Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Τα άλογα στο έπος της Ιλιάδας

ΤΕΤΑΡΤΗ, 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2009

Το άλογο, τα είδη του, οι περιοχές εκτροφής του και η αξία του
Ανάμεσα στα πρώτα άγρια ζώα που εξημερώνει ο άνθρωπος είναι και το άλογο (ίππος). Είναι ζώο όμορφο, γρήγορο, περήφανο, πιστό στον άνθρωπο και με ισχυρή μνήμη. Ζει κοντά του και τον συντροφεύει στη δουλειά, στο κυνήγι, στο ταξίδι, στον πόλεμο, στη χαρά και τη λύπη. Αγαπά τον άνθρωπο, αφοσιώνεται σ’ αυτόν και γι’ αυτό βρίσκει και την αντίστοιχη ανταπόκριση από τον άνθρωπο. Η αγάπη και η εκτίμηση ανάμεσα στο άλογο και τον άνθρωπο είναι αμοιβαία.
Ο Όμηρος, θέλοντας να εξάρει τις αρετές του αλόγου, αναφέρεται συχνά σ’ αυτό. Η λέξη ίππος, σε όλες τις πτώσεις, μνημονεύεται 250 φορές (ίππος: 09, ίπποιο: 01, ίππω: 08, ίππον: 47, ίπποι: 65, ίππων: 84, ίπποις:  05, ίππους: 30).
Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής δείχνει όχι μόνο τη συμπάθειά του στα ωραία ζώα αλλά και το θαυμασμό του γι’ αυτά. Αναφερόμενος στις κατηγορίες αλόγων που γνωρίζει, διακρίνει τα άλογα σε κοινά και σε αθάνατα, ενώ ταυτόχρονα προσδιορίζει και τις περιοχές εκτροφής των, που είναι: η Αργολίδα, από όπου προέρχονται τα άλογα του Εχέπωλου και του Διομήδη, η Θεσσαλία και η Πιερία, από όπου προέρχονται τα άλογα του Αχιλλέα και του Εύμηλου αντίστοιχα, η Θράκη, από όπου προέρχονται τα λαμπρά άλογα του Ρήσου, χωρίς, βέβαια, να λησμονεί την Ηλεία και τη Μεσσήνη (Λ 671-761), από όπου προέρχονται οι 150 ξανθές φοράδες, τις οποίες φέρνει πίσω στην Πύλο ο Νέστορας, μετά από νικηφόρα εκστρατεία στην περιοχή.
Κατά τον ποιητή, τα κοινά άλογα υπηρετούν τους θνητούς ανθρώπους, ενώ τα ξεχωριστά, τα αθάνατα τους θεούς και τους βασιλιάδες, όπως είναι τα άλογα του Αχιλλέα, δώρα του Ποσειδώνα στον Πηλέα, προικισμένα με ανθρώπινη λαλιά και συναισθήματα.
Ο Αχιλλέας μιλά με περηφάνια για τα δικά του άλογα και τα χαρακτηρίζει γρήγορα και αθάνατα, δώρα των θεών.

"Πόσο πιο γρήγορα είναι τα δικά μου άλογα, το ξέρετε,
γιατί είναι αθάνατα, δώρο του Ποσειδώνα στον Πηλέα,
τον πατέρα μου, κι εκείνος πάλι τα χάρισε σ’ εμένα" (Ψ 276-278).
Η χρησιμοποίηση του αλόγου από τον άνθρωπο στην ομηρική εποχή θεωρείται άκρως αναγκαία και ωφέλιμη, γι’ αυτό και ο ποιητής επισημαίνει την προσφορά του, τόσο στον καιρό της ειρήνης, όσο και στον καιρό του πολέμου. Κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από την υπόσχεση του Αγαμέμνονα στον Αχιλλέα, στον οποίο προσφέρει, εκτός των άλλων πλούσιων δώρων, και δώδεκα άλογα στεφανηφόρα που νίκησαν σε αγώνες, για να σταματήσει την οργή του και να κατεβεί στον πόλεμο.

".............δώδεκα δ’ ίππους
πηγούς, αεθλοφόρους, οι αέθλια ποσσίν άροντο" (Ι 123-124)
"Θα του δώσω... και δώδεκα άλογα γερά,
αθλοφόρα, που έχουν κερδίσει στο τρέξιμο βραβεία".
Πρόκειται για αργείτικα άλογα με προϊστορία λαμπρή. Έχουν νικήσει σε αγώνες αρματοδρομίας. Πρόκειται για αξιόλογα άλογα και όχι για άλογα της σειράς. Κι όμως ο ποιητής δεν αποκαλύπτει όλη την αλήθεια γι’ αυτά, αφού δε διευκρινίζει σε ποιες αρματοδρομίες έλαβαν μέρος και νίκησαν τα άλογα αυτά. Γιατί, αν νίκησαν σε αρματοδρομίες που έγιναν στην Ελλάδα, τότε πρόκειται για γέρικα άλογα, άνω των δέκα ετών, για άλογα σχεδόν άχρηστα, αν όμως έλαβαν μέρος σε αγώνες που έγιναν στα χρόνια του τρωικού πολέμου, τότε τα άλογα είναι νεαρά στην ηλικία και επομένως αξιόλογα. Ο ποιητής όμως σιωπά!

Η δράση των αλόγων στον πόλεμο. Ο πολεμιστής και ο ηνίοχος
Τα άλογα στην Ιλιάδα περιγράφονται να παίρνουν κυρίως μέρος στον πόλεμο ζεμένα δύο μαζί σε δίτροχο πολεμικό άρμα, όπου επιβαίνουν ο πολεμιστής και ο ηνίοχος του άρματος, ή να σέρνουν το άρμα κάποιου θνητού ή θεού, όπως τα άλογα του Ποσειδώνα. Τα πολεμικά άρματα χρησιμοποιούνται κυρίως στον πόλεμο σε μέρη, όπου το έδαφος προσφέρεται, αφού σε αντίθετη περίπτωση η αποτυχία τους είναι δεδομένη. Κι όμως, ο γενναίος Έκτορας, χωρίς να λάβει υπόψη τη φύση του εδάφους, εκδηλώνει επίθεση με τα άρματά του στο καστροτείχι των Αχαιών και φυσικά γνωρίζει παταγώδη αποτυχία. Περιφρονεί τη βαθιά τάφρο, κάτι που υπολογίζουν σοβαρά τα άλογα τα ζεμένα στο άρμα.

"΄Ετσι ο Έκτορας ορμώντας μες στο πλήθος παρακινούσε
τους συντρόφους του την τάφρο να διαβούνε, μα δεν τολμούσαν
τα γοργόποδα άλογα, μόνο στο χείλος άκρη στέκονταν
και δυνατά χλιμίντριζαν, γιατί τα τρόμαξε η τάφρος
με το πλάτος της..."(Μ 49-52).
Στην περίπτωση αυτή τα άλογα αποδεικνύονται πιο σοφά από τον αρχηγό τους, που τα προστάζει! (Έμμεση υποτίμηση των ικανοτήτων του Έκτορα).
Τα άλογα αντιλαμβάνονται το αδύνατο του εγχειρήματος και διαμαρτύρονται. Χλιμιντρίζουν δυνατά για την παράλογη διαταγή, γιατί φοβούνται να διαβούν την πλατιά και βαθιά τάφρο, που περιβάλλει προστατευτικά το καστροτείχι των Αχαιών και την καθιστά αδιάβατη. Ο Έκτορας, τελικά, αλλάζει τακτική, ύστερα όμως από την επέμβαση και τις συμβουλές του Πολυδάμα, απομακρύνει τα άρματα από τη μάχη και ενεργεί επιθέσεις με τον πεζικό του στρατό.
Το πολεμικό άρμα είναι ισχυρό και αποτελεσματικό όπλο, όταν χρησιμοποιείται εκεί που πρέπει και την ώρα που πρέπει. Και σ’ αυτό πάλι παίζουν ρόλο τόσο ο πολεμιστής, όσο και ο ικανός ηνίοχος. Ο πολεμιστής αγωνίζεται συνήθως πάνω από το άρμα, ενώ ο ηνίοχος το διευθύνει κατάλληλα την ώρα της μάχης. Η επιτυχία τους εξαρτάται από τη γενναιότητα του πολεμιστή και την ικανότητα του ηνίοχου να κατευθύνει το άρμα στο σημείο που πρέπει τη δεδομένη στιγμή. Γι’ αυτό στο έπος, πάντοτε σχεδόν, δίπλα στα ονόματα των γενναίων πολεμιστών αναφέρονται και εκείνα των κυβερνητών των αρμάτων, όπως είναι το όνομα του Πάτροκλου, ηνίοχου του άρματος του Αχιλλέα, τον οποίο, μετά το θάνατό του, ο Αχιλλέας αντικαθιστά με τον ικανό ηνίοχο Αυτομέδοντα. Άλλοι ονομαστοί ηνίοχοι είναι ο Κοίρανος από τη Λύχτο (Ρ 410), κυβερνήτης του άρματος του Μηριόνη, ο Ηνιοπέας, ηνίοχος του άρματος του Έκτορα, που σκοτώνεται από το Διομήδη στη μονομαχία του με τον Έκτορα (Θ119), και ο τελευταίος τον αντικαθιστά με τον παράτολμο Αρχιπτόλεμο.
Ο πολεμιστής και ο ηνίοχος έχουν στενή σχέση, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα άλογα του άρματος. Μπορούν και συνεννοούνται καλύτερα σε δύσκολες στιγμές, ενώ πολλές φορές τα άλογα, με δική τους πρωτοβουλία, σώζουν τους αναβάτες τους.
Η επιβεβαίωση μας έρχεται από τη συνομιλία Λυκάονα και Αινεία, όταν ο δεύτερος ζητά από το Λυκάονα ή να οδηγήσει αυτός ως ηνίοχος το άρμα του εναντίον του Διομήδη ή να τον πολεμήσει ως πολεμιστής, ενώ το άρμα θα το διευθύνει ο ίδιος ο Αινείας. Τότε ο Λυκάων του λέει:

"Αινεία, εσύ ο ίδιος κράτα τα χαλινάρια των αλόγων σου,
με το γνωστό αμαξηλάτη τους καλύτερα θα σύρουν
το καμπύλο αμάξι, αν του Τυδέα ο γιος (Διομήδης) μας κυνηγήσει πάλι,
μήπως τρομάξουν κι απ’ το φόβο τους δε θέλουν
να μας βγάλουν έξω απ’ τη μάχη, ποθώντας τη φωνή σου" (Ε 230-234).
Τα άλογα υπακούνε στις εντολές των δικών τους ανθρώπων, γι’ αυτό και η συνεργασία αναβατών και αλόγων ενός άρματος είναι στενή και η λύπη των αλόγων μεγάλη, αν σκοτωθεί στη μάχη ο ένας των αναβατών. Τα άλογα π.χ. του Αιακίδη νιώθουν βαθιά θλίψη και θρηνούν, όπως οι άνθρωποι, όταν ένιωσαν πως ο αγαπημένος τους αμαξηλάτης, Πάτροκλος, έπεσε νεκρός από το κοντάρι του Έκτορα.

"Στο μεταξύ του Αιακίδη (Αχιλλέα) τ’ άλογα μακριά από τη μάχη
θρηνούσαν, απ’ τη στιγμή που ένιωσαν πως ο αμαξηλάτης τους
έπεσε μες στη σκόνη απ’ τον ανθρωποκτόνο Έκτορα.
..............
Με τα κεφάλια τους κάτω στη γη σκυμμένα, ζεστά τρέχαν
τα δάκρυα απ’ τα βλέφαρα στο χώμα, καθώς θρηνούσαν
αποζητώντας τον ηνίοχο..." (Ρ 426-439).
Επομένως, δικαιολογημένη είναι η περηφάνια που νιώθει ο Αχιλλέας για τα αθάνατα άλογά του, γιατί αγωνίζονται και συμπάσχουν μαζί με τον άνθρωπο που αγαπούν.

Ο ρόλος των ξεχωριστών αλόγων
Εκτός από τον ξεχωριστό ρόλο των ανθρώπων στη μάχη, ο ποιητής επισημαίνει και τον ξεχωριστό ρόλο των αθάνατων αλόγων, όπως είναι τα άλογα του Αχιλλέα, του Έκτορα, του Ρήσου, του Ποσειδώνα, της Ήρας και του Άρη. Τα άλογα αυτά έχουν τη δική τους ιστορία, αφού μπορούν με τη θέληση των θεών να μιλούν και να κλαίνε ακόμη, όταν προαισθάνονται τη συμφορά ή το θάνατο αγαπητού τους προσώπου. Γιαυτό η Μούσα, που αξιολογεί ποια από τα ξεχωριστά άλογα των Αχαιών είναι τα καλύτερα, αποφαίνεται πως από τα πιο αξιόλογα άλογα των Αχαιών είναι του Φηρητιάδη, ενώ τα φημισμένα άλογα του Αινεία, δώρα του Δία στον Τρώα, υπερέχουν από όλα τα άλογα που βρίσκονται πάνω στη γη και προκαλούν τρόμο. Και μόνον από την αξιολόγηση αυτή είναι αρκετό να κατανοήσει κανείς την αξία των αλόγων αυτών.
Μούσα:

"Οι καλύτερες φοράδες ήταν του εγγονού του Φέρητα, του Εύμηλου,
κι αυτός τις οδηγούσε, γρήγορες σαν πουλιά,
με ίδιο χρώμα, της ίδιας ηλικίας και με το ίδιο ανάστημα.
Ο αργυρότοξος Απόλλων τις είχε μεγαλώσει στην Πηρεία,
και ήταν φοβερές στον πόλεμο, στις μάχες" (Β 762-767).
Τις περίφημες αυτές φοράδες που πετάνε σαν πουλιά τις ανέθρεψε ο Απόλλων και ήταν ικανότατες στον πόλεμο και στις μάχες. Είναι όλες της ίδιας ηλικίας, που σημαίνει μεγαλύτερες από δέκα χρόνων, αφού γεννήθηκαν στην Ελλάδα κάτω από τη φροντίδα του θεού Απόλλωνα και από εκεί έφτασαν στην Τροία. Οι φοράδες αυτές, αν και είναι μεγάλες στην ηλικία, είναι γρήγορες, έμπειρες και αξιόμαχες.

Αγώνες προς τιμήν του Πάτροκλου
Σημαντικές και πολλές πληροφορίες για τα άλογα μας παρέχει ο ποιητής στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας, όταν αφηγείται τον αγώνα αρματοδρομίας, που οργάνωσε ο Αχιλλέας, για να τιμήσει το νεκρό φίλο του, Πάτροκλο.
Στον αγώνα δηλώνουν συμμετοχή πέντε άνδρες: Εύμηλος, Διομήδης, Μενέλαος, Αντίλοχος και Μηριόνης. Αγωνοθέτης και κριτής είναι ο Αχιλλέας. Το σύνθημα για τον αγώνα δίνεται και

"Πρώτος απ’ όλους σηκώθηκε ο βασιλιάς Εύμηλος,
του Άδμητου ο αγαπημένος γιος, που ξεχώριζε στην ιππική του τέχνη.
Κατόπι του Τυδέα ο γιος σηκώθηκε, ο δυνατός Διομήδης,
κι έζευε του Τρώα τ’ άλογα, που κάποτε είχε αρπάξει
απ’ τον Αινεία, μα τον ίδιο τον γλίτωσε ο Φοίβος.
Μετά σηκώθηκε ο ξανθός Μενέλαος ο διογέννητος γιος
του Ατρέα, κι έζεψε τα γρήγορα άλογά του,
τον δικό του Πόδαργο και την Αίθη, που την είχε κάνει δώρο
στον Αγαμέμνονα ο Εχέπωλος ο γιος του Αγχίση,
για να μην πάει μαζί του στο ανεμόδαρτο Ίλιο,
αλλά να μείνει εκεί, στη Σικυώνα την απλόχωρη, να χαίρεται
πλούτη αμύθητα, που του ’χε χαρίσει ο Δίας.
Αυτήν έφερε κάτω απ’ το ζυγό, την ασυγκράτητη, να τρέξει.
Τέταρτος ετοίμασε τα ομορφότριχα άλογά του ο Αντίλοχος,
ο αρχοντογιός του Νέστορα, του αντρειωμένου βασιλιά,
εγγόνι του Νηλέα. Δύο άλογα γοργά στην Πύλο γεννημένα
έσερναν το άρμα του. Πήγε ο πατέρας του κοντά, του ’δινε
συμβουλές για το καλό του, κι ας ήτανε κι εκείνος συνετός" (Ψ 288-305)
............................
Πέμπτος ο Μηριόνης έζεψε τα καλλίτριχα άλογά του.
Ανέβηκαν τότε στις άμαξες και ρίξανε τους κλήρους" (Ψ 351-352).
Η περιγραφή του αγώνα που ακολουθεί είναι θαυμάσια. Οι άνδρες συναγωνίζονται με δύναμη και πάθος για τη νίκη. Τελικά, πρώτος τερματίζει ο Διομήδης και παίρνει δύο έπαθλα: τη γυναίκα και τον τρίποδα με λαβές. Δεύτερος τερματίζει ο Αντίλοχος, ο οποίος, αν και προσπερνά με δόλο το αμάξι το Μενέλαου, παίρνει το έπαθλο, μια εξάχρονη ετοιμόγεννη φοράδα. Ο Μενέλαος τερματίζει τρίτος και παίρνει ένα λέβητα, ενώ τον ακολουθεί στην τέταρτη θέση ο Μηριόνης,που είχε αργοκίνητα άλογα και σχετική απειρία. Αυτός παίρνει δύο τάλαντα χρυσάφι. Τελευταίος τερματίζει ο Εύμηλος, που σέρνει ο ίδιος το τσακισμένο αμάξι του. Ο Αχιλλέας όμως, εκτιμώντας την προσπάθειά του, του προσφέρει το δεύτερο βραβείο, την ετοιμόγεννη φοράδα. Στην ενέργεια αυτή του Αχιλλέα αντιδρά ο Αντίλοχος. Ο Αχιλλέας, τελικά, υποχωρώντας στις αξιώσεις του Αντίλοχου, αλλάζει το έπαθλο και προσφέρει στον Εύμηλο τον περίφημο χάλκινο θώρακα που άρπαξε από τον Αστεροπαίο, με λαμπερό κασσίτερο τριγύρω στολισμένο.
Ο Αχιλλέας στο τέλος τιμά και το Νέστορα για τη μεγάλη του προσφορά στον πόλεμο, χωρίς να αγωνιστεί, γιατί είναι γέρος. Ο Αχιλλέας πλησιάζει με σεβασμό τον αντρειωμένο Νέστορα και με αγάπη περισσή του προσφέρει ένα κύπελλο χρυσό, για να του θυμίζει την ταφή του Πάτροκλου.
Συγκινητική όμως είναι και η σκηνή Αντίλοχου-Μενέλαου. Ο Αντίλοχος, μετανιωμένος για τον τρόπο που προσπέρασε το Μενέλαο, πλησιάζει το βασιλιά της Σπάρτης και του ζητά συγγνώμη για τη συμπεριφορά του. Ο Μενέλαος, μεγαλόψυχος όπως είναι, τον συγχωρεί. Του αναγνωρίζει τη σύνεση και την προσφορά του στον πόλεμο και του ζητά να κρατήσει την όμορφη φοράδα κι ας ήταν δικό του έπαθλο.

Τα αθάνατα άλογα του Αινεία και του Αχιλλέα είναι δώρα των θεών
Ο ποιητής, αναφερόμενος στα αθάνατα άλογα, φροντίζει να αιτιολογεί την ιδιότητά τους αυτή αλλά και τις φανταστικές ικανότητές τους. Συγκεκριμένα σημειώνει πως τα φημισμένα άλογα του Αινεία είναι δώρο του Δία στον Τρώα, αμείβοντάς τον για το γιο του Γανυμήδη, που τον πήρε στον Όλυμπο και υπηρετούσε ως οινοχόος στο παλάτι του.

"Γιατί είναι από τη γενιά που ο βροντόφωνος ο Δίας χάρισε
στο Τρώα ως πληρωμή για το γιο του Γανυμήδη,
τα πρώτ απ’ όλα τ’ άλογα σ’ Ανατολή και Δύση.
Από αυτή τη ράτσα έκλεψε ο βασιλιάς Αγχίσης
και τα ζευγάρωσε, κρυφά απ’ το Λαομέδοντα, με φοράδες,
κι απ’ τη γενιά τους γεννήθηκαν έξι πουλάρια στο παλάτι του.
Τέσσερα απ’ αυτά τ’ ανέτρεφε στη φάτνη για δικά του,
τα άλλα δυο, φόβος και τρόμος των εχθρών, τα ’δωσε στον Αινεία.
Αν τώρα αυτά τ’ αρπάξουμε, η φήμη μας θα μείνει στους αιώνες (Ε 265-272).
Αυτά τα περίφημα άλογα αρπάζει κάποτε ο Διομήδης, νικώντας τον Αινεία, χωρίς να τον σκοτώσει, γιατί τον έσωσε η έγκαιρη επέμβαση του θεού. Γι’ αυτό αργότερα, όταν ο γερο-Νέστορας βρίσκεται σε κίνδυνο και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον εχθρό με τα αργοκίνητα άλογά του, ο Διομήδης σπεύδει αμέσως σε βοήθειά του. Τον ανεβάζει στο δικό του άρμα, για να πολεμήσουν μαζί τους Τρώες, που απειλούν να πάρουν την ένδοξη ασπίδα του Νέστορα και το θώρακα του Διομήδη. Τα άλογα του Διομήδη είναι γρήγορα και γνωρίζουν να κυνηγούν μα και να φεύγουν πίσω.

"Γέροντα, αλήθεια, πολύ σε βασανίζουν οι νέοι μαχητές,
τώρα που δύναμή σου χάθηκε και σ’ έχουν βρει τα μαύρα γηρατειά,
κι ο ηνίοχος σου είναι αδύναμος, αργά τα άλογά σου.
Εμπρός, ανέβα στο αμάξι μου, να δεις τι αξίζουν
του Τρώα τ’ άλογα, που μες στον κάμπο ξέρουν
μια εδώ, μια εκεί να κυνηγούνε γρήγορα ή να γυρίζουν πίσω.
Τα πήρα απ' τον Αινεία...." (Θ 102-108).
Εξίσου λαμπρά και ικανά είναι και τα άλογα του γενναίου Έκτορα, που λίγο πριν επιτεθεί στο Διομήδη, για να του πάρει την ασπίδα και το θώρακα, πλησιάζει τα άλογά του, τα εγκαρδιώνει και ζητά από αυτά να δειχτούν αντάξια της αγάπης της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τόσο πολύ τα αγαπούσε και τα φρόντιζε.

"Ξάνθε και εσύ Πόδαργε, και Αίθωνα και Λάμπε θεϊκέ,
είναι ώρα να μου ξεπληρώσετε την περισσή φροντίδα
που είχε για σας η Ανδρομάχη, η κόρη του μεγαλόψυχου Ηετίωνα,
που πρώτα έβαζε σε σας γλυκό σιτάρι και συγκερνούσε το κρασί
για σας, όποτε η καρδιά σας το ζητούσε,
παρά για μένα, που καμαρώνω πως είμαι ο λεβέντης άντρας της.
Εμπρός, ορμάτε γρήγορα να πάρουμε
την ασπίδα του Νέστορα, που η φήμη της στα ουράνια έχει φτάσει,
πως είναι ολόχρυση, κι αυτή κι ο σκελετός της,
κι από τους ώμους του ιπποδαμαστή Διομήδη
το θώρακά του τον περίτεχνο, που ο Ήφαιστος τον έφτιαξε με κόπο.
Αυτά τα δυο αν παίρναμε, θα ’χαμε ελπίδα ν’ ανεβάσουμε
τη νύχτα αυτή τους Αχαιούς στα γοργοτάξιδα καράβια τους (Θ 185-197).
Το άρμα του Έκτορα, όπως δηλώνεται στην αρχή, είναι τέθριππο, δηλαδή το σέρνουν τέσσερα άλογα, ενώ ως τώρα τα άρματα στα οποία αναφερθήκαμε σέρνονταν από δύο ίππους.
Ο ΄Εκτορας συνομιλεί με τα τέσσερα άλογά του και τα προτρέπει να κάνουν το καθήκον τους σαν να απευθύνεται σε στρατιώτες λίγο πριν από τη μάχη. Τονίζει σ’ αυτά πως από τα ίδια εξαρτάται αν θα πάρουν οι Τρώες τη φημισμένη χρυσή ασπίδα του Νέστορα και το θώρακα του Διομήδη και αν θα τελειώσει ο πόλεμος. Με λίγα λόγια ο Έκτορας επιφορτίζει τα άλογά του με μεγάλη ευθύνη, γιατί στην επικείμενη μάχη πρόκειται να παίξουν σημαντικό ρόλο.
Η μάχη όμως που δίνεται έχει τα αντίθετα αποτελέσματα για τους Τρώες. Ο Δίας έδωσε τη φορά αυτή τη νίκη στους Αχαιούς και ματαίωσε τα σχέδια του Έκτορα. Στη μάχη πολεμά γενναία και θριαμβεύει ο Διομήδης, καθώς και άλλοι γενναίοι ηγήτορες, όπως είναι ο Αίας, ο Ιδομενέας και ο Μηριόνης.
Αθάνατα άλογα όμως διαθέτει και ο Αχιλλέας. Τα δικά του άλογα πετούν σαν πουλιά και ξεπερνούν κάθε εμπόδιο και κάθε κίνδυνο. Είναι άλογα που χάρισε, ως γαμήλιο δώρο, ο Ποσειδώνας στον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα.

"Πόσο γρήγορα είναι τα δικά μου άλογα, το ξέρετε,
γιατί είναι αθάνατα, δώρο του Ποσειδώνα στον Πηλέα,
τον πατέρα μου, κι εκείνος πάλι τα χάρισε σε μένα.
οι χαίτες τους ακουμπούν στη γη,
και μένουνε ασάλευτα με την καρδιά θλιμμένη" (Ψ 276-284).
Τα άλογα, που έχουν προαιστανθεί το θάνατο του Πάτροκλου, μένουν ασάλευτα, κλαίνε και θρηνούν τον σύντροφό τους. Έτσι νιώθουν τον Πάτροκλο, το γενναίο τους ηνίοχο, που δεν υπάρχει πια.
Ο ποιητής, αναφερόμενος στα θαυμάσια αυτά άλογα, συμπληρώνει πως ήταν ατίθασα και ότι μόνον ο Αχιλλέας μπορούσε να τα δαμάσει. Το ομολογεί ο Οδυσσέας, όταν συλλαμβάνει το Δόλωνα να κατασκοπεύει το στρατόπεδο των Αχαιών και, μετά από ισχυρή πίεση, αναγκάζεται να αποκαλύψει πως για την αποστολή του αυτή ο Έκτορας του υποσχέθηκε να του δώσει τα ωραία άλογα του Αχιλλέα, αν κέρδιζε τον πόλεμο.

Γι’ αυτό, απαντώντας με ειρωνεία ο Οδυσσέας, του λέει:
"Αλήθεια, η καρδιά μεγάλα δώρα πόθησε,
του αντρειωμένου Αιακίδη τ’ άλογα, που δύσκολα οι θνητοί
μπορούν να τα δαμάσουν και να τα κυβερνήσουν
άλλος κανείς εξόν ο Αχιλλέας, που αθάνατη τον γέννησε μητέρα" (Κ 400-403).
Ο Οδυσσέας, που αντιλαμβάνεται την άγνοια του Δόλωνα, γελώντας, του λέει πως μεγάλα δώρα πόθησε η ψυχή του. Τα άλογα αυτά δεν είναι για τις δικές του δυνάμεις. Είναι αθάνατα και ατίθασα και δύσκολα να τα τιθασεύσει θνητός. Πρόκειται για άλογα που διαφέρουν από τα άλλα, αφού έχουν και μαντικές ικανότητες. Προβλέπουν πράγματα, έστω κι αν είναι μακριά, γι’ αυτό και προκαλούν το θαυμασμό. Θρηνούν απαρηγόρητα τα άλογα αυτά, όταν αντιλαμβάνονται το θάνατο του Πάτροκλου.

"Στο μεταξύ του Αχιλλέα τ’ άλογα μακριά από τη μάχη
θρηνούσαν, απ’ τη στιγμή που ένιωσαν πως ο αμαξηλάτης τους
έπεσε μες στη σκόνη απ’ τον ανθρωποκτόνο Έκτορα".
Θρηνούσαν και δεν ήθελαν να γυρίσουν στον πόλεμο.
"Μόνο, όπως μένει ασάλευτη μια στήλη, που στήθηκε
σε τύμβο ανδρός νεκρού ή γυναικός,
έτσι έμεναν ασάλευτα ζεμένα στο πανέμορφο αμάξι,
με τα κεφάλια τους κάτω στη γη σκυμμένα, ζεστά τρέχαν
τα δάκρυα απ’ τα βλέφαρα στο χώμα, καθώς θρηνούσαν
αποζητώντας τον ηνίοχο...
Τα είδε να υποφέρουν ο Δίας και λυπήθηκε.
Κούνησε το κεφάλι του και είπε μονολογώντας:
"Δύστυχα, γιατί σας έδωσα στο βασιλιά Πηλέα, σ’ ένα
θνητό, εσάς τ’ αγέραστα κι αθάνατα;
Να βασανίζεστε κι εσείς με τους δύστυχους θνητούς;
Από τον άνθρωπο δεν είναι άλλο πλάσμα πιο δύσμοιρο
απ’ όσα στη γη επάνω κινούνται και αναπνέουν.
Ωστόσο, δε θ’ αφήσω να ανεβεί στο στολισμένο άρμα σας
ο γιος του Πρίαμου, ο Έκτορας (Ρ 426-449).
Η ομολογία λάθους από το Δία είναι σημαντική. Μετανοεί και αναρωτιέται αν ήταν ορθή η απόφασή του, να δώσει σε θνητό άνθρωπο τα αθάνατα άλογα, για να δηλώσει πως δεν υπάρχει δυστυχέστερο πλάσμα από όσα υπάρχουν στη γη, από τον άνθρωπο. Δηλώνει όμως πως δε θα επιτρέψει το γιο του Πρίαμου να ανεβεί στο άρμα των αθάνατων αλόγων του Αχιλλέα.
Τα ίδια άλογα έπραξαν το καθήκον τους, όταν διαπίστωσαν πως κινδύνευε ο νέος τους ηνίοχος, ο Αυτομέδων, οπότε με μια τολμηρή κίνηση διέσπασαν την εχθρική παράταξη και βγήκαν έξω από αυτή.

" ...εκείνον όμως μακριά
τον πήγαιναν τ’ άθάνατα γρήγορα άλογα
δώρα λαμπρά που οι θεοί είχαν δώσει στον Πηλέα" (Π 865-867).
Ο ποιητής φαίνεται πως του άρεσε η σκηνή με τον Έκτορα, που συνομιλεί με τα άλογά του, γι’ αυτό και την επαναλαμβάνει και σε άλλο σημείο του έπους, με τον Αχιλλέα, ο οποίος απευθύνεται κι αυτός στα άλογά του και τα παρακινεί να φέρουν πίσω ζωντανό τον ηνίοχό τους, τον Αυτομέδοντα.

"Ξάνθε και Βαλίε, τέκνα της Ποδάργης ξακουστά,
προσέξετε να φέρετε σώο τον ηνίοχο πίσω
στους Δαναούς, αφού χορτάσουμε τον πόλεμο.
Μην αφήσετε, όπως τον Πάτροκλο, εκεί πέρα σκοτωμένο (Τ 400-403).
Η Ήρα δίνει λαλιά στον Ξάνθο κι εκείνος απαντά στο παράπονο του Αχιλλέα.
"Σίγουρα θα σε σώσουμε και τούτη τη φορά, κραταιέ Αχιλλέα,
..................
Δεν ήταν από βραδύτητα ή τεμπελιά δική μας
που οι Τρώες πήρανε τα όπλα σου απ’ τους ώμους του Πάτροκλου,
απ’ τους θεούς ο άριστος, που γέννησε η καλλίκομη Λητώ,
τον σκότωσε μες στους προμάχους κι έδωσε στον Έκτορα τη νίκη" (Τ 408-4112).
Τα άλογα διαμαρτύρονται και υποστηρίζουν πως ένας θεός σκότωσε τον Πάτροκλο και όχι η δική τους βραδύτητα ή τεμπελιά.
Ο Κ. Καβάφης, που εμπνεύσθηκε στα νεότερα χρόνια από το περιστατικό αυτό των αλόγων που θρηνούν και βασανίζονται, συνέθεσε το γνωστό ποίημά του με τίτλο: "Τα άλογα του Αχιλλέως", όπου παρουσιάζει κι αυτός το Δία να αναρωτιέται αν έκανε καλά να δώσει τα αθάνατα άλογα στον Πηλέα, σε ένα θνητό, και να τα μπλέξει, αθάνατα αυτά, σε ανθρώπινα βάσανα.

"Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θεωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια τους και τες μακριές χαίτες κουνούσαν
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μια σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τη ζωή.
Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. "στου Πηλέως το γάμο"
είπε "δεν έπρεπε έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατε εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι". -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφορά εχύνανε τα δύο τα ζώα τα ευγενή.

Τα αθάνατα άλογα των Θεών
Αθάνατα άλογα διαθέτουν και οι θεοί, όπως είναι: ο Ποσειδώνας, η Ήρα, η Αθηνά και ο Άρης.
Ο Ποσειδώνας ταξιδεύει με άρμα που το σέρνουν αθάνατα άλογα και φτάνει στο μέγα σπήλαιο ανάμεσα στην Τένεδο και Ίμβρο, όπου ξεζεύει τα άλογα από το άρμα και τα ταΐζει αθάνατη τροφή.

"Τα ξέζεψε απ’ τ’ άρμα, τα τάισε αθάνατη τροφή.
Περνάει μετά στα πόδια τους πέδικλα χρυσαφένια,
γερά και άλυτα, εκεί να περιμένουν το γυρισμό
του κύρη τους... " (Ν 35-38)
Το αντίθετο ακριβώς πράττει, όταν φτάνει στις Αιγές, όπου του έχουν χτίσει παλάτι αστραφτερό κι ολόχρυσο.

"Φτάνοντας εκεί, στ’ αμάξι ζεύει δύο χαλκοπόδαρα άλογα
ταχύποδα, με μακριές και χρυσαφένιες χαίτες.
Ντύθηκε κι ο ίδιος στα χρυσά, πήρε χρυσό μαστίγιο,
καλοφτιαγμένο, ανέβηκε στο άρμα του
κι έτρεχε με ορμή στα κύματα επάνω…" (Ν 23-27).
Στον πόλεμο κατεβαίνουν και οι δύο θεές Ήρα και η Αθηνά. Θέλουν να βοηθήσουν τους Αχαιούς που πιέζονται από τον έχθρό. Η Αθηνά ετοιμάζεται να πολεμήσει. Φορά το χιτώνα, που τα σύννεφα πυκνώνει, τη θυσανωτή ασπίδα της, που στεφανώνει ο Φόβος, η Έριδα, η Δύναμη, ο παγερός Διωγμός, το απαίσιο κεφάλι της Μέδουσας, και την περικεφαλαία με τις τέσσερις προεξοχές, στολισμένη με παραστάσεις πολεμιστών από εκατό πόλεις. Ανεβαίνει η ίδια με το βαρύ της δόρυ στο αμάξι, ενώ η Ήρα, που βρίσκεται σ’ αυτό, χτυπά με το μαστίγιο τα άλογα και γρήγορα αυτά, ανοίγοντας τις πύλες του συννεφιασμένου Ολύμπου, τις οδηγούν στο Δία, που κάθεται παράμερα από τους άλλους θεούς (Ε 745-752). Ζητούν και παίρνουν από το Δία την άδεια να κατεβούν στον πόλεμο, για να βοηθήσουν τους Αχαιούς. Στον Όλυμπο σε λίγο φτάνει και ο Άρης, ο θεός του πολέμου, με το δικό του άρμα, όπου έχει ζεμένα τα δικά του άλογα το Δείμο και το Φόβο. Μ’ αυτά πολεμά και δαμάζει γενναίους άνδρες και πολυάριθμους στρατούς, γι’ αυτό και ο Δίας δεν τον συμπαθεί καθόλου.

"Απ’ όλους τους θεούς, που ζουν στον Όλυμπο, εσένα πιο πολύ μισώ,
γιατί σ’ αρέσουν πάντα τα μαλώματα, οι πόλεμοι και οι μάχες (Ε 890-891).

Τα λαμπρά άλογα του Ρήσου
Λαμπρά και ξεχωριστά άλογα διαθέτει και ο Ρήσος, ο βασιλιάς της Θράκης, γιος του Ηιονέα και της Μούσας Καλλιόπης ή Ευτέρπης, που φτάνει στην Τροία, για να βοηθήσει τους συμμάχους του Τρώες, καυχώμενος πως η επέμβασή του θα συντελέσει πάραυτα στη νίκη των Τρώων και στο τέλος του πολέμου. Αυτόν, λοιπόν, τον αλαζόνα βασιλιά βρίσκουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας στη νυχτερινή τους καταδρομή στο στρατόπεδο των Τρώων και τον σκοτώνουν μαζί με τη φρουρά του, του αρπάζουν τα ωραία άλογα και καβάλα σ’ αυτά επιστρέφουν στο στρατόπεδό τους, αποσπώντας το θαυμασμό και την εκτίμηση των συμπολεμιστών τους.
Τις πληροφορίες για την άφιξη του Ρήσου έλαβαν οι δύο άνδρες από το Δόλωνα, που είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, και τους μίλησε για τα θαυμάσια άλογα του Ρήσου.

"Τα άλογα του είναι τα πιο όμορφα, τα πιο μεγάλα που είδα,
από το χιόνι πιο λευκά, γοργά σαν τους ανέμους.
Όμορφα δουλεμένο ήταν τ’ άρμα του με ασήμι και χρυσό,
κι ήρθε φορώντας μαλαματένια άρματα, πελώρια,
θαύμα ιδέσθαι. Θνητοί να τα φορούν δεν πάει,
στους αθάνατους μοναχά ταιριάζουν" (Κ 436-441).
Ο Δόλωνας ούτε λίγο ούτε πολύ προδικάζει το τέλος του Ρήσου, τονίζοντας πως η εμφάνιση του πολεμικού του άρματος είναι μια πρόκληση όχι μόνον απέναντι στους θνητούς αλλά και απέναντι στους θεούς. Η πρόκλησή του ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και φτάνει στην ύβρη, γι’ αυτό και η τιμωρία του είναι αναπόφευκτη.
Και όντως τιμωροί του σε λίγο αναδεικνύονται οι δύο άνδρες, Διομήδης και Οδυσσέας, που όλως αιφνιδιαστικά, χωρίς άνωθεν εντολή σκοτώνουν το βασιλιά. Το κέρδος τους δεν είναι μόνον υλικό, τα δύο λαμπρά σαν χιόνι άλογα, αλλά και ηθικό, ο θαυμασμός των συντρόφων τους και η δόξα τους. Οι σύντροφοί τους Αχαιοί, βλέποντας τα άλογα του Ρήσου, μένουν έκθαμβοι, ενώ ο Νέστορας, για να ικανοποιήσει την απορία του ρωτά:

"Πώς πήρατε ετούτα τ’ άλογα; Χωθήκατε μες στο στρατό των Τρώων,
ή σας τα έδωσε κάποιος θεός που σας αντάμωσε;
Είναι ολόιδια με τις ακτίνες του Ηλίου
...........
Ποτέ ως τώρα δεν είδα, δεν αντίκρισα άλογα σαν ετούτα" (Κ 547-550).
Ο θαυμασμός του Νέστορα είναι η καλύτερη και η ασφαλέστερη επιβεβαίωση της ομορφιάς των αλόγων αυτών, που τώρα δεμένα στο παχνί τρώνε την τροφή τους δίπλα στα ωραία άλογα του Διομήδη.

Επίλογος
Τελικά, αποδεικνύεται πόσο σημαντική είναι η προσφορά του αλόγου στον άνθρωπο και ιδιαίτερα σε περίοδο πολέμου. Είναι ένα ζώο που διακρίνεται για την αγάπη και την αφοσίωσή του στον αφέντη του, για τη γενναιότητά του και τη συνδρομή του σε δύσκολες κυρίως στιγμές στον κύριό του, γεγονός που συγκινεί βαθιά τον άνθρωπο και προβαίνει στον δίκαιο έπαινό του, χαρακτηρίζοντας το άλογο εξαιρετικό και αθάνατο, θεότρεφτο και πιστό, γενναίο και ευαίσθητο. Εκείνο, που νιώθει με τη σειρά του την αγάπη και τη φροντίδα του ανθρώπου σ’ αυτό, κλαίει και θρηνεί, όταν χάνει τον αφέντη του αλλά και αγωνίζεται με απαράμιλλο θάρρος να τον προστατεύσει ή να τον σώσει, όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, χρησιμοποιώντας την αντιληπτικότητά του, την ταχύτητά του και την τόλμη του. Ο άνθρωπος ταυτίζεται μαζί του, γι’ αυτό το αγαπά και το φροντίζει σαν παιδί του!


Δημήτρης Κ. Αραμπατζής

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΕΤΑΡΤΗ, 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2009.


[Ομήρου Ιλιάδα : Μετάφραση : Γιάννη Κόραβου - Χρυσάνθης Δρόσου, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2008]

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014



Ο  ατίθασος Ποσειδώνας θεός της θάλασσας ή της γης;


Ο Ποσειδώνας, αδελφός του Δία και του Πλούτωνα, αν και θεωρείται θεός της θάλασσας, στην Οδύσσεια εμφανίζεται με επίθετα που συνηγορούν ότι είναι θεός της γης  (γαιήοχος, ενοσίγαιος, ενοσίχθων)  και όχι της θάλασσας.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, και ο ποιητής κάθε τόσο από τη μια συνοδεύει το όνομα του Ποσειδώνα με τέτοια επίθετα, ενώ από την άλλη τον εμφανίζει να ενεργεί ως θεός της θάλασσας, που με την τρίαινά του αναταράζει τη θάλασσα, προκαλεί τρικυμίες και καταιγίδες, σπάζει ή ανατρέπει σχεδίες και πνίγει στο πέλαγος τους ανθρώπους;
Λογικό το ερώτημα.Πόσο όμως ανταποκρίνεται στην αλήθεια ή όχι η εντύπωση αυτή που σχηματίζει ο αναγνώστης τους έπους; Πιστεύουμε πως  δε θα αφήσει αναπάντητο το ερώτημα ο ποιητής αλλά θα χρειαστεί λίγη υπομονή και περισσότερη προσοχή.
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, να ερευνούμε τη συμπεριφορά του Ποσειδώνα από την αρχή του έπους, για να σχηματίσουμε μία πιο σφαιρική ιδέα για το δεύτερο θεό στην ιεραρχία των θεών του Ολύμπου.
Ο Ποσειδώνας, στην πρώτη συνέλευση των θεών στον Όλυμπο, απουσιάζει στη χώρα των Αιθιόπων. Οι άλλοι θεοί, υπό την προεδρία του Δία, συζητούν το θέμα της επιστροφής του Οδυσσέα στην πατρίδα, την οποία εγκρίνουν με ομοφωνία. Ο Δίας όμως, που γνωρίζει τη νοοτροπία του αδερφού του, προτρέπει τους άλλους θεούς να ψηφίσουν την πρόταση επιστροφής του Οδυσσέα στη πατρίδα, γιατί και ο Ποσειδώνας θα αφήσει το μίσος του κατά μέρος, γιατί δε θα μπορέσει να εναντιωθεί στην ομόφωνη απόφαση των θεών.
"Αλλ' άγεθ' ημείς οίδε περιφραζώμεθα πάντες     νόστον,όπως έλθησι. Ποσειδάων δε μεθήσει  ον χόλον,
ου μεν γαρ τι δυνήσεται αντία πάντων
αθανάτων αέκητι θεών εριδεναίμεν οίος"(α,76-78).
"Μον', ας σκεφτούμε όλοι οι λοιποί θεοί πως θα γυρίσει (ο Οδυσσέας).
Θα αφήσει πια το πάθος του γι' αυτόν ο Ποσειδώνας,
γιατί μονάχος δεν μπορεί, στους αθάνατους όλους
ενάντια να φιλονικά, χωρίς το θέλημά τους".
Κι όμως η σιγουριά του Δία για τον Ποσειδώνα ότι δε θα τολμήσει να διαφωνήσει με την απόφαση των θεών, διαψεύδεται αμέσως. Ο Ποσειδώνας όχι μόνο δε συμμορφώνεται με την απόφαση των θεών, αλλα συνεχίζει να καταδιώκει και να ταλαιπωρεί τον Οδυσσέα, αν και, ως θεός, γνωρίζει καλά πως η απόφαση των θεών είναι υποχρεωτική και γι' αυτόν, και επιπλέον ότι η μοίρα του Οδυσσέα είναι να γυρίσει σώος στην πατρίδα του και κανένας θνητός ή αθάνατος μπορεί να την αλλάξει.

Ο χολωμένος όμως θεός φαίνεται ότι αδιαφορεί και για την απόφαση των θεών αλλά και τη μοίρα του ήρωα. Συνεχίζει να καταδιώκει τον Οδυσσέα, πλην όμως δεν τον σκοτώνει.
"Ου τι κατακτείνει, πλάζει δ' από πατρίδος αίης" (α 75).
Άρα αίρεται η περίπτωση της άγνοιας του θεού, αφού το ομολογεί ο ίδιος πως δεν τον σκοτώνει, αλλά πράττει αυτό που μπορεί, τον ταλαιπωρεί, τον βασανίζει, εμποδίζοντάς τον να φτάσει στην πατρίδα του.
Τελικά, αναρωτιέται κανείς, τι τέλος πάντων εκπροσωπεί ο θεός αυτός στο έπος της Οδύσσειας, όταν ενεργεί ως ανυπότακτος θεός στη δύναμη του Δία αλλά και των αποφάσεων της συνέλευσης των θεών;
Αν θελήσει κανείς να λάβει μίαν απάντηση για τη στάση αυτή του θεού, ίσως τον βοηθήσουν τα επίθετα που συνοδεύουν το όνομά του, και ασφαλώς θα καταλήξει πως πρόκειται για ένα ιδιότροπο θεό που εκτείνει την εξουσία τόσο στη γη όσο και στη θάλασσα.
Η πρώτη του ιδιότητα εμπεριέχεται στο όνομά του Πο-σει-δών.
Η λέξη είναι σύνθετη από τις λέξεις πόσις και δας(πόσις=δυνατός, σύζυγος και δας(γας)=γη, δηλαδή εξουσιαστής της γης.
Στην ίδια ιδιότητα παραπέμπουν και τα επίθετα που συνοδεύουν το όνομα του θεού: γαιήοχος (γαία+έχω), δηλαδή αυτός που εξουσιάζει τη γη, ενοσίχθων, ενοσίγαιος = γαιοσείστης. Όλα αυτά τα επίθετα χαρακτηρίζουν την εξουσία του Ποσειδώνα στη γη και όχι στη θάλασσα.
Ο ποιητής δεν προβαίνει σε καμιά εξήγηση του φαινομένου. Το προσπερνά ως κάτι το φυσιολογικό και μας εμφανίζει στην πράξη έναν Ποσειδώνα εξουσιαστή της γης αλλά και του υγρού στοιχείου, της θάλασσας, δίνοντάς μας την εικόνα ενός φοβερού θεού, που κρατά την τρίαινα στο χέρι και μ' αυτήν αναταράσσει τη θάλασσα, σηκώνει θύελλες και καταιγίδες ή τη γαληνεύει κατά βούληση.
"Χερσί τρίαινα ελών πάσας δ' ορόθυνε αέλας"
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της τρικυμίας που συντρίβει τη σχεδία του Οδυσσέα και τα κύματα απειλούν να συντρίψουν και τον ίδιο στα αιχμηρά βράχια της ακτής. Ο Οδυσσέας, ύστερα από δεκαεφτά μερόνυχτα που βασανίζεται από την τρικυμία στη θάλασσα και κινδυνεύει να σκοτωθεί προσκρούοντας στα βράχια της ακτής, βρίσκει την εκβολή ενός ποταμού και το κύμα τον εκβράζει εκεί και τον σώζει.

"Μέρες
 τραβούσα δεκαεφτά μες του γιαλού τα πλάτια.
Στις δεκαοχτώ φανήκανε τ' απλόσκιωτα ακροβούνια
του τόπου σας και χάρηκε του δύστυχου η καρδιά μου.
Όμως ακόμη συμφορές με καρτερούσαν κι άλλες
όσες της γης ο Σαλευτής μου 'στειλε ο Ποσειδώνας,
που σήκωσε όλους τους καιρούς και μου ΄κλεισε το δρόμο,
και δυνατά συντάραξε τη θάλασσα, που μήτε
στη βάρκα επάνω να σταθώ δε μ' άφηνε το κύμα
με τους πικρούς μου στεναγμούς. Στο τέλος η φουρτούνα
κομμάτιασε τη βάρκα μου.Και κολυμπώντας τότε
…..
Σ’ ένα ποτάμι σίμωσα…
όξω για ανάσα πλάγιασα κι εκεί ήρθε η μαύρη  νύχτα..." (η 271-290).
Και σαν να μην επαρκούσαν τα παραδείγματα που παραθέτει ο ποιητής συνεχίζει την ίδια τακτική με τις αναφορές του στον Πσειδώνα ως θεό της θάλασσας, επισημαίνοντας ότι πολλά βασιλικά γένη έλκουν την καταγωγή τους από το θεό αυτό, όπως της καταγωγής των βασιλιάδων της Φαιακίας και της Πύλου, ναυτικοί λαοί, που έχουν απώτερο γενάρχη τους τον Ποσειδώνα.
"Ναυσίθοον μεν πρώτα Ποσειδάων ενοσίχθων
γείνατο και Περίβοια, γυναικών είδος αρίστη
οπλοτάτη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ευρυμέδοντος,
......................................................................................
τη δε Ποσειδάων εμίγη, και γείνατο παίδα
Ναυσίθοον μεγάθυμον, ίν εν Φαίηξιν άνασσε
Ναυσίθοος έτεκεν Ρηξήνορα τ' Αλκίνοον τε" (η 56-61).
Γέννησε πρώτα ο Σαλευτής του κόσμου το Ναυσίθοο
με την Περίβοια, ασύγκριτη στην ομορφιά γυναίκα,
στερνή του μεγαλόκαρδου Ευρυμέδοντα θυγατέρα.
…………………
Μ’εκείνη ο Σείστης πλάγιασε κι έκαμε το Ναυσίθοο,
Που στους Φαιάκους έπειτα βασίλεψε, και γιους του
έκαμε το Ρηξήνορα και τον άρχοντα Αλκίνοο.
Επομένως, ο Ναυσίθοος, ο πρώτος βασιλιάς της Φαιακίας, είναι γιος του Ποσειδώνα και της Περίβοιας. 
Παιδιά του Ναυσίθοου ο Ρηξήνορας και ο Αλκίνοος.

Από τον ίδιο θεό, τον Ποσειδώνα, κατάγεται και η γενιά του βασιλικού γένους της Πύλου, γι' αυτό και οι κάτοικοι της πόλης προσφέρουν στην ακροθαλασσιά θυσίες ταύρων και προβάτων στο γενάρχη θεό τους (γ 5-65)
Όλα τα στοιχεία βεβαιώνουν πως ο Ποσειδώνας είναι όντως θεός της θάλασσας και γενάρχης λαών με ναυτική παράδοση, πλην όμως τα επίθετα εξακολουθούν να έχουν διαφορετική γνώμη.
Ακόμη σημειώνουμε πως, όπου αναφέρεται το όνομα του Ποσειδώνα, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, όπως στην Πύλο, παντού αλλού η αναφορά στο θεό σχετίζεται με το κακό και τον όλεθρο.
Συγκεκριμένα στη ραψωδία (δ 501-518) ο Νέστορας, αφηγούμενος τους νόστους άλλων αρχηγών, θυμάται και τους άνδρες εκείνους που δε γύρισαν ποτέ στην πατρίδα, όπως ήταν ο χαμός του Αίαντα του Τελαμώνιου, ο οποίος, κατά την επιστροφή του στην πατρίδα, καυχήθηκε μεσοπέλαγα πως θα σωθεί από τον κίνδυνο της θάλασσας ακόμη και σε πείσμα των θεών (ύβρις). Ο Ποσειδώνας, που ακούει την καυχησιά του ήρωα, για να τον τιμωρήσει, χτυπά με την τρίαινα τη Γυρόπετρα, όπου καθόταν ο ήρωας, και την κάνει δύο κομμάτια. Το ένα κομμάτι μένει ασάλευτο το άλλο, με τον Αίαντα επάνω, πέφτει στο κυματοδαρμένο πέλαγος και πνίγει τον ήρωα! (ύβρις-τίσις).
(Άλλη εκδοχή του θανάτου του Αίαντα).
Ο Ποσειδώνας όμως, ατίθασος όπως είναι, προβαίνει σε νέα ενέργεια με την οποία προσβάλλει την απόφαση των θεών, παρά τη διαβεβαίωση του Δία ότι θα αναγκαστεί να την σεβαστεί και εκείνος.
Ο Οδυσσέας, μετά από μια καταναγκαστική επτάχρονη διαμονή στο παλάτι της Καλυψώς, αποπλέει, ύστερα από εντολή των θεών, με τη σχεδία του για την πατρίδα. Ο Ποσειδώνας, που επιστρέφει από την Αιθιοπία, μόλις τον βλέπει στη μέση του πελάγους να κατευθύνεται με ούριο άνεμο προς το νησί του, ανησυχεί, και για μια στιγμή του περνάει από τη σκέψη πως οι θεοί άλλαξαν γνώμη για τον Οδυσσέα. Αμέσως, χωρίς άλλη σκέψη, ξεσηκώνει μεγάλη τρικυμία, για να ματαιώσει το νόστο του ήρωα.
"Έτσι είπε και τα σύγνεφα συνάζει, και στα χέρια
την τρίαινά του αδράχνοντας, το πέλαο συνταράζει,
κι όλες τις μπόρες σήκωσε κάθε λογής ανέμου
και σκέπασε στεριά μαζί και θάλασσα με νέφια.
Απ' τα ουράνια χύθηκε σκοτάδι και φυσούσαν
μαζί ο Σιρόκος κι η Νοτιά κι ο Ζέφυρος, αέρας
φουρτουνιασμένος, κι ο Βοριάς που φέρνει παγοκαίρι,
θεριά μεγάλα κύματα στο διάβα του κυλώντας.
Γόνατα τότε κι η καρδιά κόπηκαν του Δυσσέα.
Κι είπε, βαριά στενάζοντας στην άφοβη ψυχή του
Αλίμονο μου ο δύστυχος! Στο τέλος τι θα γίνω;
Φοβούμαι αλάθευτα η θεά μη μου τα πρόβλεψε όλα,
που μου ΄λεγε πως συμφορές στα πέλαγα θα πάθω,
πριν φτάσω στην πατρίδα μου. Να που αληθεύουν όλα" (ε μτφρ. 301-314).

Η τρικυμία όμως σπάζει και διαλύει τη σχεδία του Οδυσσέα, ενώ αφήνει τον ίδιο έρμαιο στη μανία των
 κυμάτων. Η πράξη του θεού παραβαίνει ρητά την ομόφωνη απόφαση των θεών, πλην όμως από πουθενά δεν ακούγεται καμιά φωνή διαμαρτυρίας. Αυτό βάζει σε σκέψεις τον ακροατή / αναγνώστη.
Ο ποιητής προσπερνά το γεγονός χωρίς σχολιασμό!
Ο Ποσειδώνας όμως προβαίνει και σε άλλη προκλητική ενέργεια, χειρότερη από την πρώτη, η οποία εκθέτει τον ίδιο αλλά και τον δικαιοκρίτη Δία, ο οποίος επιδοκιμάζει ως ένα βαθμό την παράλογη απαίτησή του, να κλείσει δηλαδή την πόλη το Φαιάκων με ένα βουνό, γιατί υποστηρίζει πως οι Φαίακες ασέβησαν στο γενάρχη τους και μετέφεραν με το ταχύπλοο καράβι τους τον άσπονδο εχθρό του, τον Οδυσσέα, στην Ιθάκη.
Ο Ποσειδώνας επιμένει στο αίτημά του και απειλεί πως, αν ο Δίας δεν τιμωρήσει παραδειγματικά τους ασεβείς ναύτες του Αλκίνοου, κινδυνεύει να καταντήσει δίχως τιμή ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, αφού οι θνητοί Φαίακες δεν τον υπολογίζουν, αν και κρατούν από τη δική του φύτρα, προσθέτοντας μάλιστα πως δε σκοπεύει να αποτρέψει την επιστροφή του στην πατρίδα.
"Αλήθεια, τώρα το 'λεγα, πικρά σαν πιει φαρμάκια
να φτάσει στην πατρίδα του μια μέρα πια ο Δυσσέας.
Μα να του σβήσω ολότελα του γυρισμού τη μέρα
σκοπό δεν είχα, αφού απ' αρχής τον όρισες ο ίδιος" (ν 137-140). 
Κι ενώ ο αναγνώστης αναμένει ένα ισχυρό όχι από το Δία, εκείνος ενδίδει στην εξήγηση που του δίνει ο Ποσειδώνας, ότι δεν έχει σκοπό να σβήσει τη μέρα του γυρισμού του Οδυσσέα στην πατρίδα, καθησυχάζοντας τον αδελφό του, ο οποίος επιτρέπει σ' αυτόν να αντιμετωπίσει την κατάσταση όπως εκείνος επιθυμεί.
"Όχι, οι θεοί δε σ' αψηφούν μηδέ τολμά κανένας
τον πιο μεγάλο, πιο τρανό, να καταφρονέσει.
Μα αν σ΄αψηφά κάποιος θεός, στην τόλμη του θαρρώντας,
πάντα απ' το χέρι σου περνά να τον πλερώσεις.
Όπως το θέλεις κάμε το κι ως το ποθεί η καρδιά σου" (μτφρ. ν 149-153).
Ο Δίας, τελικά, εγκρίνει την απαίτηση του Ποσειδώνα, ο οποίος μετριάζει κάπως την τιμωρία και αποφεύγει να κλείσει με βουνό την πόλη των Φαιάκων, όπως αρχικά απείλησε, αλλά απλώς πετρώνει το καράβι των Φαιάκων, κατά την επιστροφή του, μακριά από την πόλη. Η διαφοροποίηση της τιμωρίας οφείλεται κυρίως στο Δία και στις προσευχές των Φαιάκων.
Ο Αλκίνοος, έκπληκτος από το γεγονός, θυμάται και ομολογεί πως κάποιος μάντης παλιότερα του είχε προφητέψει για το κακό που θα χτυπήσει το νησί και σκέφτεται πως τώρα η μαντεία του βγαίνει αληθινή, γι' αυτό προτείνει:
"Ας πάψουν τα ταξίδια αυτά του καθενός που φτάσει
στην πόλη μας, κι ας σφάξουνε τ' αφέντη Ποσειδώνα
δώδεκα ταύρους διαλεχτούς, ίσως και μας πονέσει
και δε μας κλείσει με ψηλό βουνό την πόλη γύρω"(μτφρ. ν 189-192 ).
Ο Αλκίνοος υποχωρεί, γιατί φοβάται τη σκληρότητα του Ποσειδώνα, ο Δίας όμως ποιον φοβάται και υποχωρεί στην απαίτηση του Ποσειδώνα; Για την υποχώρηση του Δία μία μόνο δικαιολογία μπορεί να επικαλεστεί κανείς, ότι ο Ποσειδώνας, ως γενάρχης της δυναστείας του νησιού, είχε το δικαίωμα να τιμωρεί τους δικούς του που ενεργούν αψηφώντας την οργή του. Η διευκόλυνση των Φαιάκων στον Οδυσσέα να φτάσει στην Ιθάκη εκλαμβάνεται από το θεό ως πράξη ανυπακοής και ασέβειας προς τη θέλησή του. Οι ισχυροί, πολλές φορές χαρακτηρίζουν τα δίκαια πράγματα ως άδικα, γιατί έτσι τους συμφέρει. Κατηγορεί, λοιπόν, ο Ποσειδώνας τους ναύτες του Αλκίνοου ότι, βοηθώντας τον Οδυσσέα να επιστρέψει στο νησί του, διέπραξαν μέγα ατόπημα, πρόδωσαν τον ίδιο, επειδή παρέβλεψαν το μίσος του προς τον ήρωα, που τύφλωσε το γιο του Πολύφημο!
Από όσα αναφέραμε αποδεικνύεται ότι ο Ποσειδώνας είναι όντως θεός και εξουσιαστής της θάλασσας, πλην όμως το επεισόδιο που ακολουθεί αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.
Η Αθηνά, όταν τελικά συναντάται με τον Οδυσσέα στο νησί του και συνομιλούν πρόσωπο με πρόσωπο μεταξύ τους, απαντώντας στο παράπονο του Οδυσσέα ότι δεν τον βοήθησε, όταν κινδύνευε να χάσει τη ζωή του στη θάλασσα από τη μανία του Ποσειδώνα, εκείνη του αποκαλύπτει:
"Εγώ όμως πάντα πίστευα και το ’λεγα στο νου μου.
Μα με τον πατρικό θείο, το σείστη Ποσειδώνα,
δεν ήθελα και να πιαστώ, που πάθος σου κρατούσε,
γιατί το γιο του τύφλωσες που αγαπητό τον είχε" (μτφρ.ν 351-355).
Η απάντηση της Αθηνάς είναι ξεκάθαρη. Δεν επιχείρησε να σώσει τον προστατευόμενό της όχι γιατί δεν μπορούσε ή δεν είχε τη δυνατότητα, αλλά γιατί δεν ήθελε να συγκρουστεί με το θείο της. Η Αθηνά, με την απάντησή της αυτή, φάσκει και αντιφάσκει, αφού, σε μια στιγμή που ο Οδυσσέας παλεύει με τα κύματα και κινδυνεύει να τσακιστεί στα βράχια των ακτών της Σχερίας, επεμβαίνει δυναμικά, γαληνεύει την τρικυμισμένη θάλασσα και σώζει τον Οδυσσέα!
"Τότε άλλο σκέφτηκε η θεά Παλλάδα με το νου της
Έκοψε κάθε ανέμου ορμή κι όλοι λαγιάσαν
και γλυκόπνευτο Βοριά ξεσήκωσε μονάχο
κι έσπασε μπρος τα κύματα, ωσότου πια ο Δυσσέας
να πάει να βρει τους Φαίακες τους θαλασσοθρεμμένους
απ' το χαμό γλιτώνοντας κι απ' τη βαριά του μοίρα" (μτφρ. ε, 399-404).
Ίσως ισχυριστεί κανείς πως η Αθηνά δραστηριοποιήθηκε, όταν ο Ποσειδώνας αποδέχτηκε πως δεν μπορεί άλλο να ταλαιπωρεί τον Οδυσσέα, όταν δηλαδή τον άφησε να θαλασσοδέρνεται και αποχώρησε, λέγοντας ειρωνικά:
"Έτσι χορτάτος βάσανα στο πέλαο τώρα τράβα,
ωσότου θεογέννητους ανθρώπους (Φαίακες) ν' απαντήσεις.
Μα κι έτσι μ' όσα τράβηξες, παράπονο δε θα 'χεις" (μτφρ. ε 394-396).
Τι κάνει όμως η Αθηνά; Αφήνει στο έλεος των κυμάτων τον Οδυσσέα; ΄Οχι. Επεμβαίνει αμέσως. Συγκρατεί τους άλλους ανέμους και αφήνει μόνο το Βοριά, γιατί αυτός τον βοηθά να φτάσει στο νησί.
Εδώ τελειώνει ο χόλος του Ποσειδώνα και οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα στη θάλασσα. Ο θεός της θάλασσας, τελικά, αποδεικνύεται ένας εμπαθής, σκληρός και άδικος θεός απέναντι στον Οδυσσέα, μια και η τύφλωση του Πολύφημου, την οποία επικαλούνταν ως βασική αιτία του μίσους του δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, γιατί ήταν πράξη ανάγκης για τον Οδυσσέα και επρόκειτο για τη ζωή όχι μόνο τη δική του αλλά και των συντρόφων του.
Τελος, αν θελήσουμε να ερευνήσουμε τα αποδιδόμενα στον Ποσειδώνα επίθετα, θα διαπιστώσουμε, για μια ακόμη φορά, πως προέχουν εκείνα που τον χαρακτηρίζουν ως θεό της γης και όχι της θάλασσας. Και αυτά είναι:
Ποσειδάων
 ενοσίχθων απαντάται 9 φορές: (α 74, ε 389, 366, η 56, 271, ι283, λ 253, ν 146, 259).
Ποσειδάων γαιήοχος 6 φορές: (α 67, γ 55,θ 323, 350, ι 268, λ 241).
Ποσειδάωνι άνακτι 6 φορές:(γ 43, ι 256, 410, λ 130, ν 185, ψ 277).
γαιήοχος εννοσίγαιος μία φορά ( λ 241)
Και όλες τις άλλες φορές αναφέρεται η λέξη Ποσειδών σε διάφορες πτώσεις,
αλλά χωρίς επίθετο.
Ποσειδάων (δ. 500, λ 399, 406, ν 181, ψ, 234, ω 109)
Ποσειδάωνος(δ 386, λ 306)
Ποσειδάωνι(γ 178, 333)
Ποσειδάωνα (θ 343, 565, ν 173).

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως, ενώ όλα τα αποδιδόμενα στον Ποσειδώνα επίθετα φωτογραφίζουν ένα θεό της γης (γαιήοχος, ενοσίχθων, ενοσίγαιος), αντίθετα οι ενέργειές του στο έπος αποδεικνύουν ένα θεό εξουσιαστή της θάλασσας, χωρίς κανένα ενδεικτικό επίθετο, παρά μόνο κάποιες αναφορές και μνείες ότι είναι γενάρχης και προστάτης των ναυτικών Φαιάκων, καθώς και της βασιλικής οικογένειας του Νέστορα, του βασιλιά της Πύλου.
Κι όμως τα στοιχεία που παραθέτει ο ποιητής  εμφανίζουν από τη μια το θεό ως θεό της θάλασσας και από την άλλη ως θεό της γης.
Ο ποιητής παίζει σε δύο επίπεδα και ταλαιπωρεί τον αναγνώστη, πετυχαίνοντας έτσι να κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του και να αναμένει μία εξήγηση στο ερώτημά του που διατύπωσε από την αρχή. Ο ποιητής που ξέρει να να ελίσσεται, κάποτε ανταποκρίνεται στο αίτημα του αναγνώστη και του προσφέρει την απάντηση που αναμένει. Επικαλείται μια πληροφορία που έρχεται από τα παλαιότερα χρόνια του τρωικού πολέμου, από την παράδοση. Αυτήν την πληροφορία επαναλαμβάνει αυτούσια και ο ποιητής, σημειώνοντας πως μετά την εκθρόνιση του Κρόνου από τον Όλυμπο τα τρία αδέρφια: ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Πλούτων, μοίρασαν μεταξύ τους το σύμπαν. Ο Δίας πήρε την εξουσία του απέραντου Ουρανού, ο Ποσειδώνας της πλατιάς Θάλασσας και ο Άδης ή Πλούτωνας την εξουσία του σκοτεινού Κάτω Κόσμου.
Έμεινε έξω από την πρώτη μοιρασιά η  γη. Επ’ αυτής αποφάσισαν να έχουν ισότιμη εξουσία (κατά μοίραν ή κατ΄αίσαν) και τα τρία αδέλφια. Με τη μαρτυρία αυτή νομίζουμε ότι δίνεται η απάντηση σε όλες τις απορίες και τα ερωτήματα του αναγνώστη, που κατανοεί για ποιο λόγο ο ποιητής χρησιμοποιεί τα επίθετα  γαιήοχος, ενοσίχθων, ενοσίγαιος, που δηλώνουν εξουσιαστή της γης και από την άλλη πλευρά, για ποιο λόγο εμφανίζεται ο Ποσειδώνας ως θεός της θάλασσας. Ο Ποσειδώνας ήταν θεός που εξουσίαζε τη γη, όπως και οι άλλοι θεοί, αλλά ήταν κατ’εξοχήν θεός της θάλασσας, του υγρού στοιχείου.(0 189-193). Αν δε συμμορφωνόταν με τις αποφάσεις του Δία, ήταν γιατί είχε στη γη την ίδια εξουσία με το Δία.


Δ. Κ. Αραμπατζής