Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Αριστοφάνη: Ειρήνη.Ο Ερμής και η χρυσή κούπα

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ:ΕΙΡΗΝΗ
(Μεγάλα Διονύσια 421 π.Χ.)
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) μαίνεται εδώ και δέκα χρόνια και οι Αθηναίοι, αποκλεισμένοι στην πόλη τους από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους, υποφέρουν τα πάνδεινα. Το φθινόπωρο του 422 π.Χ., στη μάχη της Αμφίπολης, σκοτώνονται οι δύο φολοπόλεμοι ηγέτες: ο αθηναίος δημαγωγός Κλέων και ο βασιλιάς της Σπάρτης Βρασίδας.Τους διαδέχονται στην εξουσία δύο ειρηνόφιλοι άνδρες, ο Νικίας και ο Πλειστοάνακτας, αντίστοιχα.
Ο Αριστοφάνης, φανατικός ειρηνόφιλος και ακούραστος πολέμιος των πολεμοκάπηλων της εποχής του, αγωνίζεται με πάθος να πετύχει την ειρήνευση μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Η συγκυρία και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ευνοεί μια τέτοια προσπάθεια, γι' αυτό και ο ποιητής, τη στιγμή που αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη μεταξύ των εμπολέμων, γράφει και ανεβάζει στη σκηνή την κωμωδία του Ειρήνη. Απαιτεί, μέσω αυτής, όχι μόνον από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες αλλά και από τους Πανέλληνες να σταματήσουν τον εμφύλιο πόλεμο και να συνάψουν μεταξύ τους ειρήνη.
Πρωταγωνιστής της προσπάθειας για ειρήνη είναι ένας απλός αμπελουργός από την Αθήνα, ο Τρυγαίος. Ανησυχεί και αγωνιά κι αυτός, όπως και οι περισσότεροι από τους συμπατριώτες του για τη συνέχιση του πολέμου, και αποφασίζει με ένα κοπροσκαθάρι να ανεβεί στον Όλυμπο, για να φέρει τη φυλακισμένη εκεί από τον Πόλεμο Ειρήνη, αλλά και για να ρωτήσει το Δία, γιατί σκοτώνονται οι Έλληνες μεταξύ τους.
Φτάνοντας με το κοπροσκαθάρι του έξω από το παλάτι του Δία, συναντά τον Ερμή, φρουρό του παλατιού. Ο Θεός, βλέποντας μπροστά του τον Τρυγαίο, ένα βρωμιάρη άνθρωπο, παραξενεύεται και αναφωνεί αηδιασμένος από την μπόχα που αναδίδουν τα ρούχα του.
( στίχ.180).
ΕΡΜ.Ηρακλή μου, τι τέρας είναι τούτο δω;
ΤΡΥΓ.Ιπποκάνθαρος. Αλογοσκαθάρι.
ΕΡΜ.Βρε κάθαρμα, ξετσίποτε κι αποκοτιάρη
βρε βρωμερέ, βρωμοκοπρίτη, αρχιβρωμιάρη
πώς ήρθες εδώ επάνω, χιλιοβρωμισμένε;
Ποιο είναι το όνομά σου;
ΤΡΥΓ. Αρχιβρωμιάρης.
Είμαι ο Τρυγαίος από της Αθμονίας το Δήμο
καλός αμπελοδουλευτής, όχι κανένας ρουφιάνος
που τα ανακατώματα του αρέσουν.
ΕΡΜ.Και γιατί ήρθες;
ΤΡΥΓ. Τα κρέατα τούτα να σου φέρω.
O πονηρός αμπελουργός του προσφέρει αμέσως τα νόστιμα κρέατα και ο σκληρός θεός αρχίζει να μαλακώνει. Αλλάζει κάπως διάθεση και στάση απέναντι στο μέχρι τώρα βρωμιάρη Τρυγαίο και του λέει.
ΕΡΜ.Ω καημενούλη, πώς ήρθες;
ΤΡΥΓ. Αχ, λιχούδη, βλέπεις τώρα πως πια δε σου φαίνομαι βρωμιάρης; Πήγαινε τώρα και κάλεσέ μου το Δία( ίθι νυν κάλεσόν μοι τον Δία).
Ο Ερμής, ξαφνιασμένος με την απαίτηση του Τρυγαίου, του λέει ότι ο Δίας και οι θεοί εγκατέλειψαν τον Όλυμπο και έφυγαν εξοργισμένοι με τους Έλληνες, γιατί, ενώ τους έδωσαν τόσες ευκαιρίες για ειρήνη, εκείνοι αδιαφόρησαν και συνέχισαν τον αδελφοκτόνο πόλεμο. Τώρα τη θέση τους κατέχει ο Πόλεμος και κυβερνά ανεμπόδιστα. Έχει μάλιστα φυλακίσει σε μια σπηλιά την Ειρήνη και την κρατά εκεί αλυσοδεμένη.
Ο Τρυγαίος, που ακούει την είδηση, δεν απογοητεύεται. Επιμένει και θερμοπαρακαλεί τον Ερμή, όπως και ο Χορός, να βοηθήσει, ώστε να λευτερώσουν την Ειρήνη. Ο Ερμής όμως, θέλοντας να τους αποτρέψει, επειδή φοβάται και την τιμωρία από το Δία, τους τονίζει πως ψες το βράδι μάλιστα ο Πόλεμος έφερε ένα μεγάλο γουδί, όπου ρίχνει και στουμπίζει σαν σκόρδα τις πόλεις.
ΠΟ. Μέγαρα, Μέγαρα, θα σας κοπανίσω
τώρα κι εσάς και σκορδαλιά όλα θα σας κάνω.
Συνεχίζοντας τις απειλές τους αναφέρει πως θα συντρίψει τη Σικελία και άλλες πόλεις.
Ο Τρυγαίος είναι κρυμμένος σε μια γωνιά και γεμάτος φόβο και αγωνία ακούει τις απειλές του Πολέμου, που ζητά να του φέρουν το γουδοχέρι από την Αθήνα ή τη Σπάρτη, για να κοπανίσει κι άλλες πόλεις, πλην όμως παίρνει την απάντηση από το δούλο του Κυδοιμό πως το έχασαν οι πόλεις αυτές. Εκείνος τότε νευριασμένος αποχωρεί, απειλώντας πως θα κατασκευάσει ένα δικό του γουδοχέρι, για να μη δανείζεται ξένα.(Φεύγει).
Ο Τρυγαίος, ανακουφισμένος από τη τροπή που πήραν τα πράγματα, βγαίνει από την κρύπτη του και καλεί τους Πανέλληνες να λευτερώσουν την Ειρήνη.
(στίχ.292)
ΤΡΥΓ.Έλληνες, τώρα είναι η ώρα, από μπελάδες
και μάχες γλιτωμένοι, ν' ανασύρουμε
την κοσμαγάπητη έξω την Ειρήνη,
πριν μπει στη μέση κι άλλο γουδοχέρι(δοίδυξ).
Ξωμάχοι εσείς, έμποροι και μαστόροι
και δουλευτάδες, μέτοικοι και ξένοι,
κι εσείς νησιώτες, όλοι οι λαοί τρεχάτε,
με σχοινιά, λοστούς και τσάπες, γρήγορα
και ήρθε η στιγμή να πάνε όλα καλά.
ΧΟ.Πανέλληνες, ας τρέξουμε για βοήθεια περισσότερο από κάθε φορά,
γλιτώνοντας από στρατεύσεις και από αιματόβρεχτα κακά,
γιατί έλαμψε εδώ η μέρα που το Λάμαχο μισεί.
Ο Έρμης όμως, που θέλει να βοηθήσει, αλλά φοβάται την τιμωρία από το Δια, προσπαθεί να εμποδίσει τον Τρυγαίο, και του λέει:
ΕΡΜ.Δεν ξέρεις ότι ο Δίας προειδοποίησε ότι θα θανατωθεί
όποιος πιαστεί να ξεθάβει την Ειρήνη;
ΤΡΥΓ. Για όνομα των θεών μην το μαρτυρήσεις Ερμή.
ΕΡΜ. Δεν μπορώ να κρατήσω κλειστό το στόμα μου.
ΤΡΥΓ. Στο όνομα των κρεάτων που σου έδωσα, κάνε μου αυτή τη χάρη.
Τον παρακαλεί και ο Χορός.
ΧΟ.Σε παρακαλούμε πάψε,τώρα αντίδικός μας να 'σαι
και θυσίες ιερές και μεγάλες προσφορές
πάντα θα σου κάνουμε και θα σε δοξάζουμε,
κύριέ μας.
Ο Τρυγαίος, βλέποντας την αντίσταση του Ερμή, θέτει σε ενέργεια την πονηριά του. Του αποκαλύπτει δήθεν μια συνωμοσία του Ήλιου και της Σελήνης εναντίον των θεών του Ολύμπου. Ο Ήλιος και η Σελήνη του λέει, καταδίνουν στους βαρβάρους την Ελλάδα, επειδή αυτοί προσφέρουν θυσίες στους θεούς και οι βάρβαροι στον Ήλιο και τη Σελήνη. Γι' αυτό παρακαλεί τον Ερμή να γίνει βοηθός τους, αφού αυτοί αυτόν προσκυνούν και λατρεύουν.
(στίχ. 406-427)
ΤΡΥΓ.Ναι, μα το Δία. Γι' αυτό, φίλε Ερμή, γίνε
βοηθός μας, πρόθυμα κι έλα να τραβήξεις
τώρα εσύ μαζί μας έξω την Ειρήνη.
Και τότε όλα τα θεϊκά μας πανηγύρια
θα τα γιορτάζουμε μονάχα στ' όνομά σου.
Παντού θα θυσιάζουν
στον αλεξίκακο Ερμή. Μα και πολλά άλλα
καλά θα δεις. Και πρώτα πρώτα πάρε ετούτο
το δώρο κι έχε το να κάνεις τις σπονδές σου.
(Του προσφέρει μια ολόχρυση κούπα)
Ο Ερμής, βλέποντας τη χρυσή κούπα, αλλάζει τακτική και διάθεση. Μαλακώνει και ευχαριστημένος αναφωνεί:
ΕΡΜ.Ω πώς με κάνουν σπλαχνικό οι χρυσές οι κούπες;
Τώρα εμπρός λοιπόν, λεβέντες, τη δουλειά σας κάμετε.
Μπείτε αμέσως με τις τσάπες και τις πέτρες βγάλτε,
λευτερώστε την Ειρήνη".
Η χρυσή κούπα έκανε το θαύμα της τη στιγμή που δεν μπόρεσαν να το πετύχουν ούτε τα παρακάλια των ανθρώπων ούτε και η προσφορά νόστιμων κρεάτων στο θεό. Η θέα της χρυσής κούπας άλλαξε τη διάθεση, την ιδεολογία, τις αξίες που υπηρετούσε ο Ερμής, λησμόνησε την αυστηρή τιμωρία του Δία, που επικαλούνταν, για να δικαιολογήσει την άρνησή του να βοηθήσει. Το χρήμα διαφθείρει συνειδήσεις, ιδεολογίες, αρχές ακόμη κι αν πρόκειται και για θεούς, όπως ο Ερμής. Γι΄αυτό δίκαια αναρωτιέται ο σημερινός θεατής, που παρακολουθεί μία παράσταση της Ειρήνης. Τι άλλαξε από τότε ως σήμερα στον κόσμο; Τίποτε. Γι' αυτό και η κωμωδία του Αριστοφάνη εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και σήμερα, όπως και τότε, αφού στην ουσία τίποτε δεν άλλαξε στην ανθρώπινη φύση.
Στο τέλος, ο φτερωτός θεός, ταυτίζεται κι αυτός με τον Τρυγαίο και το Χορό και αγωνίζεται μαζί τους να λευτερώσουν την Ειρήνη από τη σπηλιά. Και όταν, με τη συνεργασία όλων, το πετυχαίνουν, τότε ο θεοσεβής Τρυγαίος προσφέρει σπονδές στους θεούς για την ευόδωση του έργου του, ενώ την ίδια στιγμή θυμίζει στους ανθρώπους πόσο άχρηστες είναι οι ασπίδες και τα όπλα. Τελικά, πέρα από τη δύναμη του χρυσού, ο αναγνώστης κατανοεί πως η ειρήνη είναι πάντοτε καλύτερη από τον πόλεμο. Γι' αυτό και οφείλει να αγωνίζεται γι' αυτήν, να την προστατεύει και να την υπερασπίζεται, όταν κινδυνεύει.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου