, καταδεικνύεται πως πρόκειται για ένα χωριό με αλματώδη εξέλιξη και με προοπτική πραιτέρω ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Γι' αυτό θα παρακαλέσω να μου επιτρέψετε να κλείσω το μικρό αφιέρωμα στο χωριό μου με μια παρακαταθήκη, όπως ακριβώς τη διατύπωσε ο μεγάλος μας ποιητής Κ.Παλαμάς.
Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρομομήσεις
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα...
Και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του...(Κ. Παλαμάς)
Δημήτρης Κ.Αραμπατζής
Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρομομήσεις
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα...
Και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του...(Κ. Παλαμάς)
Δημήτρης Κ.Αραμπατζής
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
