Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013


Ο μακεδονικός στρατός στα χρόνια
του Φιλίππου Β΄και του Μεγαλέξανδρου

Η ιδέα της  Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών

Η ιδέα μιας Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών δεν ήταν του Φιλίππου. Ήταν γνωστή από τα παλιότερα χρόνια. Πρώτος  την υποστήριξε ο σοφιστής Γοργίας σε λόγο του στον ιερό χώρο της Ολυμπίας στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά η πρόταση της δημιουργίας μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας που θα ένωνε τους διχασμένους Έλληνες κατά των βαρβάρων, ώστε να τερματιστεί η υποταγή των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας και της Κύπρου στην περσική αυτοκρατορία. Αργότερα η ιδέα αυτή επανήλθε με το ρήτορα Ισοκράτη το 344 π.Χ., την οποία  υπέδειξε στο Φίλιππο Β ΄με επιστολή προς αυτόν. 
«Φημί γαρ χρήναι σε των μεν ιδίων μηδενός αμελήσαι, πειραθήναι δε διαλλάξαι την τε πόλιν των Αργείων και την Λακεδαιμονίων και την Θηβαίων και την ημετέραν. Ην γαρ ταύτας συστήσαι δυνηθής,

ώς και τας άλλας ομονοείν ποιήσεις, άπασαι γαρ εισιν υπό ταις ειρημέναις, και καταφεύγουσι, όταν φοβηθώσιν, εφ΄ην αν τύχωσι τούτων, και τας βοηθείας εντεύθεν λαμβάνουσιν, ώστ’ εάν τέτταρας μόνον πόλεις ευ φρονείν πείσης, και τας άλλας πολλών κακών απαλλάξεις( Ισοκρ.Φίλιππος 31).
Ο Ισοκράτης του ζητούσε να συμφιλιώσει τις τέσσερις πόλεις μεταξύ τους και να ηγηθεί μιας Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών.
Εκείνος ενστερνίσθηκε την ιδέα αυτή, γι’αυτό, όταν μετά το 344 π.Χ., κύριος πια των ορυχείων του Παγγαίου, έκοψε τους χρυσούς στατήρες, απέβη και οικονομικά ισχυρός, άρχισε να κινείται με περισσότερη σιγουριά προς την υλοποίηση της ιδέας αυτής, πλην όμως διαπίστωνε πως, για να γίνει πραγματικότητα η υπόδειξη του Ισοκράτη και το δικό του όνειρο, θα έπρεπε να διαθέτει και ένα ισχυρό στρατό, καλά οργανωμένο και άρτια γυμνασμένο.
Γι’ αυτό έστρεψε τη φροντίδα του στην οργάνωση και εκπαίδευση του στρατού του, που είχε αρχίσει να ετοιμάζει σχεδόν από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, παράλληλα όμως επιδίωξε να αυξήσει και τον αριθμό των ανδρών που θα υπηρετούσαν στο στρατό αυτό.
Πρέπει να ομολογήσουμε πως η οργάνωση και η εκπαίδευση του στρατού της Μακεδονίας ήταν καθαρά έργο του Φιλίππου, το οποίο συνέχισε και βελτίωσε ο γιος και διάδοχός του Αλέξανδρος Γ΄ ο Μακεδών, ο Μέγας Αλέξανδρος.
 Με τον αναδιοργανωμένο αυτό στρατό φιλοδοξούσε ο γιος του Αμύντα και της Ευρυδίκης, ο Φίλιππος Β΄, να ισχυροποιήσει τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δύναμη της Μακεδονίας, να ενώσει υπό το σκήπτρο του όλους τους  Έλληνες και να τους οδηγήσει στην Ανατολή εναντίον των Περσών, που επί αιώνες τώρα απειλούσαν και έβλαπταν  τον ελληνισμό.
Μετά από αγώνες πολλούς και πετυχημένες διπλωματικές ενέργειες τελικά κατόρθωσε στο συνέδριο της Κορίνθου οι ελληνικές πόλεις, πλην ορισμένων, να αναθέσουν σ’ αυτόν την αρχηγία της εκστρατείας κατά των Περσών, γεγονός που δραστηριοποίησε το Μακεδόνα βασιλιά να φέρει σε πέρας  την εντολή των Πανελλήνων, την οποία, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να εκπληρώσει. Του την στέρησε το δολοφονικό χέρι του Παυσανία!
Η Μακεδονική Φάλαγγα
Στην προσπάθειά του να αναδιοργανώσει το στρατό του και τη διοίκηση του κράτους του ο Φίλιππος Β΄ χώρισε τη Μακεδονία σε 12 στρατιωτικές περιφέρειες, για να διευκολύνεται στη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και της στρατολογίας. Όρισε να προσφέρει η καθεμιά από τις περιφέρειες αυτές στο μακεδονικό στρατό μια μονάδα ιππικού, μια μονάδα πεζικού και μια μονάδα ελαφρά οπλισμένη. Δημιούργησε μια νέα στρατιωτική μονάδα, τη γνωστή πια σε όλους Μακεδονική Φάλαγγα, της οποίας η άρτια εκπαίδευση των στρατιωτών της επέτρεπε στη φάλαγγα να μετασχηματίζεται γρήγορα και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικότερα το στρατό του αντιπάλου.Η φάλαγγα αυτή αποτέλεσε το φοβερό όπλο κρούσης του Μακεδόνα βασιλιά.
Στη μακεδονική φάλαγγα υπηρετούσε ένας συγκεκριμένος αριθμός  στρατιωτών. Ο κάθε οπλίτης έφερε ένα μακρύ δόρυ 6-7 μέτρων, τη σάρισα, ήταν άριστα γυμνασμένος και πειθαρχημένος, αφού αυτά τα δυο προσόντα, πέραν από την ανδρεία του, ήταν τα βασικά πλεονεκτήματα της φάλαγγας. Οι άνδρες της φάλαγγας αποτελούσαν ένα συμπαγές σώμα του οποίου οι λόγχες προείχαν από τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής 5 μέτρα, προκαλώντας έτσι τον τρόμο στον εχθρό.
 Λέγεται πως η μικρότερη μονάδα, που μπορούσε να δράσει και μόνη της στο στρατό του Αλέξανδρου  ήταν ο λόχος. Το λόχο αποτελούσαν 512 άνδρες, οι οποίοι παρατάσσονταν σε 16 στοίχους με μέτωπο 32 ανδρών και βάθος 16 και σχημάτιζαν ένα τετράγωνο 512 στρατιωτών,  με επικεφαλής τους το λοχαγό. Τη μονάδα αυτή συχνά ονόμαζαν και πεντακοσιαρχία, και το διοικητή της πεντακοσίαρχο. Τρεις (3) πεντακοσιαρχίες αποτελούσαν το τάγμα ή την τάξη, δηλαδή1536 άνδρες, τη μεγαλύτερη μονάδα δράσης του στρατού.
Κάθε τάξη διοικούνταν από ταξίαρχο ή στρατηγό και έπαιρνε συνήθως το όνομα του ταξίαρχου ή στρατηγού της ή το όνομα της περιοχής από όπου προέρχονταν οι άνδρες της μονάδας αυτής,  όπως π.χ Τυμφαία τάξη, Εορδαία τάξη κτλ.
Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της Μακεδονικής φάλαγγας
Οι δυνατότητες της μακεδονικής φάλαγγας στη μάχη ήταν πολλές, εφόσον αυτή απαρτιζόταν από καλά γυμνασμένους στρατιώτες. Η φάλαγγα μπορούσε να παρατάσσεται κατά μέτωπο, λοξά ή να σχηματίζει τετράγωνο. Ήταν αρκετά αρραγής και δυσκολοπολέμητη. Είχε τρομερή δύναμη κρούσης αλλά μόνο σε ομαλό έδαφος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία. Είχε, βέβαια, κι ένα βασικό μειονέκτημα. Ήταν ευάλωτη από τα πλευρά της, γι’ αυτό συνοδευόταν από μια δύναμη ιππικού, για να εξουδετερώνει το μειονέκτημα αυτό.
Άλλωστε, είναι γνωστό πως η μακεδονική φάλαγγα δε χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο στη μάχη του Γρανικού, λόγω του ποταμού, ούτε και στη μάχη της Ισσού, παρά την παράταξή της για μάχη, εξ αιτίας του ανωμάλου εδάφους. Θριάμβευσε όμως στη μάχη των Γαυγαμήλων, διότι το έδαφος ήταν αμμώδες και ομαλό, όπως και στις μάχες στον Ύφαση ποταμό. Το ότι παρέταξε τη φάλαγγα για μάχη στην Ισσό μας το αναφέρει ο ιστορικός του Αλέξανδρου Καλλισθένης, πληροφορία όμως που περιέχεται σε ένα από τα έργα του Πολύβιου.
Αμέσως, αφού αναπτύχθηκαν σε ανοιχτό σχηματισμό, ο Αλέξανδρος αναδιέταξε το στρατό του και δόθηκε σε όλους διαταγή να παραταχθούν σε φάλαγγα αρχικά σε βάθος 32 ανδρών, για να μεταπέσει αργότερα στους 16 και, τέλος, καθώς προσέγγιζε τον εχθρό στους 8.
Στη φάλαγγα οι οπλίτες τοποθετούνταν ο ένας δίπλα στον άλλο, σχηματίζοντας έναν αδιαπέραστο προστατευτικό τοίχο με τις ασπίδες τους, αφού οι ώμοι των στρατιωτών ακουμπούσαν μεταξύ τους. Η ασπίδα του κάθε οπλίτη προστάτευε και το μισό σώμα του διπλανού του. Αυτό σήμαινε πως ο κάθε οπλίτης ήταν υπεύθυνος και για την ασφάλεια του διπλανού του, οπότε, αν κάποιος δείλιαζε ή για κάποιο άλλο λόγο δε συντονιζόταν με την ομάδα και το διπλανό του, να κινδυνεύει η συνοχή ολόκληρης της φάλαγγας.
Πίσω από την πρώτη γραμμή των οπλιτών παρατάσσονταν οι άλλοι πολεμιστές σε βάθος 8 αντρών ή και περισσοτέρων. Αυτό καθορίζετο από το έδαφος, από τη δύναμη του αντιπάλου που είχε να αντιμετωπίσει και από άλλους λόγους. Οι 3-4 πρώτες γραμμές είχαν τα δόρατα(σάρισες) στραμμένα προς τον εχθρό και τον απειλούσαν, ενώ οι άνδρες των τελευταίων σειρών είχαν τα δόρατά τους στραμμένα προς τα άνω, για να μην τραυματίσουν αυτούς που βρίσκονταν στις προηγούμενες σειρές, αλλά και για να αλλάζουν εύκολα σχήμα προκειμένου να αντιμετωπίζουν τον εχθρό που θα τους απειλούσε από άλλη πλευρά..
 Ο Φίλιππος γύμναζε εντατικά το στρατό του και επεδίωκε να επιβάλει σ΄αυτόν αυστηρή πειθαρχία, γιατί πίστευε πως μ’ αυτή θα μπορούσε τον καταστήσει αξιόμαχο. Τη στρατηγική του Μακεδόνα βασιλιά διέκρινε η ταχύτητα στις ενέργειες, η τόλμη και ο αιφνιδιασμός, Ο Φίλιππος ήταν απρόβλεπτος στις κινήσεις του, κάτι που διακρίνουμε αργότερα και στον Αλέξανδρο
Ο Αιμίλιος Παύλος, ο ρωμαίος στρατηγός, αναφερόμενος στη μακεδονική Φάλαγγα, που συνήθως τη συγκροτούσαν ελεύθεροι επαγγελματίες της Μακεδονίας και αποτελούσε το φόβο και  τρόμο στους αντιπάλους της, μιλά με θαυμασμό γι’ αυτήν και λέει: «…μηδέν εωρακέναι φοβερώτερον και δεινότερον φάλαγγος μακεδονικής». «Δεν έχω δει κάτι φοβερότερο και τρομερότερο από τη μακεδονική φάλαγγα» (Πολύβιος).
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως η Μακεδονική φάλαγγα, για να είναι αποτελεσματική και να εκπληρώνει το σκοπό της, έπρεπε να δίνει μάχες μόνο σε επίπεδο έδαφος, γιατί εκεί είχε τη δυνατότητα να μετασχηματίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της στιγμής και να αντιμετωπίζει με επιτυχία τον εχθρό, να στελεχώνεται από άριστα εκπαιδευμένους πεζεταίρους και να διοικείται από υψηλής ποιότητας ηγέτες.
 Για να μην είναι όμως ευάλωτη από τα πλευρά, το αδύναμο στοιχείο της, υποστηριζόταν πάντοτε από μια ικανή δύναμη ιππικού. Μ’αυτό το στρατό ο Φίλιππος σύντριψε τους εχθρούς του στο εξωτερικό αλλά και τους στρατούς των εχθρικών προς τη Μακεδονία πόλεων της Ελλάδας που αντιδρούσαν στην πολιτική του. Με την ίδια οργάνωση και εκπαίδευση του στρατού νίκησε και ο Μέγας Αλέξανδρος τους Πέρσες και τους άλλους λαούς της Ασίας και πραγματοποίησε το ακατόρθωτο, να επεκτείνει δηλαδή την επικράτειά του ως τα πέρατα του κόσμου, κονιορτοποιώντας στρατούς μεγάλους με ένδοξη ιστορία και επιτυχίες στα πεδία των μαχών.
Το σώμα των Πεζεταίρων
Το σώμα αυτό αριθμούσε 9000 άνδρες. Ήταν χωρισμένοι σε έξι τάγματα ή τάξεις. Το κάθε τάγμα(1536 άνδρες) είχε 3 λόχους(512χ3). Ο κάθε λόχος είχε 512 άνδρες, η κάθε τάξη 1536 άνδρες, σύνολο 9 χιλιάδες άνδρες. Αρχηγοί των τάξεων αυτών ήταν: ο  Κοίνος, ο γιος του Πολυκράτη, ο Περδίκκας, ο γιος του Ορόντη, ο Κρατερός, ο γιος του Αλεξάνδρου, ο Μελέαγρος, ο γιος του Μενέλαου, και ο Αμύντας αδελφός του Σιμμία. Ο τελευταίος αντικαθιστούσε τον Αμύντα, που απουσίαζε στη Μακεδονία για στρατολογία. Τα τάγματα αυτά παρατάσσονταν στη μάχη πάντα σύμφωνα με την αρχαιότητα. ΄Ισως να γινόταν κάποια εξαίρεση στη μονάδα του Κοίνου, εξαίρετη μονάδα, η οποία παρετάσσετο τιμητικά πρώτη στα δεξιά των άλλων, όπως διαπιστώνουμε από την παράταξη  στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα. (Αρριανός)
Οργάνωση του iππικού
Για την οργάνωση του ιππικού ίσχυε το ίδιο. Το σώμα του ιππικού ήταν χωρισμένο σε 8 ίλες, η κυριότερη από τις οποίες ήταν  η βασιλική, που συνιστούσε την εμπροσθοφυλακή του στρατεύματος και κατείχε τιμητική θέση στην παράταξη της μάχης. Παρετάσσετο στο δεξιό της παράταξης όπου ήταν και η θέση συνήθως του Αλέξανδρου, όπως αναφέρει και ο Αρριανός (Αλεξ.Ανάβασις, βιβλ. 2, κεφ.10,3) «Όταν όμως ο Αλέξανδρος έφθασεν εις απόστασιν βολής τόξου, πρώτοι οι περί τον Αλέξανδρον και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ο οποίος ήτο ταγμένος επί της δεξιάς πτέρυγος, εισώρμησαν ταχέως εις τον ποταμόν δια να εμπνεύσουν τρόμον εις τους Περσας με τη σφοδρότητα της επιθέσεώς των, ώστε να υποστούν ολίγας φθοράς από τους Πέρσας τοξότας, όταν συμπλακούν μαζί των. Και όλα συνέβησαν όπως τα υπολόγιζεν ο Αλέξανδρος».
   Στις τάξεις της βασιλικής ίλης υπηρετούσαν οι βασιλικοί εταίροι. Η βασιλική ίλη είχε διπλάσιους άνδρες από τις 7 άλλες ίλες. Κάθε μια από τις επτά υπόλοιπες ίλες αριθμούσε 200 με 225 λογχοφόρους ιππείς, που παρατάσσονταν στα αριστερά της βασιλικής.
Λέγεται πως και το θεσσαλικό ιππικό, που αποτελούνταν από 1800 ιππείς, χωριζόταν κι αυτό σε 8 ίλες(1800:8=225) και ήταν οργανωμένο όπως και το Μακεδονικό. Ήταν αυτό που πολέμησε γενναία και απέκρουσε τη επίθεση του περσικού ιππικού στη μάχη της Ισσού, το οποίο τελικά αποδεκάτισε κατά τη φυγή του, αλλά και στα Γαυγάμηλα αποτέλεσε τη σωματοφυλακή του Παρμενίωνα στην αριστερή πτέρυγα της παράταξης.
Σημειώνουμε πως ο αρχηγός της τάξης, δηλαδή ο ταξίαρχος ή στρατηγός, δεν ήταν αναγκαίο να προέρχεται από την ίδια περιοχή από όπου προέρχονταν οι άνδρες της τάξης, αφού στη θέση αυτή ο βασιλιάς τοποθετούσε ανθρώπους που αυτός θεωρούσε ικανούς και κατάλληλους.
Στα χρόνια του Αλέξανδρου γνωρίζουμε ότι οι ταξιαρχίες(τάξεις) του Αλέξανδρου, όταν διαίρεσε το στρατό σε δύο μέρη, το δικό του στρατό στη Μ. Ασία και το στρατό του Αντίπατρου, που άφησε στην Ευρώπη, ήταν 14.
Αργότερα πληροφορούμαστε πως οι τάξεις του στρατού του ήταν 8 και υπηρετούσαν ως αρχηγοί μεγάλα ονόματα του μακεδονικού στρατού. Ο Περδίκκας από την Ορεστίδα και ο Πολυπέρχων από την Τυμφαία, είχαν το βαθμό του ταξίαρχου και διοικούσαν τις ταξιαρχίες αυτές, ενώ άλλοι δυο ταξίαρχοι, ο Κρατερός από την Ορεστίδα και ο Αμύντας από την Τυμφαία, διοικούσαν ταξιαρχίες που οι άνδρες τους προέρχονταν από άλλες περιοχές.
Ο τρόπος παράταξης του στρατού και η θέση του Αλέξανδρου στην παράταξη
Ένας στρατός, όσο καλά οργανωμένος κι αν είναι, όπως ο μακεδονικός, αν δε διοικείται την ώρα της μάχης από ηγέτες ικανούς, δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για τη νίκη του επί του αντιπάλου, γι’ αυτό ο Αλέξανδρος τοποθετούσε ικανούς στρατηγούς στις μονάδες αυτές, ενώ οι αξιωματικοί του όλοι προέρχονταν από αριστοκρατικές οικογένειες της Μακεδονίας.
Κατά την παράταξη του μακεδονικού στρατού για μάχη πάντοτε τη δεξιά πτέρυγα του στρατού κρατούσε ο Αλέξανδρος και δίπλα του αριστερότερα παρατάσσονταν οι άλλοι στρατηγοί. Την αριστερή πτέρυγα της παράταξης κατείχε και διοικούσε πάντοτε ο έμπειρος στρατηγός του Παρμενίων.
Οι διαταγές μεταδίδονταν από τον Αλέξανδρο με ένα σάλπισμα από τους σαλπιγκτές. Στόχος του Αλέξανδρο στη μάχη ήταν να προχωρεί ο στρατός του σε λοξή φάλαγγα, για να διασπά τις γραμμές του εχθρού, καθώς ο εχθρικός στρατός θα προσπαθούσε να κυκλώσει τον πάντα ολιγάριθμο μακεδονικό στρατό. Η προσπάθεια αυτή του εχθρικού ιππικού να υπερκεράσει το μακεδονικό το απομάκρυνε από το κέντρο, συνήθως έχανε την επαφή του μ’ αυτό και εκείνη τη στιγμή εξαπέλυε επίθεση ο Αλέξανδρος με το ιππικό του και έμπαινε σφήνα στο αδύνατο σημείο του εχθρού, έκοβε στα δύο τον εχθρικό στρατό και τον προσέβαλλε πια και από τα πλευρά. 
Χαρακτηριστική και διαφωτιστική είναι η περιγραφή που μας προσφέρει ο Αρριανός για τον τρόπο παράταξης του στρατού από τον Αλέξανδρο λίγο πριν από τη μάχη στα Γαυγάμηλα (331 π.Χ.).. 
Οι δύο αντίπαλοι στρατοί έχουν πλησιάσει πολύ κοντά. Δεν τους χωρίζει παρά ένα διάστημα στον κάμπο των Γαυγαμήλων 5 χιλιομέτρων και ο Αλέξανδρος παρέταξε το στρατό του κατά τον εξής τρόπο..
«Τη δεξιά πτέρυγα κατείχαν οι εταίροι ιππείς, των οποίων είχε προταχθεί η βασιλική ίλη ιππικού, με αρχηγό τον Κλείτο, γιο του Δρωπίδου. Δίπλα του η ιππική ίλη του Γλαυκίου, κατόπιν του Αρίστωνος, μετά του Ηρακλείδη, του Δημητρίου, γιου του Αλθαιμένη και του Μελέαγρου. Τελευταία από τις βασιλικές ίλες παρατάχθηκε η ίλη του Ηγέλοχου, γιου του Ιππόστρατου. Ολόκληρου του ιππικού των εταίρων αρχηγός ήταν ο Φιλώτας, ο γιος του Παρμενίωνα.
Από τη Μακεδονική φάλαγγα, μετά από το ιππικό, πρώτη παρατάχθηκε η  Μακεδονική φρουρά των ασπιδοφόρων- υπασπιστών με αρχηγό τους το Νικάνορα, γιο του Παρμενίωνα. Ακολουθούσαν το τάγμα του Κοίνου, γιου του Πολεμοκράτη, μετά η τάξη του Περδίκκα, γιου του Οροντη, κατόπιν η τάξη του Μελέαγρου, γιου του Νεοπτόλεμου, κατόπιν του Πολυσπέρχοντα, γιου του Σιμμία, στη συνέχεια του Αμύντα, γιου του Ανδρομένη. Αρχηγός της τελευταίας ήταν ο Σιμμίας, διότι ο Αμύντας είχε αποσταλεί στη Μακεδονία για στρατολογία.
Την αριστερή πτέρυγα της Μακεδονικής φάλαγγας κατείχε η τάξη του Κρατερού, γιου του Αλέξανδρου, ο οποίος ήταν αρχηγός της αριστεράς πτέρυγας των πεζών. Δίπλα του είχαν ταχθεί οι σύμμαχοι ιππείς υπό τον Ερίγυιο, γιο του Λαρίχου, και προς την πλευρά της αριστεράς πτέρυγας παρετάχθη το Θεσσαλικό ιππικό, υπό τη διοίκηση του Φιλίππου, γιου του Μενέλαου.
Ολοκλήρης της αριστεράς πτέρυγας αρχηγός ήταν ο Παρμενίων του Φιλώτα και περί αυτόν παρέμαναν περιστρεφόμενοι ιππείς των Φαρσάλων, αλλά και οι περισσότεροι και άριστοι ιππείς του Θεσσαλικού ιππικού.
 Είναι γνωστό πως ο Δαρείος παρέταξε απέναντι στον Αλέξανδρο ένα τεράστιο στρατό  και ότι ο ίδιος, σε αντίθεση με τον Αλέξανδρο, κατείχε πάντα το μέσο της παράταξης του στρατού του. Και όπως λέει ο Ξενοφών «…ότι Πέρσαι βασιλείς και άρχοντες κατείχον πάντοτε το μέσον της όλης παρατάξεως δια μεγαλυτέραν ασφάλειαν, δια να είναι θεατοί από ολόκληρον την στρατιάν και δια να εκτελούνται αι διαταγαί των εξ ίσου εις την αριστεράν και δεξιάν πτέρυγα του στρατεύματος»
Ο Αρριανός όμως που περιγράφει τον τρόπο παράταξης των στρατευμάτων των δύο αντιπάλων προσφέρει στον αναγνώστη και μια πληροφορία για τη δράση και το φόβο που προκάλεσε στον εχθρό η Μακεδονική φάλαγγα.
«…και η Μακεδονική φάλαγγα, αδιαπέραστος από την πυκνότητα αυτής, προκαλούσε τον τρόμο με τις σάρισες και είχε ήδη εισχωρήσει βαθιά στις τάξεις του εχθρού, ώστε όλα τα δεινά να εμφανίζονται από κοινού στο Δαρείο, ο οποίος ήδη προ πολλού ήταν τρομαγμένος, πρώτος τότε γύρισε πίσω και τράπηκε σε φυγή».(Αρριανού, Αλεξ Ανάβασις, βιβλ Γ, 14,3).
Ο Δαρείος απέτυχε να νικήσει τον Αλέξανδρο και στα Γαυγάμηλα και ετράπη σε φυγή, αφήνοντας πίσω του το άρμα του, την ασπίδα, το βασιλικό του μανδύα και το τόξο του.
Η Μακεδονική Φάλαγγα  υπήρξε  άριστα οργανωμένη στρατιωτική μονάδα κρούσης σε ομαλό πεδίο και προκαλούσε το φόβο και τον τρόμο σε κάθε εχθρικό στρατό. Tο γεγονός αυτό έκανε τον Αιμίλιο Παύλο να ομολογήσει:
«…μηδέν εωρακέναι φοβερώτερον και δεινότερον φάλαγγος μακεδονικής».

Δ. Κ. Αραμπατζής





Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013


Πόσες μάχες δόθηκαν τελικά στο έπος της Ιλιαδας;


Ο μεγάλος επικός ποιητής, ο θείος Όμηρος, αφηγούμενος με αριστουργηματικό τρόπο το μύθο της Ιλιάδας, παρασύρει τον ακροατή/αναγνώστη να πιστέψει ότι παρακολουθεί όλα τα γεγονότα του δεκάχρονου τρωικού πολέμου, χωρίς να υποψιάζεται πως η αφήγηση του ποιητή αναφέρεται μόνο στις τελευταίες 51 ημέρες του τελευταίου χρόνου του πολέμου αυτού.
Την ίδια εντύπωση αποκομίζει και όταν παρακολουθεί την περιγραφή των μαχών που διεξάγονται στον κάμπο μεταξύ Αχαιών και Τρώων. Και στην περίπτωση αυτή ο ποιητής τον παρασύρει  σε λαθεμένη εντύπωση. Η μάχη στην Ιλιάδα είναι μία και διαρκεί τέσσερις μέρες.
Η πολεμική δράση στην Ιλιάδα αρχίζει με την ανατολή και τελειώνει με τη δύση του ηλίου. Όταν δύει ο ήλιος και αρχίζει το σκοτάδι της νύχτας σταματά κάθε πολεμική δραστηριότητα. Η νύχτα είναι για ανάπαυση. Το ομολογεί ο Έκτορας, όταν ζητά από τον Αίαντα να σταματήσουν τη μονομαχία τους, γιατί τους έπιασε η νύχτα.
Κοντεύει να νυχτώσει, κι είναι σωστό στη νύχτα να υπακούμε(Η 294)
Στην Ιλιάδα όλα τα γεγονότα διαδραματίζονται την ημέρα. Ελάχιστα από αυτά συμβαίνουν τη νύχτα και συγκεκριμένα σε τρεις μόνο δραματικές νύχτες: της 25ης Λιταί (Ι)-Δολώνεια(Κ), της 27ης: οπλοποιία (από Σ 241) και της 39ης: Έκτορος Λύτρα (Ω)

22η ημέρα της αφήγησης. Πρώτη ημέρα της μάχης (Β 48-Η 293)

Ο ποιητής αρχίζει την προετοιμασία και την περιγραφή της πρώτης μάχης την 22η ημέρα της αφήγησης της Ιλιάδας, όταν ο Αγαμέμνων, με την ανατολή της ημέρας αυτής καλεί σε συγκέντρωση τους αρχηγούς των Αχαιών και τους ανακοινώνει το όνειρο
Ηώς μεν ρα θεά προσεβήσετο μακρόν Όλυμπον
Ζηνί φόως φέρουσα και άλλοις αθανάτοισιν,
αυτάρ ο κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν αγορήν δε καρηκομόωντες Αχαιούς(Β48-51)
Μόλις η θεά Αυγή ανέβηκε στον υψηλό τον Όλυμπο,
να πει στο Δία και στους άλλους θεούς πως έφεξε η ημέρα,
ευθύς ο Αγαμέμνων πρόσταξε τους βροντόφωνους κήρυκες
να καλέσουν σε συνέλευση τους μακρυμάλληδες Αχαιούς.
 Κι όταν οι αρχηγοί του στρατού συγκεντρώνονται τους ανακοινώνει το όνειρο που είδε τη νύχτα και τους τονίζει πως του είπε, εάν επιτεθεί, θα νικήσει τους Τρώες. Γι’ αυτό τους παρακινεί και τους ξεσηκώνει για μάχη.
Θωρήξαί σ’εκέλευσε καρηκομόωντας Αχαιούς
Πανσυδίη, νυν γαρ κεν έλοις πόλιν ευρυαγυίαν
Τρώων…. (Β65-67)
Προστάζει(το όνειρο) ν’ αρματώσεις γρήγορα τους μακρημάλληδες Αχαιούς-
τώρα μπορείς να πάρεις την πλατύδρομη πόλη των Τρώων, εάν επιτεθείς .
Μετά από κάποια γεγονότα που μεσολαβούν, ο στρατός είναι έτοιμος για πόλεμο στον κάμπο και ανυπομονεί να ριχτεί στη μάχη και να συντρίψει τους Τρώες.
όπως πετούν οι μύγες σύννεφο  την άνοιξη
γύρω σε στάνη, τότε που οι καρδάρες
ξεχειλίζουν απ’ το πολύ το γάλα,
τόσοι Αχαιοί στεκόντανε στον κάμπο
απέναντι στους Τρώες, ποθώντας να τους συντρίψουν.(Β 469-473)
Και όταν όλο αυτό το στράτευμα κάποια ώρα ξεκινά να συμπλακεί σε μάχη φονική με το στράτευμα των Τρώων, ο ποιητής φροντίζει να προβάλει την προσωπικότητα του Αγαμέμνονα και να στρέψει την προσοχή του αναγνώστη προς αυτόν.Τον εμφανίζει μπροστάρη αυτής της λαοθάλασσας του στρατού που κινείται εναντίον του εχθρού με σκοπό να τον συντρίψει.
Κι όπως σκόρπια κοπάδια γίδια εύκολα οι βοσκοί τα βάζουν σε τάξη,
έτσι τους έβαζαν σε τάξη οι αρχηγοί τους άλλους εδώ κι άλλους εκεί,
για να ριχτούν στη μάχη, ανάμεσά τους κι ο Αγαμέμνων, ολόιδιος
με το Δία τον κεραυνόχαρο στα μάτια και στην κεφαλή,
στη μέση με τον Άρη, στο στήθος με τον Ποσειδώνα.
Όπως μες στην αγέλη ο ταύρος διακρίνεται απ’ όλα τ’ άλλα ζώα,
τέτοιον τη μέρα εκείνη έκανε ο Δίας τον Ατρείδη,
Μες στους πολλούς ξεχωριστό, μες στους γενναίους πρώτο(Β 474-483)
Έτσι αρχίζει την πρώτη μέρα της μάχης ο ποιητής. Εμφανίζει ολόιδιο με το Δία τον αρχιστράτηγο των Αχαιών και τον βάζει μπροστά να οδηγεί το στρατό στη μάχη και στη νίκη. Ξαφνικά όμως ο ποιητής διακόπτει την περιγραφή του και στρέφεται αλλού, στην περιγραφή των δυνάμεων που διαθέτουν τα δύο αντίπαλα στρατεύματα, λες και τώρα άρχιζε ο τρωικός πόλεμος, για να επανέλθει στην συνέχεια της περιγραφής της μάχης στη ραψωδία Δ, όπου συμπληρώνει:
Όταν πια εκείνοι ήρθαν και έσμιξαν στον ίδιο χώρο,
έγιναν ένα ασπίδες, δόρατα και των αντρών των χαλκοθώρακων
το σθένος, κι όταν οι ομφαλωτές ασπίδες τους
συγκρούστηκαν, σηκώθηκε ορυμαγδός μεγάλος.
Κι άκουγες αξεχώριστα αλαλαγμούς και θρήνους αυτών που έσπερναν
το θάνατο. εκείνων που πεθαίναν, κι η γη πλημμύριζε αίμα.(Δ 446-451)
Η μάχη είναι πολύνεκρη. Συνεχίζεται το ίδιο φονική και στη ραψωδία Ε, όπου διακρίνεται για την ανδρεία του ο Διομήδης (αριστεία Διομήδη). Οι Αχαιοί πιέζουν τους Τρώες, ώστε αναγκάζουν τον Έκτορα να ανεβεί στην Τροία και να ζητήσει από τις γυναίκες να προσευχηθούν στην Αθηνά να τους βοηθήσει, ενώ στη συνάντησή του με την Ανδρομάχη, η σύζυγός του, με το μικρό Αστυάνακτα στην αγκαλιά, παρακαλεί τον Έκτορα και τον συμβουλεύει να μείνει στο κάστρο κι από εκεί να αμύνεται. Και για να τον αποτρέψει από τον πόλεμο του προτείνει και του θυμίζει:
Πλάι  στην αγροσυκιά παράταξε τους άντρες σου,
εκεί που εύκολα μπορεί να πατηθεί η πόλη κι εύκολα
το τείχος να περάσουν. Εκεί δοκίμασαν ν’ ανέβουν τρεις φορές
με διαλεχτούς συντρόφους οι δύο Αίαντες κι ο ξακουστός Ιδομενέας,
οι γιοι του Ατρέα κι ο αντρειωμένος Διομήδης (Ζ 430-434)
Το κάστρο, του λέει, μόνο από εκείνο το σημείο κινδυνεύει να πατηθεί. Οχύρωσέ το καλά και να αμύνεσαι πια από ψηλά. Η πληροφορία ότι επιχειρήθηκε η κατάληψη από εκεί μας πάει πίσω στο χρόνο και δείχνει τις απεγνωσμένες προσπάθειες των Αχαιών να το κυριεύσουν.
Ο Έκτορας κατανοεί την υπόδειξη και τους φόβους της Ανδρομάχης μα το καθήκον για τη σωτηρία της πατρίδας υπερτερεί και κατεβαίνει με τον αδερφό του Πάρη στον κάμπο. Η μάχη αναζωπυρώνεται.
Η 22η ημέρα της αφήγησης και η πρώτη ημέρα της μάχης συνεχίζεται ως το Η 293, μετά τη μονομαχία Έκτορα και Αίαντα, όταν ο Έκτορας προτείνει στον Αίαντα να σταματήσουν τη μονομαχία, γιατί τους έπιασε η νύχτα και συνεχίζουν τη μάχη αργότερα.
Αίαντα…..
ας σταματήσουμε για σήμερα τη μάχη και το χαλασμό,
αργότερα πάλι θα πολεμήσουμε, ώσπου να μας χωρίσει ο θεός
και σ’ έναν απ’ τους δυο τη νίκη να χαρίσει.
Κοντεύει να νυχτώσει, κι είναι σωστό στη νύχτα να υπακούμε(Η 290-293)
Η μονομαχία λήγει με μικρή υπεροχή του Αίαντα και σταματά μετά από πρόταση του Έκτορα, γιατί τους έπιασε νύχτα.
Οι δύο μονομάχοι ανταλλάσσουν δώρα και επιστρέφουν στο στρατό τους. Πρόκειται για την πρώτη καλή χειρονομία από τους δύο ήρωες που απαλύνει λίγο την αγριότητα του πολέμου, αλλά και καταδεικνύει πως ο Έκτορας δεν είναι αήττητος.
Την 23η ημέρα της αφήγησης οι Αχαιοί και οι Τρώες συλλέγουν και  θάπτουν τους νεκρούς της μάχης (Η 417-432), ενώ οι Αχαιοί την 24η ημέρα (Η 433), πριν ακόμη ξημερώσει, ολοκληρώνουν το χτίσιμο του τείχους, που προστάτευε τα καράβια τους. Μικρή ανάπαυλα της μάχης.

25η  ημέρα της αφήγησης. Δεύτερη ημέρα της μάχης (Θ1-486)

Κροκόπεπλος η Αυγή σ’ όλη τη γη απλωνόταν,
κι ο Δίας ο κεραυνόχαρος κάλεσε τους θεούς σε σύναξη(Θ1-2)
Με την αυγή της 25ης μέρας της αφήγησης της Ιλιάδας ο Δίας καλεί τους θεούς στον Όλυμπο και τους απαγορεύει να λάβουν μέρος στον πόλεμο. Μετά ντύνεται στα χρυσά, και οδηγώντας ο ίδιος τα αθάνατα άλογά του, ζεμένα στο καλοφτιαγμένο αμάξι του, φτάνει στην Ίδη, για να παρακολουθεί από κοντά τις μάχες ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατεύματα,

Τότε οι μακρυμάλληδες Αχαιοί έφαγαν στις σκηνές τους
βιαστικά κι ευθύς μετά φορούσαν τ’ άρματά τους.
Από την άλλη οι Τρώες μέσα στην πόλη οπλίζονταν,
πιο λίγοι αυτοί. Μα κι έτσι λαχταρούσαν να ριχτούν στη μάχη-
ανάγκη επιτακτική να σώσουν τα παιδιά και τις γυναίκες τους.
Άνοιξαν οι πύλες διάπλατα κι όρμησε έξω ο στρατός.
πεζοί και καβαλάρηδες, κι έφτανε ο ορυμαγδός στα ύψη.
Κι όταν πια προχωρώντας έσμιξαν στον ίδιο χώρο,
συγκρούστηκαν ασπίδες και κοντάρια και η ορμή
των χαλκοθώρακων πολεμιστών, οι ομφαλωτές ασπίδες
χτυπιόνταν μεταξύ τους μέσα σε πανδαιμόνιο.
Κι άκουγες την ίδια ώρα κραυγές θριάμβου και οιμωγές εκείνων
που σκοτώνανε κι εκείνων που πεθαίναν, κι η γη πλημμύριζε αίμα.
Όσο ακόμη ήταν πρωί κι άπλωνε η άγια μέρα,
τόσο ευστοχούσαν οι βολές κι από τις δύο μεριές,
και περίσσευαν οι νεκροί…….(Θ 58-68).
Η μεγάλη μάχη της δεύτερης ημέρας έχει αρχίσει με πολλούς νεκρούς εκατέρωθεν, χωρίς να ξεχωρίζει ακόμη ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος. ΄Ολοι αγωνιούν  για την έκβασή της, μαζί τους και ο Δίας. Γι’ αυτό βάζει στη ζυγαριά την τύχη των δύο αντιπάλων κι αυτή γέρνει με το μέρος των Τρώων, οπότε ο Δίας με αστραπές και βροντές τρομοκρατεί τους Αχαιούς και ανακόπτει την ορμή του Αγαμέμνονα, του Ιδομενέα, του Αίαντα, όχι όμως και του Διομήδη, ο οποίος συνεχίζει να καταδιώκει τους αντιπάλους του, ώσπου αναγκάζεται κι αυτός να σταματήσει την ορμή του με την υπόδειξη του Απόλλωνα. Ο Έκτορας, που εκμεταλλεύεται την κατάσταση αυτή, προτρέπει τους Τρώες να επιτεθούν και να πάρουν τη χρυσή ασπίδα του Νέστορα και τον ισχυρό θώρακα του Διομήδη.
Η μάχη ξαναζωντανεύει και ο Δίας, που δε θέλει να καταστραφεί ο στρατός των Αχαιών, δίνει την πρωτοβουλία σ’ αυτούς και η μάχη ξαναφουντώνει όπου αριστεύει ο Τεύκρος, ο αδελφός του Αίαντα. Γρήγορα η μάχη παίρνει διαφορετική τροπή. Κάνουν αντεπίθεση οι Τρώες, τραυματίζουν τον Τεύκρο, τον οποίο προστατεύει ο αδερφός του με την πελώρια ασπίδα του. Σε λίγο πέφτει το σκοτάδι και η μάχη σταματά, ανακουφίζοντας τους Αχαιούς που τόσο δοκιμάστηκαν από τους Τρώες.
Στο μεταξύ λαμπρό το φως του ήλιου βυθίστη στον Ωκεανό
σέρνοντας τη μαύρη νύχτα πάνω στην καρποφόρα γη.
Κι έδυσε ο ήλιος, δίχως οι Τρώες να το θέλουν, μα για τους Αχαιούς
έπεσε πολυπόθητη η μαύρη νύχτα κι έφερε αγαλλίαση (Θ 486΄-490)).
Οι Τρώες ανάβουν φωτιές και επιτηρούν το στρατόπεδο των Αχαιών μήπως και επιχειρήσουν τη νύχτα και φύγουν κρυφά για τις πατρίδες τους .
Τη νύχτα προς την  26η ημέρα της αφήγησης οι Αχαιοί στέλνουν πρεσβεία με τον Οδυσσέα, το Φοίνικα και τον Αίαντα στον Αχιλλέα και τον παρακαλεί να σταματήσει την οργή του και να σπεύσει σε βοήθειά τους, μια και ο Αγαμέμνων έχει μετανιώσει για τη συμπεριφορά του απέναντι του και του προσφέρει πολλά δώρα και τη Βρισηίδα. Εκείνος ανένδοτος τους τονίζει πως δεν πρόκειται να σταματήσει την οργή του παρά μόνον αν δει να κινδυνεύουν να του κάψουν τα καράβια του οι Τρώες με τον Έκτορα (Λιταί Ι).
Αχιλλέας:
Για τον πόλεμο το φονικό δε  θα νοιαστώ,
πριν φτάσει στων Μυρμιδόνων τις σκηνές και τα καράβια
ο γιος του αντρειωμένου Πρίαμου, ο θείος ΄Εκτορας,
σκορπώντας στους Αργείους το θάνατο, και βάλει στ’ άρμενα φωτιά.
 Ωστόσο, μπρος στη σκηνή μου και το μαύρο μου καράβι,
ο Έκτορας, όση ορμή κι αν έχει, θα κρατηθεί, θαρρώ(Ι 650-654).
Την ίδια νύχτα πραγματοποιείται, λόγω ανάγκης και η κατασκόπευση τόσο του Διομήδη και Οδυσσέα, από πλευράς Αχαιών, όσο και του Δόλωνα από πλευράς Τρώων. Στη νυκτερινή κατασκόπευση οι δύο άνδρες συλλαμβάνουν το Δόλωνα, του αποσπούν τις πληροφορίες που θέλουν και τον σκοτώνουν, ενώ αμέσως μετά επιτίθενται στο στρατόπεδο του Ρήσου, βασιλιά των Θρακών που έσπευσε σε βοήθεια των Τρώων, τον σκοτώνουν, του κλέβουν τα ωραία άλογά του και καβάλα σ’ αυτά επιστρέφουν στο στρατόπεδό τους. Η νύχτα δεν έχει τελειώσει ακόμη.(Δολώνεια Κ).

 26η ημέρα της αφήγησης. Τρίτη ημέρα της μάχης(Λ 1-Σ 241)

Η τρίτη ημέρα της μάχης αρχίζει την 26η ημέρα της αφήγησης και διαρκεί από τη ραψωδία (Λ1) ως τη (Σ 241),
Ηώς δ’ εκ λεχέων παρ’ αγαυού Τιθωνοίο
ώρνιθ’, αθανάτοισι φόως φέροι ηδέ βροτοίσι,
Ζευς δ’ ‘Εριδα προίαλλε θόας επί νήας Αχαιών
αργαλέην, πολέμοιο τέρας μετά χερσίν έχουσαν.(Λ 1-4).
Μόλις σηκώθηκε η Αυγή απ’ του ωραίου Τιθωνού
την κλίνη το φως να φέρει σε θνητούς και αθάνατους,
ο Δίας έστειλε την Έριδα στα γρήγορα καράβια των Αχαιών,
τη φοβερή, πολέμου σημάδι στα χέρια της κρατώντας.
Η Έριδα όμως παρακινεί τον Ατρείδη να μπει στον πόλεμο κι εκείνος ακάθεκτος ορμά εναντίον των Τρώων και αριστεύει. Στη αναμέτρηση αυτή τραυματίζεται η γιατρός Μαχάων και ο Πάτροκλος σπεύδει, με εντολή του Αχιλλέα, να διαπιστώσει αν όντως ο τραυματίας είναι ο Μαχάων. Ο Πάτροκλος βρίσκει πράγματι τραυματισμένο το γιατρό, ενώ ο Νέστορας βρίσκει κι αυτός την ευκαιρία και του προτείνει να παρακαλέσει τον Αχιλλέα να σταματήσει την οργή του και να κατεβεί στον πόλεμο, εάν όμως είναι ανένδοτος, τότε να του δώσει την πανοπλία του και να εμφανιστεί εκείνος μ’ αυτήν και τους Μυρμιδόνες στον πόλεμο, ώστε να ανακουφίσει τους Αχαιούς.
Στη ραψωδία Μ, που ακολουθεί, αφηγείται ο ποιητής την τειχομαχία, όταν οι Τρώες γκρεμίζουν ένα μέρος του τείχους και εισβάλλουν σ’ αυτό, οπότε η μάχη αλλάζει πεδίο και στη ραψωδία Ν διεξάγεται, για να κάψουν οι Τρώες τα πλοία των Αχαιών. Η ΄Ήρα όμως που ενδιαφέρεται για τους Αχαιούς κοιμίζει το Δία και δίνει τη νίκη σ’ αυτούς (Ξ). Ξυπνά ο Δίας, αντιλαμβάνεται την απάτη της Ήρας και αμέσως δίνει τη δυνατότητα στους Τρώες να απωθήσουν και πάλι τους Αχαιούς(Ο). Ο Πάτροκλος με την πανοπλία του Αχιλλέα κατεβαίνει στον πόλεμο. Τον βλέπουν οι Τρώες και έντρομοι το βάζουν στα πόδια, πλην όμως όταν αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει, ο Έκτορας, με τη βοήθεια του Απόλλωνα, φονεύει τον Πάτροκλο (Π). Γύρω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου συνάπτονται αιματηρές μάχες σώμα με σώμα για το ποιος θα πάρει το νεκρό. Στο τέλος, με τον ηρωισμό του Μενέλαου, του Μηριόνη και του Αίαντα, απομακρύνεται το σώμα του νεκρού από το πεδίο της μάχης, ενώ ο Έκτορας, ικανοποιημένος από το κατόρθωμά του, φοράει τον οπλισμό του Αχιλλέα. Ο Δίας που τον βλέπει από ψηλά προλέγει και τη δική του τύχη.
Αχ, δύστυχε! Ούτε περνάει απ’ το νου σου ο θάνατος,
που είναι πια κοντά, μα εσύ τ’ αθάνατα όπλα ντύνεσαι
του πιο γενναίου άντρα, που όλοι τον φοβούνται.
Του σκότωσες τον κραταιό, τον άξιο σύντροφό του,
κι απ’ το κεφάλι και τους ώμους του, έτσι που δεν του πρέπει
του πήρες τ’ άρματα, μα εγώ θα σου χαρίσω τώρα μεγάλη νίκη
ως αντάλλαγμα, γιατί από τη μάχη δε θα γυρίσεις πίσω,
για να δεχτεί από σένα η Ανδρομάχη τα ξακουστά όπλα του Αχιλλέα(Ρ 200- 208)
 Ο Αχιλλέας όμως, που πληροφορείται αργότερα το θάνατο του φίλου του, κλαίει απαρηγόρητα και αναμένει την πανοπλία του από τον Ήφαιστο, για να εκδικηθεί το φονιά του Πάτροκλου. Θέλοντας όμως να βοηθήσει τους Αχαιούς, πριν ακόμη του φέρει η μητέρα του την καινούρια πανοπλία του, προβάλλει από την τάφρο και κραυγάζοντας τρεις φορές δυνατά, τρομάζει τους Τρώες.
Και τρεις φορές πέσαν σε ταραχή οι Τρώες κι οι φημισμένοι σύμμαχοι (Σ 229)
…..
Τότε η σεβάσμια μεγαλομάτα Ήρα ανάγκασε
τον Ήλιο τον ακάματο να βυθιστεί στου Ωκεανού το ρέμα.
Έδυσε ο Ήλιος και οι θεϊκοί Αχαιοί σταμάτησαν
τον ολέθριο πόλεμο και το σκληρό αγώνα.
Οι Τρώες από την άλλη έφυγαν από την άγρια μάχη
ξέζεψαν απ’ τ’ αμάξια τα γρήγορα άλογά τους
και μαζευτήκαν για συνέλευση, προτού σκεφτούν το δείπνο.(Σ 239-245)
Η συμμετοχή του Αχιλλέα στον πόλεμο, που τόσο απευχόταν ο Πολυδάμας, είναι πια δεδομένη και αναμένεται αγωνιωδώς από τους Τρώες.

27η ημέρα  της αφήγησης. Τέταρτη ημέρα της μάχης (Τ1-Χ 361)

Η τέταρτη ημέρα της μάχης αρχίζει την 27η η μέρα της αφήγησης και εκτείνεται από  τη ραψωδία (Τ 1 ως τη ραψωδία Χ 361).
Ο Αχιλλέας αναμένει τη νέα του πανοπλία. Το πρωί η μητέρα του παραδίδει στο γιο της την θεότευκτη πανοπλία κι εκείνος, αφού συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα (τέλος της μήνιος),  ετοιμάζεται  να λάβει εκδίκηση για το θάνατο του Πάτροκλου .
Ηώς μεν κροκόπεπλος απ’ Ωκεανοίο ροάων
ώρνιθ’ ίν’ αθανάτοισι φόως φέροι ηδέ βροτοίσιν.
η δ’ ες νήας ίκανε θεού πάρα δώρα φέρουσα.
εύρε δε Πατρόκλω περικείμενον ον φίλον υιόν,
κλαίοντα λιγέως. πολλέες δ’ αμφ’ αυτόν εταίροι
μύρινθ’, η δ’ εν τοίσι παρίστατο δία Θεάων
εν τ΄άρα οι φυ χειρί έπος τ’ έφατ’ έκ τ’ονόμαζε(Τ1-7)
Πρόβαλλε η Αυγή κροκόπεπλη απ’ τις ροές του Ωκεανού
να φέρει στους αθάνατους και στους θνητούς το φως,
κι έφτανε η Θέτη στα καράβια φέροντας τα δώρα του θεού.
Βρήκε το λατρευτό της γιο πεσμένο ν’ αγαλιάζει τον Πάτροκλο
Και να κλαίει γοερά, κι ολόγυρα πλήθος σύντροφοι
Θρηνούσαν. Ανάμεσά τους τότε στάθηκε η έξοχη θεά,
του έσφιξε το χέρι, του μίλησε και είπε:
Παιδί μου,…
Δέξου απ’ τον Ήφαιστο τα φημισμένα όπλα.
Τόσο πανέμορφα δε φόρεσε στους ώμους του κανείς θνητός ως τώρα.
Ο Αχιλλέας, χαρούμενος για τα θεία δώρα, φόρεσε τα θεότευκτα όπλα, πήγε στην ακροθαλασσιά και άρχισε να παρακινεί τους Αχαιούς σε πόλεμο
Πρέπει να επισημάνουμε πως από το σημείο αυτό η πρωτοβουλία ανήκει στον Αχιλλέα και εκείνο που τον ενδιαφέρει πια είναι να συναντήσει τον Έκτορα και να πάρει εκδίκηση για το φόνο του φίλου του. Η τελευταία φάση της μάχης περιορίζεται πια στην αναμέτρηση Αχιλλέα-Έκτορα και εξελίσσεται σε τρεις εφορμήσεις του Αχιλλέα.
Στην πρώτη του εφόρμηση ο Αχιλλέας συγκρούεται με τον Αινεία, της Αφροδίτης το γιο, αλλά τον σώζει η επέμβαση του Ποσειδώνα, ενώ στη συμπλοκή του με τον Έκτορα, το γιο του Πριάμου, τον σώζει  ο Απόλλων, ρίχνοντας σκοτάδι γύρο του (Υ).Τελικά, ο Αχιλλέας και οι Αχαιοί νικούν τους Τρώες και τους απομακρύνουν από τα καράβια.
Στη δεύτερη εφόρμηση (Φ)  ο Αχιλλέας, στην παραποτάμιο μάχη, κινδυνεύει να πνιγεί από τα νερά του Σκάμανδρου ποταμού. Με τη βοήθεια του Ήφαιστου ξεπερνά τον κίνδυνο του πλημμυρισμένου προσωποποιημένου ποταμού, και, καταδιώκοντας τους Τρώες, φτάνει έξω από τις πύλες του κάστρου. Εκεί συναντά τον Αγήνορα, που τον προκαλεί, αλλά τον σώζει  η πονηριά του Απόλλωνα, που μεταμορφωμένος σε Αγήνορα παρασύρει τον Αχιλλέα στην καταδίωξή του και έτσι απομακρύνει τον Αχιλλέα από το κάστρο και δίνει χρόνο στους Τρώες να μπουν σ’ αυτό. Ο Έκτορας, κατά παράξενο τρόπο, δεν εμφανίζεται από τον ποιητή πουθενά.
Στην  τρίτη όμως και τελευταία εφόρμηση του Αχιλλέα, ο Έκτορας αποφασίζει να μείνει έξω από το κάστρο και να πολεμήσει, παρόλο ότι οι γονείς του και η Ανδρομάχη τον θερμοπαρακαλούν να αποφύγει την αναμέτρηση μαζί του. Ο Έκτορας δεν ακούει κανένα. Έχει πάρει την απόφαση να πολεμήσει τον Αχιλλέα ως ίσο. Τελικά, παραμένει και με την δήθεν ενθάρρυνση από τον αδερφό του Δηίφοβο, φάντασμα της Αθηνάς, παραμένει και αντιμετωπίζει τον Αχιλλέα. Στη μάχη όμως των δύο ανδρών ο Αχιλλέας σκοτώνει το γενναίο Έκτορα και εκδικείται το θάνατο του φίλου του (Χ 361). Στο κάστρο αρχίζει ο θρήνος για το χαμό του.
 Εδώ τελειώνει και η τέταρτη ημέρα της φονικής μάχης που άρχισε στη ραψωδία Β και με κάποιες διακοπές συνεχίστηκε ως τη ραψωδία Χ 361. Πρόκειται για μια μάχη που αρχίζει χωρίς τη συμμετοχή του Αχιλλέα, αλλά τελειώνει με τη συμμετοχή του σ’ αυτήν, εκδικούμενος το θάνατο του  Πάτροκλου, με το φόνο του φονιά του, του Έκτορα, του υπερασπιστή της Τροίας. Ο πιο γενναίος ήρωας της Τροίαςς είναι πια νεκρός και δεν μπορεί να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Η Τροία κι αυτή μετρά τις τελευταίες ημέρες της ύπαρξής της, πλην όμως ο ποιητής θα σταματήσει εδώ την αφήγηση των πολεμικών αναμετρήσεων και θα ασχοληθεί με τον Αχιλλέα και τον Πρίαμο. Θα πλησιάσει ο ένας τον άλλο ψυχικά, θα κλάψουν και οι δυο τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, και θα προχωρήσουν στη συμφιλίωση και την ανακωχή, ώσπου να θρηνήσουν και ενταφιάσουν οι Τρώες, όπως  αξίζει, ένα γενναίο αρχηγό του πολέμου, τον Έκτορα., το λατρευτό σύζυγο της Ανδρομάχης και  τον αγαπητό γιο του Πριάμου και της Εκάβης.


Δ.Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Πόση αλήθεια κρύβει ο χαρακτηρισμός της ζωής της Ευρυδίκης από τον Μ. Ανδρόνικο ως πολυτάραχης και σκανδαλώδους;


Η  Ευρυδίκη,  σύζυγος του Αμύντα Γ΄, βασιλιά της Μακεδονίας (393-370) και μητέρα του Φιλίππου Β΄, εμφανίζεται στην ιστορία ως ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο και ως τέτοιο το χαρακτηρίζει ο Μ. Ανδρόνικος, θεωρώντας τη ζωή της βασίλισσας “πολυτάραχη και σκανδαλώδη”.
Βέβαια, οι πληροφορίες που μας σώζονται για τη ζωή και τη δράση της Ευρυδίκης είναι λίγες και αντιφατικές. Κάποιες από αυτές συμπίπτουν με το χαρακτηρισμό του Μ. Ανδρόνικου και την ενοχοποιούν, ενώ υπάρχουν και άλλες που την απαλλάσσουν από την ενοχή. Τι πραγματικά συμβαίνει με τη βασίλισσα αυτή;
Ποια ήταν η Ευρυδίκη και πως πολιτεύθηκε στα χρόνια που ήταν βασίλισσα του μακεδονικού κράτους; Πόσο αληθινές μπορεί να είναι οι κατηγορίες εναντίον της; Πολλές οι κατηγορίες εναντίον της αλλά και άλλες τόσες που τις απορρίπτουν ως κακόβουλες και ύποπτες. Διαβάστε τα θετικά επιχειρήματα αλλά και τα αρνητικά. Κρίνετέ τα και βγάλτε το συμπέρασμά σας.
Ο Ευρυδίκη ήταν κόρη του Σίρρα και πριγκίπισσα του βασιλικού οίκου της Λύγκου. Υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Αμύντα Γ΄, ενώ, ως δεύτερη σύζυγος του φέρεται η Γυγαία, αν και ο Παπαρρηγόπουλος τη θέλει παλλακίδα, κάτι που δεν ήταν απαγορευτικό για τους Μακεδόνες βασιλείς. Ο Αμύντας από τους δύο γάμους του απέκτησε έξι γιους και μια κόρη. Από την Ευρυδίκη απέκτησε τον Αλέξανδρο Β΄, τον Περδίκκα Γ΄, τον Φίλιππο Β΄ και την Ευρυνόη, ενώ από τη Γυγαία τον Αρχέλαο, τον Αρριδαίο και το Μενέλαο.
Ο Χάμμοντ, “Ιστορία της Μακεδονίας» Εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, τόμος 5ος από όπου αντλούμε τις πληροφορίες, αναφέρει ότι  η Ευρυδίκη, ως βασίλισσα Μητέρα, επηρέασε σοβαρά τον Αλέξανδρο, τον εγγονό της, και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στο περιβάλλον της από το γιο της Φίλιππο Β΄. Αυτή μονάχα η μαρτυρία είναι αρκετή να προδιαθέσει θετικά τον αναγνώστη ή ερευνητή απέναντι στη βασίλισσα της Μακεδονίας. Αν μάλιστα προστεθεί πως το όνομά της αναγράφεται και σε βάση αγάλματος, που αφιέρωσε η ίδια στη θεά Εύκλεια, τότε θα φανεί και η θεοσέβειά της.
 ΕΥΡΥΔΙΚΑΣΙΡΡΑΕΥΚΛΕΙΑΙ
 Η επιγραφή αυτή μεταγράφεται: Ευρυδίκα Σίρρα Ευκλεία και σημαίνει: Η Ευρυδίκη η κόρη του Σίρρα (ανέθεσε το άγαλμα αυτό) στη θεά Εύκλεια.
Ο Ανδρόνικος, από όπου αντλούμε την πληροφορία, σχολιάζει το γεγονός και αποφαίνεται:”…έχουμε δικαίωμα να υποθέσουμε πως ένα τέτοιο ανάθημα μπορεί να σχετίζεται με τη νίκη του Φιλίππου Β΄ στη Χαιρώνεια 338 π.Χ., όπου μάλιστα διακρίθηκε και ο γιος του Αλέξανδρος…η χρήσιμη πληροφορία που προκύπτει απ’ το εύρημα είναι ότι η Ευρυδίκη πρέπει να έζησε πολλά χρόνια και μετά το 346(;), την τελευταία ως τώρα μαρτυρημένη χρονολογία για την πολυτάραχη και σκανδαλώδη ζωή αυτής της γυναίκας”.(Ανδρόνικος, Βεργίνα τόμος Α΄σελ. 80).
Αλήθεια, για ποια πολυτάραχη και σκανδαλώδη ζωή μιλά ο μεγάλος αρχαιολόγος; Ποια από τις δύο απόψεις περιέχει την αλήθεια για τη βασίλισσα και ποια το ψέμα;
Η βασιλεία του Αμύντα Γ΄ (393-370 π.Χ.) υπήρξε ομολογουμένως μακρά αλλά στο μακρύ αυτό διάστημα δοκιμάστηκε επικίνδυνα πολλές φορές από τους Ιλλυριούς, τους Αθηναίους, τους Χαλκιδείς και άλλους. Ο Αμύντας Γ΄ ανήλθε στο Μακεδονικό θρόνο μετά από τη δολοφονία του Αμύντα Β΄(394-393) από το Δέρδα, έναν ακόλουθό του, για άγνωστη αιτία.
 Από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα και κυρίως από τις επιδρομές των Ιλλυριών, οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να τον απομακρύνουν από το μακεδονικό θρόνο (393 π.Χ.). Επειδή όμως δεν υπήρχε επίσημος διάδοχος του  βασιλιά, οι Ιλλυριοί έβαλαν ένα βασιλιά μαριονέτα, τον Αργαίο, που κυβέρνησε λίγο χρόνο, γιατί ο Αμύντας, μετά από δύο χρόνια, με τη βοήθεια των παραδοσιακών φίλων του, τους Αλευάδες της Λάρισσας, ανέτρεψε τον Αργαίο και επανήλθε στο μακεδονικό θρόνο.
Η βασιλεία του ήταν δραματική και πολλές φορές δοκίμασε την πικρία της ήττας, όπως στην περίπτωση με την εισβολή των Χαλκιδέων, όταν (383 π.Χ.) ο Αμύντας τους ζήτησε να του επιστρέψουν τη γη, που  του είχαν αποσπάσει, φτάνοντας μάλιστα ως την Πέλλα. Αργότερα όμως, δεχόμενος τη βοήθεια μερικών θρακικών στρατευμάτων υπό την ηγεσία του Αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη, που βρισκόταν στην υπηρεσία του βασιλιά των Οδρυσών Κότυ, αντέδρασε στο κοινό των Χαλκιδέων. Λέγεται πως αργότερα ο Αμύντας υιοθέτησε τον Ιφικράτη από υποχρέωση που ένιωθε απέναντί του. Οι Ιλλυριοί όμως επανήλθαν στο προσκήνιο, όταν απέκτησαν μεγάλη δύναμη με το Βάρδυλη. Ξαναχτύπησαν τον ανίσχυρο Αμύντα και τον νίκησαν. Τον υποχρέωσαν μάλιστα να τους πληρώνει και φόρο υποτέλειας. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, παρόλο που ισχυροποίησε τη θέση του στο βασίλειο, όταν πέθανε το 370 π.Χ. σε προχωρημένη ηλικία, το άφησε ασθενέστερο από αυτό που παρέλαβε.
“Μετά το θάνατο του Αμύντα, γράφει ο Διόδ. Σικελιώτης, τον διαδέχθηκε στην εξουσία ο Αλέξανδρος, ο μεγαλύτερος από τους γιους του. Αυτόν τον δολοφόνησε ο Πτολεμαίος Αλωρίτης και πήρε το θρόνο, αλλά κατόπιν ο Περδίκκας απαλλάχτηκε με τον ίδιο τρόπο απ’ αυτόν κι έγινε βασιλιάς”.
Μ’ αυτόν το σύντομο και επιγραμματικό τρόπο αναφέρεται ο ιστορικός στον Αμύντα και τους διαδόχους του, χωρίς καμιά παρατήρηση, αφήνοντας να νοηθεί ότι πέθανε από φυσικό θάνατο, ενώ μιλά για δολοφονία του Αλέξανδρου Β΄από τον Πτολεμαίο Αλωρίτη, όπως και του Πτολεμαίου από τον  Περδίκκα Γ΄. Με άλλα λόγια θεωρεί φυσικό το θάνατο του Αμύντα και ομαλή την άνοδο στο θρόνο του Αλέξανδρου Β΄, ενώ παραδέχεται τη δολοφονία του Αλέξανδρου από τον Πτολεμαίο Αλωρίτη, όπως και το θάνατο του Αλωρίτη από τον Περδίκα Γ΄.
Αν όμως λάβουμε υπόψη τις πληροφορίες που αντλούμε από το λατίνο ιστορικό Ιουστίνο, τότε θα διαπιστώσουμε πως αυτές διαφέρουν σε πολλά σημεία, αν και σε κάποια σημεία συμφωνούν.
Ο Ιουστίνος ισχυρίζεται πως η Ευρυδίκη, για να προωθήσει στο Μακεδονικό θρόνο τον εραστή της Πτολεμαίο Αλωρίτη και να τον έχει κοντά της, έδωσε σ΄αυτόν ως σύζυγο την κόρη της Ευρυνόη. Όταν όμως κάποτε η Ευρυνόη αντιλήφθηκε τις σχέσεις της μητέρας της με τον άντρα της, αποκάλυψε το γεγονός στον πατέρα της. Ο Αμύντας όμως απέφυγε να δημιουργήσει ζήτημα, προφανώς από αγάπη προς την κόρη του, γι’ αυτό η Ευρυδίκη, που ήθελε να συνεχίσει τις παράνομες σχέσεις της με τον εραστή της, όταν βρήκε ευκαιρία, σε συνεργασία με τον Πτολεμαίο, δολοφόνησε τον Αμύντα, γεγονός που δεν αναφέρει ο Δ. Σικελιώτης. Το ίδιο πράττουν και άλλοι ιστορικοί που αναφέρονται στον Αμύντα και την Ευρυδίκη.
Όλοι αυτοί οι ιστορικοί, μιλώντας για τον Αμύντα, λένε: Μετά το θάνατο του Αμύντα…, που σημαίνει πως αποδέχονται το φυσικό θάνατό του.
Μετά το θάνατο, λοιπόν, του Αμύντα Γ΄ ανήλθε στο μακεδονικό θρόνο ο γιος του Αλέξανδρος Β΄. Αυτός, ενεργώντας απερίσκεπτα, ενεπλάκη σε πόλεμο ανάμεσα στις αντίπαλες δυναστείες της Θεσσαλίας, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στον Πτολεμαίο Αλωρίτη να αποπειραθεί το σφετερισμό του μακεδονικού θρόνου. Με την επέμβαση όμως του Πελοπίδα, που ανάγκασε τον Αλέξανδρο να του παραδώσει τον αδελφό του Φίλιππο ως όμηρο, που είχε αφεθεί ελεύθερος από τους Ιλλυριούς, πήρε το μέρος του Αλέξανδρου στη διαμάχη με τον Πτολεμαίο και προσωρινά διευθετήθηκε το ζήτημα, πλην όμως λίγο αργότερα, γράφει ο Χάμμοντ, «ο βασιλιάς Αλέξανδρος Β΄ δολοφονήθηκε  κατά τη διάρκεια μιας γιορτής, στην οποία εκτελούσαν έναν πολεμικό χορό, την τηλεσιάδα, προς το τέλος του 368 ή τις αρχές  του 367». Η πληροφορία μας ενημερώνει για το έτος δολοφονίας του Αλέξανδρου Β΄ και όχι για το δολοφόνο του. Τότε θα μπορούσαμε να δεχτούμε αληθινή την πληροφορία του Ιουστίνου. Πιο συγκεκριμένη όμως πληροφορία μας δίνει ο Σικελιώτης, που μας αποκαλύπτει το όνομα του δολοφόνου. «επί δε τούτων Πτολεμαίος ο Αλωρίτης, ο Αμύντου υιός, εδολοφόνησεν Αλέξανδρον» (15.71.1). Εννοεί, βέβαια, με τη φράση Αμύντου υιός, το γιο του Αμύντα του μικρού και όχι του Αμύντα Γ΄. Σε κάποιο άλλο απόσπασμα σώζεται και μια άλλη πληροφορία:«… χρησάμενοι οι περί Πτολεμαίον Αλέξανδρον τον Φιλίππου αδελφόν ανείλον, ως ιστορεί Μαρσύας εν τρίτω Μακεδονικών». Η πηγή αυτή θεωρεί πως υπεύθυνη για το φόνο του Αλέξανδρου ήταν η φατρία του Πτολεμαίου. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε πως ο Πτολεμαίος Αλωρίτης ήταν γιος του Αμύντα Β΄του μικρού, επομένως από βασιλικό γένος.
Ο Αισχίνης όμως που αναφέρεται στον Πτολεμαίο και την Ευρυδίκη σημειώνει πως αμέσως, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου, τέλεσε τους γάμους του με την Ευρυδίκη και αμέσως έγινε επίτροπος του ανηλίκου γιου της Ευρυδίκης Περδίκκα Γ΄. Πρόκειται, βέβαια, για μια πληροφορία υπερβολικά απίθανη.
Διαφορετική άποψη εκφράζουν για τον Πτολεμαίο Αλωρίτη τα σχόλια στον Αισχίνη, (Περί παραπρεσβείας 2,9), που σημειώνουν: Επιτροπεύσας Περδίκκου και Φιλίππου, παίδων όντων, εβασίλευσεν(ο Πτολεμαίος) έτη ε΄».
Αν  τον θεωρούσαν ένοχο για το θάνατο του Αλέξανδρου, τότε πώς του εμπιστεύθηκαν για πέντε χρόνια την αντιβασιλεία; Είναι και αυτό ένα εύλογο ερώτημα.
Μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου ο Μακεδονικός θρόνος διεκδικήθηκε από τον Παυσανία, τον οποίο υποστήριζαν οι Έλληνες του νότου. Η Ευρυδίκη, που φαίνεται ενδιαφερόταν για τον Πτολεμαίο, αναζήτησε τη βοήθεια του Αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη και με τη βοήθειά του παραγκωνίστηκε η υποψηφιότητα του Παυσανία, πιθανώς απογόνου του Αρχέλαου, και ανακηρύχτηκε βασιλιάς της Μακεδονίας ο ανήλικος γιος της Περδίκκας Γ΄τον οποίο επιτρόπευε ο Πτολεμαίος Αλωρίτης. (Αισχίνη, Περί της παραπρεσβείας 26-29).
Αυτά είναι τα στοιχεία που αντλούμε από τις πιο αξιόπιστες πηγές. Υπάρχει όμως και μια άλλη μαρτυρία την οποία μας παρέχει ο Ιουστίνος(7,4.7-5.5.8), στου οποίου τις μαρτυρίες οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί, γιατί πολλές από αυτές σήμερα έχουν αποδειχτεί απλές φαντασιώσεις του ιστορικού.
Αν και ο Ιουστίνος αρέσκεται σε κάποιες ιστορίες αμφιλεγόμενες, αυτό δε σημαίνει ότι είναι παντελώς φανταστικές ή πλαστές, όπως τις θέλουν πολλοί ερευνητές, αλλά κάποιες αλήθειες θα πρέπει να κρύβονται μέσα σ’ αυτές. Δεν μπορεί κανείς να μην πιστέψει πως όπου υπάρχει καπνός δεν υπάρχει φωτιά. Είναι παράλογο!
Θα παραθέσουμε το κείμενο του Ιουστίνου σε μετάφραση, όπως το διασώζει ο Χάμμοντ.
Η Ευρυδίκη αφού κανόνισε το γάμο της κόρης της (Ευρυνόης με το γαμπρό της (Πτολεμαίο), επιχείρησε με τον εραστή της να δολοφονήσει τον άνδρα της και να δώσει το θρόνο σ’ αυτόν, και ο Αμύντας θα είχε πιαστεί στη σκευωρία της γυναίκας του, εάν η κόρη του (Ευρυνόη) δεν είχε αποκαλύψει τη μοιχεία της μητέρας της και τα εγκληματικά της σχέδια… Όχι πολύ καιρό έπειτα ο Αλέξανδρος έπεσε θύμα στη συνωμοσία της μητέρας του Ευρυδίκης, η οποία είχε εγκληματήσει και πριν, αλλά την είχε λυπηθεί ο Αμύντας εξαιτίας των παιδιών που είχαν μαζί, επειδή ο Αμύντας δεν μπορούσε να ξέρει ότι αυτή θα ήταν αιτία του θανάτου τους κάποια μέρα. Ο αδελφός του επίσης, ο Περδίκκας, βρέθηκε αναμεμειγμένος σε μια συνωμοσία παρομοίως προδοτική. Ήταν πραγματικά φριχτό να στερηθούν αυτά τα παιδιά τη ζωή από την ίδια τους μητέρα, εξαιτίας της λαγνείας της, μια μητέρα που ήδη την είχαν απαλλάξει από την τιμωρία που της άξιζε προηγουμένως για τα εγκλήματά της, επειδή σκέφτηκαν τα παιδιά της. Ο φόνος του Περδίκκα ήταν ακόμη φοβερότερος, επειδή ακόμα και το παιδί, ο μικρός γιος του, δεν ξύπνησε τη συμπόνια στο στήθος εκείνης της μητέρας.
Το κείμενο αυτό είναι καθαρά ένας καταπέλτης. Ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορεί την Ευρυδίκη ως συνεργό στο φόνο του γιου της Αλέξανδρου, για χάρη του εραστή της Πτολεμαίου. Εάν όμως λάβουμε υπόψη πως πολλά από τα σημεία κατηγορίας έχουν αποδειχτεί εντελώς φανταστικά, όπως π.χ. ο θάνατος του Περδίκκα Γ΄, αφού είναι  εξακριβωμένο πια πως ο Περδίκκας Γ΄δε δολοφονήθηκε από τη μητέρα του, όπως υποστηρίζει ο Ιουστίνος, αλλά σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Ιλλυριών, μα ούτε ο Αμύντας Γ΄ δολοφονήθηκε από την Ευρυδίκη, γιατί καμιά άλλη πηγή δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο εκτός από αυτή του Ιουστίνου.
Πού βρίσκεται λοιπόν η αλήθεια; Μήπως κάποια στοιχεία του Ιουστίνου είναι αληθινά ή έχουν μέσα τους κάποια υπερβολή και στρέφονται κατ’ ευθείαν εναντίον της βασίλισσας, της μητέρας του Φιλίππου Β΄; Τότε  ο Φίλιππος γιατί δεν αντέδρασε σε όλες αυτές τις διαδόσεις και επικρίσεις για τη ζωή της μητέρας του και να προβεί σε διάψευση; Μήπως δεν πρόλαβε να το πράξει ή δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα στο εσωτερικό, φοβούμενος μήπως με τα ισχυρά ερείσματα που είχε στο στρατό και στο βασιλικό περιβάλλον της η βασιλομήτορα θα δημιουργούσε προβλήματα στο κράτος, τώρα που ο ίδιος επείγονταν να εκστρατεύσει στην Περσία και γι’ αυτό προτίμησε να απαντήσει στους επικριτές της με την αναπάντεχη ενέργειά του, να μεταβαπτίσει δηλαδή τη νέα του σύζυγο Κλεοπάτρα σε Ευρυδίκη, δείχνοντας με την πράξη του αυτή πόσο πιστεύει και υπολογίζει τις συκοφαντίες των εχθρών του;
Με τον τρόπο αυτό μπορεί ο Φίλιππος να ξέφυγε ένα σκόπελο, έπεσε όμως σε άλλο εμπόδιο πολύ χειρότερο, γιατί αποκτούσε τη λυσσώδη αντίδραση της προδομένης γυναίκας, της Ολυμπιάδας, και επιπλέον είχε απέναντί του στο εξής τον Αλέξανδρο και τη μερίδα του λαού που συμπαθούσε το νεαρό και τον θεωρούσε άξιο διάδοχο του μακεδονικού θρόνου. Γιατί, τώρα, όλα αυτά ήταν ένα παρελθόν για τον Αλέξανδρο, μια και με το νέο γάμο του Φιλίππου αποκλειόταν από το μακεδονικό θρόνο, κυρίως αν η έγκυος Κλεοπάτρα γεννούσε αρσενικό παιδί.
Πάντως, δεν μπορεί όλα όσα αναφέρονται στη ζωή και τη συμπεριφορά της βασίλισσας να είναι αποκυήματα της φαντασίας, επειδή κάποιοι μισούσαν τη φιλόδοξη Ευρυδίκη, αφού υπάρχουν γεγονότα που τη δικαιώνουν και άλλα που την ενοχοποιούν. Γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι προκειμένου να αποδεχτούμε τη μια ή την άλλη άποψη, οπωσδήποτε όμως, επειδή καπνός δε βγαίνει, αν δεν υπάρχει φωτιά, γι’ αυτό ας μην της δώσουμε συγχωροχάρτι για όλα, παρά μόνο για όσα έχει διακριβωθεί η αλήθεια τους και είναι υπέρ αυτής. Για τα άλλα οι επιφυλάξεις μας ας παραμένουν, εκτός αν στο μέλλον αποδειχτεί πως οι κατηγορίες ήταν αληθινές, αφού τότε θα μπορέσουμε να πούμε πως η Ευρυδίκη δεν ήταν απλώς μια αμφιλεγόμενη φιλόδοξη βασίλισσα, αλλά μια εγκληματική φύση που έβαψε τα χέρια της στο αίμα του παιδιού της, για να ικανοποιήσει έναν έρωτα αδιανόητο για μια μακεδόνισσα βασίλισσα και μητέρα.

Δ.Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
































Τρίτη 9 Απριλίου 2013


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΤΟΝ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΔHM. ΠΑΠΑ,

“ΑΡΧΗΓΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ”


"Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή"
Δ. Σολωμός

 


     Οι Μακεδόνες "πρόφραγμα" του Ελληνισμού
Η μακεδονική γη στη μακραίωνη ιστορία της ανέδειξε πολλούς μεγάλους και γενναίους άνδρες, οι οποίοι τη δόξασαν με το έργο τους και πολλοί με τη θυσία τους. Σε όλους τους αγώνες του ελληνισμού από τα πανάρχαια ακόμη χρόνια οι Μακεδόνες ήταν πανταχού παρόντες. Πολέμησαν γενναία και νίκησαν αντιπάλους πολύ ισχυρότερους, προστάτεψαν αποτελεσματικά την πατρίδα τους από την καταστροφή και τη σκλαβιά. Υπήρξαν πάντα στην πρώτη γραμμή αντίστασης και αποτέλεσαν μια πραγματική ασπίδα για ολόκληρη την άλλη Ελλάδα. Αυτήν την προσφορά της Μακεδονίας και των Μακεδόνων αγωνιστών εκτιμώντας ο ιστορικός Πολύβιος (201-120 π. Χ), γράφει:
"Τίνος και πηλίκης δει τιμής αξιούσθαι Μακεδόνας, οι τον πλείω του βίου χρόνον ου παύονται διαγωνιζόμενοι προς τους βαρβάρους υπέρ της των Ελλήνων ασφαλείας; ό,τι γαρ αεί ποτ' αν εν μεγάλοις ην κινδύνοις τα κατά τους Έλληνας, ει μη Μακεδόνας είχομεν πρόφραγμα και τας(των) παρά τούτοις βασιλέων φιλοτιμίας, τις ου γιγνώσκει(Πολύβιος Θ΄35-,2-4).
«Ποια και πόσο μεγάλη τιμή πρέπει να αξιωθούν οι Μακεδόνες, οι οποίοι το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους δεν παύουν να πολεμούν προς τους βαρβάρους για την ασφάλεια των Έλλήνων; Γιατί ποιος αγνοεί ότι, αν οι Μακεδόνες πάντοτε δεν ήσαν το προπύργιο όπως και οι φιλοδοξίες των βασιλιάδων τους, οι Έλληνες θα διέτρεχαν τους μεγαλύτερους κινδύνους;»
Ως πρόφραγμα έβλεπε ο μεγάλος ιστορικός την προσφορά της Μακεδονίας στους αγώνες εναντίον των βαρβαρικών επιδρομών κατά της Ελλάδας. ΄Ετσι την χαρακτήρισε τότε και έτσι θα τη χαρακτήριζε και σήμερα, αν βρισκόταν στη ζωή. Πρόκειται για μια σημαντική παρατήρηση, η οποία εγγίζει την ιστορική αλήθεια, αν δεν είναι η αλήθεια. Τη βεβαιώνουν τα γεγονότα της νεότερης ιστορίας της Μακεδονίας, αφού και στην επανάσταση του’21 οι Μακεδόνες μετείχαν του Αγώνα και πρόσφεραν τη δική τους βοήθεια στην απελευθέρωση του γένους από τη σκλαβιά, όπως και τόσοι άλλοι γενναίοι ΄Ελληνες. Το μαρτυρεί η θυσία χιλιάδων Μακεδόνων στον αγώνα για τη λευτεριά, αλλά και η θυσία ενός μεγάλου Μακεδόνα πατριώτη και αγωνιστή, του γνωστού σε όλους μας τραπεζίτη των Σερρών, του  Εμμανουήλ Δημητρίου Παπά, στου οποίου τη ζωή, το έργο, την προσφορά και τη θυσία θα αναφερθούμε λεπτομερώς, αποτίοντας ελάχιστο φόρο τιμής στο γενναίο από τη Δοβίστα Σερρών αγωνιστή .

Η προσωπικότητα του Ε. Παπά και οι σχέσεις του με τους Τούρκους πασάδες
    Ο Εμμανουήλ Δημητρίου Παπάς, επιχειρηματικό μυαλό αλλά και φλογερός πατριώτης, γεννήθηκε το 1773 στη Δοβίστα (σήμερα Παπά) των Σερρών και υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνικής επανάστασης του ’21 στη Μακεδονία. Αγωνίστηκε για τη λευτεριά της από την τουρκική τυραννία και σκλαβιά και θυσιάστηκε για το σκοπό αυτό. Η πατρίδα του είναι περήφανη για το γενναίο τέκνο της αλλά μαζί της και όλος ο Ελληνισμός.
Ο μεγάλος αγωνιστής δεν προερχόταν από ονομαστή αρματολική οικογένεια, ούτε είχε άλλες περγαμηνές στο ενεργητικό του. Ήταν ένας ευφυής, δραστήριος άνθρωπος, που με την εργασία και τη δράση του κατόρθωσε να μεταμορφωθεί από έναν απλό έμπορο σε ένα μεγαλοτραπεζίτη των Σερρών και αργότερα της Κωνσταντινούπολης! Αγαπούσε δύο πράγματα στη ζωή του: την πατρίδα και την ελευθερία. Αυτή του η αγάπη μετέβαλε τον έμπορο και μεγαλοτραπεζίτη σε ένα φλογερό πατριώτη και τρομερό τουρκομάχο. σε έναν άσπονδο εχθρό του δυνάστη. Αφιέρωσε τα πλούτη, τη δραστηριότητά του και τη ζωή του στον αγώνα για τη λευτεριά Η στάση του  ήταν αξιοθαύμαστη και έγινε γνωστή στους συμπολίτες του. Απόκτησε στη συνέχεια την εμπιστοσύνη της Φ. Εταιρίας και τα μέλη της τον μύησαν στις αρχές και τους σκοπούς της, ώστε αργότερα, όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν, τον όρισαν αρχηγό των εξεγερμένων Ελλήνων στη Μακεδονία, στη Χαλκιδική και το Άγιον  Όρος, μια και ο φυσικός στρατιωτικός αρχηγός, Γιάννης Φαρμάκης, εξ αιτίας της κήρυξης της επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δεν μπόρεσε να κατεβεί στη Μακεδονία και να αναλάβει τη στρατιωτική ηγεσία της, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Φιλικών.
Ο Ε. Παπάς μεγάλωσε και ανατράφηκε κάτω από καλές συνθήκες σε σχέση με άλλους νέους της εποχής του. Στο χωριό που γεννήθηκε δεν έμεινε παρά λίγο μόνο καιρό, γιατί γρήγορα μετακόμισε η οικογένειά του στις Σέρρες, όπου  έζησε τα παιδικά του χρόνια και διδάχτηκε τα πρώτα  του γράμματα.
Η πόλη των Σερρών τα χρόνια αυτά ήταν μεγάλο οικονομικό, πνευματικό και εκκλησιαστικό κέντρο. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με την καλλιέργεια του βαμβακιού, που είχε μεγάλη στρεμματική απόδοση, γεγονός που βοήθησε στην ταχεία οικονομική άνθηση της πόλης. Λέγεται πως κατά το 18ο αιώνα οι Σέρρες πραγματοποιούσαν εξαγωγές στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, που ξεπερνούσαν τις 50 χιλιάδες μπάλες βαμβακιού και εισέπρατταν περίπου 5.000.000 πιάστρα. Την οικονομική άνθηση ακολούθησε και η πνευματική αναγέννηση του τόπου.
Υπάρχει πληροφορία πως το 1735 στις Σέρρες ιδρύθηκε, από το Μητροπολίτη Σερρών Γ α β ρ ι ή λ, σχολείο, που λειτουργούσε κανονικά ως τα τέλη του 18ου αιώνα, οπότε έπαυσε να λειτουργεί λόγω έλλειψης πόρων.
Οι κάτοικοι της πόλης όμως γρήγορα κατανόησαν την αναγκαιότητα του σχολείου στον τόπο τους και αποφάσισαν να συγκεντρώσουν οι ίδιοι με δικές τους προσφορές χρήματα για την επαναλειτουργία του σχολείου. Η προσπάθειά εκτιμήθηκε δεόντως και βρήκε πολλούς χρηματοδότες, Τα χρήματα προήλθαν κυρίως από δωρεές προυχόντων αλλά και απλών ανθρώπων της περιοχής. Στην κοινή αυτή προσπάθεια δεν έμεινε αδιάφορος ο ονομαστός πια τραπεζίτης πολλών μπέηδων της Μακεδονίας, Ε. Παπάς τονίζοντας «ότι ο πατριωτισμός με υπαγορεύει να ενθυμηθώ και την δημιουργημένην και μάλλον ήδη ενεργουμένην Σχολήν της πατρίδας, διό και προσφέρω κατά το παρόν δια χειρός του κωνσταντίνου Παπαδάτου γρόσια χίλια, ως προοφειλουμένην συνδρομήν βοηθητικής προς αυτήν, και, ότε, τύχη αγαθή, βεβαιωθώ την εις τα μείζονα αποκατάστσιν και εκτέλεσιν αυτής της Σχολής του Πανελληνίου, υπόσχομαι, το κατά δύναμιν όλην, να συνεισφέρω προς καταρτισμόν και βελτίωσιν αυτής».
 ΕΜ. ΠΑΠΑΣ.
Με την προσφορά του αυτή πίστευε ότι θα γίνει η αρχή και για άλλες προσφορές, οι οποίες, όλες μαζί, θα βοηθούσαν τη Σχολή να διδάξει τη γνώση στο ραγιά και μέσω αυτής να τον οδηγήσει στην εθνική του αφύπνιση και στον αγώνα για τη λευτεριά.
Η ιδιότητα του εμπόρου και του τραπεζίτη του έδωσαν την ευκαιρία να γίνει γρήγορα γνωστός στους Έλληνες, αλλά και σε πολλούς Τούρκους μπέηδες, με τους οποίους διατηρούσε καλές σχέσεις, γεγονός που τον βοηθούσε στην επιτυχία της δουλειάς του, αλλά και στο να επηρεάζει καταστάσεις προς όφελος των συμπατριωτών του, όταν ήταν ανάγκη.
Λόγω όμως της δουλειάς του ήταν υποχρεωμένος να ταξιδεύει συχνά και να επισκέπτεται άλλες πόλεις. Τον συναντάμε συχνά στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να διευθετήσει οικονομικά θέματα ή στη Βιέννη με την οποία επίσης είχε εμπορικές συναλλαγές. Παντού, όπου κι αν ταξίδευε, φρόντιζε να κάνει νέους φίλους. Είχε πολλούς και καλούς φίλους τόσο στη Βιέννη, όσο και στην Πόλη, οι οποίοι πολλές φορές του φάνηκαν χρήσιμοι. Ιδιαίτερα στενή φιλία συνήψε με τον πασά των Σερρών Ισμαήλ μπέη, του οποίου και έγινε τραπεζίτης.
  “Ήταν(ο Παπάς) άνδρας αξίας και περιωπής, πλησίον του οποίου εύρον καταφύγιον πολλοί Έλληνες εκ Δυτικής Μακεδονίας, καταδιωχθέντες από τα όργανα του Αλή Τεπελενλή", γράφει ο Ι. Βασδραβέλλης.
Ο ιστορικός Φιλήμων (τ. Γ΄σ.142), συμπληρώνοντας την άποψη αυτή, γράφει:
"Ως τοιούτος, δηλαδή (έμπορος και τραπεζίτης), υπελήπτετο παρά πάντων και μεγάλην επιρροήν εξήσκει ιδίως δε, ότε τω 1810 διωρίσθη πρώτος τραπεζίης του Ισμαήλ βεγή των Σερρών, η επιρροή αυτού προέβη μεγίστη, δι' ην ο πανίσχυρος ούτος τοπάρχης απένειμε αγάπην, ουδέποτε αρνούμενος την χάριν, ην επεκαλείτο παρουσιαζόμενος ο Εμμανουήλ Παπά (ς) και επί αυτών των δυστυχεστέρων δημοσίων ή ιδιωτικών υποθέσεων. Επί τοσούτον δε προεχώρει η ισχύς αυτού, ώστε συχνάκις έκοπτε το σχοινίον της αγχόνης και έσωζε του θανάτου, μεταφέρων εν τη ιδία οικία, τον κατάδικον. Δι' αυτού αφηρέθησαν από του Τούρκου καδδή αι μεταξύ των Χριστιανών δίκαι, και ανετέθησαν τω μητροπολίτη Σερρών."
Ο μεγαλοτραπεζίτης δε διακρινόταν  μόνο για τον πλούτο και το εμπορικό του πνεύμα. Ήταν εξαίρετος χαρακτήρας, συνετός άνθρωπος, εργατικός,  ανιδιοτελής,, πατριώτης. Υπήρξε καλός πατέρας, γενναίος και δραστήριος.
Ο Πέννας, αναφερόμενος στην προσωπικότητα του, γράφει μεταξύ άλλων: «Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε μέτριο ανάστημα. Το πρόσωπό του στηριζόταν σ' ένα μακρύ λαιμό, ήταν πράο, αλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα. Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά. ΄Επαιρνε το λόγο πάντα τελευταίος και επιβαλλόταν με τη λογική διατύπωση των γνωμών του".
Ο ιστορικός Φιλήμων, συμπληρώνοντας το πορτρέτο του Παπά, σημειώνει: "Ο ζήλος του για την απελευθέρωση της Ελλάδος ήτο μεγάλος και η φιλοτιμία του απέραντη".
Το 1817 πέθανε ο  Ισμαήλ μπέης των Σερρών και τη θέση του κατέλαβε ο γιος του Γιουσούφ, μετέπειτα πασάς της Πάτρας, ο οποίος, ενώ αρχικά συνέχισε τις καλές σχέσεις με τον τραπεζίτη του πατέρα του, γρήγορα, λόγω του σπάταλου βίου του, βρέθηκε να οφείλει στον τραπεζίτη πάνω από ένα εκατομμύριο γρόσια, ποσό υπέρογκο. Μην μπορώντας να αποπληρώσει τα χρήματα που δανείστηκε σκέφτηκε να σκοτώσει το δανειστή του.  Ο Παπάς, που υποψιάστηκε τις προθέσεις του πανούργου και αδίστακτου μπέη, έφυγε από τις Σέρρες κρυφά στην Πόλη, όπου, με τις γνωριμίες που διέθετε, κατόρθωσε να πάρει πίσω τα χρήματά του, και με φιρμάνι της Πύλης να απομακρύνει προσωρινά το Γιουσούφ  μπέη από τη θέση του!

Ο Ε. Παπάς μέλος της Φιλικής Εταιρίας και "αρχιταμίας" στην Κωνσταντινούπολη
 Ο Εμμανουήλ Παπάς, μην μπορώντας να επιστρέψει στις Σέρρες, επειδή απειλούνταν η ζωή του από το Γιουσούφ πασά, αναγκάστηκε να παρατείνει τη διαμονή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετέφερε  και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Εκεί τον συνάντησε την 21η Δεκεμβρίου του 1819 ο  Φιλικός Παπαδάτος και τον  μύησε στα μυστικά της Φιλικής Εταιρίας. Μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως ο Παπάς μυήθηκε στη Φ. Εταιρία από το Γιάννη Φαρμάκη, όταν  αυτός επισκέφτηκε  την Πόλη.
 Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι από τη στιγμή της μύησής του άλλαξε τακτική και άρχισε τις προσπάθειές του να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με τους Φιλικούς που δρούσαν όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και με άλλους που ζούσαν έξω από αυτήν, όπως ήταν ο Μητροπολίτης Σερρών Χρύσανθος, μυημένος στη Φιλική Εταιρία κι αυτός,  πολύ νωρίτερα από τον Ε. Παπά.
Την μύηση του Χρύσανθου, μαρτυρεί έγγραφο των Φιλικών με το οποίο, αφού τον συγχαίρει για τη δράση του και τη βοήθειά του, του υποδεικνύει να μεταβιβάσει τα υπ’ αυτού συναθροισθέντα χρήματα στο σεβαστό άνδρα Αλέξανδρο Υψηλάντη.
 Σεβάσμιε αρχιεπίσκοπε Σερρών, κύριε Χρύσανθε,
Το από 15 αυγούστου γράμμα της Σεβασμιότητός σου λαβόντες, ανέγνωμεν τα γραφόμενά σου…και ως αγαθός ποιμήν φιλοτιμήθητι ν’ αναδειχτείς γενναίος συνδρομητής, καταβάλλων μίαν αδροτέραν βοήθειαν εις το κοινόν κιβώτιον…και την υποσχεθείσαν συνεισφοράν και όλην την εσχάτην ταύτην δυνατήν βοήθειάν σου, μαζί με όλα τα παρά των λοιπών φιλοκάλων ομογενών συναθροισθέντα χρήματα, θέλεις εμβάσει προς τον σεβαστόν ημί άνδρα Αλέξανδρον Υψηλάντην, τον οποίον κατεστήσαμεν Γενικότατον Έφορον των πραγμάτων της Φιλικής Εταιρίας μας, διορίσαντες πάντα τα μέλη, καθώς ήδη και την σεβασμιότητά σας, ίνα περέχωμεν το προσήκον σέβας και ευπείθειαν εις τας οδηγίας της αυτού Εκλαμπρότητος, και ότι άνευ υπακοής πολιτική κοινωνία ου συνίσταται.
΄Ερρωσο επί τα κρείττω χωρώ και βελτιούμενος, Ιεράρχα πανσέβαστε.

Ο Ε. Παπάς έφυγε κρυφά στην Πόλη και άφησε την πολυπληθή οικογένειά του στις Σέρρες. Επειδή όμως φοβόταν την εκδικητική μανία του Γιουσούφ μπέη, έγραψε στο Χρύσανθο και τον παρακαλούσε να προστατεύει τη φαμίλια του.
 Την πανιερότητά της μετά πόθου και ευλαβείας προσκυνώ.
Γνωρίζω, Πανιερώτατε, ότι η φυγή μου αυτόθεν επροξένησεν μεγάλην λύπην εις τους συμπολίτας μου, καθότι υστερήθησαν διόλου την οδηγίαν και προστασίαν μου, και ο αισχροκερδής διοικητής τώρα θέλει εύρει τον καιρόν να τυραννεί και να τους γυμνώνη, επειδή η μόνη νουθεσία και η σκέψις μου εμπόδιζε τας σκευωρίας και τα ενεδρεύματά του. Εκατήκετο η ψυχή μου προβλέπουσα τα δεινά, οπού μέλλει να δοκιμάση η πατρίςς μου μετά την απουσίαν μου, πλην φοβούμενος την δολοφονίαν, δεν ημπορούσα να κάμω αλλέως παρά να φύγω κρυφίως, και να έρθω εις Κωνσταντινούπολιν… Μήνας 6 άχρι τούδε υστερούμαι την φαμίλίαν και την πατρίδα μου...Διό παρακαλώ την Πανιερότητά της να προστατεύει την φαμίλιαν μου...ποτέ δεν ήλπιζα εις τοιαύτην ηλικίαν, 47 ετών, να υστερηθώ και πατρίδα και φαμίλιαν…".
Οι φόβοι του, δυστυχώς, ήταν δικαιολογημένοι, αφού λίγο μετά ο Γιουσούφ έκαψε το σπίτι του Παπά και βασάνισε την οικογένειά του. (Ο Ε. Παπάς είχε 12 τέκνα, 9 αγόρια και 3 κορίτσια. Τα τέσσερα από τα αγόρια του θυσίασαν τη ζωή τους πολεμώντας τον τούρκο δυνάστη).  
Ο Παπάς επικοινώνησε και με ορισμένους αγιορείτες μοναχούς, μυημένους στη Φ. Εταιρία, με τους οποίους είχε εμπορικές συναλλαγές. Έγραψε και έστειλε επιστολή ακόμη και στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος αργότερα, εκτιμώντας την προσφορά του στην υπόθεση της προετοιμασίας των Ελλήνων για επανάσταση, τον διόρισε αρχιταμία της Φιλικής Εταιρίας στην Κωνσταντινούπολη ( Φιλήμων τ.Α΄ σ. 202). Το νέο του πόστο ήταν σημαντικό, γιατί επιφορτίσθηκε από την Εταιρία να προετοιμάσει πολεμικό υλικό και άλλα χρειώδη  για τον αγώνα και να είναι έτοιμος, όταν του δοθεί το σύνθημα της εξέγερσης. Σχετικά με τη δράση του Ε.Παπά ενημέρωσε ο Παπαδάτος τον Υψηλάντη. Έτσι τουλάχιστον μαρτυρείται από επιστολή του Υψηλάντη προς τον Ε. Παπά με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 1820.
 "Ακούσατε τας συμβουλάς του Παπαδάτου, όστις είναι διωρισμένος να σας δείξη, εις τι πρέπει να ενεργήσητε...»
Ο Φιλήμων, αναφερόμενος στις ενέργειες του Ε. Παπά, που φαίνεται ότι πραγματοποίησε  τα όσα ο Παπαδάτος του υπέδειξε, γράφει:
"Επελθόντος του 1821 έτους, ετοίμως εξετέλεσεν, όσας και πριν παρά της Αρχής των Φιλικών και έπειτα παρά του Υψηλάντου έλαβε δια των εφόρων της Κωνασταντινουπόλεως οδηγίας. Αγοράσας πολεμοφόδια και όπλα ικανά, εφόρτωσεν επί του πλοίου Βισβίζη, Λημνίου, τη 23 Μαρτίου (1821) και τη μυστική συνδρομή του υποπροξένου Σπυρίδωνος Καλογεράκη, και εις τον Άθων απέπλευσεν...".

Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία και η εξέγερση των μοναχών στο Άγιον
 Όρος
Ενώ είχε οριστεί ότι τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της επανάστασης στη Χαλκιδική και Μακεδονία θα ανελάμβανε προσωπικά ο Γιάννης Φαρμάκης, εμπειροπόλεμος καπετάνιος και γενναίος αγωνιστής, εκείνος έμεινε στη Μολδοβλαχία, για να ενισχύσει τον εκεί αγώνα. Η επανάσταση όμως είχε την ανάγκη ενός αρχηγού και αυτή η ανάγκη υποχρέωσε τον Παπά να επωμισθεί πλέον και το βαρύ έργο του στρατιωτικού αρχηγού της Επανάστασης στη Χαλκιδική, αν και δεν είχε καμία πείρα  σε στρατιωτικά ζητήματα.
Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ραγδαία και ο Παπάς, πριν ακόμη προλάβει να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του για την εξέγερση, πληροφορήθηκε την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Οι πληροφορίες ήταν ενθαρρυντικές και μιλούσαν για καταπληκτικές επιτυχίες του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, πράγμα που αναπτέρωσε το ηθικό των σκλάβων Ελλήνων. Αντελήφθη πως τα γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία και θα  έπρεπε να είναι κι αυτός έτοιμος, όσο το δυνατό γρηγορότερα, για να δράσει κεραυνοβόλα στην περιοχή του, μόλις λάβει την εντολή από τον Αρχηγό του.
Οι Τούρκοι από την πλευρά τους, μόλις πληροφορήθηκαν την εξέγερση στη Μολδοβλαχία, άρχισαν να ανησυχούν και να παίρνουν τα μέτρα τους στα κατεχόμενα από αυτούς ελληνικά  εδάφη.
Ο Ε. Παπάς, επειδή επειγόταν να αρχίσει την επανάσταση στη Μακεδονία, ώστε να πετύχει αντιπερισπασμό στην Πύλη, μόλις πληροφορήθηκε την εξέγερση στη Μολδοβλαχία, αποφάσισε κι αυτός να επισπεύσει τη δική του επανάσταση στη Χαλκιδική, αρχίζοντάς την από το Άγιον Όρος.
Την 23η Μαρτίου 1821, ένα ακριβώς μήνα μετά από την επανάσταση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, με πλοίο του Λήμνιου Φιλικού Χατζηβισβίζη, φορτωμένο με όπλα και άλλα πολεμοφόδια, και έχοντας μαζί του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που προερχόταν από την περιουσία του, αναχώρησε από την Πόλη για το Άγιον Όρος. Αποβιβάστηκε πιθανώς στον όρμο της Μονής Βατοπεδίου και από εκεί μετέβη στη μονή Εσφιγμένου, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από τους μυημένους στη Φ. Εταιρία μοναχούς.
Τον συνόδευαν ο υπασπιστής του Χατζηπέτρος, ο μεγαλύτερος γιος του Αναστάσιος και ο ταμίας του Οικονόμου.
Στη Μονή ξεφόρτωσε τα όπλα και τα πολεμοφόδια και αμέσως κάλεσε σε σύσκεψη τους προϊσταμένους των Μοναστηριών.
Οι μοναχοί, που συγκεντρώθηκαν εδώ, αφού ευλόγησαν την εξέγερση, αποφάσισαν να προβούν σε γενική στρατολογία όσων μοναχών μπορούσαν να φέρουν όπλα, ενώ με αγγελιαφόρους σε διάφορα μέρη της Χαλκιδικής και της Μακεδονίας ζητούσαν από τους κατοίκους να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών, για να πολεμήσουν τον τούρκο κατακτητή και δυνάστη.
Ο Τρικούπης γράφει: «μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε τους μοναχούς, και υπερδισχίλιοι των νεωτέρων ωπλοφόρησαν».
Για την επανάσταση στο Άγιον Όρος ειδοποιήθηκε και ο Χρύσανθος, ο Μητροπολίτης Σερρών, από τον οποίο ανέμενε σημαντική βοήθεια ο Παπάς.
Αυτή ήταν η  πρώτη κίνησή του και ανέμενε με αγωνία την ανταπόκριση των Ελλήνων αλλά και την αντίδραση του πασά της Θεσσαλονίκης, που ασφαλώς δε θα έμενε απαθής μπροστά σε μια  εξέγερση.

Γιατί επιλέχθηκε το Άγιον Όρος ως χώρος εξέγερσης;
Ο Ε. Παπάς σκέφτηκε να αρχίσει την επανάστασή του στη Μακεδονία από το Άγιον Όρος, γιατί οι συνθήκες εκεί ήταν ευνοϊκότερες από κάθε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, αφού από το 1806 απολάμβανε ορισμένα προνόμια που χορήγησε σ' αυτό η Πύλη. Σύμφωνα με τα προνόμια αυτά απαγορευόταν η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στο Άγιον Όρος, εκτός από μια τουρκική φρουρά, που θα εκτελούσε χρέη Χωροφυλακής. Επομένως, η τουρκική αντίσταση εδώ θα ήταν μηδαμινή. Έπειτα, υπήρχαν πολλοί μοναχοί μυημένοι στο κίνημα, και πολλοί άλλοι με υψηλή παιδεία και αρκετά ανεπτυγμένο το εθνικό φρόνημα. Επιπλέον, το Άγιον Όρος βρισκόταν μακριά από τη Θεσσαλονίκη και ήταν ορεινό, πράγμα που θα βοηθούσε στην αρχή τους επαναστάτες να εδραιώσουν το κίνημά τους, ενώ παράλληλα θα παρακινούσε και άλλους Έλληνες να μιμηθούν την πράξη τους και να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών.

Η επανάσταση στο Άγιον Όρος και αντίδραση Ελλήνων και Τούρκων,
 Όταν, λοιπόν,  η Επανάσταση στο Άγιον Όρος έγινε γνωστή στους κατοίκους της Χαλκιδικής, προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στους Έλληνες και πολλοί  ενίσχυσαν τους επαναστάτες, ενώ άλλοι, όπως οι κάτοικοι των Σερρών, ήταν έτοιμοι ήδη να ξεσηκωθούν κι αυτοί. Συγκεκριμένα ο Κώστας Κασομούλης, πατέρας του αγωνιστή και ιστορικού Νικολάου, έμπειρος πολεμιστής και γενναίος άνδρας με τα παλικάρια του κατέλαβε το Μοναστήρι Ηλιόκαλη,  έξω από τις Σέρρες, και ανέμενε το σύνθημα εξέγερσης από το Χρύσανθο, το οποίο, δυστυχώς, ποτέ δε δόθηκε, γιατί ο Μητροπολίτης θεώρησε πως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν επικίνδυνη και άσκοπη, ύστερα μάλιστα από την είδηση του απαγχονισμού του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' στην Πόλη από τον τουρκικό όχλο (10 Απριλίου 1821).
  Οι Τούρκοι, που γνώριζαν τις κινήσεις των Ελλήνων, στην αρχή άρχισαν να ανησυχούν, αργότερα όμως, όταν οι πληροφορίες που έφταναν στη Θεσσαλονίκη μιλούσαν για κινητοποιήσεις μεγάλου αριθμού Ελλήνων και μοναχών, οι ανησυχίες τους μεταβλήθηκαν σε φόβο και ο φόβος τους οδήγησε στη λήψη προληπτικών μέτρων. Χαρακτηριστικό της ανησυχίας της Πύλης είναι και το φιρμάνι που έστειλε στις 4 Μαίου 1821 στο Γιουσούφ μπέη της Θεσσαλονίκης, όπου του γράφει:
"Τούτο έχοντες υπόψιν, να ενεργήτε διαρκώς με διορατικότητα, αγρυπνούντες και αποφεύγοντες πάσαν παράλειψιν και αμέλειαν. Εάν συνέβαινε απόπειρά τις των ραγιάδων προς εξέγερσιν και επανάστασιν εις οιονδήποτε μέρος των καζάδων σας, μη χρονοτριβήτε, δια να γράψητε και λάβητε άδειαν από την Πύλην της ευδαιμονίας Μου, αλλά, σύροντες κατ' αυτών αμέσως το ξίφος και συμφώνως με την άδειαν του ιερού σεριάτ, πατάξατε και εξοντώστε τους επαναστατούντας ραγιάδες, συλλάβετε και αιχμαλωτίσατε τας γυναίκας  και τα παιδία των και λεηλατήσατε και λαφυραγωγήσατε τας περιουσίας και τα υπάρχοντά των, εις τρόπον  ώστε να παραδειγματιστούν οι ραγιάδες των άλλων μερών….Πάσα αμέλεια και αδιαφορία εν τη εκτελέσει του σπουδαιοτάτου τούτου θρησκευτικού ζητήματος θα συνεπάγητε την τιμωρίαν σας έν τε τω παρόντι και εν τω μέλλοντι κόσμω…"
Εγράφη κατά τας αρχάς Σιαμπάν 1236 (4 Μαίου 1821)
Επομένως,  ήταν φυσικό να ενεργήσει όπως ενήργησε ο Γιουσούφ Μπέης της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να προλάβει γενίκευση της επανάστασης στην περιοχή του. Γι' αυτό, όταν πληροφορήθηκε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, στην Πελοπόννησο και τις κινήσεις των Ελλήνων στο Άγιον Όρος και τη Χαλκιδική, σκέφθηκε πως καλό θα ήταν, προκειμένου να προλάβει μια γενική εξέγερση στη Μακεδονία, να συλλάβει όλους τους προκρίτους της Μακεδονίας. Για το σκοπό αυτό προσκάλεσε όλους πρόκριτους της περιοχής να παρουσιαστούν στη Θεσσαλονίκη ενώπιόν του. Η τακτική αυτή των Τούρκων ήταν γνωστή στους ραγιάδες και γνώριζαν από πριν την τύχη όσων θα εμφανίζονταν στη Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό οι περισσότεροι από τους πρόκριτους, αντί να παρουσιαστούν στον μπέη της Θεσσαλονίκης, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά, ενισχύοντας τους επαναστάτες .
     Ο τούρκος μπέης αμέσως προχώρησε και σε άλλα δυναμικότερα μέτρα. Συνέλαβε τους πρόκριτους που παρουσιάσθηκαν και μαζί τους δύο χιλιάδες Θεσσαλονικείς, τους οποίους φυλάκισε στο προαύλιο του ναού Γρηγορίου του Παλαμά. Για να τρομοκρατήσει μάλιστα περισσότερο τους Έλληνες θανάτωσε πολλούς από τους συλληφθέντες,  ανάμεσά τους και το μητροπολίτη Κίτρους Μελέτιο, τοποτηρητή του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης  Ιωσήφ, που απουσίαζε στην Πόλη.

     Η Επανάσταση στη Χαλκιδική (17 Μαϊου 1821)
Ύστερα από τις βιαιότητες, τις λεηλασίες και τους φόνους αυτούς, οι κάτοικοι αγανακτισμένοι προσχωρούσαν με μεγαλύτερη προθυμία στις τάξεις των επαναστατών. Συγκεκριμένα,  οι κάτοικοι του Πολυγύρου,  στις 17 Μαϊου, πριν προλάβουν να φτάσουν τα τουρκικά στρατεύματα, επιτέθηκαν στο διοικητήριο του Πολυγύρου, εξόντωσαν τη φρουρά και απελευθέρωσαν την πόλη.
Από εκεί κινήθηκαν εναντίον των τουρκικών ενισχύσεων που έφθαναν στην περιοχή. Οι εχθροπραξίες αυτές έδωσαν το έναυσμα για την κήρυξη της επανάστασης στη Χαλκιδική
Ο Εμμανουήλ Παπάς συγκέντρωσε στις Καρυές όλους τους ηγουμένους των Μοναστηριών και κήρυξε την Επανάσταση (17 Μαίου 1821), αφού προηγουμένως αναγορεύθηκε "Αρχηγός και Προστάτης της Μακεδονίας".
Αμέσως επαναστάτησε η Κασσάνδρα και λίγο μετά ορισμένα χωριά της Σιθωνίας, ενώ στις 3 Ιουνίου τα Μαδεμοχώρια. Οι επαναστάτες πλησίαζαν τις 4 χιλιάδες. Χίλιοι(;) από αυτούς ήταν Αθωνίτες μοναχοί που είχαν οπλαρχηγούς τους το Θεόφιλο Βατοπεδινό, το Γεδεών και τον Ησαϊα το Χιλιανδρινό.
Ο Ε. Παπάς χώρισε σε δύο φάλαγγες τις δυνάμεις του. Την πρώτη αποτέλεσαν οι μοναχοί και μερικοί επαναστάτες από τα κοντινά χωριά, επικεφαλής της οποίας τέθηκε ο ίδιος, ενώ τη δεύτερη φάλαγγα αποτέλεσαν όλοι οι άλλοι επαναστάτες υπό τις διαταγές του γενναίου οπλαρχηγού Χάψα, από τα Παζαράκια της Κασσάνδρας
    
   Πορεία των στρατευμάτων του Ε. Παπά και  Χάψα
   Ο Ε. Παπάς με τους άνδρες του προχώρησε την 1η Iουνίου αμέσως προς την Ιερισσό, την οποία κατέλαβε. Από εκεί έφτασε στα Μαδεμοχώρια (3 Ιουνίου), ενώθηκε με τους επαναστάτες της περιοχής και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν προς τον κάμπο του Λαγκαδά και ειδικότερα προς την περιοχή της Παζαρούδας. Μετά από μάχη κατέλαβε την Παζαρούδα, το Εγρί μπουζάκ (σημ. Νέα Απολλωνία), τη Γαλάτιστα και έφθασε στα Βασιλικά, τα οποία, είχαν καταλάβει εντωμεταξύ τα στρατεύματα του καπετάν Χάψα, μια ανάσα μακριά από τη Θεσσαλονίκη.
Ο  Παπάς, αφού πραγματοποίησε το ένα μέρος του σχεδίου του, στράφηκε προς την άλλη πλευρά, προς την επαρχία Λαγκαδά, όπου οι κάτοικοί της είχαν επαναστατήσει και απειλούσαν τη Θεσσαλονίκη. Στην περιοχή αυτή θα  παραμείνει ο Παπάς, για να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη από κοινού με τις δυνάμεις του Χάψα, οι οποίες θα προσέβαλλαν τη Θεσσαλονίκη από τη μεριά των Βασιλικών.
Ο καπετάν Χάψας και ο Δουμπιώτης, με τη δεύτερη φάλαγγα, ξεκίνησαν από την Αρναία και δια μέσου του ορεινού συγκροτήματος του Χολομώντα έφθασαν στα Βασιλικά, όπου με ενθουσιασμό επαναστάτησαν και οι κάτοικοι των Βασιλικών, οι οποίοι μάλιστα εστράφησαν εναντίον του Αγκούς Αγά, τον οποίο νίκησαν και ανάγκασαν να οπισθοχωρήσει στο χωριό Σέδες, λίγα  χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Οι πρώτες επιτυχίες των Ελλήνων ήταν εντυπωσιακές. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και ήταν αδύνατο να αντιδράσουν τουλάχιστον κατά τις πρώτες μέρες αποτελεσματικά. Από την άλλη πλευρά τόση ήταν η προθυμία των κατοίκων της Χαλκιδικής στο επαναστατικό  κάλεσμα των οπλαρχηγών, ώστε η αθρόα συμμετοχή τους να οδηγήσει τους οπλαρχηγούς Γεδεών και Νικολάου Δημήτριο να ομολογούν σε μια τους επιστολή με ημερομηνία 3 Ιουνίου ότι "Όλα τα χωριά μας ευρίσκονται στα όπλα και κινούνται εναντίον του κοινού εχθρού του γένους και της πίστεως με μεγάλη θαρραλεότητα και ορμήν, ώστε όπου οι μουσουλμάνοι κυριεύονται από άκραν δειλίαν. Αναχωρούν από τα χωριά των και δραπετεύουν με φόβον μεγάλον. Τα Ραυνά και το Εγρί Ποτζιάκ (Ν.Απολλωνία) εκκενώθησαν και έφυγαν πέρα από το Ζαγκλιβέρι, και όσοι επροφθάσθησαν ή συναπαντήθησαν Οθωμανοί με τους εδικούς μας εις διάφορα μέρη έως Ραυνά πάντες εν μαχαίρα απέθανον".
 Έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση τη στιγμή εκείνη στη Χαλκιδική.
Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και πανικόβλητοι έφευγαν προς τη Θεσσαλονίκη να σωθούν. Το φρόνημα των επαναστατών ήταν υψηλό και οι στρατιωτικές επαναστατικές δυνάμεις απειλούσαν τη Θεσσαλονίκη από το Σέδες με τον καπετάν Χάψα και από το Λαγκαδά με τον Εμμανουήλ Παπά. Πόσο δύσκολη ήταν η κατάσταση για την Πύλη το φανερώνει και το ακόλουθο φιρμάνι με ημερομηνία 7 Ιουλίου 1821, προς το Γιουσούφ Μπέη της Θεσσαλονίκης, όπου σημειώνονται και τα εξής:
"…ενετάλη πρό τινος δυνάμει υψηλού φιρμανίου όπως επί τη βάσει του εκδοθέντος φετβά δαπερασθούν δια του ξίφους οι τήδε κακείσε επαναστάται…των χωρίων του δήμου Λαγκαδά, των Μεταλλείων και του χασίου και εξανδραποδισθούν τα τέκνα και αι γυναίκες των, διαρπαγούν δε και διαμοιρασθούν ως λάφυρα μεταξύ των νικητών στρατιωτών αι περιουσίαι αυτών. Εντούτοις όμως η επανάστασις των επαράτων τούτων στασιαστών από στιγμής εις στιγμήν οξύνεται, είναι δε θρησκευτική και κρατική υποχρέωσις ημών να βαδίσωμεν και να κατατροπώσωμεν τους επαναστατήσαντας ραγιάδες…"
¨Άμα τη αφίξει δέον να συμμορφωθήτε με το περιεχόμενον του υψηλού φιρμανίου και της διαταγής ταύτης, απέχοντες πάσης αντιθέτου ενεργείας"
Σεβάλ (7 Ιουλίου  1821)
Η εντολή ήταν ξεκάθαρη: κατατροπώστε με κάθε μέσο τους επαναστάτες .Ήταν μια διαταγή που έδειχνε την αγωνία του εχθρού και έπρεπε οι αποδέκτες της να αλλάξουν με κάθε τρόπο τη στρατιωτική κατάσταση στην περιοχή. Ο φόβος του εχθρού ήταν μια καλή ευκαιρία για τους επαναστάτες. Πόσο όμως την εκμεταλλεύτηκαν και ωφελήθηκαν οι επαναστάτες είναι άλλο θέμα. Γι’ αυτό θεωρούμε πως, αν υπήρχε καλύτερος συντονισμός δυνάμεων, τη στιγμή που οι τούρκοι είχαν χαμηλό ηθικό, λόγω των αποτυχιών τους στις ως τώρα αναμετρήσεις τους με του επαναστάτες, ίσως θα μπορούσε να καταληφθεί ακόμη και η Θεσσαλονίκη. Στα πεδία των μαχών όμως οι πολεμικές καταστάσεις μεταβάλλονται γρήγορα και πολλές φορές αυτοί που έχουν  το στρατιωτικό πλεονέκτημα ως τώρα το χάνουν και σε λίγο βρίσκονται να κινδυνεύουν από τους αντιπάλους τους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την εξέγερση των Ελλήνων στη Χαλκιδική. Η καθυστέρηση των κινητοποιήσεων, η διστακτικότητα στις ενέργειες των αρχηγών, μα προπαντός η έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων, στέρησαν, έστω και την πρόσκαιρη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους επαναστάτες,  την οποία ίσως θα μπορούσαν να πετύχουν, αν ενεργούσαν συντονισμένα, αποφασιστικά και γρήγορα.

     Ο αντίκτυπος των ελληνικών επιτυχιών στο λαό της Θεσσαλονίκης
Ποιον όμως αντίκτυπο είχαν οι ελληνικές επιτυχίες στο λαό της Θεσσαλονίκης; Την απάντηση μας δίδει μια αποκαλυπτική επιστολή του Αυστριακού Προξένου στη Θεσσαλονίκη Pietro de Choch, γραμμένη στις 17 Ιουνίου 1821, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται και στον αντίκτυπο που είχε η εξέγερση της Χαλκιδικής στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης.
"...Η Ελληνική Επανάσταση, που έχει ξεσπάσει κιόλας σε πολλές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους, προκαλεί τη γενική κατάπληξη, το σταμάτημα κάθε εργασίας και ανοιχτές εχθροπραξίες, οι οποίες στα μέρη όπου οι Έλληνες είναι περισσότεροι, πληθύνονται από μέρα σε μέρα εδώ κι εκεί, και μάλιστα μέρα μεσημέρι μέσα στη Θεσσαλονίκη, από την οποία οι επαναστάτες δεν απέχουν παρά λίγες ώρες. Βρίσκονται στη Γαλάτιστα και ξεσηκώνουν παντού τις ψυχές των κατοίκων μέσα στις πόλεις, στα νησιά και γενικά οπουδήποτε ξαπλώνονται".
Ο Γιουσούφ μπέης, εκτιμώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης στην περιοχή, ωθείται στην ανάγκη να ζητήσει ενισχύσεις από την Πόλη και τους γύρω πασάδες της Μακεδονίας.
Πρώτος στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκε ο Αχμέτ μπέης των Γιαννιτσών. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη με 500 ιππείς και πολλούς πεζούς. Αργότερα έφτασε και ο Μπαϊράμ πασάς από την Ανατολική Θράκη με 3000 ιππείς και πολύ στρατό, ο οποίος χωρίς καθυστέρηση κήρυξε γενική επιστράτευση στη Μακεδονία, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια μέσα σε λίγο χρόνο να συγκεντρωθεί στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη τουρκική στρατιωτική δύναμη, έτοιμη να αναλάβει δράση κατά των επαναστατών.
Οι τουρκικές δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη ξεπερνούσαν τους 30 000 πεζούς και 5 000 ιππείς.
Με ένα μεγάλο τμήμα των δυνάμεων αυτών κίνησαν να καταστείλουν την επανάσταση στη Χαλκιδική οι Τούρκοι πασάδες. Οι Έλληνες, όταν πληροφορήθηκαν τις κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων προς τη Χαλκιδική, αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν το Σέδες, φοβούμενοι τη δύναμη του τουρκικού ιππικού, λόγω του πεδινού εδάφους, και υποχώρησαν στα Βασιλικά. 
Εκεί τους πρόλαβε ο Αχμέτ μπέης των Γιαννιτσών με το ιππικό του. Επιτέθηκε  αμέσως στην πόλη των Βασιλικών, την οποία και πυρπόλησε. Στη συνέχεια προχώρησε και επιτέθηκε στα στρατεύματα του καπετάν Χάψα και των άλλων  οπλαρχηγών, που βρίσκονταν οχυρωμένα έξω από τα Βασιλικά, σε κατάλληλες θέσεις, ώστε να μην έχουν οι Τούρκοι το τακτικό πλεονέκτημα να χρησιμοποιήσουν το ιππικό τους.
Η μάχη ήταν φονική. Οι γενναίοι άνδρες του Χάψα έμειναν στις θέσεις τους και αντιμετώπισαν με μοναδικό θάρρος τις πολυπληθέστερες και  εμπειροπόλεμες τουρκικές δυνάμεις.

Η μάχη των Βασιλικών και ο ηρωικός θάνατος του καπετάν Χάψα
Ο καπετάν Χάψας ήθελε να εμποδίσει  τις τουρκικές δυνάμεις να προχωρήσουν προς το εσωτερικό της Χαλκιδικής, γιατί, αν το κατόρθωνε, θα έκανε περισσότερο διστακτικούς τους τούρκους στις κινήσεις τους και θα επιβράδυνε την επίθεσή τους κατά των επαναστατών στη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος.
Η μάχη δόθηκε έξω από τα βασιλικά, κράτησε πολύ και ήταν φονική. Ο καπετάν Χάψας με γυμνό γιαταγάνι πολεμούσε σαν λιοντάρι στην πρώτη γραμμή τους Τούρκους, εμψύχωνε τους άνδρες του, απέκρουε τις επιθέσεις του πολυάριθμου εχθρού. Ο αγώνας ήταν άνισος. Λίγοι και απειροπόλεμοι, πολεμούσαν εναντίον πολυάριθμων και εμπειροπόλεμων εχθρών.
 Οι άνδρες του έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο από τα βόλια του εχθρού στο πεδίο της μάχης. Η κατάσταση των επαναστατών χειροτέρευε συνεχώς κι ο γενναίος καπετάνιος, συγκεντρώνοντας τους συντρόφους, που πολεμούσαν ακόμη τον εχθρό, όπως ήταν οι οπλαρχηγοί του Βάβδου, Χαλάτ(σ)ης και Καραγιάννης, επιτέθηκε μαζί τους με γυμνωμένα σπαθιά στις τάξεις του εχθρού, προκαλώντας τρόμο και θάνατο.
 Ύστερα όμως από ένα φονικό αγώνα, έπεσε ένδοξα σαν άλλος Λεωνίδας με τους συμπολεμιστές του και ο Χάψας, αποσπώντας το θαυμασμό φίλων και εχθρών.
Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν στον Πολύγυρο, αποφασισμένοι να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα με τους άλλους επαναστάτες.
Η μάχη των Βασιλικών έδειξε στους Τούρκους πόσο αποφασισμένοι ήταν οι κάτοικοι της Χαλκιδικής να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τη λευτεριά τους. Λέγεται πως σε μια τοποθεσία "Κομμένοι" βρέθηκαν σωριασμένα 62 πτώματα Ελλήνων, πράγμα που αποδεικνύει την αποφασιστική μάχη που δόθηκε στο σημείο αυτό, ενώ οι Τούρκοι, που είχαν μεγάλες απώλειες, έθαψαν στο πεδίο της μάχης  500  πτώματα δικών τους.

Οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες του αγώνα
Ο Μπαϊράμ πασάς, προχωρώντας νότια έφθασε στη Μονή της Αγίας Αναστασίας,  σύλησε τους θησαυρούς της και παρέδωσε τη Μονή στη φωτιά (12 Ιουνίου1821). Τα γυναικόπαιδα από τα Βασιλικά και άλλα χωριά, που  είχαν καταφύγει εκεί, για να προστατευτούν από τη θηριωδία των Τούρκων, όταν διαπίστωσαν πως κινδύνευε η ζωή τους, τη νύχτα, περνώντας από ένα κρυφό μονοπάτι, απομακρύνθηκαν από αυτήν, χωρίς να γίνει αντιληπτή η αποχώρησή τους από τους εχθρούς και σώθηκαν.
Στη συνέχεια ο τούρκος πασάς προχώρησε και κατέλαβε το Γαλαρινό, χωρίς αντίσταση, ενώ τρεις μέρες αργότερα το Βάβδο, τον οποίο πυρπόλησε. Σώθηκε από τη φωτιά μόνον η εκκλησία της Παναγίας και μια οικία στη νοτιοδυτική παρυφή της πόλης. Την ίδια μέρα, ύστερα από σκληρή μάχη, κυρίεψε και τον Πολύγυρο.
 Όσοι από τους κατοίκους των πόλεων αυτών σώθηκαν, κατέφυγαν στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας, ενώ άλλοι με πλοία πέρασαν στα κοντινά νησιά.
Οι επαναστάτες που κατέφυγαν στην Κασσάνδρα, οργάνωσαν εκεί την άμυνά τους, ενώ για καλή τους τύχη έφτασαν σε βοήθειά τους στις 13 Ιουνίου από τον Όλυμπο οι οπλαρχηγοί Μπίνος και Λιάκος με 400 παλικάρια και λίγο αργότερα ο Διαμαντής Νικολάου με 200 άνδρες, ο οποίος και ετέθη επικεφαλής της άμυνας της Χερσονήσου της Κασσάνδρας.
Ο Μπαϊράμ πασάς, όταν έφθασε στην Κασσάνδρα και διαπίστωσε την παρουσία ισχυρού στρατού, δεν επιχείρησε επίθεση εναντίον τους, αλλά  άφησε εκεί το Γιουσούφ μπέη με 4.500 στρατό να επιτηρεί τους επαναστάτες και ο ίδιος με τον υπόλοιπο στρατό του έφυγε, για να στραφεί εναντίον του Εμμανουήλ Παπά, που βρισκόταν ήδη στην περιοχή Λαγκαδά και διατηρούσε ακόμη ζωντανή την εξέγερση στην επαρχία αυτή.
Ο Μπαϊράμ πασάς ήθελε, πριν ξεκαθαρίσει την υπόθεση της Κασσάνδρας, να έχει καταστείλει την επανάσταση στην περιοχή του Λαγκαδά, ώστε να επικεντρώσει αποκλειστικά τις δυνάμεις του στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας.

Ο Μπαϊράμ πασάς εναντίον του Εμμανουήλ Παπά
Ενώ οι επαναστάτες είχαν καταφύγει στην Κασσάνδρα, ο Εμμανουήλ Παπάς βρισκόταν στην περιοχή  Λαγκαδά, έτοιμος να επιτεθεί από την πλευρά αυτή στη Θεσσαλονίκη. Οι Τούρκοι όμως, χωρισμένοι σε δύο φάλαγγες άρχισαν να κινούνται εναντίον του. Η πρώτη εκινείτο να καταλάβει τα στενά της Ρεντίνας και Παζαρούδας,  ενώ η δεύτερη βάδιζε δια του Αγίου Προδρόμου και της Μαραθούσας προς το Εγρί Μποτζιάκ.
Εκείνος, φοβούμενος μήπως κυκλωθεί από τις συντονισμένες ενέργειες των Τούρκων, αναγκάστηκε εσπευσμένα να κινηθεί προς τη Χερσόνησο του Άθω. Οι τούρκοι όμως που ήταν ταχύτεροι στις κινήσεις τους συνάντησαν με το ιππικό τους τις δυνάμεις του Παπά στην περιοχή του Εγρί Μποτζιάκ, γεγονός που ανάγκασε τους ΄Ελληνες να δώσουν σκληρή μάχη εναντίον τους. Τελικά, κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να σωθούν στα βουνά της περιοχής. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο γενναίος αρχηγός των μοναχών, ο καπετάν Ευθύμιος. Ο Παπάς με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του πέρασε  τη διώρυγα του Ξέρξη για περισσότερη ασφάλεια, αφήνοντας όμως μια δύναμη στην περιοχή αυτή υπό την ευθύνη του γενναίου πατριώτη καλόγερου Νικηφόρου. Μετά, προχώρησε ο ίδιος και πέρασε με το στρατό του στην Κασσάνδρα, όπου βρήκε τις ενισχύσεις που έφτασαν από την Πιερία και τον Όλυμπο με τον Μπίνο, Λιάκο και το Διαμαντή Νικολάου, ύστερα από εντολή του Δ. Υψηλάντη.
Στη Θεσσαλονίκη όμως επήλθαν κάποιες μεταβολές από πλευράς τούρκων ηγετών, αφού, μετά την αναχώρηση για τη νότια Ελλάδα του Μπαϊράμ πασά, διοικητής του βιλαετίου Θεσσαλονίκης διορίστηκε ο Γιουσούφ  μπέης, ο οποίος φορολόγησε τους εμπόρους της πόλης και συγκέντρωσε ποσό πάνω από 300 000 γρόσια. Και, όταν πια νόμισε πως ήταν έτοιμος, στις 26 Ιουλίου, αναχώρησε για το μέτωπο της Κασσάνδρας, ενώ διοικητής (μουτεσερίφης) της Θεσσαλονίκης έγινε ο Μεχμέτ  Εμίν Εμπού Λουμπούτ πασάς.
Οι μήνες πέρασαν, χωρίς να φθάσει καμιά άλλη ενίσχυση στους επαναστάτες, ενώ ο Λουμπούτ πασάς  με πολύ στρατό ξεκινούσε από τη Θεσσαλονίκη εναντίον των Ελλήνων που ήσαν οχυρωμένοι στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας.
 Οι Έλληνες στις 17 Οκτωβρίου1821 αντίκρισαν τα τουρκικά στρατεύματα που βρίσκονταν ήδη στον ισθμό της Κασσάνδρας. Ο Λουμπούτ μπέης, με πλευρική απόβαση  600 ανδρών, επιχείρησε να εκβιάσει το στενό και να επιτεθεί με όλες τις δυνάμεις του εναντίον των επαναστατών. Η επιχείρηση απέτυχε, χάρη στη γενναιότητα και την αυταπάρνηση λίγων αλλά γενναίων Ελλήνων αγωνιστών. Το χαντάκι του ισθμού γέμισε από πτώματα  μωαμεθανών και αλόγων, ενώ οι ναυτικοί μας αιχμαλώτισαν ένα τούρκικο καράβι που προσπαθούσε να προσφέρει βοήθεια στο Λουμπούτ πασά από τη θάλασσα. Παρά την αποτυχία του ο τούρκος πασάς παρέμεινε στην περιοχή και απειλούσε με νέα επίθεση τους επαναστάτες.
Στις 24 Οκτωβρίου, λίγο πριν επιχειρήσει τη γενική του επίθεση κατά των Ελλήνων, κάλεσε τους επαναστάτες να παραδοθούν, υποσχόμενος γενική αμνηστία. Εκείνοι απέρριψαν την πρότασή του και στις 30 Οκτωβρίου ο πασάς με  όλη του τη δύναμη εκδήλωσε σφοδρή επίθεση εναντίον τους. Ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων ήταν μεγάλος και η πίεση που ασκούσε σε όλο το μέτωπο ήταν ισχυρή. Παρά τη γενναία αντίσταση των Ελλήνων, οι τούρκοι υπερίσχυσαν και κατέλαβαν τη Χερσόνησο της Κασσάνδρας.
Η μάχη διεξήχθη  στήθος με στήθος και τα 3/4 των Ελλήνων αγωνιστών έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στον Άθω ή με πλοία στα γύρω νησιά.  Ο Ε. Παπάς ήταν ένας από τους επιζήσαντες. Κατόρθωσε με το πλοίο του Βισβίζη  να φτάσει στον Άθω, την τελευταία ελπίδα αντίστασης.
Την πτώση της Κασσάνδρας ανήγγειλε με διάγγελμα ο Λουμπούτ πασάς στο Μεχμέτ Αγά, διοικητή της Θεσσαλονίκης και του υποσχόταν πως σε λίγο θα επιτεθεί στη Συκιά, για να εξουδετερώσει τη Δύναμη του Διαμαντή Νικολαου, ο οποίος με τους ραγιάδες του χωριού  κατασκεύαζε οχυρωματικά έργα.
Ο σουλτάνος, προφανώς ικανοποιημένος από τον πασά του, με φιρμάνι που εξέδωσε, επαινούσε τη δράση του και του ανανέωνε τη διοίκηση των σαντζικίων Θεσσαλονίκης και Καβάλας, ενώ του έδινε απόλυτη πρωτοβουλία για την καταστολή και των υπολειμμάτων της επανάστασης.
Παρόλα αυτά εστίες επαναστατών εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να ενοχλούν τους τούρκους, γεγονός που ανάγκασε το στρατάρχη Μεμέτ Εμίν να τους ζητήσει να παραδώσουν τα όπλα και να επιστρέψουν στα χωριά τους. Ήταν ένας ελιγμός της Πύλης, γιατί τώρα που κατέστειλε την επανάσταση θα του ήταν άχρηστη ολόκληρη η Χαλκιδική, αν δεν επέστρεφαν οι κάτοικοι να την καλλιεργήσουν και να ωφεληθούν και οι τούρκοι.
Γενναίοι πολεμισταί,
κακοί άνθρωποι, φθονήσαντες την ευτυχίαν την οποίαν απελάμβανεν η φυλή των Ρωμιών υπό την σκέπην του κραταιοτάτου ημών χαλίφου των πιστών, κατώρθωσαν δια ραδιουργιών να σας παρασύρουν εις επανάστασιν αγνωμοσύνης και αχαριστίας. Πού σας έφερεν η επανάστασις αύτη τόσον καιρόν καλώς γνωρίζετε. Τα χωρία σας κατεστράφησαν, αι περουσίαι σας επίσης αι οικογένειαί σας διαλύθηκαν…δεχθήτε την παρεχομένην συγγνώμην και επιστρέψατε εις τα χωρία σας, όπως ζήσετε ευτυχείς…έχετε δε τον λόγον του στραταρχικού μου αξιώματος ότι τίποτε δε θα πάθητε…»
Θεσσαλονίκη 7 Νοεμβρίου1821 .Ο ανεξάρτητος στρατάρχης
Μεχμέτ Εμίν. (Βασδραβέλλης. σελ 91).
Η κατάσταση για τους επαναστάτες ήταν δύσκολη, αφού ουσιαστικά η επανάσταση είχε κατασταλεί και μόνο μικρές δυνάμεις έμειναν, για να πολεμήσουν τον εχθρό.

     Το άδοξο τέλος του αγώνα. Η λιποψυχία και η προδοσία (;) των Μοναχών του Αγίου Όρους
Λέγεται και είναι σωστό πως στις δύσκολες στιγμές ξεχωρίζουν οι γενναίοι από τους άλλους. Μοιραίο ήταν να συμβεί κι εδώ. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ενώ στην αρχή έδειξαν στο σύνολό τους προθυμία, θάρρος, αποφασιστικότητα και ενίσχυσαν τον Αγώνα, τώρα που οι Τούρκοι έχουν σχεδόν καταπνίξει την επανάσταση στη Χαλκιδική, πολλοί από αυτούς άρχισαν να στρέφονται κατά του Ε. Παπά, μερικοί μάλιστα έφτασαν ως την προδοσία, αφού ήρθαν σε μυστικές συνεννοήσεις με το Λουμπούτ πασά, ο οποίος σε αντάλλαγμα υποσχόταν τη διατήρηση των προνομίων στα μοναστήρια, το σεβασμό της μοναστηριακής περιουσίας και την αμνήστευση όλων των μοναχών. Το μόνο αντάλλαγμα που ζητούσε ήταν να καταθέσουν τα όπλα και να συλλάβουν τον Ε. Παπά, τον καλόγερο Νικηφόρο και το αρχιμανδρίτη Κύριλλο της Μονής Εσφιγμένου.
Πολλοί μοναχοί αποδέχτηκαν τους όρους του Πασά και γι' αυτό την 11η Νοεμβρίου συγκεντρώθηκαν στις Καρυές, όπου αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν με έγγραφο στη Μονή Εσφιγμένου την κοινή τους απόφαση, δηλαδή να παραδοθεί στους τούρκους ο αρχιστράτηγος με τους συνεργάτες του. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος, αναφερόμενος στην προσφορά των αγιορειτών μοναχών, γράφει; «Αι μοναί αυταί ουτε προθυμίαν ούτε καρτερίαν ικανήν έδειξαν και ετιμωρήθησαν πικρώς τούτου ένεκα, διότι ου μόνον ομήρους ηναγκάσθησαν να δώσωσι και 2 και ήμισυ εκατομμύρια γροσίων να καταβάλωσιν, αλλά τη 15 δεκεμβρίου εδέχθησαν προσέτι φρουράν τουρκικήν3.000 ανδρών παραμείνασαν αυτόθι καθ’ όλην την διάρκειαν του ελληνικού αγώνος, ήτοι επί έτη εννέα».
Ο χαρακτηρισμός «προδότες» που αποδόθηκε σ’ αυτούς από κάποιους ίσως  τους αδικεί, γιατί πολλοί ισχυρίζονται πως οι αγιορείτες μοναχοί προτίμησαν το συμβιβασμό, για να σώσουν ότι μπορούσαν από το Άγιο Όρος, μια και η επανάσταση είχε κριθεί τελικά.(Ι.Χατζηφώτης). Οι ίδιοι επικαλούνται τη μαρτυρία του Παπαρρηγόπουλου και λένε πως, αν οι αγιορείτες μοναχοί ήταν προδότες, τότε για ποιο λόγο να τους φερθεί τόσο σκληρά ο νικητής τούρκος πασάς;
Πάντως, η επανάσταση στη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος, παρά την αποτυχία της, ήταν μια γενναία απάντηση των Ελλήνων της περιοχής στους δυνάστες τους πως δεν ανέχονται την τουρκική σκλαβιά και τυραννία και πως ξεσηκώθηκαν όλοι μαζί αποφασισμένοι να πεθάνουν ή να λευτερωθούν.
Οι επαναστάτες έκαναν το καθήκον τους ως χριστιανοί και ως Έλληνες, γι’ αυτό και τους αξίζει κάθε τιμή και αιώνιος έπαινος.
Το τραγικό τέλος του ήρωα
Ο ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου, αρχιμανδρίτης Κύριλλος, μόλις έλαβε το έγγραφο των μοναχών και ηγουμένων όλων των μονών του Αγίου Όρους, μην μπορώντας να αντιδράσει αποτελεσματικά, γνωστοποίησε το περιεχόμενο στον απογοητευμένο από την τροπή της επανάστασης Παπά και φρόντισε να τον φυγαδεύσει κρυφά. Ο Ε. Παπάς, απογοητευμένος και βαθιά θλιμμένος για την κατάντια των καλογήρων του Αγίου Όρους, αναγκάστηκε να φύγει με το πλοίο του Βισβίζη, ακολουθούμενος από τα δυο του παιδιά  Αθανάσιο και  Ιωάννη, τους δύο μοναχούς Νικηφόρο και Ονούφριο, και τους πιστούς του υπασπιστές Χατζηπέτρο και Οικονόμου.
Και ενώ το πλοίο κατευθυνόταν  στην Ύδρα, λίγο πριν προλάβει  να πλησιάσει τις ακτές της, η καρδιά του Ε. Παπά από τη μεγάλη θλίψη και  απογοήτευση που ένιωθε για την αποτυχία ενός ονείρου και για το οποίο διέθεσε τα πάντα, δεν άντεξε. Πέθανε από συγκοπή καρδιάς πάνω στο καράβι του Βισβίζη (5/12/1821). Η κηδεία του έγινε στην Ύδρα με τιμές αρχιστρατήγου και θάφτηκε στο ναό της Υπαπαντής, όπου βρίσκονταν οι τάφοι των επίσημων Υδραίων. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στις 17/5/1966 στην πόλη των Σερρών και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα, που σήμερα κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας της πόλης.
Ο Ε. Παπάς υπήρξε αγνός και γενναίος αγωνιστής, μεγάλος πατριώτης και οραματιστής μιας ελεύθερης πατρίδας.  Ο αιφνίδιος θάνατός του λύπησε βαθιά τους συμπολεμιστές του και σηματοδότησε το τέλος της επανάστασης στη Χαλκιδική και στο Άγιον Όρος.
Ήταν μια επανάσταση που στηρίχτηκε στις δικές της δυνάμεις, τρομοκράτησε τους Τούρκους για οχτώ μήνες, δημιούργησε κάποιο αντιπερισπασμό ως το τέλος του 1821 στην Πύλη και ίσως θα ήταν ακόμη πιο χρήσιμη, εάν οργανωνόταν καλύτερα και εάν είχε την ουσιαστικότερη συμπαράσταση της κεντρικής ελληνικής  Αρχής. Πάντως, η προσφορά της υπήρξε σημαντική, όπως σημαντική υπήρξε  και η συμβολή του Εμμανουήλ Παπά, ο οποίος σε κάποια στιγμή βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τη Θεσσαλονίκη, την οποία απειλούσε με τους επαναστάτες από το Σέδες και το Λαγκαδά.
Ο Εμμανουήλ Παπάς, το άξιο τέκνο της Μακεδονίας, υπήρξε μεγάλος και ανιδιοτελής πατριώτης, αγνός και γενναίος πολεμιστής, φλογερός εραστής της ελευθερίας. Για τέτοιους άνδρες θα άρμοζε ένας καλύτερος θάνατος. Όμως η μοίρα δεν επιφυλάσσει σε όλους τους ανθρώπους ένδοξο τέλος. Η μοίρα στάθηκε σκληρή και άδικη απέναντι  στον ήρωα, όπως σκληροί και μικρόψυχοι του στάθηκαν και μερικοί «μικροί» θνητοί, για να σώσουν το σαρκίο τους. Ο Ε. Παπάς όμως πέθανε περήφανος και ικανοποιημένος για το έργο που πρόσφερε στο Έθνος. Ως χριστιανός και ως Έλληνας έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του. Ο σπόρος που έσπειρε ήταν αρκετός, για να βλαστήσει η λευτεριά στην πατρίδα του, έστω και χωρίς αυτόν.
 Αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων: να αγωνίζονται για υψηλά ιδανικά και αρχές και να πέφτουν στην πρώτη γραμμή, δίνοντας το παράδειγμα και στους άλλους που ακολουθούν. Οι γνήσιοι αγωνιστές φεύγουν, μα το έργο τους μένει αιώνιο και ζηλευτό στους ανθρώπους. Για όσα πρόσφερε στην υπόθεση της λευτεριάς του γένους και της Μακεδονίας δίκαια απόκτησε το σεβασμό και την εκτίμηση όλων  μας.
Υπήρξε ένας  από τους ιδεολόγους της αθάνατης ελληνικής γενιάς, στους οποίους ανήκει κάθε τιμή και δόξα.
Ανήκε στη χορεία των μεγάλων εκείνων ανδρών της φυλής, που διέθεσαν την περιουσία τους στο αγωνιζόμενο Έθνος, και τελικά θυσίασαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τη ζωή  τους, γιατί ήθελαν να αναστήσουν τη δούλη πατρίδα και να την καταστήσουν ελεύθερη και περήφανη ανάμεσα στις ελεύθερες πατρίδες των λαών. Η ελληνική πατρίδα ελεύθερη και ισχυρή σήμερα τον ευγνωμονεί και τον τιμά επάξια. Μαζί του τιμά και όλους τους γενναίους που ακολούθησαν το όνειρο και θυσιάστηκαν γι’ αυτό.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ