Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

 Το ήθος του  Οδυσσέα στην Οδύσσεια

Αναρωτηθήκατε ποτέ, εάν η εικόνα που έχουμε σχηματίσει από την παράδοση για την προσωπικότητα του Οδυσσέα, του βασιλιά της Ιθάκης, συμφωνεί με εκείνη που ειδικά προβάλλεται μέσα από το έπος της Οδύσσειας;  Είναι πράγματι ένας πανούργος και ένας εκτελεστής διαταγών, όπως τον εμφανίζει σε μερικές περιπτώσεις η τραγωδία (Εκάβη, Φιλοκτήτης κτλ.), ή διακρίνεται περισσότερο για τη σύνεση, την καρτερία και την ανθρωπιά του, όπως εμφανίζεται στην Οδύσσεια;
Ο ποιητής με τους πρώτους στίχους του έπους (προοίμιο) σκιαγραφεί τον άγνωστο ακόμη ήρωα (Οδυσσέα) και πληροφορεί τον ακροατή ή τον αναγνώστη για τα σπουδαιότερα  γνωρίσματά του: πολύτροπος, πουλυταξιδεμένος, κατακτητής, πολύπειρος, πολυπαθής,  φιλέταιρος, για να τα συμπληρώσει με την εξέλιξη του μύθου: πολύτλας=καρτερικός, πολύμητις=ευφυής ή πολύ σοφός. δίος=θεϊκός.  Έτσι ο ποιητής προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον ήρωα του οποίου το όνομα θα αποκαλύψει αργότερα, δηλαδή του Οδυσσέα, ο οποίος τελικά θα επαληθεύσει όλα αυτά τα γνωρίσματα που η παράδοση του αποδίδει.
Στην Οδύσσεια, ο βασιλιάς της Ιθάκης, περιπλανιέται επί δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το τέλος του τρωικού πολέμου σε στεριές και θάλασσες.
Αντιμετωπίζει άπειρους κινδύνους, πλην όμως εκείνος τους προσπερνά, έχοντας τάξει σκοπό στη ζωή του το νόστο, την επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη, που θα πραγματοποιηθεί αλλά σε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη που άφησε, σε μια κοινωνία εξελισσόμενη, που ζητά τη δική της συνοχή μέσα απ’ τον αυτοσεβασμό και το σεβασμό του άλλου, μέσα από την αξία της εργασίας, της αγάπης για την πατρίδα, για την οικογένεια, για την τιμή και την κατάκτηση της αρετής.
Ο άνθρωπος της κοινωνίας αυτής γνωρίζει καλά τις δυσκολίες της ζωής και αγωνίζεται να βελτιώσει τη ζωή του, να προοδεύσει και να καταξιωθεί ανάμεσα στους συνανθρώπους του. Αντιλαμβάνεται πως τίποτα δε χαρίζεται και ότι τα πάντα κατακτώνται από τον ίδιο με εργασία, με προσπάθεια, με διαρκή πάλη και αγώνα. Επομένως, θα ήταν μεγάλο λάθος να σχηματίσει κανείς την αντίληψη ότι η Οδύσσεια, επειδή αναφέρεται σε έναν κόσμο υπό διαμόρφωση, δεν έχει κανόνες ή θεσμούς που ρυθμίζουν τη ζωή των ανθρώπων της εποχής εκείνης.
 Ο ομηρικός κόσμος είναι ένας κόσμος πολιτισμού, διαπνέεται από ιδανικά, από αγάπη για τη ζωή και τον αγώνα που θα του δώσει δόξα (κλέος) και νίκη (κύδος). Σε πολλά σημεία του έπους αυτού αντιπαρατίθεται ο κόσμος του πολιτισμού και της ανθρωπιάς, στον κόσμο της αγριότητας και του πρωτογονισμού (Κυκλώπεια), όπως ακριβώς αντιτίθεται το φως στο σκοτάδι και η  αρετή στην κακία.
Με τα έπη του Ομήρου η κοινωνία εκείνη βγαίνει από το μύθο και αναζητά το λόγο, την αιδώ, τη δικαιοσύνη και την αρετή.
Έτσι, μέσα από την αφήγηση του ποιητή θα οδηγηθούμε να γνωρίσουμε καλύτερα τις αρχές αυτές και να διαγράψουμε το ήθος του ομηρικού ανθρώπου, κυρίως του Οδυσσέα, του βασικού ήρωα της Οδύσσειας.
Θα περιοριστούμε, βέβαια, σε λίγα σημεία του έπους, σ’ εκείνα ακριβώς όπου καθρεφτίζεται ολοκάθαρα το ήθος του ήρωα αλλά και των άλλων ανθρώπων, για να φτάσουμε εξ απαλών ονύχων στην αλήθεια, στην πραγματική σκιαγράφηση του ήθους του.
Αν ανατρέξουμε, λοιπόν, στα γεγονότα της χ ραψωδίας, δηλαδή στη  μνηστηροφονία, όπου ο Οδυσσέας σκοτώνει όλους τους ασεβείς και αλαζόνες μνηστήρες, θα μείνουμε έκθαμβοι από την αναπάντεχη ενέργειά του, η οποία αποκαλύπτει το  επίπεδο του ανθρώπου και δείχνει το ήθος και τη σύνεσή του.
Πρόκειται για το περιστατικό της κρίσιμης στιγμής του μακελειού, όταν ο  Τηλέμαχος, επεμβαίνοντας, παρακαλεί τον πατέρα του να σώσει  τη ζωή του αοιδού Φήμιου και του κήρυκα Μέδοντα.
Τον πρώτο, γιατί χωρίς τη θέλησή του τραγουδούσε στα γλέντια των μνηστήρων, και θα ήταν άδικο να τιμωρηθεί για κάτι που έκανε ακουσίως, το δεύτερο, γιατί ακόμη από παιδί τον αγαπούσε και ήταν δίπλα του όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια.
Τη στιγμή εκείνη της ευθύνης ο υπέροχος νέος αισθάνεται την ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη σε ανθρώπους αθώους και ενάρετους. Έχει  προσωπική γνώση και νιώθει ηθική υποχρέωση να επέμβει και να σώσει τη ζωή τους. Ο Οδυσσέας συναινεί στην παράκληση του γιου του και, χαρίζοντας τη ζωή στον αοιδό Φήμιο και στον κήρυκα Μέδοντα, λέει ενδεικτικά στον τελευταίο:
Θάρσει, επεί δη σ’ ούτος ερύσατο και εσάωσεν,
όφρα γνως κατά θυμόν, ατάρ είπησθα και άλλω,
ως κακοεργίης ευεργεσίη μέγ’ άμείνων (χ 361-363).
Μη φοβηθείς και τη ζωή να τη χρωστάς στο γιο μου,
για να το ιδείς και μόνος σου και να το πεις στους άλλους,
πως το καλό είναι ανώτερο απ’ την κακή πράξη.
Ο πολυμήχανος άνδρας αξιολογεί μια πράξη, την οποία θεωρεί τίμια και ηθική, γι’ αυτό και ανταμείβει τον άνθρωπο με το μεγαλύτερο δώρο. Του χαρίζει τη ζωή! Ταυτόχρονα όμως συμβουλεύει το Μέδοντα να το πει, να το γνωστοποιήσει και στους άλλους, για να γνωρίζουν πως μια καλή πράξη είναι πάντα ανώτερη από μια κακή και ανήθικη. Αυτό είναι το απόσταγμα της σοφίας και της εμπειρίας που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια ο βασιλιάς της Ιθάκης, τόσο στον πόλεμο, όσο και στις δεκάχρονες περιπλανήσεις του σε στεριά και θάλασσα.
Ποια καλύτερη μαρτυρία θα χρειαζόταν, λοιπόν, ο σημερινός αναγνώστης να γνωρίσει το ήθος του ήρωα της εποχής εκείνης; Αν και μόνον αυτή η μαρτυρία σωζόταν, νομίζουμε πως θα ήταν αρκετή να αντιληφθούμε ότι ο ομηρικός κόσμος δε ήταν χωρίς αξίες και χωρίς ιδανικά. Ήταν ένας κόσμος πολιτισμού, που πέρα από τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της καθημερινότητας, διέθετε πάντα μια σπίθα ανθρωπιάς, ήθους, εντιμότητας, θεοσέβειας και αρετής. Το γνωρίζει ο Οδυσσέας, γι’ αυτό, κάθε φορά που βρίσκεται σε άγνωστη χώρα, αναρωτιέται αν οι άνθρωποί της είναι πολιτισμένοι, αν έχουν νόμους και πιστεύουν σε θεούς.
Έτσι συμβαίνει και όταν αποφασίζει να επισκεφτεί το νησί των Κυκλώπων, που έβλεπε απέναντί του, για να διαπιστώσει, αν εκεί μένουν και ζουν άνθρωποι πολιτισμένοι ή άγριοι και ασεβείς στους θεούς. Αφήνει τους συντρόφους του καραβιού του μακριά από τη χώρα που πρόκειται να επισκεφτεί και, με τη συνοδεία λίγων ανδρών(12), επιχειρεί να ικανοποιήσει την περιέργειά του.
Άλλοι μεν νυν μίμνετ’, εμοί ερίηρες εταίροι×
αυτάρ εγώ συν νηί τ’ εμή και εμοίς ετάροισιν
ελθών τώνδ’ ανδρών πειρήσομαι, οί τινές εισιν,
ή ρ’ οι γ’ υβρισταί τε και άγριοι ουδέ δίκαιοι,
ηέ φιλόξενοι και σφίσιν νόος εστί θεουειδής.
Οι άλλοι εδώ να μείνετε τώρα, πιστοί σύντροφοι,
κι εγώ με το καράβι μου και τους δικού μου ανθρώπους,
θα πάω να μάθω ποίοι είναι αυτοί που κατοικούν τον τόπο,
άγριοι αν είναι κι άπιστοι και δίκιο αν δεν κατέχουν,
ή τους θεούς αν σέβονται κι άντρες φιλόξενοι είναι (ι 172-176).
Με λίγα λόγια ο ήρωας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του πολιτισμένου και του απολίτιστου ανθρώπου και θέλει να γνωρίσει, αν οι άνθρωποι του χώρου αυτού  ανήκουν στην πρώτη ή στη δεύτερη κατηγορία. Δυστυχώς όμως για τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, η επίσκεψή τους ήταν απρόσμενα επικίνδυνη και στοίχισε τη ζωή μερικών από αυτούς, που έγιναν νόστιμο έδεσμα του τέρατος που άκουγε στο όνομα Πολύφημος!
Ένας ήρωας όμως που έχει τόλμη και ανδρεία, καρτερία και επινοητικότητα (πολύτροπος, πολυμήχανος), πάντα βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους κινδύνους. Μέθυσε τον Κύκλωπα, τον τύφλωσε και έτσι έσωσε τη δική του ζωή αλλά και των συντρόφων του.
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε πως ο ποιητής, αν και αποκαλεί πολυμήχανο και πολύτροπο τον Οδυσσέα, φαίνεται ότι το πράττει όχι τόσο, για να ψέξει τον ήρωα, όσο για να τον αναδείξει, αφού, την επινοητικότητά του και τη σοφία του δεν τη χρησιμοποιεί παρά μόνο να αντιμετωπίζει και να εξουδετερώνει κινδύνους και να επιβιώνει. Ποτέ δεν είναι κακόβουλα δόλιος, ούτε είναι άπιστος με τη θέλησή του. Έτσι τα δύο επίθετα φωτίζουν θετικά την προσωπικότητα του Οδυσσέα.
Πολλοί τον κατηγόρησαν για απιστία απέναντι στην καθόλα πιστή και συνετή Πηνελόπη. Πόσο όμως ευσταθεί μια τέτοια κατηγορία, αν λάβει κανείς υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε ο ήρωας στο περιπετειώδες ταξίδι του για την επιστροφή στην Ιθάκη, όταν διέπραξε τις απιστίες του αυτές με την Κίρκη και την  Καλυψώ;
 Ο Οδυσσέας ζει με ένα όνειρο: να γυρίσει στην πατρίδα (νόστος). Ο πραγματικός του έρωτας είναι η συνετή και πιστή Πηνελόπη. Γι’ αυτό, αν κάποτε γίνεται εραστής της Κίρκης και της Καλυψώς, σ’ αυτό υποχρεώνεται από τις συνθήκες, από την ανάγκη και από σκοπιμότητα ίσως, αφού, ως θνητός, είναι αδύνατο να απορρίψει τις επιθυμίες μια θεάς. Τρανή απόδειξη  ότι απορρίπτει την αθανασία που του υπόσχεται η Καλυψώ και προτιμά τη θνητότητα και τη λευτεριά του από τα πλοκάμια της κόρης του Άτλαντα. Ο ήρωας είναι αφοσιωμένος σε ένα σκοπό, στο νόστο. Δε δελεάζεται με υποσχέσεις, γιατί προτιμά, όπως λέει ο ίδιος, να δει να βγαίνει καπνός πάνω από τη γη της πατρίδας του και ας πεθάνει.
αιεί δε μαλακοίσι και αιμυλίοισι λόγοισι
θέλγει, όπως Ιθάκης επιλήσεται× αυτάρ Οδυσσεύς,
ιέμενος και καπνόν αποθρώσκοντα νοήσαι
ης γαίης, θανέειν ιμείρεται....
(Και  η Καλυψώ) όλο με τα μαργιόλικα και τα γλυκά της λόγια
(νύχτα και μέρα) τον πλανά το Θιάκι να ξεχάσει.
Μα ο Οδυσσέας και καπνό ποθεί να ιδεί απ’ αγνάντια
να βγαίνει απ’ την πατρίδα του ψηλά κι ας ξεψυχήσει(α 56-59).
Όταν  όμως λίγο αργότερα η Καλυψώ παίρνει την εντολή από τους θεούς να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα να επιστρέψει στην Ιθάκη, εκείνη καταβάλλει μια ύστατη προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της. Του υπόσχεται αθανασία. Και όταν εκείνος απορρίπτει την πρότασή της, τον ρωτά, αν επιμένει στην άρνησή του είναι γιατί προτιμά την Πηνελόπη περισσότερο από εκείνη, που είναι θεά; Ο Οδυσσέας, που καταλαβαίνει τον πόνο της ερωτευμένης θεάς, της απαντά:
Πότνια θεά, μη μοι τόδε χώεο× οίδα και αυτός
πάντα μάλ’ ούνεκα περίφρων Πηνελόπεια
είδος ακιδνότερη μέγεθός τ’ εις άντα ιδέσθαι×
η μεν γαρ βροτός εστι, συ δ’ αθάνατος και αγήρως.
αλλά και ως εθέλω και εέλδομαι ήματα πάντα
οίκαδε τ’ ελθέμεναι και νόστιμον ήμαρ ιδέσθαι.
Συμπάθα με, λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω
σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπροστά σου η Πηνελόπη,
στ’ ανάστημα και στη μορφή, τις δυο όποιος συγκρίνει.
Θνητή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου.
Μα κι έτσι πάντα λαχταρώ να φτάσω στην πατρίδα
και να τη δουν τα μάτια μου του γυρισμού τη μέρα(ε 215-220).
Το βασιλιά όμως της Ιθάκης δε διεκδικούν οι δύο θεότητες, η Κίρκη και η Καλυψώ  αλλά και η θεά Αθηνά, για άλλο όμως λόγο.
Η Αθηνά, η θεά της σοφίας, συμπαθεί τον ήρωα και τον συμπαραστέκεται. Σε μια μάλιστα κατά πρόσωπο συνομιλία μαζί του στην ακτή της Ιθάκης, ομολογεί στον ίδιο ότι ενεργεί έτσι, γιατί της μοιάζει στη σοφία και τη γνώση.
αλλ’ άγε μηκέτι ταύτα λεγώμεθα, ειδότες άμφω
κέρδε’,...επεί συ μεν έσσι βροτών οχ’ άριστος απάντων
βουλή και μύθοισιν, εγώ δ’ εν πάσι θεοίσι.
[...]
Νυν αυ δεύρ’ικόμην, ίνα τοι συν μήτιν υφήνω
χρήματά τε κρύψω...είπω δ’ όσσα δόμοις ένι
κήδε’ανασχέσθαι...
Μόν’ έλα ας τα αφήσουμε, το ξέρουμε κι οι δυο μας
ποιο μας συμφέρει, αφού και συ απ’ όλους τους ανθρώπους
ο πρώτος είσαι στη βουλή και στη ρητοροσύνη,
κι εγώ για τη σοφία μου και την πολλή μου γνώση
στον ουρανό φημίζομαι στους αθανάτους όλους.
[...]
Τώρα πάλε έφτασα κι εδώ βουλή μαζί σου να βρω
να κρύψω αυτούς τους θησαυρούς...και να σου πω
όσα βάσανα γραφτό είναι να περάσεις στ’ αρχοντικό σου... (ν 296-307)
Η θεά όχι μόνο δεν τον παρατηρεί για κάτι ανήθικο που έκανε μα αντίθετα αιτιολογεί τη συμπάθειά της προς το πρόσωπό του και του λέει ευθέως ότι τον συμπαθεί και τον συντρέχει, γιατί της μοιάζει. Γιατί εκείνος είναι το δυνατό μυαλό ανάμεσα στους θνητούς, ενώ εκείνη φημισμένη για τη γνώση και τη σοφία της ανάμεσα στους αθάνατους. ΄Ομοιος ομοίω αεί πελάζει.
Η γενναιότητα και η σύνεση του ήρωα αποκαλύπτεται και σε μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση, όταν ο Οδυσσέας έχει επιστρέψει στην Ιθάκη και έχει εξοντώσει τους ασεβείς μνηστήρες. Ο ίδιος είναι καταματωμένος από μεγάλο φονικό που συντελέστηκε στο παλάτι του και  αναμένει την παραμάνα του Ευρύκλεια,  να της δώσει κάποιες εντολές. Εκείνη, βλέποντάς τον μέσα στα αίματα και ξαπλωμένους κάτω τους μνηστήρες νεκρούς, πάει να φωνάξει με χαρά και να θριαμβολογήσει για το γεγονός.
Κι ως είδε η βάγια τους νεκρούς, το αίμα τους σαν ποτάμι
πήγε να βάλει τις φωνές, τέτοια χαρά σαν είδε.
Μα τη σταμάτησε ο θεϊκός Οδυσσέας να φωνάξει,
κι έτσι στη βάγια μίλησε με φτερωμένα λόγια×
«Μέσα σου κράτα τη  χαρά και μη φωνάζεις, βάγια,
γιατί είναι κρίμα τους νεκρούς να χαίρεσαι όταν βλέπεις.
Η μοίρα αυτούς τους χάλασε και τα κακά τους έργα (χ  407-414) .
Έτσι μιλά ο ευφυής και συνετός άνδρας. Οι χαρές και οι πανηγυρισμοί είναι ασέβεια στους νεκρούς, γιατί αυτοί τιμωρήθηκαν δίκαια από τη μοίρα τους, επειδή έπραξαν το κακό.
Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να κατηγορηθεί για την πράξη του αυτή, γιατί υπήρξε το μέσο της μοίρας, για να τιμωρηθούν οι αλαζόνες και οι ασεβείς μνηστήρες. Την πράξη της μνηστηροφονίας αποδέχεται και η συνετή Πηνελόπη, όταν παρατηρεί την Ευρύκλεια για τη χαρά που δείχνει για το φόνο των μνηστήρων.
Ακόμα, βάγια μου καλή, μην καμαρώνεις τόσο.
[…]
Όμως δεν είναι ο λόγος σου σωστός όπως τον είπες,
μα κάποιος σκότωσε θεός τους άτροπους μνηστήρες,
που θύμωσε για τ’ άπονα και τ’ άνομά τους έργα.
Γιατί κανέναν αυτοί θνητό στον κόσμο δεν ψηφούσαν,
είτε μεγάλο είτε μικρό, που τύχαινε μπροστά τους.
γι’ αυτό την πάθανε άσκημα μ’ αυτές των τις περηφάνιες (ψ 60-68).
Δεν πρέπει όμως να οδηγηθούμε και στο άλλο άκρο, ώστε να  χαρακτηρίσουμε τον Οδυσσέα τέλειο. Είναι κι αυτός μια προσωπικότητα λαμπρή αλλά με προτερήματα και μειονεκτήματα. Στο βάθος όμως είναι ένας θεοσεβής άνδρας. Τιμά και σέβεται τους θεούς.
Η θεά Αθηνά στέκεται δίπλα του και τον προστατεύει σε κάθε δύσκολη στιγμή, κι αυτός τη σέβεται και επικαλείται συχνά τη βοήθειά της. Την αγάπη και τη φροντίδα της θεάς για τον Οδυσσέα ομολογεί και ο Νέστορας, θέλοντας να ενισχύσει το φρόνημα του Τηλέμαχου, όταν τον επισκέφτηκε στην Πύλο, αναζητώντας πληροφορίες για τον πατέρα του. Άκουσε, Τηλέμαχε, του λέει, αν σ΄ αγαπούσε η Αθηνά  όπως αγαπούσε τον πατέρα σου, τότε δε θα είχες να φοβηθείς τίποτα στη ζωή.
ου γαρ πω ίδον ώδε θεούς αναφανδά φιλεύντας
ως εκείνω αναφανδά παρίστατο Παλλάς Αθήνη.
Γιατί δεν είδα από τους θεούς έτσι άλλη αγάπη ακόμα πιο φανερή
καθώς αυτόν(τον Οδυσσέα) προστάτευε η Παλλάδα.
Και στρεφόμενος προς τον Τηλέμαχο του λέει:
αν σ΄αγαπούσε κι εσένα τόσο η Αθηνά
ποτέ δεν είχες να φοβηθείς κανένα. (γ 221-222)
Και είναι σαν να παραδέχεται ο σοφός Νέστορας, ότι, όταν η ανθρώπινη σοφία και σύνεση συνεπικουρείται από τη θεϊκή βούληση και η θεοσέβεια είναι πηγαία και διαρκής, τότε ο άνθρωπος εύκολα αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που θα συναντήσει μπροστά του. Και επειδή ένας θεός  εκ προοιμίου δεν μπορεί παρά να είναι έντιμος, ηθικός και δίκαιος, τότε γατί να μη δεχτούμε πως τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν, έστω σε μικρότερο βαθμό και στον Οδυσσέα, το συνομιλητή της θεάς Αθηνάς;
Στην Οδύσσεια θίγονται πολλά ζητήματα. Η φιλοσοφία για τη ζωή  διέπει όλο το νόστο του Οδυσσέα από την αρχή ως το τέλος. Αναφέρεται στο ηθικό και κοινωνικό επίπεδο, στη θρησκεία και τη θεοσέβεια, στο σεβασμό προς τους νεκρούς και στην αξία της φιλίας, στην αγάπη που επικρατεί μεταξύ των μελών της οικογένειας και στη συμμετοχή στα κοινά, στην αγάπη προς την εργασία, προς την τιμή και αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Πρόκειται για αξίες που συνέχουν τον ομηρικό κόσμο.
Μ’ αυτές τις αξίες έρχεται σε επαφή και ο μεγάλος ήρωας της Οδύσσειας και αυτές πρεσβεύει και τιμά. Η συνάντησή του με τους βάρβαρους του δίνει το δικαίωμα να  χαρακτηρίζει τους Λωτοφάγους ως άνομους, τους Λαιστρυγόνες ως ξενόφοβους, τους Κύκλωπες ως ανθρωποφάγους  και ασεβείς στους θεούς. Ακόμη και τους συντρόφους του, όταν μιλά για τα ασεβή προς τους θεούς έργα,
τους χαρακτηρίζει νήπιους, ανόητους, γιατί κατ’ επανάληψη παρέβησαν τους θεϊκούς νόμους παρά τις συμβουλές του να τους σέβονται.
αυτων γαρ σφετέρησιν ατασθαλίησιν όλοντο,
νήπιοι, οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον× αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ.
Γιατί μονάχοι χάθηκαν από δικό τους κρίμα,
οι άσεβοι, που φάγανε τ’ Ουρανοδρόμου Ήλιου
τα βόδια και τους στέρησε του γυρισμού την μέρα (α 7-9).
Πρόκειται για ανθρώπους που είχαν τη δυνατότητα να αποφύγουν τα κρίματα αυτά και γι’ αυτό τους τιμώρησε ο θεός, στερώντας τους του γυρισμού τη μέρα στην πατρίδα. Η τιμωρία στην περίπτωση αυτή είναι δίκαια, γιατί ό,τι έπραξαν εκείνοι το έπραξαν με ελεύθερη βούληση, χωρίς εξαναγκασμό, και τιμωρήθηκαν από τη θεία δίκη οι νήπιοι, οι ασύνετοι, οι μωροί.
 Ο Οδυσσέας όμως έχει δώσει απτά δείγματα γραφής της επινοητικότητάς του. Γιατί, κάθε φορά που βρισκόταν σε δύσκολη θέση να αποκαλυφτεί η ταυτότητά  του, επινοούσε και μια πλαστή ιστορία. Να λοιπόν και μια πτυχή που το ψέμα απενοχοποιείται, όταν λέγεται από κάποιον, για να αποφύγει ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο. Χρησιμοποιούσε ο ήρωας την πλαστή ιστορία από ανάγκη, όχι από ευχαρίστηση, γιατί έτσι απέφευγε την αποκάλυψη της ταυτότητάς του, που εγκυμονούσε κινδύνους για τον ίδιο, αφού θα μπορούσε η αλήθεια να ματαιώσει το νόστο οριστικά. Ο Οδυσσέας, εκμεταλλευόμενος την επινοητικότητά του, καταφεύγει στις πλαστές του αφηγήσεις. Γι’ αυτό εμφανίζεται κάθε φορά με διαφορετική ιδιότητα και διαφορετικό όνομα. Εμφανίζεται:
ως Ούτις=Κανένας στον Κύκλωπα (ι 260),
ως Κάστωρ Υλακίδης στον Εύμαιο (ξ 199),
ως κουρσάρος στον Αντίνοο (ρ 420),
ως γιος του Δευκαλίωνα στην Πηνελόπη (τ 172) και
ως Επήριτος, γιος του Αφείδαντα, στον πατέρα του Λαέρτη (ω 303).
Αυτός λοιπόν ο Ούτις (=Κανένας), μετά τη σωτηρία του από το ανθρωποφάγο τέρας, θα μεταμορφωθεί από έναν ταλαιπωρημένο ναυαγό στο ακρογιάλι της Σχερίας, στον πραγματικό Οδυσσέα, βασιλιά της Ιθάκης, για να φτάσει με τη βοήθεια του Αλκίνοου στην πατρίδα του και στο καλύβι του Εύμαιου, μεταμορφωμένος από την Αθηνά ως ζήτουλας, το ίδιο και στο παλάτι του και στους ανθρώπους του παλατιού, για να φανερωθεί τελικά μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ασεβών μνηστήρων ως Οδυσσέας, που θα τιμωρήσει τους μνηστήρες του θρόνου και της Πηνελόπης και θα γίνει πάλι κυρίαρχος του θρόνου του και θα κερδίσει για δεύτερη φορά σε αγώνα την πιστή του γυναίκα Πηνελόπη.
 Έτσι σκιαγραφεί το ήθος του ήρωα ο ποιητής στην Οδύσσεια, ενός ήρωα γενναίου, αποφασιστικού, πολυμήχανου και καρτερικού, που νικά τους αντιπάλους του και κερδίζει την αγαπημένη του Πηνελόπη και το θρόνο της Ιθάκης, για να ζήσουν πια όλοι μαζί (Λαέρτης, Οδυσσέας, Πηνελόπη, Τηλέμαχος) ευτυχισμένοι, με την επέμβαση της Αθηνάς, που σταματά τον πόλεμο και θέτει ανάμεσα στη βασιλική οικογένεια και τους υπηκόους του βασιλείου πιστούς αγάπης όρκους.
Το μίσος και η εχθρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους έχει ηττηθεί από την ομόνοια και την αγάπη.
Δ.Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ



,

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013


Ο μακεδονικός στρατός στα χρόνια
του Φιλίππου Β΄και του Μεγαλέξανδρου

Η ιδέα της  Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών

Η ιδέα μιας Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών δεν ήταν του Φιλίππου. Ήταν γνωστή από τα παλιότερα χρόνια. Πρώτος  την υποστήριξε ο σοφιστής Γοργίας σε λόγο του στον ιερό χώρο της Ολυμπίας στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά η πρόταση της δημιουργίας μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας που θα ένωνε τους διχασμένους Έλληνες κατά των βαρβάρων, ώστε να τερματιστεί η υποταγή των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας και της Κύπρου στην περσική αυτοκρατορία. Αργότερα η ιδέα αυτή επανήλθε με το ρήτορα Ισοκράτη το 344 π.Χ., την οποία  υπέδειξε στο Φίλιππο Β ΄με επιστολή προς αυτόν. 
«Φημί γαρ χρήναι σε των μεν ιδίων μηδενός αμελήσαι, πειραθήναι δε διαλλάξαι την τε πόλιν των Αργείων και την Λακεδαιμονίων και την Θηβαίων και την ημετέραν. Ην γαρ ταύτας συστήσαι δυνηθής,

ώς και τας άλλας ομονοείν ποιήσεις, άπασαι γαρ εισιν υπό ταις ειρημέναις, και καταφεύγουσι, όταν φοβηθώσιν, εφ΄ην αν τύχωσι τούτων, και τας βοηθείας εντεύθεν λαμβάνουσιν, ώστ’ εάν τέτταρας μόνον πόλεις ευ φρονείν πείσης, και τας άλλας πολλών κακών απαλλάξεις( Ισοκρ.Φίλιππος 31).
Ο Ισοκράτης του ζητούσε να συμφιλιώσει τις τέσσερις πόλεις μεταξύ τους και να ηγηθεί μιας Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών.
Εκείνος ενστερνίσθηκε την ιδέα αυτή, γι’αυτό, όταν μετά το 344 π.Χ., κύριος πια των ορυχείων του Παγγαίου, έκοψε τους χρυσούς στατήρες, απέβη και οικονομικά ισχυρός, άρχισε να κινείται με περισσότερη σιγουριά προς την υλοποίηση της ιδέας αυτής, πλην όμως διαπίστωνε πως, για να γίνει πραγματικότητα η υπόδειξη του Ισοκράτη και το δικό του όνειρο, θα έπρεπε να διαθέτει και ένα ισχυρό στρατό, καλά οργανωμένο και άρτια γυμνασμένο.
Γι’ αυτό έστρεψε τη φροντίδα του στην οργάνωση και εκπαίδευση του στρατού του, που είχε αρχίσει να ετοιμάζει σχεδόν από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, παράλληλα όμως επιδίωξε να αυξήσει και τον αριθμό των ανδρών που θα υπηρετούσαν στο στρατό αυτό.
Πρέπει να ομολογήσουμε πως η οργάνωση και η εκπαίδευση του στρατού της Μακεδονίας ήταν καθαρά έργο του Φιλίππου, το οποίο συνέχισε και βελτίωσε ο γιος και διάδοχός του Αλέξανδρος Γ΄ ο Μακεδών, ο Μέγας Αλέξανδρος.
 Με τον αναδιοργανωμένο αυτό στρατό φιλοδοξούσε ο γιος του Αμύντα και της Ευρυδίκης, ο Φίλιππος Β΄, να ισχυροποιήσει τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δύναμη της Μακεδονίας, να ενώσει υπό το σκήπτρο του όλους τους  Έλληνες και να τους οδηγήσει στην Ανατολή εναντίον των Περσών, που επί αιώνες τώρα απειλούσαν και έβλαπταν  τον ελληνισμό.
Μετά από αγώνες πολλούς και πετυχημένες διπλωματικές ενέργειες τελικά κατόρθωσε στο συνέδριο της Κορίνθου οι ελληνικές πόλεις, πλην ορισμένων, να αναθέσουν σ’ αυτόν την αρχηγία της εκστρατείας κατά των Περσών, γεγονός που δραστηριοποίησε το Μακεδόνα βασιλιά να φέρει σε πέρας  την εντολή των Πανελλήνων, την οποία, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να εκπληρώσει. Του την στέρησε το δολοφονικό χέρι του Παυσανία!
Η Μακεδονική Φάλαγγα
Στην προσπάθειά του να αναδιοργανώσει το στρατό του και τη διοίκηση του κράτους του ο Φίλιππος Β΄ χώρισε τη Μακεδονία σε 12 στρατιωτικές περιφέρειες, για να διευκολύνεται στη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και της στρατολογίας. Όρισε να προσφέρει η καθεμιά από τις περιφέρειες αυτές στο μακεδονικό στρατό μια μονάδα ιππικού, μια μονάδα πεζικού και μια μονάδα ελαφρά οπλισμένη. Δημιούργησε μια νέα στρατιωτική μονάδα, τη γνωστή πια σε όλους Μακεδονική Φάλαγγα, της οποίας η άρτια εκπαίδευση των στρατιωτών της επέτρεπε στη φάλαγγα να μετασχηματίζεται γρήγορα και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικότερα το στρατό του αντιπάλου.Η φάλαγγα αυτή αποτέλεσε το φοβερό όπλο κρούσης του Μακεδόνα βασιλιά.
Στη μακεδονική φάλαγγα υπηρετούσε ένας συγκεκριμένος αριθμός  στρατιωτών. Ο κάθε οπλίτης έφερε ένα μακρύ δόρυ 6-7 μέτρων, τη σάρισα, ήταν άριστα γυμνασμένος και πειθαρχημένος, αφού αυτά τα δυο προσόντα, πέραν από την ανδρεία του, ήταν τα βασικά πλεονεκτήματα της φάλαγγας. Οι άνδρες της φάλαγγας αποτελούσαν ένα συμπαγές σώμα του οποίου οι λόγχες προείχαν από τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής 5 μέτρα, προκαλώντας έτσι τον τρόμο στον εχθρό.
 Λέγεται πως η μικρότερη μονάδα, που μπορούσε να δράσει και μόνη της στο στρατό του Αλέξανδρου  ήταν ο λόχος. Το λόχο αποτελούσαν 512 άνδρες, οι οποίοι παρατάσσονταν σε 16 στοίχους με μέτωπο 32 ανδρών και βάθος 16 και σχημάτιζαν ένα τετράγωνο 512 στρατιωτών,  με επικεφαλής τους το λοχαγό. Τη μονάδα αυτή συχνά ονόμαζαν και πεντακοσιαρχία, και το διοικητή της πεντακοσίαρχο. Τρεις (3) πεντακοσιαρχίες αποτελούσαν το τάγμα ή την τάξη, δηλαδή1536 άνδρες, τη μεγαλύτερη μονάδα δράσης του στρατού.
Κάθε τάξη διοικούνταν από ταξίαρχο ή στρατηγό και έπαιρνε συνήθως το όνομα του ταξίαρχου ή στρατηγού της ή το όνομα της περιοχής από όπου προέρχονταν οι άνδρες της μονάδας αυτής,  όπως π.χ Τυμφαία τάξη, Εορδαία τάξη κτλ.
Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της Μακεδονικής φάλαγγας
Οι δυνατότητες της μακεδονικής φάλαγγας στη μάχη ήταν πολλές, εφόσον αυτή απαρτιζόταν από καλά γυμνασμένους στρατιώτες. Η φάλαγγα μπορούσε να παρατάσσεται κατά μέτωπο, λοξά ή να σχηματίζει τετράγωνο. Ήταν αρκετά αρραγής και δυσκολοπολέμητη. Είχε τρομερή δύναμη κρούσης αλλά μόνο σε ομαλό έδαφος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία. Είχε, βέβαια, κι ένα βασικό μειονέκτημα. Ήταν ευάλωτη από τα πλευρά της, γι’ αυτό συνοδευόταν από μια δύναμη ιππικού, για να εξουδετερώνει το μειονέκτημα αυτό.
Άλλωστε, είναι γνωστό πως η μακεδονική φάλαγγα δε χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο στη μάχη του Γρανικού, λόγω του ποταμού, ούτε και στη μάχη της Ισσού, παρά την παράταξή της για μάχη, εξ αιτίας του ανωμάλου εδάφους. Θριάμβευσε όμως στη μάχη των Γαυγαμήλων, διότι το έδαφος ήταν αμμώδες και ομαλό, όπως και στις μάχες στον Ύφαση ποταμό. Το ότι παρέταξε τη φάλαγγα για μάχη στην Ισσό μας το αναφέρει ο ιστορικός του Αλέξανδρου Καλλισθένης, πληροφορία όμως που περιέχεται σε ένα από τα έργα του Πολύβιου.
Αμέσως, αφού αναπτύχθηκαν σε ανοιχτό σχηματισμό, ο Αλέξανδρος αναδιέταξε το στρατό του και δόθηκε σε όλους διαταγή να παραταχθούν σε φάλαγγα αρχικά σε βάθος 32 ανδρών, για να μεταπέσει αργότερα στους 16 και, τέλος, καθώς προσέγγιζε τον εχθρό στους 8.
Στη φάλαγγα οι οπλίτες τοποθετούνταν ο ένας δίπλα στον άλλο, σχηματίζοντας έναν αδιαπέραστο προστατευτικό τοίχο με τις ασπίδες τους, αφού οι ώμοι των στρατιωτών ακουμπούσαν μεταξύ τους. Η ασπίδα του κάθε οπλίτη προστάτευε και το μισό σώμα του διπλανού του. Αυτό σήμαινε πως ο κάθε οπλίτης ήταν υπεύθυνος και για την ασφάλεια του διπλανού του, οπότε, αν κάποιος δείλιαζε ή για κάποιο άλλο λόγο δε συντονιζόταν με την ομάδα και το διπλανό του, να κινδυνεύει η συνοχή ολόκληρης της φάλαγγας.
Πίσω από την πρώτη γραμμή των οπλιτών παρατάσσονταν οι άλλοι πολεμιστές σε βάθος 8 αντρών ή και περισσοτέρων. Αυτό καθορίζετο από το έδαφος, από τη δύναμη του αντιπάλου που είχε να αντιμετωπίσει και από άλλους λόγους. Οι 3-4 πρώτες γραμμές είχαν τα δόρατα(σάρισες) στραμμένα προς τον εχθρό και τον απειλούσαν, ενώ οι άνδρες των τελευταίων σειρών είχαν τα δόρατά τους στραμμένα προς τα άνω, για να μην τραυματίσουν αυτούς που βρίσκονταν στις προηγούμενες σειρές, αλλά και για να αλλάζουν εύκολα σχήμα προκειμένου να αντιμετωπίζουν τον εχθρό που θα τους απειλούσε από άλλη πλευρά..
 Ο Φίλιππος γύμναζε εντατικά το στρατό του και επεδίωκε να επιβάλει σ΄αυτόν αυστηρή πειθαρχία, γιατί πίστευε πως μ’ αυτή θα μπορούσε τον καταστήσει αξιόμαχο. Τη στρατηγική του Μακεδόνα βασιλιά διέκρινε η ταχύτητα στις ενέργειες, η τόλμη και ο αιφνιδιασμός, Ο Φίλιππος ήταν απρόβλεπτος στις κινήσεις του, κάτι που διακρίνουμε αργότερα και στον Αλέξανδρο
Ο Αιμίλιος Παύλος, ο ρωμαίος στρατηγός, αναφερόμενος στη μακεδονική Φάλαγγα, που συνήθως τη συγκροτούσαν ελεύθεροι επαγγελματίες της Μακεδονίας και αποτελούσε το φόβο και  τρόμο στους αντιπάλους της, μιλά με θαυμασμό γι’ αυτήν και λέει: «…μηδέν εωρακέναι φοβερώτερον και δεινότερον φάλαγγος μακεδονικής». «Δεν έχω δει κάτι φοβερότερο και τρομερότερο από τη μακεδονική φάλαγγα» (Πολύβιος).
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως η Μακεδονική φάλαγγα, για να είναι αποτελεσματική και να εκπληρώνει το σκοπό της, έπρεπε να δίνει μάχες μόνο σε επίπεδο έδαφος, γιατί εκεί είχε τη δυνατότητα να μετασχηματίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της στιγμής και να αντιμετωπίζει με επιτυχία τον εχθρό, να στελεχώνεται από άριστα εκπαιδευμένους πεζεταίρους και να διοικείται από υψηλής ποιότητας ηγέτες.
 Για να μην είναι όμως ευάλωτη από τα πλευρά, το αδύναμο στοιχείο της, υποστηριζόταν πάντοτε από μια ικανή δύναμη ιππικού. Μ’αυτό το στρατό ο Φίλιππος σύντριψε τους εχθρούς του στο εξωτερικό αλλά και τους στρατούς των εχθρικών προς τη Μακεδονία πόλεων της Ελλάδας που αντιδρούσαν στην πολιτική του. Με την ίδια οργάνωση και εκπαίδευση του στρατού νίκησε και ο Μέγας Αλέξανδρος τους Πέρσες και τους άλλους λαούς της Ασίας και πραγματοποίησε το ακατόρθωτο, να επεκτείνει δηλαδή την επικράτειά του ως τα πέρατα του κόσμου, κονιορτοποιώντας στρατούς μεγάλους με ένδοξη ιστορία και επιτυχίες στα πεδία των μαχών.
Το σώμα των Πεζεταίρων
Το σώμα αυτό αριθμούσε 9000 άνδρες. Ήταν χωρισμένοι σε έξι τάγματα ή τάξεις. Το κάθε τάγμα(1536 άνδρες) είχε 3 λόχους(512χ3). Ο κάθε λόχος είχε 512 άνδρες, η κάθε τάξη 1536 άνδρες, σύνολο 9 χιλιάδες άνδρες. Αρχηγοί των τάξεων αυτών ήταν: ο  Κοίνος, ο γιος του Πολυκράτη, ο Περδίκκας, ο γιος του Ορόντη, ο Κρατερός, ο γιος του Αλεξάνδρου, ο Μελέαγρος, ο γιος του Μενέλαου, και ο Αμύντας αδελφός του Σιμμία. Ο τελευταίος αντικαθιστούσε τον Αμύντα, που απουσίαζε στη Μακεδονία για στρατολογία. Τα τάγματα αυτά παρατάσσονταν στη μάχη πάντα σύμφωνα με την αρχαιότητα. ΄Ισως να γινόταν κάποια εξαίρεση στη μονάδα του Κοίνου, εξαίρετη μονάδα, η οποία παρετάσσετο τιμητικά πρώτη στα δεξιά των άλλων, όπως διαπιστώνουμε από την παράταξη  στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα. (Αρριανός)
Οργάνωση του iππικού
Για την οργάνωση του ιππικού ίσχυε το ίδιο. Το σώμα του ιππικού ήταν χωρισμένο σε 8 ίλες, η κυριότερη από τις οποίες ήταν  η βασιλική, που συνιστούσε την εμπροσθοφυλακή του στρατεύματος και κατείχε τιμητική θέση στην παράταξη της μάχης. Παρετάσσετο στο δεξιό της παράταξης όπου ήταν και η θέση συνήθως του Αλέξανδρου, όπως αναφέρει και ο Αρριανός (Αλεξ.Ανάβασις, βιβλ. 2, κεφ.10,3) «Όταν όμως ο Αλέξανδρος έφθασεν εις απόστασιν βολής τόξου, πρώτοι οι περί τον Αλέξανδρον και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ο οποίος ήτο ταγμένος επί της δεξιάς πτέρυγος, εισώρμησαν ταχέως εις τον ποταμόν δια να εμπνεύσουν τρόμον εις τους Περσας με τη σφοδρότητα της επιθέσεώς των, ώστε να υποστούν ολίγας φθοράς από τους Πέρσας τοξότας, όταν συμπλακούν μαζί των. Και όλα συνέβησαν όπως τα υπολόγιζεν ο Αλέξανδρος».
   Στις τάξεις της βασιλικής ίλης υπηρετούσαν οι βασιλικοί εταίροι. Η βασιλική ίλη είχε διπλάσιους άνδρες από τις 7 άλλες ίλες. Κάθε μια από τις επτά υπόλοιπες ίλες αριθμούσε 200 με 225 λογχοφόρους ιππείς, που παρατάσσονταν στα αριστερά της βασιλικής.
Λέγεται πως και το θεσσαλικό ιππικό, που αποτελούνταν από 1800 ιππείς, χωριζόταν κι αυτό σε 8 ίλες(1800:8=225) και ήταν οργανωμένο όπως και το Μακεδονικό. Ήταν αυτό που πολέμησε γενναία και απέκρουσε τη επίθεση του περσικού ιππικού στη μάχη της Ισσού, το οποίο τελικά αποδεκάτισε κατά τη φυγή του, αλλά και στα Γαυγάμηλα αποτέλεσε τη σωματοφυλακή του Παρμενίωνα στην αριστερή πτέρυγα της παράταξης.
Σημειώνουμε πως ο αρχηγός της τάξης, δηλαδή ο ταξίαρχος ή στρατηγός, δεν ήταν αναγκαίο να προέρχεται από την ίδια περιοχή από όπου προέρχονταν οι άνδρες της τάξης, αφού στη θέση αυτή ο βασιλιάς τοποθετούσε ανθρώπους που αυτός θεωρούσε ικανούς και κατάλληλους.
Στα χρόνια του Αλέξανδρου γνωρίζουμε ότι οι ταξιαρχίες(τάξεις) του Αλέξανδρου, όταν διαίρεσε το στρατό σε δύο μέρη, το δικό του στρατό στη Μ. Ασία και το στρατό του Αντίπατρου, που άφησε στην Ευρώπη, ήταν 14.
Αργότερα πληροφορούμαστε πως οι τάξεις του στρατού του ήταν 8 και υπηρετούσαν ως αρχηγοί μεγάλα ονόματα του μακεδονικού στρατού. Ο Περδίκκας από την Ορεστίδα και ο Πολυπέρχων από την Τυμφαία, είχαν το βαθμό του ταξίαρχου και διοικούσαν τις ταξιαρχίες αυτές, ενώ άλλοι δυο ταξίαρχοι, ο Κρατερός από την Ορεστίδα και ο Αμύντας από την Τυμφαία, διοικούσαν ταξιαρχίες που οι άνδρες τους προέρχονταν από άλλες περιοχές.
Ο τρόπος παράταξης του στρατού και η θέση του Αλέξανδρου στην παράταξη
Ένας στρατός, όσο καλά οργανωμένος κι αν είναι, όπως ο μακεδονικός, αν δε διοικείται την ώρα της μάχης από ηγέτες ικανούς, δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για τη νίκη του επί του αντιπάλου, γι’ αυτό ο Αλέξανδρος τοποθετούσε ικανούς στρατηγούς στις μονάδες αυτές, ενώ οι αξιωματικοί του όλοι προέρχονταν από αριστοκρατικές οικογένειες της Μακεδονίας.
Κατά την παράταξη του μακεδονικού στρατού για μάχη πάντοτε τη δεξιά πτέρυγα του στρατού κρατούσε ο Αλέξανδρος και δίπλα του αριστερότερα παρατάσσονταν οι άλλοι στρατηγοί. Την αριστερή πτέρυγα της παράταξης κατείχε και διοικούσε πάντοτε ο έμπειρος στρατηγός του Παρμενίων.
Οι διαταγές μεταδίδονταν από τον Αλέξανδρο με ένα σάλπισμα από τους σαλπιγκτές. Στόχος του Αλέξανδρο στη μάχη ήταν να προχωρεί ο στρατός του σε λοξή φάλαγγα, για να διασπά τις γραμμές του εχθρού, καθώς ο εχθρικός στρατός θα προσπαθούσε να κυκλώσει τον πάντα ολιγάριθμο μακεδονικό στρατό. Η προσπάθεια αυτή του εχθρικού ιππικού να υπερκεράσει το μακεδονικό το απομάκρυνε από το κέντρο, συνήθως έχανε την επαφή του μ’ αυτό και εκείνη τη στιγμή εξαπέλυε επίθεση ο Αλέξανδρος με το ιππικό του και έμπαινε σφήνα στο αδύνατο σημείο του εχθρού, έκοβε στα δύο τον εχθρικό στρατό και τον προσέβαλλε πια και από τα πλευρά. 
Χαρακτηριστική και διαφωτιστική είναι η περιγραφή που μας προσφέρει ο Αρριανός για τον τρόπο παράταξης του στρατού από τον Αλέξανδρο λίγο πριν από τη μάχη στα Γαυγάμηλα (331 π.Χ.).. 
Οι δύο αντίπαλοι στρατοί έχουν πλησιάσει πολύ κοντά. Δεν τους χωρίζει παρά ένα διάστημα στον κάμπο των Γαυγαμήλων 5 χιλιομέτρων και ο Αλέξανδρος παρέταξε το στρατό του κατά τον εξής τρόπο..
«Τη δεξιά πτέρυγα κατείχαν οι εταίροι ιππείς, των οποίων είχε προταχθεί η βασιλική ίλη ιππικού, με αρχηγό τον Κλείτο, γιο του Δρωπίδου. Δίπλα του η ιππική ίλη του Γλαυκίου, κατόπιν του Αρίστωνος, μετά του Ηρακλείδη, του Δημητρίου, γιου του Αλθαιμένη και του Μελέαγρου. Τελευταία από τις βασιλικές ίλες παρατάχθηκε η ίλη του Ηγέλοχου, γιου του Ιππόστρατου. Ολόκληρου του ιππικού των εταίρων αρχηγός ήταν ο Φιλώτας, ο γιος του Παρμενίωνα.
Από τη Μακεδονική φάλαγγα, μετά από το ιππικό, πρώτη παρατάχθηκε η  Μακεδονική φρουρά των ασπιδοφόρων- υπασπιστών με αρχηγό τους το Νικάνορα, γιο του Παρμενίωνα. Ακολουθούσαν το τάγμα του Κοίνου, γιου του Πολεμοκράτη, μετά η τάξη του Περδίκκα, γιου του Οροντη, κατόπιν η τάξη του Μελέαγρου, γιου του Νεοπτόλεμου, κατόπιν του Πολυσπέρχοντα, γιου του Σιμμία, στη συνέχεια του Αμύντα, γιου του Ανδρομένη. Αρχηγός της τελευταίας ήταν ο Σιμμίας, διότι ο Αμύντας είχε αποσταλεί στη Μακεδονία για στρατολογία.
Την αριστερή πτέρυγα της Μακεδονικής φάλαγγας κατείχε η τάξη του Κρατερού, γιου του Αλέξανδρου, ο οποίος ήταν αρχηγός της αριστεράς πτέρυγας των πεζών. Δίπλα του είχαν ταχθεί οι σύμμαχοι ιππείς υπό τον Ερίγυιο, γιο του Λαρίχου, και προς την πλευρά της αριστεράς πτέρυγας παρετάχθη το Θεσσαλικό ιππικό, υπό τη διοίκηση του Φιλίππου, γιου του Μενέλαου.
Ολοκλήρης της αριστεράς πτέρυγας αρχηγός ήταν ο Παρμενίων του Φιλώτα και περί αυτόν παρέμαναν περιστρεφόμενοι ιππείς των Φαρσάλων, αλλά και οι περισσότεροι και άριστοι ιππείς του Θεσσαλικού ιππικού.
 Είναι γνωστό πως ο Δαρείος παρέταξε απέναντι στον Αλέξανδρο ένα τεράστιο στρατό  και ότι ο ίδιος, σε αντίθεση με τον Αλέξανδρο, κατείχε πάντα το μέσο της παράταξης του στρατού του. Και όπως λέει ο Ξενοφών «…ότι Πέρσαι βασιλείς και άρχοντες κατείχον πάντοτε το μέσον της όλης παρατάξεως δια μεγαλυτέραν ασφάλειαν, δια να είναι θεατοί από ολόκληρον την στρατιάν και δια να εκτελούνται αι διαταγαί των εξ ίσου εις την αριστεράν και δεξιάν πτέρυγα του στρατεύματος»
Ο Αρριανός όμως που περιγράφει τον τρόπο παράταξης των στρατευμάτων των δύο αντιπάλων προσφέρει στον αναγνώστη και μια πληροφορία για τη δράση και το φόβο που προκάλεσε στον εχθρό η Μακεδονική φάλαγγα.
«…και η Μακεδονική φάλαγγα, αδιαπέραστος από την πυκνότητα αυτής, προκαλούσε τον τρόμο με τις σάρισες και είχε ήδη εισχωρήσει βαθιά στις τάξεις του εχθρού, ώστε όλα τα δεινά να εμφανίζονται από κοινού στο Δαρείο, ο οποίος ήδη προ πολλού ήταν τρομαγμένος, πρώτος τότε γύρισε πίσω και τράπηκε σε φυγή».(Αρριανού, Αλεξ Ανάβασις, βιβλ Γ, 14,3).
Ο Δαρείος απέτυχε να νικήσει τον Αλέξανδρο και στα Γαυγάμηλα και ετράπη σε φυγή, αφήνοντας πίσω του το άρμα του, την ασπίδα, το βασιλικό του μανδύα και το τόξο του.
Η Μακεδονική Φάλαγγα  υπήρξε  άριστα οργανωμένη στρατιωτική μονάδα κρούσης σε ομαλό πεδίο και προκαλούσε το φόβο και τον τρόμο σε κάθε εχθρικό στρατό. Tο γεγονός αυτό έκανε τον Αιμίλιο Παύλο να ομολογήσει:
«…μηδέν εωρακέναι φοβερώτερον και δεινότερον φάλαγγος μακεδονικής».

Δ. Κ. Αραμπατζής





Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013


Πόσες μάχες δόθηκαν τελικά στο έπος της Ιλιαδας;


Ο μεγάλος επικός ποιητής, ο θείος Όμηρος, αφηγούμενος με αριστουργηματικό τρόπο το μύθο της Ιλιάδας, παρασύρει τον ακροατή/αναγνώστη να πιστέψει ότι παρακολουθεί όλα τα γεγονότα του δεκάχρονου τρωικού πολέμου, χωρίς να υποψιάζεται πως η αφήγηση του ποιητή αναφέρεται μόνο στις τελευταίες 51 ημέρες του τελευταίου χρόνου του πολέμου αυτού.
Την ίδια εντύπωση αποκομίζει και όταν παρακολουθεί την περιγραφή των μαχών που διεξάγονται στον κάμπο μεταξύ Αχαιών και Τρώων. Και στην περίπτωση αυτή ο ποιητής τον παρασύρει  σε λαθεμένη εντύπωση. Η μάχη στην Ιλιάδα είναι μία και διαρκεί τέσσερις μέρες.
Η πολεμική δράση στην Ιλιάδα αρχίζει με την ανατολή και τελειώνει με τη δύση του ηλίου. Όταν δύει ο ήλιος και αρχίζει το σκοτάδι της νύχτας σταματά κάθε πολεμική δραστηριότητα. Η νύχτα είναι για ανάπαυση. Το ομολογεί ο Έκτορας, όταν ζητά από τον Αίαντα να σταματήσουν τη μονομαχία τους, γιατί τους έπιασε η νύχτα.
Κοντεύει να νυχτώσει, κι είναι σωστό στη νύχτα να υπακούμε(Η 294)
Στην Ιλιάδα όλα τα γεγονότα διαδραματίζονται την ημέρα. Ελάχιστα από αυτά συμβαίνουν τη νύχτα και συγκεκριμένα σε τρεις μόνο δραματικές νύχτες: της 25ης Λιταί (Ι)-Δολώνεια(Κ), της 27ης: οπλοποιία (από Σ 241) και της 39ης: Έκτορος Λύτρα (Ω)

22η ημέρα της αφήγησης. Πρώτη ημέρα της μάχης (Β 48-Η 293)

Ο ποιητής αρχίζει την προετοιμασία και την περιγραφή της πρώτης μάχης την 22η ημέρα της αφήγησης της Ιλιάδας, όταν ο Αγαμέμνων, με την ανατολή της ημέρας αυτής καλεί σε συγκέντρωση τους αρχηγούς των Αχαιών και τους ανακοινώνει το όνειρο
Ηώς μεν ρα θεά προσεβήσετο μακρόν Όλυμπον
Ζηνί φόως φέρουσα και άλλοις αθανάτοισιν,
αυτάρ ο κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν αγορήν δε καρηκομόωντες Αχαιούς(Β48-51)
Μόλις η θεά Αυγή ανέβηκε στον υψηλό τον Όλυμπο,
να πει στο Δία και στους άλλους θεούς πως έφεξε η ημέρα,
ευθύς ο Αγαμέμνων πρόσταξε τους βροντόφωνους κήρυκες
να καλέσουν σε συνέλευση τους μακρυμάλληδες Αχαιούς.
 Κι όταν οι αρχηγοί του στρατού συγκεντρώνονται τους ανακοινώνει το όνειρο που είδε τη νύχτα και τους τονίζει πως του είπε, εάν επιτεθεί, θα νικήσει τους Τρώες. Γι’ αυτό τους παρακινεί και τους ξεσηκώνει για μάχη.
Θωρήξαί σ’εκέλευσε καρηκομόωντας Αχαιούς
Πανσυδίη, νυν γαρ κεν έλοις πόλιν ευρυαγυίαν
Τρώων…. (Β65-67)
Προστάζει(το όνειρο) ν’ αρματώσεις γρήγορα τους μακρημάλληδες Αχαιούς-
τώρα μπορείς να πάρεις την πλατύδρομη πόλη των Τρώων, εάν επιτεθείς .
Μετά από κάποια γεγονότα που μεσολαβούν, ο στρατός είναι έτοιμος για πόλεμο στον κάμπο και ανυπομονεί να ριχτεί στη μάχη και να συντρίψει τους Τρώες.
όπως πετούν οι μύγες σύννεφο  την άνοιξη
γύρω σε στάνη, τότε που οι καρδάρες
ξεχειλίζουν απ’ το πολύ το γάλα,
τόσοι Αχαιοί στεκόντανε στον κάμπο
απέναντι στους Τρώες, ποθώντας να τους συντρίψουν.(Β 469-473)
Και όταν όλο αυτό το στράτευμα κάποια ώρα ξεκινά να συμπλακεί σε μάχη φονική με το στράτευμα των Τρώων, ο ποιητής φροντίζει να προβάλει την προσωπικότητα του Αγαμέμνονα και να στρέψει την προσοχή του αναγνώστη προς αυτόν.Τον εμφανίζει μπροστάρη αυτής της λαοθάλασσας του στρατού που κινείται εναντίον του εχθρού με σκοπό να τον συντρίψει.
Κι όπως σκόρπια κοπάδια γίδια εύκολα οι βοσκοί τα βάζουν σε τάξη,
έτσι τους έβαζαν σε τάξη οι αρχηγοί τους άλλους εδώ κι άλλους εκεί,
για να ριχτούν στη μάχη, ανάμεσά τους κι ο Αγαμέμνων, ολόιδιος
με το Δία τον κεραυνόχαρο στα μάτια και στην κεφαλή,
στη μέση με τον Άρη, στο στήθος με τον Ποσειδώνα.
Όπως μες στην αγέλη ο ταύρος διακρίνεται απ’ όλα τ’ άλλα ζώα,
τέτοιον τη μέρα εκείνη έκανε ο Δίας τον Ατρείδη,
Μες στους πολλούς ξεχωριστό, μες στους γενναίους πρώτο(Β 474-483)
Έτσι αρχίζει την πρώτη μέρα της μάχης ο ποιητής. Εμφανίζει ολόιδιο με το Δία τον αρχιστράτηγο των Αχαιών και τον βάζει μπροστά να οδηγεί το στρατό στη μάχη και στη νίκη. Ξαφνικά όμως ο ποιητής διακόπτει την περιγραφή του και στρέφεται αλλού, στην περιγραφή των δυνάμεων που διαθέτουν τα δύο αντίπαλα στρατεύματα, λες και τώρα άρχιζε ο τρωικός πόλεμος, για να επανέλθει στην συνέχεια της περιγραφής της μάχης στη ραψωδία Δ, όπου συμπληρώνει:
Όταν πια εκείνοι ήρθαν και έσμιξαν στον ίδιο χώρο,
έγιναν ένα ασπίδες, δόρατα και των αντρών των χαλκοθώρακων
το σθένος, κι όταν οι ομφαλωτές ασπίδες τους
συγκρούστηκαν, σηκώθηκε ορυμαγδός μεγάλος.
Κι άκουγες αξεχώριστα αλαλαγμούς και θρήνους αυτών που έσπερναν
το θάνατο. εκείνων που πεθαίναν, κι η γη πλημμύριζε αίμα.(Δ 446-451)
Η μάχη είναι πολύνεκρη. Συνεχίζεται το ίδιο φονική και στη ραψωδία Ε, όπου διακρίνεται για την ανδρεία του ο Διομήδης (αριστεία Διομήδη). Οι Αχαιοί πιέζουν τους Τρώες, ώστε αναγκάζουν τον Έκτορα να ανεβεί στην Τροία και να ζητήσει από τις γυναίκες να προσευχηθούν στην Αθηνά να τους βοηθήσει, ενώ στη συνάντησή του με την Ανδρομάχη, η σύζυγός του, με το μικρό Αστυάνακτα στην αγκαλιά, παρακαλεί τον Έκτορα και τον συμβουλεύει να μείνει στο κάστρο κι από εκεί να αμύνεται. Και για να τον αποτρέψει από τον πόλεμο του προτείνει και του θυμίζει:
Πλάι  στην αγροσυκιά παράταξε τους άντρες σου,
εκεί που εύκολα μπορεί να πατηθεί η πόλη κι εύκολα
το τείχος να περάσουν. Εκεί δοκίμασαν ν’ ανέβουν τρεις φορές
με διαλεχτούς συντρόφους οι δύο Αίαντες κι ο ξακουστός Ιδομενέας,
οι γιοι του Ατρέα κι ο αντρειωμένος Διομήδης (Ζ 430-434)
Το κάστρο, του λέει, μόνο από εκείνο το σημείο κινδυνεύει να πατηθεί. Οχύρωσέ το καλά και να αμύνεσαι πια από ψηλά. Η πληροφορία ότι επιχειρήθηκε η κατάληψη από εκεί μας πάει πίσω στο χρόνο και δείχνει τις απεγνωσμένες προσπάθειες των Αχαιών να το κυριεύσουν.
Ο Έκτορας κατανοεί την υπόδειξη και τους φόβους της Ανδρομάχης μα το καθήκον για τη σωτηρία της πατρίδας υπερτερεί και κατεβαίνει με τον αδερφό του Πάρη στον κάμπο. Η μάχη αναζωπυρώνεται.
Η 22η ημέρα της αφήγησης και η πρώτη ημέρα της μάχης συνεχίζεται ως το Η 293, μετά τη μονομαχία Έκτορα και Αίαντα, όταν ο Έκτορας προτείνει στον Αίαντα να σταματήσουν τη μονομαχία, γιατί τους έπιασε η νύχτα και συνεχίζουν τη μάχη αργότερα.
Αίαντα…..
ας σταματήσουμε για σήμερα τη μάχη και το χαλασμό,
αργότερα πάλι θα πολεμήσουμε, ώσπου να μας χωρίσει ο θεός
και σ’ έναν απ’ τους δυο τη νίκη να χαρίσει.
Κοντεύει να νυχτώσει, κι είναι σωστό στη νύχτα να υπακούμε(Η 290-293)
Η μονομαχία λήγει με μικρή υπεροχή του Αίαντα και σταματά μετά από πρόταση του Έκτορα, γιατί τους έπιασε νύχτα.
Οι δύο μονομάχοι ανταλλάσσουν δώρα και επιστρέφουν στο στρατό τους. Πρόκειται για την πρώτη καλή χειρονομία από τους δύο ήρωες που απαλύνει λίγο την αγριότητα του πολέμου, αλλά και καταδεικνύει πως ο Έκτορας δεν είναι αήττητος.
Την 23η ημέρα της αφήγησης οι Αχαιοί και οι Τρώες συλλέγουν και  θάπτουν τους νεκρούς της μάχης (Η 417-432), ενώ οι Αχαιοί την 24η ημέρα (Η 433), πριν ακόμη ξημερώσει, ολοκληρώνουν το χτίσιμο του τείχους, που προστάτευε τα καράβια τους. Μικρή ανάπαυλα της μάχης.

25η  ημέρα της αφήγησης. Δεύτερη ημέρα της μάχης (Θ1-486)

Κροκόπεπλος η Αυγή σ’ όλη τη γη απλωνόταν,
κι ο Δίας ο κεραυνόχαρος κάλεσε τους θεούς σε σύναξη(Θ1-2)
Με την αυγή της 25ης μέρας της αφήγησης της Ιλιάδας ο Δίας καλεί τους θεούς στον Όλυμπο και τους απαγορεύει να λάβουν μέρος στον πόλεμο. Μετά ντύνεται στα χρυσά, και οδηγώντας ο ίδιος τα αθάνατα άλογά του, ζεμένα στο καλοφτιαγμένο αμάξι του, φτάνει στην Ίδη, για να παρακολουθεί από κοντά τις μάχες ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατεύματα,

Τότε οι μακρυμάλληδες Αχαιοί έφαγαν στις σκηνές τους
βιαστικά κι ευθύς μετά φορούσαν τ’ άρματά τους.
Από την άλλη οι Τρώες μέσα στην πόλη οπλίζονταν,
πιο λίγοι αυτοί. Μα κι έτσι λαχταρούσαν να ριχτούν στη μάχη-
ανάγκη επιτακτική να σώσουν τα παιδιά και τις γυναίκες τους.
Άνοιξαν οι πύλες διάπλατα κι όρμησε έξω ο στρατός.
πεζοί και καβαλάρηδες, κι έφτανε ο ορυμαγδός στα ύψη.
Κι όταν πια προχωρώντας έσμιξαν στον ίδιο χώρο,
συγκρούστηκαν ασπίδες και κοντάρια και η ορμή
των χαλκοθώρακων πολεμιστών, οι ομφαλωτές ασπίδες
χτυπιόνταν μεταξύ τους μέσα σε πανδαιμόνιο.
Κι άκουγες την ίδια ώρα κραυγές θριάμβου και οιμωγές εκείνων
που σκοτώνανε κι εκείνων που πεθαίναν, κι η γη πλημμύριζε αίμα.
Όσο ακόμη ήταν πρωί κι άπλωνε η άγια μέρα,
τόσο ευστοχούσαν οι βολές κι από τις δύο μεριές,
και περίσσευαν οι νεκροί…….(Θ 58-68).
Η μεγάλη μάχη της δεύτερης ημέρας έχει αρχίσει με πολλούς νεκρούς εκατέρωθεν, χωρίς να ξεχωρίζει ακόμη ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος. ΄Ολοι αγωνιούν  για την έκβασή της, μαζί τους και ο Δίας. Γι’ αυτό βάζει στη ζυγαριά την τύχη των δύο αντιπάλων κι αυτή γέρνει με το μέρος των Τρώων, οπότε ο Δίας με αστραπές και βροντές τρομοκρατεί τους Αχαιούς και ανακόπτει την ορμή του Αγαμέμνονα, του Ιδομενέα, του Αίαντα, όχι όμως και του Διομήδη, ο οποίος συνεχίζει να καταδιώκει τους αντιπάλους του, ώσπου αναγκάζεται κι αυτός να σταματήσει την ορμή του με την υπόδειξη του Απόλλωνα. Ο Έκτορας, που εκμεταλλεύεται την κατάσταση αυτή, προτρέπει τους Τρώες να επιτεθούν και να πάρουν τη χρυσή ασπίδα του Νέστορα και τον ισχυρό θώρακα του Διομήδη.
Η μάχη ξαναζωντανεύει και ο Δίας, που δε θέλει να καταστραφεί ο στρατός των Αχαιών, δίνει την πρωτοβουλία σ’ αυτούς και η μάχη ξαναφουντώνει όπου αριστεύει ο Τεύκρος, ο αδελφός του Αίαντα. Γρήγορα η μάχη παίρνει διαφορετική τροπή. Κάνουν αντεπίθεση οι Τρώες, τραυματίζουν τον Τεύκρο, τον οποίο προστατεύει ο αδερφός του με την πελώρια ασπίδα του. Σε λίγο πέφτει το σκοτάδι και η μάχη σταματά, ανακουφίζοντας τους Αχαιούς που τόσο δοκιμάστηκαν από τους Τρώες.
Στο μεταξύ λαμπρό το φως του ήλιου βυθίστη στον Ωκεανό
σέρνοντας τη μαύρη νύχτα πάνω στην καρποφόρα γη.
Κι έδυσε ο ήλιος, δίχως οι Τρώες να το θέλουν, μα για τους Αχαιούς
έπεσε πολυπόθητη η μαύρη νύχτα κι έφερε αγαλλίαση (Θ 486΄-490)).
Οι Τρώες ανάβουν φωτιές και επιτηρούν το στρατόπεδο των Αχαιών μήπως και επιχειρήσουν τη νύχτα και φύγουν κρυφά για τις πατρίδες τους .
Τη νύχτα προς την  26η ημέρα της αφήγησης οι Αχαιοί στέλνουν πρεσβεία με τον Οδυσσέα, το Φοίνικα και τον Αίαντα στον Αχιλλέα και τον παρακαλεί να σταματήσει την οργή του και να σπεύσει σε βοήθειά τους, μια και ο Αγαμέμνων έχει μετανιώσει για τη συμπεριφορά του απέναντι του και του προσφέρει πολλά δώρα και τη Βρισηίδα. Εκείνος ανένδοτος τους τονίζει πως δεν πρόκειται να σταματήσει την οργή του παρά μόνον αν δει να κινδυνεύουν να του κάψουν τα καράβια του οι Τρώες με τον Έκτορα (Λιταί Ι).
Αχιλλέας:
Για τον πόλεμο το φονικό δε  θα νοιαστώ,
πριν φτάσει στων Μυρμιδόνων τις σκηνές και τα καράβια
ο γιος του αντρειωμένου Πρίαμου, ο θείος ΄Εκτορας,
σκορπώντας στους Αργείους το θάνατο, και βάλει στ’ άρμενα φωτιά.
 Ωστόσο, μπρος στη σκηνή μου και το μαύρο μου καράβι,
ο Έκτορας, όση ορμή κι αν έχει, θα κρατηθεί, θαρρώ(Ι 650-654).
Την ίδια νύχτα πραγματοποιείται, λόγω ανάγκης και η κατασκόπευση τόσο του Διομήδη και Οδυσσέα, από πλευράς Αχαιών, όσο και του Δόλωνα από πλευράς Τρώων. Στη νυκτερινή κατασκόπευση οι δύο άνδρες συλλαμβάνουν το Δόλωνα, του αποσπούν τις πληροφορίες που θέλουν και τον σκοτώνουν, ενώ αμέσως μετά επιτίθενται στο στρατόπεδο του Ρήσου, βασιλιά των Θρακών που έσπευσε σε βοήθεια των Τρώων, τον σκοτώνουν, του κλέβουν τα ωραία άλογά του και καβάλα σ’ αυτά επιστρέφουν στο στρατόπεδό τους. Η νύχτα δεν έχει τελειώσει ακόμη.(Δολώνεια Κ).

 26η ημέρα της αφήγησης. Τρίτη ημέρα της μάχης(Λ 1-Σ 241)

Η τρίτη ημέρα της μάχης αρχίζει την 26η ημέρα της αφήγησης και διαρκεί από τη ραψωδία (Λ1) ως τη (Σ 241),
Ηώς δ’ εκ λεχέων παρ’ αγαυού Τιθωνοίο
ώρνιθ’, αθανάτοισι φόως φέροι ηδέ βροτοίσι,
Ζευς δ’ ‘Εριδα προίαλλε θόας επί νήας Αχαιών
αργαλέην, πολέμοιο τέρας μετά χερσίν έχουσαν.(Λ 1-4).
Μόλις σηκώθηκε η Αυγή απ’ του ωραίου Τιθωνού
την κλίνη το φως να φέρει σε θνητούς και αθάνατους,
ο Δίας έστειλε την Έριδα στα γρήγορα καράβια των Αχαιών,
τη φοβερή, πολέμου σημάδι στα χέρια της κρατώντας.
Η Έριδα όμως παρακινεί τον Ατρείδη να μπει στον πόλεμο κι εκείνος ακάθεκτος ορμά εναντίον των Τρώων και αριστεύει. Στη αναμέτρηση αυτή τραυματίζεται η γιατρός Μαχάων και ο Πάτροκλος σπεύδει, με εντολή του Αχιλλέα, να διαπιστώσει αν όντως ο τραυματίας είναι ο Μαχάων. Ο Πάτροκλος βρίσκει πράγματι τραυματισμένο το γιατρό, ενώ ο Νέστορας βρίσκει κι αυτός την ευκαιρία και του προτείνει να παρακαλέσει τον Αχιλλέα να σταματήσει την οργή του και να κατεβεί στον πόλεμο, εάν όμως είναι ανένδοτος, τότε να του δώσει την πανοπλία του και να εμφανιστεί εκείνος μ’ αυτήν και τους Μυρμιδόνες στον πόλεμο, ώστε να ανακουφίσει τους Αχαιούς.
Στη ραψωδία Μ, που ακολουθεί, αφηγείται ο ποιητής την τειχομαχία, όταν οι Τρώες γκρεμίζουν ένα μέρος του τείχους και εισβάλλουν σ’ αυτό, οπότε η μάχη αλλάζει πεδίο και στη ραψωδία Ν διεξάγεται, για να κάψουν οι Τρώες τα πλοία των Αχαιών. Η ΄Ήρα όμως που ενδιαφέρεται για τους Αχαιούς κοιμίζει το Δία και δίνει τη νίκη σ’ αυτούς (Ξ). Ξυπνά ο Δίας, αντιλαμβάνεται την απάτη της Ήρας και αμέσως δίνει τη δυνατότητα στους Τρώες να απωθήσουν και πάλι τους Αχαιούς(Ο). Ο Πάτροκλος με την πανοπλία του Αχιλλέα κατεβαίνει στον πόλεμο. Τον βλέπουν οι Τρώες και έντρομοι το βάζουν στα πόδια, πλην όμως όταν αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει, ο Έκτορας, με τη βοήθεια του Απόλλωνα, φονεύει τον Πάτροκλο (Π). Γύρω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου συνάπτονται αιματηρές μάχες σώμα με σώμα για το ποιος θα πάρει το νεκρό. Στο τέλος, με τον ηρωισμό του Μενέλαου, του Μηριόνη και του Αίαντα, απομακρύνεται το σώμα του νεκρού από το πεδίο της μάχης, ενώ ο Έκτορας, ικανοποιημένος από το κατόρθωμά του, φοράει τον οπλισμό του Αχιλλέα. Ο Δίας που τον βλέπει από ψηλά προλέγει και τη δική του τύχη.
Αχ, δύστυχε! Ούτε περνάει απ’ το νου σου ο θάνατος,
που είναι πια κοντά, μα εσύ τ’ αθάνατα όπλα ντύνεσαι
του πιο γενναίου άντρα, που όλοι τον φοβούνται.
Του σκότωσες τον κραταιό, τον άξιο σύντροφό του,
κι απ’ το κεφάλι και τους ώμους του, έτσι που δεν του πρέπει
του πήρες τ’ άρματα, μα εγώ θα σου χαρίσω τώρα μεγάλη νίκη
ως αντάλλαγμα, γιατί από τη μάχη δε θα γυρίσεις πίσω,
για να δεχτεί από σένα η Ανδρομάχη τα ξακουστά όπλα του Αχιλλέα(Ρ 200- 208)
 Ο Αχιλλέας όμως, που πληροφορείται αργότερα το θάνατο του φίλου του, κλαίει απαρηγόρητα και αναμένει την πανοπλία του από τον Ήφαιστο, για να εκδικηθεί το φονιά του Πάτροκλου. Θέλοντας όμως να βοηθήσει τους Αχαιούς, πριν ακόμη του φέρει η μητέρα του την καινούρια πανοπλία του, προβάλλει από την τάφρο και κραυγάζοντας τρεις φορές δυνατά, τρομάζει τους Τρώες.
Και τρεις φορές πέσαν σε ταραχή οι Τρώες κι οι φημισμένοι σύμμαχοι (Σ 229)
…..
Τότε η σεβάσμια μεγαλομάτα Ήρα ανάγκασε
τον Ήλιο τον ακάματο να βυθιστεί στου Ωκεανού το ρέμα.
Έδυσε ο Ήλιος και οι θεϊκοί Αχαιοί σταμάτησαν
τον ολέθριο πόλεμο και το σκληρό αγώνα.
Οι Τρώες από την άλλη έφυγαν από την άγρια μάχη
ξέζεψαν απ’ τ’ αμάξια τα γρήγορα άλογά τους
και μαζευτήκαν για συνέλευση, προτού σκεφτούν το δείπνο.(Σ 239-245)
Η συμμετοχή του Αχιλλέα στον πόλεμο, που τόσο απευχόταν ο Πολυδάμας, είναι πια δεδομένη και αναμένεται αγωνιωδώς από τους Τρώες.

27η ημέρα  της αφήγησης. Τέταρτη ημέρα της μάχης (Τ1-Χ 361)

Η τέταρτη ημέρα της μάχης αρχίζει την 27η η μέρα της αφήγησης και εκτείνεται από  τη ραψωδία (Τ 1 ως τη ραψωδία Χ 361).
Ο Αχιλλέας αναμένει τη νέα του πανοπλία. Το πρωί η μητέρα του παραδίδει στο γιο της την θεότευκτη πανοπλία κι εκείνος, αφού συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα (τέλος της μήνιος),  ετοιμάζεται  να λάβει εκδίκηση για το θάνατο του Πάτροκλου .
Ηώς μεν κροκόπεπλος απ’ Ωκεανοίο ροάων
ώρνιθ’ ίν’ αθανάτοισι φόως φέροι ηδέ βροτοίσιν.
η δ’ ες νήας ίκανε θεού πάρα δώρα φέρουσα.
εύρε δε Πατρόκλω περικείμενον ον φίλον υιόν,
κλαίοντα λιγέως. πολλέες δ’ αμφ’ αυτόν εταίροι
μύρινθ’, η δ’ εν τοίσι παρίστατο δία Θεάων
εν τ΄άρα οι φυ χειρί έπος τ’ έφατ’ έκ τ’ονόμαζε(Τ1-7)
Πρόβαλλε η Αυγή κροκόπεπλη απ’ τις ροές του Ωκεανού
να φέρει στους αθάνατους και στους θνητούς το φως,
κι έφτανε η Θέτη στα καράβια φέροντας τα δώρα του θεού.
Βρήκε το λατρευτό της γιο πεσμένο ν’ αγαλιάζει τον Πάτροκλο
Και να κλαίει γοερά, κι ολόγυρα πλήθος σύντροφοι
Θρηνούσαν. Ανάμεσά τους τότε στάθηκε η έξοχη θεά,
του έσφιξε το χέρι, του μίλησε και είπε:
Παιδί μου,…
Δέξου απ’ τον Ήφαιστο τα φημισμένα όπλα.
Τόσο πανέμορφα δε φόρεσε στους ώμους του κανείς θνητός ως τώρα.
Ο Αχιλλέας, χαρούμενος για τα θεία δώρα, φόρεσε τα θεότευκτα όπλα, πήγε στην ακροθαλασσιά και άρχισε να παρακινεί τους Αχαιούς σε πόλεμο
Πρέπει να επισημάνουμε πως από το σημείο αυτό η πρωτοβουλία ανήκει στον Αχιλλέα και εκείνο που τον ενδιαφέρει πια είναι να συναντήσει τον Έκτορα και να πάρει εκδίκηση για το φόνο του φίλου του. Η τελευταία φάση της μάχης περιορίζεται πια στην αναμέτρηση Αχιλλέα-Έκτορα και εξελίσσεται σε τρεις εφορμήσεις του Αχιλλέα.
Στην πρώτη του εφόρμηση ο Αχιλλέας συγκρούεται με τον Αινεία, της Αφροδίτης το γιο, αλλά τον σώζει η επέμβαση του Ποσειδώνα, ενώ στη συμπλοκή του με τον Έκτορα, το γιο του Πριάμου, τον σώζει  ο Απόλλων, ρίχνοντας σκοτάδι γύρο του (Υ).Τελικά, ο Αχιλλέας και οι Αχαιοί νικούν τους Τρώες και τους απομακρύνουν από τα καράβια.
Στη δεύτερη εφόρμηση (Φ)  ο Αχιλλέας, στην παραποτάμιο μάχη, κινδυνεύει να πνιγεί από τα νερά του Σκάμανδρου ποταμού. Με τη βοήθεια του Ήφαιστου ξεπερνά τον κίνδυνο του πλημμυρισμένου προσωποποιημένου ποταμού, και, καταδιώκοντας τους Τρώες, φτάνει έξω από τις πύλες του κάστρου. Εκεί συναντά τον Αγήνορα, που τον προκαλεί, αλλά τον σώζει  η πονηριά του Απόλλωνα, που μεταμορφωμένος σε Αγήνορα παρασύρει τον Αχιλλέα στην καταδίωξή του και έτσι απομακρύνει τον Αχιλλέα από το κάστρο και δίνει χρόνο στους Τρώες να μπουν σ’ αυτό. Ο Έκτορας, κατά παράξενο τρόπο, δεν εμφανίζεται από τον ποιητή πουθενά.
Στην  τρίτη όμως και τελευταία εφόρμηση του Αχιλλέα, ο Έκτορας αποφασίζει να μείνει έξω από το κάστρο και να πολεμήσει, παρόλο ότι οι γονείς του και η Ανδρομάχη τον θερμοπαρακαλούν να αποφύγει την αναμέτρηση μαζί του. Ο Έκτορας δεν ακούει κανένα. Έχει πάρει την απόφαση να πολεμήσει τον Αχιλλέα ως ίσο. Τελικά, παραμένει και με την δήθεν ενθάρρυνση από τον αδερφό του Δηίφοβο, φάντασμα της Αθηνάς, παραμένει και αντιμετωπίζει τον Αχιλλέα. Στη μάχη όμως των δύο ανδρών ο Αχιλλέας σκοτώνει το γενναίο Έκτορα και εκδικείται το θάνατο του φίλου του (Χ 361). Στο κάστρο αρχίζει ο θρήνος για το χαμό του.
 Εδώ τελειώνει και η τέταρτη ημέρα της φονικής μάχης που άρχισε στη ραψωδία Β και με κάποιες διακοπές συνεχίστηκε ως τη ραψωδία Χ 361. Πρόκειται για μια μάχη που αρχίζει χωρίς τη συμμετοχή του Αχιλλέα, αλλά τελειώνει με τη συμμετοχή του σ’ αυτήν, εκδικούμενος το θάνατο του  Πάτροκλου, με το φόνο του φονιά του, του Έκτορα, του υπερασπιστή της Τροίας. Ο πιο γενναίος ήρωας της Τροίαςς είναι πια νεκρός και δεν μπορεί να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Η Τροία κι αυτή μετρά τις τελευταίες ημέρες της ύπαρξής της, πλην όμως ο ποιητής θα σταματήσει εδώ την αφήγηση των πολεμικών αναμετρήσεων και θα ασχοληθεί με τον Αχιλλέα και τον Πρίαμο. Θα πλησιάσει ο ένας τον άλλο ψυχικά, θα κλάψουν και οι δυο τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, και θα προχωρήσουν στη συμφιλίωση και την ανακωχή, ώσπου να θρηνήσουν και ενταφιάσουν οι Τρώες, όπως  αξίζει, ένα γενναίο αρχηγό του πολέμου, τον Έκτορα., το λατρευτό σύζυγο της Ανδρομάχης και  τον αγαπητό γιο του Πριάμου και της Εκάβης.


Δ.Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Πόση αλήθεια κρύβει ο χαρακτηρισμός της ζωής της Ευρυδίκης από τον Μ. Ανδρόνικο ως πολυτάραχης και σκανδαλώδους;


Η  Ευρυδίκη,  σύζυγος του Αμύντα Γ΄, βασιλιά της Μακεδονίας (393-370) και μητέρα του Φιλίππου Β΄, εμφανίζεται στην ιστορία ως ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο και ως τέτοιο το χαρακτηρίζει ο Μ. Ανδρόνικος, θεωρώντας τη ζωή της βασίλισσας “πολυτάραχη και σκανδαλώδη”.
Βέβαια, οι πληροφορίες που μας σώζονται για τη ζωή και τη δράση της Ευρυδίκης είναι λίγες και αντιφατικές. Κάποιες από αυτές συμπίπτουν με το χαρακτηρισμό του Μ. Ανδρόνικου και την ενοχοποιούν, ενώ υπάρχουν και άλλες που την απαλλάσσουν από την ενοχή. Τι πραγματικά συμβαίνει με τη βασίλισσα αυτή;
Ποια ήταν η Ευρυδίκη και πως πολιτεύθηκε στα χρόνια που ήταν βασίλισσα του μακεδονικού κράτους; Πόσο αληθινές μπορεί να είναι οι κατηγορίες εναντίον της; Πολλές οι κατηγορίες εναντίον της αλλά και άλλες τόσες που τις απορρίπτουν ως κακόβουλες και ύποπτες. Διαβάστε τα θετικά επιχειρήματα αλλά και τα αρνητικά. Κρίνετέ τα και βγάλτε το συμπέρασμά σας.
Ο Ευρυδίκη ήταν κόρη του Σίρρα και πριγκίπισσα του βασιλικού οίκου της Λύγκου. Υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Αμύντα Γ΄, ενώ, ως δεύτερη σύζυγος του φέρεται η Γυγαία, αν και ο Παπαρρηγόπουλος τη θέλει παλλακίδα, κάτι που δεν ήταν απαγορευτικό για τους Μακεδόνες βασιλείς. Ο Αμύντας από τους δύο γάμους του απέκτησε έξι γιους και μια κόρη. Από την Ευρυδίκη απέκτησε τον Αλέξανδρο Β΄, τον Περδίκκα Γ΄, τον Φίλιππο Β΄ και την Ευρυνόη, ενώ από τη Γυγαία τον Αρχέλαο, τον Αρριδαίο και το Μενέλαο.
Ο Χάμμοντ, “Ιστορία της Μακεδονίας» Εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, τόμος 5ος από όπου αντλούμε τις πληροφορίες, αναφέρει ότι  η Ευρυδίκη, ως βασίλισσα Μητέρα, επηρέασε σοβαρά τον Αλέξανδρο, τον εγγονό της, και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στο περιβάλλον της από το γιο της Φίλιππο Β΄. Αυτή μονάχα η μαρτυρία είναι αρκετή να προδιαθέσει θετικά τον αναγνώστη ή ερευνητή απέναντι στη βασίλισσα της Μακεδονίας. Αν μάλιστα προστεθεί πως το όνομά της αναγράφεται και σε βάση αγάλματος, που αφιέρωσε η ίδια στη θεά Εύκλεια, τότε θα φανεί και η θεοσέβειά της.
 ΕΥΡΥΔΙΚΑΣΙΡΡΑΕΥΚΛΕΙΑΙ
 Η επιγραφή αυτή μεταγράφεται: Ευρυδίκα Σίρρα Ευκλεία και σημαίνει: Η Ευρυδίκη η κόρη του Σίρρα (ανέθεσε το άγαλμα αυτό) στη θεά Εύκλεια.
Ο Ανδρόνικος, από όπου αντλούμε την πληροφορία, σχολιάζει το γεγονός και αποφαίνεται:”…έχουμε δικαίωμα να υποθέσουμε πως ένα τέτοιο ανάθημα μπορεί να σχετίζεται με τη νίκη του Φιλίππου Β΄ στη Χαιρώνεια 338 π.Χ., όπου μάλιστα διακρίθηκε και ο γιος του Αλέξανδρος…η χρήσιμη πληροφορία που προκύπτει απ’ το εύρημα είναι ότι η Ευρυδίκη πρέπει να έζησε πολλά χρόνια και μετά το 346(;), την τελευταία ως τώρα μαρτυρημένη χρονολογία για την πολυτάραχη και σκανδαλώδη ζωή αυτής της γυναίκας”.(Ανδρόνικος, Βεργίνα τόμος Α΄σελ. 80).
Αλήθεια, για ποια πολυτάραχη και σκανδαλώδη ζωή μιλά ο μεγάλος αρχαιολόγος; Ποια από τις δύο απόψεις περιέχει την αλήθεια για τη βασίλισσα και ποια το ψέμα;
Η βασιλεία του Αμύντα Γ΄ (393-370 π.Χ.) υπήρξε ομολογουμένως μακρά αλλά στο μακρύ αυτό διάστημα δοκιμάστηκε επικίνδυνα πολλές φορές από τους Ιλλυριούς, τους Αθηναίους, τους Χαλκιδείς και άλλους. Ο Αμύντας Γ΄ ανήλθε στο Μακεδονικό θρόνο μετά από τη δολοφονία του Αμύντα Β΄(394-393) από το Δέρδα, έναν ακόλουθό του, για άγνωστη αιτία.
 Από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα και κυρίως από τις επιδρομές των Ιλλυριών, οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να τον απομακρύνουν από το μακεδονικό θρόνο (393 π.Χ.). Επειδή όμως δεν υπήρχε επίσημος διάδοχος του  βασιλιά, οι Ιλλυριοί έβαλαν ένα βασιλιά μαριονέτα, τον Αργαίο, που κυβέρνησε λίγο χρόνο, γιατί ο Αμύντας, μετά από δύο χρόνια, με τη βοήθεια των παραδοσιακών φίλων του, τους Αλευάδες της Λάρισσας, ανέτρεψε τον Αργαίο και επανήλθε στο μακεδονικό θρόνο.
Η βασιλεία του ήταν δραματική και πολλές φορές δοκίμασε την πικρία της ήττας, όπως στην περίπτωση με την εισβολή των Χαλκιδέων, όταν (383 π.Χ.) ο Αμύντας τους ζήτησε να του επιστρέψουν τη γη, που  του είχαν αποσπάσει, φτάνοντας μάλιστα ως την Πέλλα. Αργότερα όμως, δεχόμενος τη βοήθεια μερικών θρακικών στρατευμάτων υπό την ηγεσία του Αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη, που βρισκόταν στην υπηρεσία του βασιλιά των Οδρυσών Κότυ, αντέδρασε στο κοινό των Χαλκιδέων. Λέγεται πως αργότερα ο Αμύντας υιοθέτησε τον Ιφικράτη από υποχρέωση που ένιωθε απέναντί του. Οι Ιλλυριοί όμως επανήλθαν στο προσκήνιο, όταν απέκτησαν μεγάλη δύναμη με το Βάρδυλη. Ξαναχτύπησαν τον ανίσχυρο Αμύντα και τον νίκησαν. Τον υποχρέωσαν μάλιστα να τους πληρώνει και φόρο υποτέλειας. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, παρόλο που ισχυροποίησε τη θέση του στο βασίλειο, όταν πέθανε το 370 π.Χ. σε προχωρημένη ηλικία, το άφησε ασθενέστερο από αυτό που παρέλαβε.
“Μετά το θάνατο του Αμύντα, γράφει ο Διόδ. Σικελιώτης, τον διαδέχθηκε στην εξουσία ο Αλέξανδρος, ο μεγαλύτερος από τους γιους του. Αυτόν τον δολοφόνησε ο Πτολεμαίος Αλωρίτης και πήρε το θρόνο, αλλά κατόπιν ο Περδίκκας απαλλάχτηκε με τον ίδιο τρόπο απ’ αυτόν κι έγινε βασιλιάς”.
Μ’ αυτόν το σύντομο και επιγραμματικό τρόπο αναφέρεται ο ιστορικός στον Αμύντα και τους διαδόχους του, χωρίς καμιά παρατήρηση, αφήνοντας να νοηθεί ότι πέθανε από φυσικό θάνατο, ενώ μιλά για δολοφονία του Αλέξανδρου Β΄από τον Πτολεμαίο Αλωρίτη, όπως και του Πτολεμαίου από τον  Περδίκκα Γ΄. Με άλλα λόγια θεωρεί φυσικό το θάνατο του Αμύντα και ομαλή την άνοδο στο θρόνο του Αλέξανδρου Β΄, ενώ παραδέχεται τη δολοφονία του Αλέξανδρου από τον Πτολεμαίο Αλωρίτη, όπως και το θάνατο του Αλωρίτη από τον Περδίκα Γ΄.
Αν όμως λάβουμε υπόψη τις πληροφορίες που αντλούμε από το λατίνο ιστορικό Ιουστίνο, τότε θα διαπιστώσουμε πως αυτές διαφέρουν σε πολλά σημεία, αν και σε κάποια σημεία συμφωνούν.
Ο Ιουστίνος ισχυρίζεται πως η Ευρυδίκη, για να προωθήσει στο Μακεδονικό θρόνο τον εραστή της Πτολεμαίο Αλωρίτη και να τον έχει κοντά της, έδωσε σ΄αυτόν ως σύζυγο την κόρη της Ευρυνόη. Όταν όμως κάποτε η Ευρυνόη αντιλήφθηκε τις σχέσεις της μητέρας της με τον άντρα της, αποκάλυψε το γεγονός στον πατέρα της. Ο Αμύντας όμως απέφυγε να δημιουργήσει ζήτημα, προφανώς από αγάπη προς την κόρη του, γι’ αυτό η Ευρυδίκη, που ήθελε να συνεχίσει τις παράνομες σχέσεις της με τον εραστή της, όταν βρήκε ευκαιρία, σε συνεργασία με τον Πτολεμαίο, δολοφόνησε τον Αμύντα, γεγονός που δεν αναφέρει ο Δ. Σικελιώτης. Το ίδιο πράττουν και άλλοι ιστορικοί που αναφέρονται στον Αμύντα και την Ευρυδίκη.
Όλοι αυτοί οι ιστορικοί, μιλώντας για τον Αμύντα, λένε: Μετά το θάνατο του Αμύντα…, που σημαίνει πως αποδέχονται το φυσικό θάνατό του.
Μετά το θάνατο, λοιπόν, του Αμύντα Γ΄ ανήλθε στο μακεδονικό θρόνο ο γιος του Αλέξανδρος Β΄. Αυτός, ενεργώντας απερίσκεπτα, ενεπλάκη σε πόλεμο ανάμεσα στις αντίπαλες δυναστείες της Θεσσαλίας, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στον Πτολεμαίο Αλωρίτη να αποπειραθεί το σφετερισμό του μακεδονικού θρόνου. Με την επέμβαση όμως του Πελοπίδα, που ανάγκασε τον Αλέξανδρο να του παραδώσει τον αδελφό του Φίλιππο ως όμηρο, που είχε αφεθεί ελεύθερος από τους Ιλλυριούς, πήρε το μέρος του Αλέξανδρου στη διαμάχη με τον Πτολεμαίο και προσωρινά διευθετήθηκε το ζήτημα, πλην όμως λίγο αργότερα, γράφει ο Χάμμοντ, «ο βασιλιάς Αλέξανδρος Β΄ δολοφονήθηκε  κατά τη διάρκεια μιας γιορτής, στην οποία εκτελούσαν έναν πολεμικό χορό, την τηλεσιάδα, προς το τέλος του 368 ή τις αρχές  του 367». Η πληροφορία μας ενημερώνει για το έτος δολοφονίας του Αλέξανδρου Β΄ και όχι για το δολοφόνο του. Τότε θα μπορούσαμε να δεχτούμε αληθινή την πληροφορία του Ιουστίνου. Πιο συγκεκριμένη όμως πληροφορία μας δίνει ο Σικελιώτης, που μας αποκαλύπτει το όνομα του δολοφόνου. «επί δε τούτων Πτολεμαίος ο Αλωρίτης, ο Αμύντου υιός, εδολοφόνησεν Αλέξανδρον» (15.71.1). Εννοεί, βέβαια, με τη φράση Αμύντου υιός, το γιο του Αμύντα του μικρού και όχι του Αμύντα Γ΄. Σε κάποιο άλλο απόσπασμα σώζεται και μια άλλη πληροφορία:«… χρησάμενοι οι περί Πτολεμαίον Αλέξανδρον τον Φιλίππου αδελφόν ανείλον, ως ιστορεί Μαρσύας εν τρίτω Μακεδονικών». Η πηγή αυτή θεωρεί πως υπεύθυνη για το φόνο του Αλέξανδρου ήταν η φατρία του Πτολεμαίου. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε πως ο Πτολεμαίος Αλωρίτης ήταν γιος του Αμύντα Β΄του μικρού, επομένως από βασιλικό γένος.
Ο Αισχίνης όμως που αναφέρεται στον Πτολεμαίο και την Ευρυδίκη σημειώνει πως αμέσως, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου, τέλεσε τους γάμους του με την Ευρυδίκη και αμέσως έγινε επίτροπος του ανηλίκου γιου της Ευρυδίκης Περδίκκα Γ΄. Πρόκειται, βέβαια, για μια πληροφορία υπερβολικά απίθανη.
Διαφορετική άποψη εκφράζουν για τον Πτολεμαίο Αλωρίτη τα σχόλια στον Αισχίνη, (Περί παραπρεσβείας 2,9), που σημειώνουν: Επιτροπεύσας Περδίκκου και Φιλίππου, παίδων όντων, εβασίλευσεν(ο Πτολεμαίος) έτη ε΄».
Αν  τον θεωρούσαν ένοχο για το θάνατο του Αλέξανδρου, τότε πώς του εμπιστεύθηκαν για πέντε χρόνια την αντιβασιλεία; Είναι και αυτό ένα εύλογο ερώτημα.
Μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου ο Μακεδονικός θρόνος διεκδικήθηκε από τον Παυσανία, τον οποίο υποστήριζαν οι Έλληνες του νότου. Η Ευρυδίκη, που φαίνεται ενδιαφερόταν για τον Πτολεμαίο, αναζήτησε τη βοήθεια του Αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη και με τη βοήθειά του παραγκωνίστηκε η υποψηφιότητα του Παυσανία, πιθανώς απογόνου του Αρχέλαου, και ανακηρύχτηκε βασιλιάς της Μακεδονίας ο ανήλικος γιος της Περδίκκας Γ΄τον οποίο επιτρόπευε ο Πτολεμαίος Αλωρίτης. (Αισχίνη, Περί της παραπρεσβείας 26-29).
Αυτά είναι τα στοιχεία που αντλούμε από τις πιο αξιόπιστες πηγές. Υπάρχει όμως και μια άλλη μαρτυρία την οποία μας παρέχει ο Ιουστίνος(7,4.7-5.5.8), στου οποίου τις μαρτυρίες οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί, γιατί πολλές από αυτές σήμερα έχουν αποδειχτεί απλές φαντασιώσεις του ιστορικού.
Αν και ο Ιουστίνος αρέσκεται σε κάποιες ιστορίες αμφιλεγόμενες, αυτό δε σημαίνει ότι είναι παντελώς φανταστικές ή πλαστές, όπως τις θέλουν πολλοί ερευνητές, αλλά κάποιες αλήθειες θα πρέπει να κρύβονται μέσα σ’ αυτές. Δεν μπορεί κανείς να μην πιστέψει πως όπου υπάρχει καπνός δεν υπάρχει φωτιά. Είναι παράλογο!
Θα παραθέσουμε το κείμενο του Ιουστίνου σε μετάφραση, όπως το διασώζει ο Χάμμοντ.
Η Ευρυδίκη αφού κανόνισε το γάμο της κόρης της (Ευρυνόης με το γαμπρό της (Πτολεμαίο), επιχείρησε με τον εραστή της να δολοφονήσει τον άνδρα της και να δώσει το θρόνο σ’ αυτόν, και ο Αμύντας θα είχε πιαστεί στη σκευωρία της γυναίκας του, εάν η κόρη του (Ευρυνόη) δεν είχε αποκαλύψει τη μοιχεία της μητέρας της και τα εγκληματικά της σχέδια… Όχι πολύ καιρό έπειτα ο Αλέξανδρος έπεσε θύμα στη συνωμοσία της μητέρας του Ευρυδίκης, η οποία είχε εγκληματήσει και πριν, αλλά την είχε λυπηθεί ο Αμύντας εξαιτίας των παιδιών που είχαν μαζί, επειδή ο Αμύντας δεν μπορούσε να ξέρει ότι αυτή θα ήταν αιτία του θανάτου τους κάποια μέρα. Ο αδελφός του επίσης, ο Περδίκκας, βρέθηκε αναμεμειγμένος σε μια συνωμοσία παρομοίως προδοτική. Ήταν πραγματικά φριχτό να στερηθούν αυτά τα παιδιά τη ζωή από την ίδια τους μητέρα, εξαιτίας της λαγνείας της, μια μητέρα που ήδη την είχαν απαλλάξει από την τιμωρία που της άξιζε προηγουμένως για τα εγκλήματά της, επειδή σκέφτηκαν τα παιδιά της. Ο φόνος του Περδίκκα ήταν ακόμη φοβερότερος, επειδή ακόμα και το παιδί, ο μικρός γιος του, δεν ξύπνησε τη συμπόνια στο στήθος εκείνης της μητέρας.
Το κείμενο αυτό είναι καθαρά ένας καταπέλτης. Ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορεί την Ευρυδίκη ως συνεργό στο φόνο του γιου της Αλέξανδρου, για χάρη του εραστή της Πτολεμαίου. Εάν όμως λάβουμε υπόψη πως πολλά από τα σημεία κατηγορίας έχουν αποδειχτεί εντελώς φανταστικά, όπως π.χ. ο θάνατος του Περδίκκα Γ΄, αφού είναι  εξακριβωμένο πια πως ο Περδίκκας Γ΄δε δολοφονήθηκε από τη μητέρα του, όπως υποστηρίζει ο Ιουστίνος, αλλά σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Ιλλυριών, μα ούτε ο Αμύντας Γ΄ δολοφονήθηκε από την Ευρυδίκη, γιατί καμιά άλλη πηγή δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο εκτός από αυτή του Ιουστίνου.
Πού βρίσκεται λοιπόν η αλήθεια; Μήπως κάποια στοιχεία του Ιουστίνου είναι αληθινά ή έχουν μέσα τους κάποια υπερβολή και στρέφονται κατ’ ευθείαν εναντίον της βασίλισσας, της μητέρας του Φιλίππου Β΄; Τότε  ο Φίλιππος γιατί δεν αντέδρασε σε όλες αυτές τις διαδόσεις και επικρίσεις για τη ζωή της μητέρας του και να προβεί σε διάψευση; Μήπως δεν πρόλαβε να το πράξει ή δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα στο εσωτερικό, φοβούμενος μήπως με τα ισχυρά ερείσματα που είχε στο στρατό και στο βασιλικό περιβάλλον της η βασιλομήτορα θα δημιουργούσε προβλήματα στο κράτος, τώρα που ο ίδιος επείγονταν να εκστρατεύσει στην Περσία και γι’ αυτό προτίμησε να απαντήσει στους επικριτές της με την αναπάντεχη ενέργειά του, να μεταβαπτίσει δηλαδή τη νέα του σύζυγο Κλεοπάτρα σε Ευρυδίκη, δείχνοντας με την πράξη του αυτή πόσο πιστεύει και υπολογίζει τις συκοφαντίες των εχθρών του;
Με τον τρόπο αυτό μπορεί ο Φίλιππος να ξέφυγε ένα σκόπελο, έπεσε όμως σε άλλο εμπόδιο πολύ χειρότερο, γιατί αποκτούσε τη λυσσώδη αντίδραση της προδομένης γυναίκας, της Ολυμπιάδας, και επιπλέον είχε απέναντί του στο εξής τον Αλέξανδρο και τη μερίδα του λαού που συμπαθούσε το νεαρό και τον θεωρούσε άξιο διάδοχο του μακεδονικού θρόνου. Γιατί, τώρα, όλα αυτά ήταν ένα παρελθόν για τον Αλέξανδρο, μια και με το νέο γάμο του Φιλίππου αποκλειόταν από το μακεδονικό θρόνο, κυρίως αν η έγκυος Κλεοπάτρα γεννούσε αρσενικό παιδί.
Πάντως, δεν μπορεί όλα όσα αναφέρονται στη ζωή και τη συμπεριφορά της βασίλισσας να είναι αποκυήματα της φαντασίας, επειδή κάποιοι μισούσαν τη φιλόδοξη Ευρυδίκη, αφού υπάρχουν γεγονότα που τη δικαιώνουν και άλλα που την ενοχοποιούν. Γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι προκειμένου να αποδεχτούμε τη μια ή την άλλη άποψη, οπωσδήποτε όμως, επειδή καπνός δε βγαίνει, αν δεν υπάρχει φωτιά, γι’ αυτό ας μην της δώσουμε συγχωροχάρτι για όλα, παρά μόνο για όσα έχει διακριβωθεί η αλήθεια τους και είναι υπέρ αυτής. Για τα άλλα οι επιφυλάξεις μας ας παραμένουν, εκτός αν στο μέλλον αποδειχτεί πως οι κατηγορίες ήταν αληθινές, αφού τότε θα μπορέσουμε να πούμε πως η Ευρυδίκη δεν ήταν απλώς μια αμφιλεγόμενη φιλόδοξη βασίλισσα, αλλά μια εγκληματική φύση που έβαψε τα χέρια της στο αίμα του παιδιού της, για να ικανοποιήσει έναν έρωτα αδιανόητο για μια μακεδόνισσα βασίλισσα και μητέρα.

Δ.Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ