Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014


Εσωτερικός μονόλογος στα έπη του Ομήρου

Ο λογοτέχνης, αν και έχει στη διάθεσή  του πολλούς τρόπους να εκφράζει τις ιδέες και τις απόψεις του σε ένα λογοτεχνικό έργο, διήγημα, μυθιστόρημα ή άλλο, πάντοτε αναζητά τον καλύτερο και τον πιο ευχάριστο τρόπο να τις εκφράζει.
Ένας από τους εκφραστικούς αυτούς τρόπους είναι και ο εσωτερικός μονόλογος, που αποκλείει διαμεσολαβήσεις. Στόχος του είναι να αποτυπώσει στο χαρτί την αδιάκοπη ροή των σκέψεων και των συναισθημάτων που πηγάζουν κατά τρόπο αυθόρμητο και συνειρμικό από μια ενεργή συνείδηση, ικανή να απορροφά ερεθίσματα, εντυπώσεις και εικόνες, αναπαράγοντας όλο αυτό το υλικό με λόγο βιωματικό και ευαίσθητο.
Πρόκειται για ένα εκφραστικό μέσο παλιό, αλλά που μόλις τον περασμένο αιώνα βρήκε τους καλύτερους εκφραστές του στα πρόσωπα του James Joyce (Οδυσσέας1929), του Thomas Mann (Το μαγικό βουνό) και άλλων.
Ασφαλώς, δε θα πρέπει να εκπλαγούμε, αν αποκαλύψουμε πως το είδος αυτό του λόγου δεν είναι επινόηση των λογοτεχνών του περασμένου αιώνα, γιατί ο πρώτος που το χρησιμοποίησε στο λόγο του υπήρξε ο θείος Όμηρος, όπως ήταν και πρώτος δάσκαλος και πολλών άλλων ειδών λόγου. O λογοτέχνης στον εσωτερικό μονόλογο μιλά στον εαυτό του για ένα προσωπικό ζήτημα που μπορεί να αναφέρεται στον εαυτό του ή σε κάποιον άλλον. Πρόκειται, βέβαια, για τις μοναδικές στιγμές του ανθρώπου που θέλει να μιλήσει με τον εαυτό του, να ακούσει τη δική του σκέψη, να κρίνει, να σχολιάσει, να αποφασίσει. Και δεν είναι σπάνιες οι φορές που αισθάνεται την ανάγκη αυτή ένας σκεπτόμενος και υπεύθυνος άνθρωπος.
Στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα ο ποιητής εκμεταλλεύεται τους ήρωες των δύο επών και αυτούς ψυχογραφεί με τους μονολόγους τους, που δείχνουν το μέγεθος της ευθύνης τους και τη σοβαρότητα της σκέψης που τους απασχολεί. Κάποτε ο ήρωας βρίσκεται σε δύσκολη θέση και θέλει να κάνει το μεγάλο βήμα, αλλά διστάζει. Τον εμποδίζουν άλλα γεγονότα. Το μπρος γκρεμός, που λέει ο λαός, και πίσω ρέμα, το αντιμετωπίζει συχνά στη ζωή. Και γι’ αυτό μάχεται διαρκώς με το καθήκον, την υποχρέωση και την ευθύνη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Οδυσσέας. Ο συμπαθής ήρωας της Οδύσσειας κάθε τόσο συναντά εμπόδια και κινδύνους στο ταξίδι του για την Ιθάκη. Έρχονται στιγμές που ακόμη κι αυτός ο πολυμήχανος άνδρας δεν μπορεί να βρει αμέσως μια λογικά αποδεκτή λύση. Και τότε μιλά με τον εαυτό του. Τον ρωτά τι πρέπει να κάνει και πώς πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Μαζί του αγωνιά και αναρωτιέται και ο αναγνώστης, αν και γνωρίζει πως στο τέλος ο ήρωας θα ξεπεράσει το εμπόδιο και θα βρει μια λύση.
Ας παρακολουθήσουμε τον εσωτερικό μονόλογο του Οδυσσέα, όταν, ταξιδεύοντας με τη σχεδία του  για την Ιθάκη, συναντά τον κίνδυνο που λέγεται Ποσειδώνας. Ο θεός της θάλασσας, επιστρέφοντας στον Όλυμπο από τη χώρα των Αιθιόπων, βλέποντας τον Οδυσσέα να πλησιάζει στις ακτές της Ιθάκης, αμέσως ξεσηκώνει  όλες τις μπόρες και κάθε λογής ανέμους, σκεπάζει με σύννεφα στεριά και θάλασσα και με τα τεράστια κύματα απειλεί να πνίξει τον Οδυσσέα. Εκείνος μάταια αγωνίζεται να ξεπεράσει την καταιγίδα και φοβάται πως έφτασε το τέλος του. Γι’ αυτό, αναστενάζοντας βαριά, λέει:
«Αλίμονό μου, ο δύστυχος! Στο τέλος τι θα γίνω;
Φοβούμαι αλάθευτα η θεά μη μου τα πρόβλεψε όλα,
που μου ’λεγε πως συμφορές στα πέλαγα θα πάθω,
πριν φτάσω στην πατρίδα μου. Να που αληθεύουν όλα.
……..Αχ, τώρα πια πάει, γλιτωμό δεν έχει.
Χίλιες φορές οι Δαναοί πιο καλοτυχεροί μου,
που μες στην Τροία χάθηκαν για τους δυο γιους τ’ Ατρέα.
Έτσι είθε να’πεφτα κι εγώ την ώρα που χιλιάδες
τα χάλκινα κοντάρια τους οι Τρώες μου πετούσαν
για τ’ Αχιλλέα το νεκρό. Μνημούρι τότε θα ’χα
 κι οι Αχαιοί τη δόξα μου παντού θα διαλαλούσαν.
 Μα τώρα γράφει η μοίρα μου να κακοθανατίσω».(ε μτφρ.311-324).
Για μια στιγμή περνούν όλα όσα του είπε η Καλυψώ απ’ το μυαλό του και τότε αποκαλύπτει μια ενδόμυχη σκέψη του, ότι δεν θα ήθελε ένα τέτοιο άδοξο θάνατο και καλοτυχίζει εκείνους που έπεσαν πολεμώντας στην Τροία, γιατί, αν είχε την τύχη εκείνων, θα είχε κι αυτός ένα μνήμα που θα θύμιζε τη δόξα του ανάμεσα στους ανθρώπους.
Αμέσως όμως επανέρχεται στην πραγματικότητα και διαπιστώνει με λύπη πως τώρα πρέπει να ετοιμαστεί να πεθάνει με κακό, με άδοξο τρόπο, κάτι που ποτέ δεν είχε φανταστεί και ούτε θα ήθελε.
Νυν δε με λευγαλέω θανάτω είμαρτο αλώναι
Βέβαια, αυτό που τρέμει για τον εαυτό του δεν πραγματοποιείται, γιατί με την επέμβαση της Λευκοθέας, που κάθεται δίπλα στο μονόξυλό του και του δίνει συμβουλές κι ένα μαγικό μαντίλι (κρήδεμνον άμβροτον = μαντίλι αθάνατο) τον σώζει.
Αν από τον κίνδυνο αυτό τον σώζει η Λευκοθέα λίγο αργότερα η εύνοια των θεών τον οδηγεί στο παλάτι του Αλκίνοου και της Αρήτης, και αυτοί ενθουσιασμένοι, διότι είχαν την ανείπωτη χαρά να φιλοξενήσουν τον πιο ένδοξο άνδρα του τρωικού πολέμου, αμέσως με καράβι τους και πλούσια δώρα τον στέλνουν στην πατρίδα του την Ιθάκη. Οι ναύτες τον αφήνουν κοιμισμένο στην ακτή και επιστρέφουν στο νησί τους. Κάποτε ο Οδυσσέας ξυπνά Βλέπει ξαφνιασμένος γύρω του αλλά δε γνωρίζει τον τόπο. Αναστενάζει βαθιά και αναφωνεί απογοητευμένος.
«Ώχου, σε ποιων να βρέθηκα τη χώρα ανθρώπων πάλι;
Άγριοι είναι τάχα και κακοί και δίκιο δεν κατέχουν
ή να φοβούνται τους θεούς και ν’ αγαπούν τους ξένους;
Πού πάω αυτούς τους θησαυρούς κι εγώ πού παραδέρνω;
Ας τα χαιρότανε όλα αυτά καλύτερα οι Φαιάκοι
και εγώ σε βασιλιά τρανού θα πήγαινα άλλου χέρια
να με φιλέψει και στερνά στο Θιάκι να με στείλει.
Τώρα πού να τα βάλω αυτά κι εγώ δεν καλοξέρω
μήτε κι εδώ θα τ’ άφηνα, γιατί θα μου τα κλέψουν.
Ώχου, δεν το’κριναν καλά μήτε ήξεραν το δίκιο
οι αρχηγοί και πρόκριτοι Φαιάκοι που με πήγαν
σε ξένον τόπο κι έλεγαν πως θα με παν στο Θιάκι,
μα να, το λόγο αθέτησαν.Ο σπλαχνικός ο Δίας
ας τους πλερώσει που τη γη απ’ τα ουράνια βλέπει
και κάθε φταίχτη τιμωρεί. Μόν’ έλα ας τους μετρήσω
τους θησαυρούς μου, για να ιδώ κανένα μη μου πήραν
στο βαθουλό καράβι τους κι εδώθε πάνε κι άλλοι».( ν μτφρ.208-224)
Ο Οδυσσέας δε γνωρίζει το νησί του, αυτό που τόσα χρόνια αγωνίζεται να ξαναδεί, γιατί η Αθηνά το έχει καλύψει με ομίχλη. Γρήγορα όμως όταν διαλύεται η ομίχλη και βλέπει με έκπληξη πως βρίσκεται στη γη της πατρίδας του, στο αγαπημένο του νησί, η συγκίνησή του είναι μεγάλη και ανείπωτη η χαρά του.
Ως τη μεγάλη χαρούμενη στιγμή ο Οδυσσέας είναι γεμάτος από απορίες και ερωτήσεις. Αναρωτιέται αν βρίσκεται σε χώρο που ζουν πολιτισμένοι άνθρωποι ή όχι, γιατί έχει κακή εμπειρία από τον Αντιφάτη και τον Κύκλωπα, προβληματίζεται για το θησαυρό του και θέλει να τον μετρήσει μήπως και κάτι του αφήρεσαν οι ναύτες που τον μετέφεραν στον άγνωστο τόπο.  Μετά αμφισβητεί και την ειλικρίνεια των Φαιάκων και ζητά το θεό να τους τιμωρήσει. Και όλα αυτά τα σκέπτεται και τα σχολιάζει, ώσπου να γίνει το θαύμα, να φύγει η ομίχλη, και να διαπιστώσει πως καμιά από τις υποψίες του δεν ήταν σωστή. Βρισκόταν στο νησί του και από το θησαυρό του δεν έλειπε τίποτα!
Σειρά έχει η Ιλιάδα. Θα αναφερθούμε και σε δύο περιπτώσεις του έπους αυτού. Η πρώτη έχει σχέση με τον εσωτερικό μονόλογο του Αγαμέμνονα, που αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνος του τον Έκτορα και εύχεται στη δύσκολη γι’ αυτόν στιγμή να φανεί από κάπου ο Αίαντας να τον πολεμήσουν μαζί. Η δεύτερη αναφέρεται στον Έκτορα, όταν ο ήρωας προβληματίζεται αν θα πρέπει να σταθεί έξω από το κάστρο και να πολεμήσει ως ίσος τον Αχιλλέα ή όχι. Είναι δύο ξεχωριστά πρόσωπα του έπους. Το καθένα προβαίνει στο δικό του μονόλογο και αποκαλύπτει τον προβληματισμό του.
Αγαμέμνων.
«΄Ωχου μου, απ’ τα πανώρια τ’ άρματα τώρα αν τραβήξω πίσω
κι απ’ τον Πάτροκλο, που κείτεται για την τιμή μου εμένα,
μπας και θαμπώσει λέω θωρώντας με κανείς απ’ τους Άργίτες.
Μονάχος πάλε αν με τον Έχτορα και με τους Τρώες τα βάλω
από ντροπή, μη εκείνοι πιότεροι τον ένα, εμένα ζώσουν,
τι τώρα ο κρανοσείστης Έχτορας με όλους τους Τρώες πλακώνει.
Όμως γιατί η καρδιά μου κάθεται και τ’ αναδεύει ετούτα;
Ενάντια στου θεού το θέλημα να πολεμάς με κάποιον
που’ χει θεό προστάτη, γρήγορα κακό τρανό θα σ’ έβρει.
Ποιος Δαναός λοιπόν θα θύμωνε θωρώντας με να φεύγω
στον ΄Εχτορα μπροστά, που μάχεται και είναι οι θεοί μαζί του;
Ν’ άκουγα μόνο το βροντόφωνο τον Αίαντα κάπου τώρα!
Μαζί χιμώντας θα θυμούμασταν ξανά την αντριγιά μας,
κι ενάντια στο θεό. Να σέρναμε καν το κουφάρι πίσω
για χάρη του Αχιλλέα. Καλύτερο στα πάθη μας δε βρίσκω».(Ρ μτφρ. 91-105)
Ο Αγαμέμνων προβληματίζεται και αναρωτιέται με ποιο τρόπο να αντιμετωπίσει το γενναίο Έκτορα τώρα που βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση από τον αντίπαλό του. Πολλοί οι εχθροί και το φοβερότερο ο Έκτορας έχει τους θεούς μαζί του. Σκέφτεται, αν το έβαζε στα πόδια και έφευγε ασφαλώς δε θα τον κατηγορούσε κανένας Αχαιός, όμως εκείνος θέλει να πολεμήσει και θα ευχότανε να εμφανιζόταν τώρα ο Αίαντας, για να θυμηθούνε δόξες παλιές.
Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τις σκέψεις του και εμφανίζεται ο Αίαντας. Βλέπει το πτώμα του Πάτροκλου και το σκεπάζει με την πελώρια ασπίδα του, προστατεύοντάς το από τους εχθρούς που το διεκδικούν.. Ο αγώνας για το λείψανο του Πάτροκλου συνεχίζεται αμφίρροπος, ώσπου  στο τέλος οι Αχαιοί παίρνουν το σώμα του νεκρού και το φέρνουν στη σκηνή του Αχιλλέα.
 Ο Δίας όμως, όταν βλέπει τον Έκτορα να φορά τα αθάνατα όπλα του Αχιλλέα, που σύλησε, όταν σκότωσε τον Πάτροκλο, μονολογεί κι αυτός με νόημα και προδικάζει το τέλος του Έκτορα..  
«Βαριόμοιρε! Δεν πάει στο θάνατο καθόλου ο νους σου εσένα,
που πια σε ζύγωσε, μον’ άρπαξες τρανού αντρειωμένου τώρα
 τ’ αθάνατα άρματα και ντύνεσαι, που τόνε τρέμουν κι άλλοι.
…..
Τι δε θα σε δεχτεί γυρίζοντας ποτέ της η Αντρομάχη
τα ξακουστά από πάνω σου άρματα να βγάλει του Αχιλλέα».(Ρ μτφρ. 201-208)
Και πράγματι, από εκείνη την ώρα άρχισε να μετρά αντίθετα ο χρόνος της ζωής και για τον Έκτορα.
Ο φρικτός πόλεμος συνεχίζεται. Ο Αχιλλέας, μανιασμένος αναζητεί τον Έκτορα να πάρει εκδίκηση για το φόνο του φίλου του. Κι ο Έκτορας αντιμετωπίζει ηθικό πρόβλημα. Να αντιμετωπίσει έξω στον κάμπο ως ίσος το γιο της θεάς ή να μπει στο κάστρο, όπως τον παρακαλούν να πράξει οι γονείς του και η Ανδρομάχη; Τα γεγονότα  πιέζουν το γενναίο υπερασπιστή της Τροίας, τον Έκτορα, και  πρέπει να επιλέξει τον τρόπο που θα αντιμετωπίσει τον μανιασμένο Αχιλλέα.
Έκτορας:
‘Αλί μου ! Τώρα εγώ αν διαβαίνοντας τις πόρτες μπω στο κάστρο,
πρώτος-το ξέρω- ο Πολυδάμαντας θα βγει να με ντροπιάσει,
που μου ’δινε βουλή, στο κάστρο μας τους Τρώες να φέρω μέσα,
ψες βράδυ, που ο Αχιλλέας ασκώθηκε για την κακιά μας μοίρα.
Μα δεν τον άκουσα και δε θα ΄μασταν πολύ πιο κερδεμένοι.
Τώρα,  που τόσο ασκέρι χάλασα με φταίξιμο δικό μου,
μπροστά στους Τρώες αλήθεια ντρέπομαι και στις μακρομαντούσες
Τρωαδίτισσες κανένας κάποτε μην πει αχαμνότερός μου:
«Ο Έχτορας χάλασε το ασκέρι μας με την ξεθαρρεσιά του».
Αυτά θα πουν. Πολύ καλύτερο μένα θα’ταν τότε
για να σκοτώσω, μπρος του βγαίνοντας, τον Αχιλλέα, πριν γύρω,
για και να πέσω από τα χέρια του, σαν άντρας, μπρος στο κάστρο.
   …………………
 Κάλλιο θαρρώ μιαν ώρα αρχύτερα να πιάσουμε το απάλε(μάχη)
σε ποιον να ιδούμε ο αφέντης του Ολύμπου τη νίκη θα χαρίσει».(Χ μτφρ.99-130)
Τελικά ο Έκτορας μένει έξω από το κάστρο και αντιμετωπίζει ως ίσος τον αντίπαλο και πέφτει νεκρός από την ανωτερότητα του γιου της θεάς, του Αχιλλέα. Το τέλος της Τροίας πλησιάζει, ταυτόχρονα όμως και ο χρόνος της ζωής του Αχιλλέα, αφού έχει στενή σχέση με τη ζωή του Έκτορα.
Ο θείος Όμηρος και στον τομέα αυτό δείχνει το δρόμο στους νεότερους, ως πρώτος διδάξας το είδος αυτό, δηλαδή του εσωτερικού μονολόγου, που μόνο ύστερα από πολλούς αιώνες θα γίνει αγαπητό εκφραστικό μέσο σε μερικούς αξιόλογους συγγραφείς του περασμένου αιώνα, για να συνεχιστεί να προτιμάται και από πολλούς νεότερους αλλά αξιόλογους συγγραφείς.


Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τα «λαμόγια» και ο Αριστοφάνης

Λένε πως οι ποιητές προηγούνται της εποχής τους και προβλέπουν πράγματα τα οποία οι άλλοι δεν μπορούν ούτε να τα φανταστούν. Σήμερα που η οικονομική δυσπραγία μαστίζει τους λαούς και η χρεοκοπία σαν μεταδοτική νόσος μεταδίδεται γρήγορα από το ένα κράτος στο άλλο και προκαλεί ανεργία, πείνα και κοινωνική αναστάτωση, ακούγονται κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, οι οποίες προτείνουν λύσεις διεξόδου από το αδιέξοδο.
Ακούγονται χαρακτηρισμοί πρωτόγνωροι, όπως “λαμόγια”, “λαμογιά” για ανθρώπους που τους θεωρούν ως μία από τις αιτίες της οικονομικής τους δυσπραγίας.
Ο Αριστοφάνης, που ζει κι αυτός στην Αθήνα μια παραπλήσια οικονομική κατάσταση, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για σπατάλη του δημόσιου πλούτου, για ατασθαλίες, για μίζες και τα παρόμοια. Και όλα αυτά τα αποδίδει σε άρχοντες και ανθρώπους όμοιους με τα δικά μας λαμόγια, δηλαδή αθρώπους που αδιαφορούν για το κοινό καλό και ευλογούν, όπως λέει και ο λαός,  μόνο τα γένια τους.
Ο Αριστοφάνης εχθρός του πολέμου και των ανθρώπων αυτών που συνεχίζουν τον πόλεμο, για να πλουτίζουν αθέμιτα, την ώρα που πολλοί συμπολίτες τους υποφέρουν αποκλεισμένοι στην πόλη τους εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου, θέλει να αντιδράσει δυναμικά και να εκθέσει στα μάτια του κοινού αυτά τα πρόσωπα, να τα πολεμήσει. Το μόνο αποτελεσματικό του όπλο είναι η κωμωδία. Διαπιστώνει με λύπη του πως ακόμα και μια μερίδα δικαστών πάσχει από αυτή την ασθένεια, όταν ακούει τους ίδιους να ομολογούν ότι ανήκουν στην άρχουσα τάξη και έχουν την εξουσία οι ίδιοι στα χέρια τους και ότι αμείβονται καλύτερα από όλους τους υπαλλήλους για τις υπηρεσίες που προσφέρουν.
Ο ποιητής, που είναι αντίθετος μ’ αυτή τους την αντίληψη και πίστη, θέλει να τους αποδείξει το μεγάλο λάθος τους, ώστε να τους ανοίξει τα μάτια και να δουν την αλήθεια κατάματα. Γι’ αυτό το σκοπό το 422 π.Χ. ανεβάζει στη σκηνή την κωμωδία του Σφήκες, όπου χλευάζει τη φιλοδικία των συμπολιτών του και την κατάντια των δικαστηρίων της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα  προτείνει ένα τρόπο μείωσης της φτώχειας στην Αθήνα. Πρωτάκουστα για την εποχή του πράγματα, γιατί τονίζει στους συμπολίτες του πως, αν κάθε μια πόλη της Αθηναϊκής συμμαχίας, η οποία πληρώνει φόρους στην Αθήνα, επιφορτισθεί να συντηρεί είκοσι φτωχούς Αθηναίους πολίτες, τότε είκοσι χιλιάδες πολίτες θα ζουν με κάθε άνεση. Η ιδέα του ξενίζει πολλούς, γιατί τη θεωρούν καθαρά ουτοπική και γι’ αυτό ούτε καν τη συζητούν μεταξύ τους οι πολίτες. Την απορρίπτουν και τα δύο μέρη, η φιλοπόλεμη μερίδα, γιατί δεν ενισχύει τα συμφέροντά της αλλά και η μερίδα των φίλων της ειρήνης, γιατί τη βρίσκει πολύ προωθημένη.
Ο ποιητής όμως έχει και μια εναλλακτική πρόταση, όπως θα λέγαμε σήμερα. Φέρει στο προσκήνιο το θέμα της οικονομίας και τονίζει πως κι εδώ τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, αφού ο δημόσιος πλούτος διασπαθίζεται αλόγιστα από τους άρχοντες και από ανθρώπους που είναι πάντα στα πράγματα και ξέρουν να ελίσσονται και να ευδοκιμούν, χωρίς να το αξίζουν. Αν ήταν και μιλούσε σήμερα γι’ αυτούς τους ανθρώπους ασφαλώς και θα χρησιμοποιούσε τη λέξη λαμόγια, αφού εκείνοι της εποχής του και οι σημερινοί δε διαφέρουν καθόλου μεταξύ τους.. Ζουν πλουσιοπάροχα αυτοί και οι οικεγένειές τους και ο εργαζόμενος λαός δυστυχεί.
Στην κωμωδία αυτή επάνω στη σκηνή αντιμάχονται δύο πρόσωπα:ο Φιλοκλέων και ο Βδελυκλέων.
Ο πρώτος είναι δικαστής, φίλος του δημαγωγού Κλέωνα και πατέρας του Βδελυκλέωνα, δηλαδή εχθρού του Κλέωνα.
Ο Βδελυκλέων, που βλέπει την άθλια κατάσταση που επικρατεί στην πόλη του και την «αρρώστια» του δικαστή πατέρα του, που θέλει να δικάζει, για να παίρνει τους τρεις οβολούς την ημέρα για τη συμμετοχή στη δίκη και να επαίρεται ότι οι δικαστές είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι υπάλληλοι, θέλοντας να τον συνετίσει, του λέει πως πλανάται, αν νομίζει πως αμείβεται ικανοποιητικά ο δικαστής με τους τρεις οβολούς που παίρνει από τη συμμετοχή του στη δίκη την ημέρα. Και, για να κάνει χειροπιαστή την άποψή του, λέει στον πατέρα του, ότι το κράτος από τα 2000 τάλαντα των εσόδων του κάθε χρόνο  δίνει στους δικαστές μόνο 150 τάλαντα ως μισθό το χρόνο. Τα υπόλοιπα τα καρπούνται οι επιτήδειοι!
ΒΔΕΛ. Άκουσέ με λοιπόν, πατερούλη,….
πόσους φόρους μας στέλνουν στο σύνολο εδώ
απ’ τις σύμμαχες πόλεις το χρόνο,
μα και χώρια απ’ τους φόρους λογάριασε εσύ
πόσες εκατοντάδες μαζεύει
από δάνεια, παράβολα, τέλη αγορών,
λιμανιών, νοίκια, κι όσα δημεύει.
Σούμα ετούτα αν τα κάμεις μας κάνουν κοντά
κάπου τάλαντα έως δύο χιλιάδες.
Βγάλε τώρα από τούτα και δίνε μισθούς
κάθε χρόνο για τους δικαστάδες,
οπού φτάνουν στους έξι χιλιάδες, ποτέ
πιο πολλούς δεν τους είχαμε, παίρνουν
εκατό και πενήντα μισθό τους αυτοί
τάλαντα, κάπου τόσα μας βγαίνουν.
ΦΙΛ. Ώστε μήτ’ ένα δέκατο παίρνουμε εμείς
για μισθό από όσα σοδεύουν.
Μα τότε λοιπόν
Τ’ άλλα τα χρήματα πού τα ξοδεύουν;
ΒΔΕΛ. Μα σ’ κείνους που ξέρεις και λεν:» το λαό
της Αθήνας δε θα προδώσω,
και για κείνον εγώ πάντοτε θ’ αγωνιστώ..»
γελασμένος τους δίνεις την ψήφο σου εσύ
και στο σβέρκο σου επάνω καθίζουν
……
Μα δεν είναι μεγάλη σκλαβιά που όλοι αυτοί
τις μεγάλες τις θέσεις κρατούνε
με τους μπράβους τους, κι όλοι τους παίρνουν μισθούς;
Και σένα, αν σου δώσουν τρεις μονάχα οβολούς
θέλουν έτσι φτωχό να σ’ αφήνουν.
Το γιατί; Θα στο πω, να το ξέρεις.
Γιατί , αν ήθελαν αυτοί να περνάει ο λαός
τη ζωή του καλά, το μπορούνε.
Χίλιες σύμμαχες πόλεις υπάρχουν, που εδώ
φόρο τώρα σ’ εμάς κουβαλούνε.
Αν πρόσταζε ένας άρχοντας η κάθε μια
πολιτεία να τρέφει είκοσι άντρες,
τότε έτσι θα ζούσαν είκοσι χιλιάδες πολίτες.
Οι αλήθειες αυτές ακουγονται στη σκηνή. Τις ακούει ο Δικαστής και αντιλαμβάνεται την κοροϊδία σε βάρος του και την απάτη, το ίδιο και το κοινό που λαχταρά να ακούσει αλήθειες, έστω και με τον τρόπο που τις προβάλλει μια κωμωδία, γιατί θέλει να πιστεύει πως κάποτε οι άνθρωποι θα αλλάξουν και θα αξιωθούν να δουν μια καλύτερη μέρα. Μήπως τα ίδια δεν εξακολουθούν να συμβαίνουν, δυστυχώς, και σήμερα; Τι άλλαξε; Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημά μας.
Ο Αριστοφάνης το παρατήρησε και το σχολίασε με το δικό του τρόπο. Κι όμως το πρόβλημα παραμένει. Ο ποιητής μένει πάντα επίκαιρος και αληθινός. Είναι σαν να φωνάζει δυνατά ότι είναι ντροπή για ένα λαό φιλότιμο και εργατικό, με λαμπρή ιστορία και πολιτισμό, όπως οι Έλληνες, να δέχεται να τον ξεγελούν και να τον εκμεταλλεύονται κάτι λαμόγια, που γνωρίζουν να ελίσσονται και να ευδοκιμούν, χωρίς να το αξίζουν.
Μήπως η υπόσχεση για καλύτερες μέρες, που πάντοτε οι επιτήδειοι υπόσχονται, δεν είναι μια ωραία φαντασίωση και τίποτε παραπάνω; Αν αποδεχτούμε την άποψη αυτή και εφησυχάζουμε, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να διατηρούμε μια αφόρητη κατάσταση, που μας εκθέτει. Τίποτα δε λύνεται με την αδράνεια, την αδιαφορία και την ηττοπάθεια. Η καταπολέμηση της αδικίας και της σπατάλης είναι υποχρέωση του κάθε πολίτη. Δεν  ανατρέπεται μια τέτοια οδυνηρή και επικίνδυνη κατάσταση με εφησυχασμό αλλά με αγώνα σκληρό, με συνεχή προσπάθεια και ακράδαντη πίστη πως στο τέλος η πλάστιγγα της νίκης θα γείρει προς το μέρος αυτού που αγωνίζεται. Αυτό είναι με άλλα λόγια το κήρυγμα του Αριστοφάνη.
Πόσοι  όμως το ενστερνίστηκαν; Ασφαλώς όσοι ενστερνίστηκαν από τους Έλληνες το σημερινό κήρυγμα. Τώρα που το κακό παραέγινε τα κλάματα περιττεύουν. Το μόνο που θα σώσει τους λαούς που κινδυνεύουν από πτώχευση και από τα παντός είδους λαμόγια και λαμογιές, το μόνο που αφήνει μιαν ελπίδα είναι να ξυπνήσουν και να αντιδράσουν με ψυχραιμία και σύμπνοια εναντίον αυτών που βλέπουν τους ανθρώπους ως αριθμούς και εργαλεία για το δικό τους πλουτισμό.


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013



Ειδυλλιακά τοπία στα έπη του Ομήρου

Ο Όμηρος, αν και τυφλός, κατά την παράδοση, έχει δώσει στα δύο έπη του αριστουργηματικές περιγραφές ειδυλλιακών τοπίων, τις οποίες μόνον ένας λογοτέχνης με όραση, παρατηρητικότητα και ευαισθησία μεγάλη θα μπορούσε να δώσει. Με τις περιγραφές του αυτές ο ποιητής, όχι μόνο σαγηνεύει τον αναγνώστη ή τον ακροατή, αλλά ταυτόχρονα ποικίλλει και ομορφαίνει την αφήγησή του.
Ο ποιητής βλέπει τη Φύση άλλοτε όμορφη και μαγευτική και άλλοτε φοβερή και τρομερή. Στην πρώτη περίπτωση με την περιγραφή του χαροποιεί τον άνθρωπο, του στάζει δροσιά και βάλσαμο στην ψυχή, τον ηρεμεί και τον λυτρώνει από τις καθημερινές του έγνοιες, ενώ στη δεύτερη, τον τρομάζει, τον προβληματίζει και τον πανικοβάλλει. Πάντως, και οι δύο περιπτώσεις απεικονίζουν την πραγματικότητα της ζωής με τις χαρές και τις λύπες της. Γι' αυτό ο άνθρωπος πάντα θα προτιμά τις πρώτες από τις δεύτερες.
Η Φύση στη ματιά του Ομήρου είναι καθαρή, παρθενική και όμορφη. Αξίζει να ζει κανείς μέσα σ' αυτήν και να δημιουργεί, να αισθάνεται χαρούμενος και να αντιλαμβάνεται πως δεν είναι γι' αυτόν μόνον τροφός και δάσκαλος, αλλά και σημαντική πηγή ψυχικής αγαλλίασης, στοχασμού, ελευθερίας και καλλιτεχνικής έμπνευσης, ώστε να ταυτίζεται πολλές φορές μαζί της, να την αγαπά, να τη σέβεται και να τη θεοποιεί!
Αυτή τη Φύση προσπαθεί να μας γνωρίσει ο ποιητής με το χρωστήρα του λόγου του και να μας κάνει κοινωνούς της ομορφιάς της, αφού αντιλαμβάνεται ότι, ζώντας κανείς μέσα σ' αυτήν, δεν εξαγνίζει μόνο την ψυχή του αλλά και εμπνέεται από αυτήν και γίνεται υμνητής, ζωγράφος και ποιητής.
Αν, επομένως, η παράδοση θέλει τον ποιητή των δύο επών, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, τυφλό, η πραγματικότητα τον διαψεύδει περίτρανα. Αποδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο λαθεμένη την πίστη του αυτή και την απορρίπτει, κάτι που θα φανεί και από τα κείμενα που ακολουθούν.
Οι θεοί στον Όλυμπο έχουν αποφασίσει να επιστρέψει ο Οδυσσέας στην Ιθάκη και στέλνουν τον Ερμή στην Καλυψώ να της ανακοινώσει την απόφασή τους αυτή στη θεά. Ο φτερωτός θεός, με ένα του άλμα, πετά από τον Όλυμπο και φτάνει στο νησί. Σταματά μαγεμένος έξω από τη σπηλιά της Θεάς και θαυμάζει την ομορφιά της γύρω φύσης και το μελωδικό τραγούδι της. Καλυψώς, που υφαίνει στον αργαλειό της
 Σ' αυτό το σπήλαιο μέσα η Νύμφη
κατοικούσε η λαμπροπλέξουδη και μέσα εκεί τη βρήκε
Φωτιά μεγάλη έκαιγε στη στια και μια ευωδιά απ' αλάργα
μοσκοβολούσε στο νησί, κέδρου κι αφράτης θούγιας
που καίγονταν. Κι η Καλυψώ μ' ολόχρυση σαΐτα
στον αργαλειό της ύφαινε και γλυκοτραγουδούσε.
Φούντωνε γύρω στη σπηλιά δροσολουσμένο δάσος
με κυπαρίσσια ευωδιαστά, με λεύκες και με σκλήθρα,
όπου πλατύφτερα πουλιά φωλιάζανε εκεί πάντα,
γεράκια κι ανοιχτόφωνες κουρούνες, βαρδαλούπες,
θαλασσοπούλια που αγαπούν τα πέλαγα να σκίζουν
Κι ολόγυρα στην κουφωτή σπηλιά ήταν απλωμένη
κληματαριά πολύβλαστη σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερες βρύσες στη σειρά γλυκό νερό αναβρύζαν,
κοντά-κοντά, κι άλλη απ' αλλού κυλούσε τα νερά της.
Κι ανθούσαν γύρω στη στεριά λιβάδια με γιοφύλια
και σέλινα, που αν τα 'βλεπε κι αθάνατος ακόμα,
θα σάστιζε και μέσα του θα ξάνοιγε η καρδιά του
Εκεί στεκότανε ο Ερμής και θαύμαζε θωρώντας(ε 58-75).
Το τοπίο είναι φανταστικό, αφού κάνει να στέκεται έκθαμβος κι ένας θεός.
Η περιγραφή συναρπάζει και γοητεύει.
Ο ποιητής αρχίζει την αναφορά του με το κεντρικό πρόσωπο, την καλοπλέξουδη Καλυψώ, που μέσα στη λαμπρή σπηλιά της, που ευωδιάζει από πεύκο και θούγια, υφαίνει ευτυχισμένη στον αργαλειό της και τραγουδά, μοτίβο γνωστό στον Όμηρο, για να ακολουθήσει η περιγραφή του ειδυλλιακού τοπίου και αμέσως μετά η δυσάρεστη είδηση, που ανατρέπει όλη εκείνη την ομορφιά. Η χαρούμενη διάθεση μετατρέπεται σε λύπη, όταν μαθαίνει πως πρέπει να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα να φύγει για την πατρίδα του.
Το τοπίο γύρω από την σπηλιά της θεάς είναι θαυμάσιο. Μια απλωμένη κληματαριά με τα γλυκά της σταφύλια καλύπτει τη γύρω περιοχή, τέσσερες βρύσες χύνουν τα άφθονα δροσερά νερά τους και  γύρω τους ανθίζουν λιβάδια με γιοφύλια και σέλινα. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν το ειδυλλιακό τοπίο, που βλέπει και θαυμάζει όχι μόνο ο φτερωτός θεός αλλά και ο κάθε επισκέπτης. Ικανοποιούν την όραση, την ακοή, τη γεύση και την όσφρηση. Μαζί με το θεό χαίρεται και ο σύγχρονος αναγνώστης, νοερά έστω, γιατί ένα τέτοιο θαυμάσιο τοπίο τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα πιο σπάνιο και επομένως περισσότερο αναγκαίο στον άνθρωπο των μεγαλουπόλεων  του τσιμέντου.
Ο ποιητής όμως, πέρα από τη φυσική ομορφιά του τοπίου, ξέρει να βλέπει και να εκτιμά και την ομορφιά που απλώνεται μέσα σε ένα κήπο, καθαρό δημιούργημα της φιλοπονίας του ανθρώπου που αγαπά τη Φύση. Πρόκειται για τον κήπο στο παλάτι του Αλκίνοου, που είναι προστατευμένος με φράκτη και είναι φυτεμένος με διάφορα οπωροφόρα δέντρα, τα οποία καρποφορούν δύο φορές το χρόνο, ενώ δύο βρύσες, η μια ποτίζει με τα νερά της τον κήπο, ενώ η άλλη προσφέρει τα νερά της για τις ανάγκες του κόσμου.
Έκτοσθεν δ' αυλής μέγας όρχατος άγχι θυράων
τετράγυος, περί δ' έρκος ελήλαται αμφοτέρωθεν.
ένθα δε δένδρα μακρά πεφύκασι τηλεθόωντα,
όγχναι και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι κτλ.
     Στ'
 απόξω μέρος της αυλής, κοντά στις πόρτες, είχε
μεγάλο κήπο, τεσσάρων στρεμμάτων, κι ένας φράχτης
γύρω τον έφραζε παντού. Κι εκεί μεγάλα δέντρα,
φύτρωναν δροσερά, αχλαδιές, ροδιές, μηλιές με μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές επάνω στον ανθό τους,
που δεν τους έλειπε ο καρπός χειμώνα καλοκαίρι,
μήτε ποτέ τον έχαναν, μόν' άπαυτα φυσώντας
ο Ζέφυρος άλλον γεννά κι άλλον τον ωριμάζει.
Μετά απ' τ' αχλάδια, αχλάδια ανθούν, μετά απ' τα μήλα, μήλα,
σύκο το σύκο γίνεται, σταφύλι το σταφύλι.
Είχε κι ένα πολύκαρπο αμπέλι φυτεμένο.
Άλλες του λιάστρες ξήραινε σε γη στρωμένη ο ήλιος
κι άλλα σταφύλια που τρυγούν κι άλλα πατούν ξοπίσω.
.......................... και στους στερνούς τους όργους,
λογής με τέχνη φύτρωναν πρασιές πάντα ανθισμένες.
Δύο βρύσες έτρεχαν, κι μια πότιζε όλο τον κήπο,
κι απ' το κατώφλι της αυλής, η άλλη απ' τ' άλλο μέρος,
προς το παλάτι πήγαινε, όθε έπαιρνε ο κόσμος.
Τέτοια χαρίσανε οι θεοί δώρα λαμπρά του Αλκίνοου( η 112-132).
Ο ποιητής, περιγράφοντας το τοπίο γύρω από τη σπηλιά της Καλυψώς, μας παρουσιάζει ένα φυσικό τοπίο, ενώ στον κήπο του Αλκίνοου, ένα τοπίο (κήπο), καθαρό δημιούργημα της ανθρώπινης φιλοπονίας και αγάπης.
Στην Κυκλώπεια, ακολουθώντας το γνωστό του μοτίβο, πλάθει με τη φαντασία του ένα όμορφο νησάκι απέναντι από το νησί των Κυκλώπων, το οποίο φαντάζεται ως προθάλαμο, ως δόλωμα της Φύσης, για να προσελκύσει τον ταξιδιώτη σ' αυτό και από εκεί η περιέργειά του να τον ρίξει στα σαγόνια του ανθρωποφάγου τέρατος, του Κύκλωπα, που ζει στο διπλανό νησί, βόσκοντας τα γιδοπρόβατά του με τους ομοίους του.
Το ευχάριστο και χαρούμενο συναίσθημα που νιώθει ο επισκέπτης αυτού του ήρεμου νησιού σε λίγο μετατρέπεται σε συμφορά, σε φόβο και σε θλίψη μεγάλη με το θάνατο των συντρόφων του Οδυσσέα, από το μονόφθαλμο Πολύφημο (Κύκλωπα), γιο του Ποσειδώνα
 Κι ένα νησάκι απλώνεται πιο πέρα απ' το λιμάνι,
ούτε κι αλάργα ούτε κοντά στη χώρα των Κυκλώπων,
πολύδεντρο, όπου αμέτρητα τα άγρια γίδια βόσκουν
γιατί πατήματα ποτέ ανθρώπων δεν τα σκιάζουν,
μήτε συχνάζουν κυνηγοί, που στα πυκνά λαγκάδια
και στις ψηλές βουνοκορφές παν και τσακούν τα πόδια.
Κοπάδια απάνω στο νησί δεν έχει ούτε χωράφια,
μόν' άσπαρτο κι ανόργωτο χρόνο καιρό είναι έρμο
και μόνο θρέφει στις βοσκές βελαζολάλες γίδες.
Δεν έχουν κοκκινόπλωρα οι Κύκλωπες καράβια
μήτε τεχνίτες καραβιών πλεούμενα να φτιάσουν
σε κάθε χρήσιμη δουλειά, να πάνε σ' άλλους τόπους,
όπως συχνά τις θάλασσες περνώντας τρέχουν άλλοι,
να φέρουν στ' αφροχώματο νησί να τους δουλέψουν.
Ξερό δεν είναι. Θα 'φερνε κάθε καρπό στην ώρα.
Γιατί από την άκρη του γιαλού αρχίζουν τα λιβάδια
δροσάτα απαλοχώματα. Τα αμπέλια αιώνια θα 'ταν.
Η γη στρωτή για όργωμα. Παντού βαθιά χωράφια,
με χώμα αφράτο, που ο καιρός σαν έρθει, θα θερίσεις.
Κι έχει λιμάνι απάνεμο, που μήτε παλαμάρια
θέλεις εκεί, μήτε άγκυρες, μήτε σχοινιά να δέσεις,
μόν' αραγμένος κάθεσαι καιρό, όσο το πρίμο αγέρι πάρει.
Και μια πηγή στου λιμανιού το βάθος αναβρύζει
νεράκι, κάτω απ' τη σπηλιά και γύρω ανθίζουν λεύκες( ι 115-141).
Ο ποιητής, απ' το ωραίο τοπίο της Καλυψώς και το θαυμάσιο κήπο του Αλκίνοου, μας μεταφέρει στο ερημικό νησί και περιγράφει όχι μόνο τις ομορφιές που έχει το νησί αλλά και τι του λείπει. Έτσι, την αρνητική διατύπωση στην περιγραφή, τη διαδέχεται η καταφατική, η θετική.
Πάντως, πρόκειται για ένα μαγευτικό παρθένο ερημονήσι, κατάλληλο για ξεκούραση στον περαστικό ναυτικό.
Μήπως με τον ίδιο τρόπο δεν παρουσιάζει ο ποιητής και το νησί της Κίρκης, όπου φτάνει ο Οδυσσέας με το καράβι του; Από μακριά προβάλλει το μαρμαροχτισμένο παλάτι της θεάς μάγισσας, που προκαλεί την επίσκεψη μιας ομάδας ανδρών του Οδυσσέα. Οι άνδρες, περίεργοι όπως είναι, φτάνουν και θαυμάζουν το παλάτι της Κίρκης. Τους βλέπει η θεά, τους υποδέχεται με ναζιάρικη προσποίηση και αμέσως με το μαγικό της ραβδί τους μεταμορφώνει σε χοίρους. Η θεά εξοντώνει τους ανεπιθύμητους επισκέπτες με το ραβδί της και τους μεταμορφώνει σε ζώα. Στο παλάτι υπάρχουν και άλλοι που είχαν την τύχη των συντρόφων του Οδυσσέα και είναι αυτοί που είναι μεταμορφωμένοι σε ήρεμα λιοντάρια και άλλοι σε άκακους λύκους. Το παραμύθι καλά κρατεί. Η περιγραφή είναι εντυπωσιακή και εξυπηρετεί τους σκοπούς της θεάς μάγισσας, ενώ, ως ένα σημείο, ικανοποιεί και τον επισκέπτη.
Μες στο λαγκάδι βρήκανε της Κίρκης το παλάτι
σε μια κορφούλα αγναντερή, με μάρμαρα χτισμένο.
Λιοντάρια λαγκαδόθρεφτα και λύκους είχε γύρω,
που με βοτάνια μαγικά τα 'χει όλα μερωμένα
μηδ' ορμήσαν απάνω τους, μόν' τις μακρές ουρές τους
κουνούσαν κι όρθια σταθήκαν...
......Κι όλοι ετρέμαν τέτοια θεριά σαν είδαν.
Κι άκουσαν μέσα με γλυκιά φωνή που τραγουδούσε,
την Κίρκη κι ύφανε άφθαρτο πανί μεγάλο, ως είναι
όλα τα έργα των θεών, ψιλά, χαριτωμένα (κ 213-226).
Οι άνδρες του Οδυσσέα, αντί να υποψιαστούν με τα όσα είδαν, αφέθηκαν στην τύχη τους και η κακιά μάγισσα τους μεταμόρφωσε κι αυτούς σε ζώα. Τα φαινόμενα, δυστυχώς, εξαπατούν και οι άνθρωποι οφείλουν να είναι περισσότερο προσεκτικοί και δύσπιστοι, αν δε θέλουν να γίνονται θύματα σε τέτοιους διπρόσωπους ανθρώπους.
Θα κλείσουμε το σημείωμά μας με δύο χωρία από την Ιλιάδα. Το πρώτο αναφέρεται στην τρυφερή σκηνή Δία-Ήρας, ενώ το δεύτερο στην περιγραφή μιας σκηνής που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος στην ασπίδα του Αχιλλέα.
Η Ήρα, για να προκαλέσει ερωτικά το Δία, στολισμένη με λαμπρά φορέματα και
 λάμποντας από ομορφιά, επισκέπτεται το σύζυγό της με το πρόσχημα ότι πηγαίνει να δει τα πέρατα του κόσμου. Εκείνος, ξαφνιασμένος από την ομορφιά της, θέλει να την πείσει να μείνει και να κοιμηθούν μαζί, ενώ εκείνη αρνείται με την πρόφαση ότι δεν είναι κατάλληλο το μέρος και η ερωτική τους συνεύρεση θα γίνει ευχάριστο θέαμα σε όλους του θεούς. Τότε ο γυναικοκατακτητής Δίας βάζει τα δυνατά του και προσπαθεί να την πείσει ότι θα δημιουργήσει τέτοια φωλίτσα για τον έρωτά τους, ώστε και οι ακτίνες του ήλιου να μην μπορούν να τους εντοπίσουν! Η προσποίηση της Ήρας τελεσφόρησε και ο μεγάλος γυναικοκατακτητής έπεσε στα πλοκάμια της.
  
Είπε, κι ο Δίας πήρε τη γυναίκα του στην αγκαλιά του.
Για χάρη τους η θεία γη έβγαλε κάτωθέ τους χλωρό χορτάρι
και δροσερό αγριοτρίφυλλο και κρόκους και υακίνθους
πυκνούς και απαλούς, κρατώντας τους ψηλά απ' το χώμα.
Πλάγιασαν μέσα εκεί κρυμμένοι σε όμορφο σύννεφο
χρυσό, κι έπεφταν στη γη στιλπνές δροσοσταλίδες ( Ξ 346-361).
Το δεύτερο χωρίο αναφέρεται στην ασπίδα του Αχιλλέα, έργο της τέχνης του θεού Ήφαιστου. Ο ποιητής σ’ αυτό περιγράφει μια σκηνή τρύγου, όπου, νέοι και νέες, τραγουδώντας το τραγούδι του Λίνου, τρυγούν τ' αμπέλια χαρούμενοι με τη συνοδεία του ήχου γλυκιάς κιθάρας και των τραγουδιών τους. Η σκηνή είναι γεμάτη από χρώμα, ζωντάνια, κίνηση και ήχο, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα στην Ελλάδα σε όσα, βέβαια, μέρη εξακολουθεί να γίνεται ο τρύγος..
Σχεδίασε κι αμπέλι σταφύλια φορτωμένο,
πανέμορφο, χρυσό. Μαύριζαν πάνω τα σταφύλια του,
κι ως πέρα στήριζαν τα κλήματα διχάλες ασημένιες.
Άνοιξε πλάι χαντάκι βαθυγάλαζο υψώνοντας ολόγυρα,
φράχτη από καλάμι, μόνο ένα μονοπάτι στο αμπέλι οδηγούσε,
από εκεί περνούσαν οι κουβαλητές την εποχή του τρύγου.
Και κουβαλούσαν το γλυκό καρπό, όλο χαρά, νέες
και παλικάρια μες σε πλεχτά καλάθια.
Ανάμεσά τους ένα αγόρι έπαιζε γλυκιά μελωδική κιθάρα
και γλυκοτραγουδούσε απαλά του Λίνου το τραγούδι,
οι άλλοι, όλοι μαζί τα πόδια τους χτυπώντας, ακολουθούσαν
χοροπηδώντας με φωνές και με τραγούδια(Ξ 501-572).
Ασφαλώς, με τα κείμενα που παραθέσαμε από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, δεν εξαντλήσαμε το θέμα, μια και υπάρχουν πολλά άλλα χωρία στα έπη του Ομήρου, αλλά νομίζουμε πως και μ' αυτά που επιλεκτικά σας παρουσιάσαμε, όχι μόνο αποδεικνύουν την ικανότητα του ποιητή να περιγράφει με αριστουργηματικό τρόπο σκηνές μονομαχιών, τραυματισμών ή φόνων στα έπη του, αλλά παράλληλα και να φιλοτεχνεί με μοναδικό τρόπο σκηνές και εικόνες χαρούμενες, ζωντανές, πολύχρωμες και ανθρώπινες. Ο ποιητής περιγράφει με την ίδια ικανότητα και αυτάρκεια σκηνές φόβου αλλά και σκηνές χαρούμενες, τρυφερές, ανθρώπινες. Είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος. Πρόκειται, ασφαλώς, για έναν μεγάλο καλλιτέχνη, ποιητή και ζωγράφο, που θαύμασε και θαυμάζει ο κόσμος όλος, για τον οποίο όμως ουδείς μπορεί πια να ισχυριστεί ότι υπήρξε τυφλός.
[Ο ΄Ομηρος δεν ήταν τυφλός (ο+μη+ ορών), ούτε και ένας αιχμάλωτος (αιχμή+ αλίσκομαι), όπως τον θέλουν πολλοί (όμηρος=σκλάβος πολέμου). Ο μεγάλος ποιητής ήταν ελεύθερος άνθρωπος από την Ιωνία, έβλεπε και παρατηρούσε τον κόσμο όσο λίγοι άνθρωποι. Έγραψε τα έπη του στην πατρογονική του γλώσσα, την ιωνική, γιατί αυτήν μιλούσε ο ίδιος και οι συμπατριώτες του ]