Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013


 

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ’21

ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

 

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΤΟΝ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΔHM. ΠΑΠΑ,

“ΑΡΧΗΓΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ”


"Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή"
Δ. Σολωμός

 


Οι Μακεδόνες "πρόφραγμα" του Ελληνισμού
Η μακεδονική γη στη μακραίωνη ιστορία της ανέδειξε πολλούς μεγάλους και γενναίους άνδρες, οι οποίοι τη δόξασαν με το έργο τους και πολλοί με τη θυσία τους. Σε όλους τους αγώνες του Ελληνισμού από τα πανάρχαια ακόμη χρόνια οι Μακεδόνες ήταν πανταχού παρόντες. Πολέμησαν γενναία και νίκησαν αντιπάλους πολύ ισχυρότερους, προστάτεψαν αποτελεσματικά την πατρίδα τους από την καταστροφή και τη σκλαβιά. Υπήρξαν πάντα στην πρώτη γραμμή αντίστασης και αποτέλεσαν μια πραγματική ασπίδα για ολόκληρη την άλλη Ελλάδα. Αυτήν την προσφορά της Μακεδονίας και των Μακεδόνων αγωνιστών εκτιμώντας ο ιστορικός Πολύβιος (201-120 π. Χ), γράφει:
"Τίνος και πηλίκης δει τιμής αξιούσθαι Μακεδόνας, οι τον πλείω του βίου χρόνον ου παύονται διαγωνιζόμενοι προς τους βαρβάρους υπέρ της των Ελλήνων ασφαλείας; ό,τι γαρ αεί ποτ' αν εν μεγάλοις ην κινδύνοις τα κατά τους Έλληνας, ει μη Μακεδόνας είχομεν πρόφραγμα και τας (των) παρά τούτοις βασιλέων φιλοτιμίας, τις ου γιγνώσκει(Πολύβιος Θ΄35-,2-4).
«Ποια και πόσο μεγάλη τιμή πρέπει να αξιωθούν οι Μακεδόνες, οι οποίοι το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους δεν παύουν να πολεμούν προς τους βαρβάρους για την ασφάλεια των Έλλήνων; Γιατί ποιος αγνοεί ότι, αν οι Μακεδόνες πάντοτε δεν ήσαν το προπύργιο όπως και οι φιλοδοξίες των βασιλιάδων τους, οι Έλληνες θα διέτρεχαν τους μεγαλύτερους κινδύνους;»
Ως πρόφραγμα έβλεπε ο μεγάλος ιστορικός την προσφορά της Μακεδονίας στους αγώνες εναντίον των βαρβαρικών επιδρομών κατά της Ελλάδας. ΄Ετσι την χαρακτήρισε τότε και έτσι θα τη χαρακτήριζε και σήμερα, αν βρισκόταν στη ζωή. Πρόκειται για μια σημαντική παρατήρηση, η οποία εγγίζει την ιστορική αλήθεια, αν δεν είναι η αλήθεια. Τη βεβαιώνουν τα γεγονότα της νεότερης ιστορίας της Μακεδονίας, αφού και στην Επανάσταση του’21 οι Μακεδόνες μετείχαν του Αγώνα και πρόσφεραν τη δική τους βοήθεια στην απελευθέρωση του γένους από τη σκλαβιά, όπως και τόσοι άλλοι γενναίοι ΄Ελληνες. Το μαρτυρεί η θυσία χιλιάδων Μακεδόνων στον αγώνα για τη λευτεριά, αλλά και η θυσία ενός μεγάλου Μακεδόνα πατριώτη και αγωνιστή, του γνωστού σε όλους μας τραπεζίτη των Σερρών, του  Εμμανουήλ Δημητρίου Παπά, στου οποίου τη ζωή, το έργο, την προσφορά και τη θυσία θα αναφερθούμε, αποτίοντας ελάχιστο φόρο τιμής στο γενναίο από τη Δοβίστα Σερρών αγωνιστή .

Η προσωπικότητα του Ε. Παπά και οι σχέσεις του με τους Τούρκους πασάδες
    Ο Εμμανουήλ Δημητρίου Παπάς, επιχειρηματικό μυαλό αλλά και φλογερός πατριώτης, γεννήθηκε το 1773 στη Δοβίστα (σήμερα Παπά) των Σερρών και υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνικής επανάστασης του ’21 στη Μακεδονία. Αγωνίστηκε για τη λευτεριά της από την τουρκική τυραννία και σκλαβιά και θυσιάστηκε για το σκοπό αυτό. Η πατρίδα του είναι περήφανη για το γενναίο τέκνο της αλλά μαζί της και όλος ο Ελληνισμός.
Ο μεγάλος αγωνιστής δεν προερχόταν από ονομαστή αρματολική οικογένεια, ούτε είχε άλλες περγαμηνές στο ενεργητικό του. Ήταν ένας ευφυής, δραστήριος άνθρωπος, που με την εργασία και τη δράση του κατόρθωσε να μεταμορφωθεί από έναν απλό έμπορο σε ένα τραπεζίτη των Σερρών και αργότερα της Κωνσταντινούπολης! Αγαπούσε δύο πράγματα στη ζωή του: την πατρίδα και την ελευθερία. Αυτή του η αγάπη μετέβαλε τον έμπορο και μεγαλοτραπεζίτη σε ένα φλογερό πατριώτη και τρομερό τουρκομάχο. σε έναν άσπονδο εχθρό του δυνάστη. Αφιέρωσε τα πλούτη, τη δραστηριότητά του και τη ζωή του στον αγώνα για τη λευτεριά Η στάση του  ήταν αξιοθαύμαστη και γρήγορα έγινε γνωστή στους συμπολίτες του, ώστε σε λίγο να αποκτήσει και την εμπιστοσύνη της Φ. Εταιρίας και τα μέλη της να τον μυήσουν στις αρχές και τους σκοπούς της, ώστε αργότερα, όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν, τον όρισαν και αρχηγό των εξεγερμένων Ελλήνων στη Μακεδονία, στη Χαλκιδική και το Άγιον  Όρος, μια και ο φυσικός στρατιωτικός αρχηγός, Γιάννης Φαρμάκης, εξ αιτίας της κήρυξης της επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δεν μπόρεσε να κατεβεί στη Μακεδονία και να αναλάβει τη στρατιωτική ηγεσία της, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Φιλικών.
Ο Ε. Παπάς μεγάλωσε και ανατράφηκε κάτω από καλές συνθήκες σε σχέση με άλλους νέους της εποχής του, αν και στο χωριό που γεννήθηκε δεν έμεινε παρά λίγο μόνο καιρό, γιατί γρήγορα μετακόμισε η οικογένειά του στις Σέρρες, όπου  έζησε τα παιδικά του χρόνια και διδάχτηκε τα πρώτα  του γράμματα.
Η πόλη των Σερρών τα χρόνια αυτά ήταν μεγάλο οικονομικό, πνευματικό και εκκλησιαστικό κέντρο. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με την καλλιέργεια του βαμβακιού, που είχε μεγάλη στρεμματική απόδοση, γεγονός που βοήθησε στην ταχεία οικονομική άνθηση της πόλης. Λέγεται πως κατά το 18ο αιώνα οι Σέρρες πραγματοποιούσαν εξαγωγές στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, που ξεπερνούσαν τις 50 χιλιάδες μπάλες βαμβακιού και εισέπρατταν περίπου 5.000.000 πιάστρα. Την οικονομική άνθηση, όπως ήταν φυσικό, ακολούθησε και η πνευματική αναγέννηση του τόπου.
Υπάρχει πληροφορία πως το 1735 στις Σέρρες ιδρύθηκε από το Μητροπολίτη Σερρών Γ α β ρ ι ή λ, σχολείο, που λειτουργούσε κανονικά ως τα τέλη του 18ου αιώνα, οπότε έπαυσε να λειτουργεί λόγω έλλειψης πόρων.
Οι κάτοικοι της πόλης, που γρήγορα κατανόησαν την αναγκαιότητα του σχολείου στον τόπο τους, αποφάσισαν όλοι να συγκεντρώσουν χρήματα, με δικές τους προσφορές, και να επαναλειτουργήσουν το σχολείο τους. Η προσπάθειά εκτιμήθηκε δεόντως και βρήκε πολλούς χρηματοδότες, Τα χρήματα προήλθαν κυρίως από δωρεές προυχόντων αλλά και απλών ανθρώπων της περιοχής. Στην κοινή αυτή προσπάθεια δεν έμεινε αδιάφορος ο Ε. Παπάς, που πρώτος έδωσε το καλό παράδειγμα, προσφέροντας 1000 γρόσια, όπως φαίνεται από στην επιστολήν του προς τον επίσκοπο Σερρών Χρύσανθο. «…Περιπλέον ο πατριωτισμός με υπαγορεύει να ενθυμηθώ και την δημιουργημένην και μάλλον ήδη ενεργουμένην Σχολήν της πατρίδας, διό και προσφέρω κατά το παρόν δια χειρός του Κωνσταντίνου Παπαδάτου γρόσια χίλια, ως προοφειλουμένην συνδρομήν βοηθητικής προς αυτήν, και, ότε, τύχη αγαθή, βεβαιωθώ την εις τα μείζονα αποκατάστασιν και εκτέλεσιν αυτής της Σχολής του Πανελληνίου, υπόσχομαι, το κατά δύναμιν όλην, να συνεισφέρω προς καταρτισμόν και βελτίωσιν αυτής».
Της υμετέρας Πανιερότητος όλος εκκρεμής εις τα νεύματά της και πρόθυμος δούλος
 ΕΜ. ΠΑΠΑΣ.
Με την προσφορά του αυτή πίστευε ότι θα γίνει η αρχή και για άλλες προσφορές, που θα βοηθούσαν τη Σχολή να διδάξει τη γνώση στο ραγιά και μέσω αυτής να τον οδηγήσει στην εθνική του αφύπνιση και στον αγώνα για τη λευτεριά.
Η ιδιότητα του εμπόρου και του τραπεζίτη του έδωσαν την ευκαιρία να γίνει γρήγορα γνωστός στους Έλληνες, αλλά και σε πολλούς Τούρκους μπέηδες, με τους οποίους διατηρούσε καλές σχέσεις, γεγονός που τον βοηθούσε στην επιτυχία της δουλειάς του, αλλά και στο να επηρεάζει καταστάσεις προς όφελος των συμπατριωτών του, όταν ήταν ανάγκη.
Λόγω όμως της δουλειάς του ήταν υποχρεωμένος να ταξιδεύει συχνά και να επισκέπτεται άλλες πόλεις. Τον συναντάμε συχνά στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να διευθετήσει οικονομικά θέματα ή στη Βιέννη με την οποία επίσης είχε εμπορικές συναλλαγές. Παντού, όπου κι αν ταξίδευε, φρόντιζε να κάνει νέους φίλους. Είχε πολλούς και καλούς φίλους τόσο στη Βιέννη, όσο και στην Πόλη, οι οποίοι πολλές φορές του φάνηκαν χρήσιμοι. Ιδιαίτερα στενή φιλία συνήψε με τον πασά των Σερρών Ισμαήλ μπέη, του οποίου και έγινε τραπεζίτης.
  “Ήταν(ο Παπάς) άνδρας αξίας και περιωπής, πλησίον του οποίου εύρον καταφύγιον πολλοί Έλληνες εκ Δυτικής Μακεδονίας, καταδιωχθέντες από τα όργανα του Αλή Τεπελενλή", γράφει ο Ι. Βασδραβέλλης.
Ο ιστορικός Φιλήμων (τ. Γ΄σ.142), συμπληρώνοντας την άποψη αυτή, γράφει:
"Ως τοιούτος, δηλαδή (έμπορος και τραπεζίτης), υπελήπτετο παρά πάντων και μεγάλην επιρροήν εξήσκει ιδίως δε, ότε τω 1810 διωρίσθη πρώτος τραπεζίης του Ισμαήλ βεγή των Σερρών, η επιρροή αυτού προέβη μεγίστη, δι' ην ο πανίσχυρος ούτος τοπάρχης απένειμε αγάπην, ουδέποτε αρνούμενος την χάριν, ην επεκαλείτο παρουσιαζόμενος ο Εμμανουήλ Παπά (ς) και επί αυτών των δυστυχεστέρων δημοσίων ή ιδιωτικών υποθέσεων. Επί τοσούτον δε προεχώρει η ισχύς αυτού, ώστε συχνάκις έκοπτε το σχοινίον της αγχόνης και έσωζε του θανάτου, μεταφέρων εν τη ιδία οικία, τον κατάδικον. Δι' αυτού αφηρέθησαν από του Τούρκου καδδή αι μεταξύ των Χριστιανών δίκαι, και ανετέθησαν τω μητροπολίτη Σερρών."
Ο μεγαλοτραπεζίτης δε διακρινόταν  μόνο για τον πλούτο και το εμπορικό του πνεύμα. Ήταν εξαίρετος χαρακτήρας, συνετός άνθρωπος, εργατικός,  ανιδιοτελής, μεγάλος πατριώτης. Υπήρξε καλός πατέρας, γενναίος και δραστήριος.
Ο Πέννας, αναφερόμενος στην προσωπικότητα του, γράφει μεταξύ άλλων:
«Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε μέτριο ανάστημα. Το πρόσωπό του στηριζόταν σ' ένα μακρύ λαιμό, ήταν πράο, αλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα. Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά. ΄Επαιρνε το λόγο πάντα τελευταίος και επιβαλλόταν με τη λογική διατύπωση των γνωμών του".
Ο ιστορικός Φιλήμων, συμπληρώνοντας το πορτρέτο του Παπά, σημειώνει: "Ο ζήλος του για την απελευθέρωση της Ελλάδος ήτο μεγάλος και η φιλοτιμία του απέραντη".
Το 1817 πέθανε ο  Ισμαήλ μπέης των Σερρών και τη θέση του κατέλαβε ο γιος του Γιουσούφ, μετέπειτα πασάς της Πάτρας, ο οποίος, ενώ αρχικά συνέχισε τις καλές σχέσεις με τον τραπεζίτη του πατέρα του, γρήγορα, λόγω του σπάταλου βίου του, βρέθηκε να οφείλει στον τραπεζίτη πάνω από ένα εκατομμύριο γρόσια, ποσό υπέρογκο. Μην μπορώντας να αποπληρώσει τα χρήματα που δανείστηκε σκέφτηκε να σκοτώσει το δανειστή του.  Ο Παπάς, που υποψιάστηκε τις προθέσεις του πανούργου και αδίστακτου μπέη, έφυγε από τις Σέρρες κρυφά στην Πόλη, όπου, με τις γνωριμίες που διέθετε, κατόρθωσε να πάρει πίσω ένα μέρος των χρημάτων του, και, με φιρμάνι της Πύλης, να απομακρύνει προσωρινά το Γιουσούφ  μπέη από τη θέση του!

Ο Ε. Παπάς μέλος της Φιλικής Εταιρίας και "αρχιταμίας" στην Κωνσταντινούπολη
 Ο Εμμανουήλ Παπάς, μην μπορώντας να επιστρέψει στις Σέρρες, επειδή απειλούνταν η ζωή του από το Γιουσούφ πασά, αναγκάστηκε να παρατείνει τη διαμονή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετέφερε  και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Εκεί τον συνάντησε την 21η Δεκεμβρίου του 1819 ο  Φιλικός Παπαδάτος και τον  μύησε στα μυστικά της Φιλικής Εταιρίας. Μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως ο Παπάς μυήθηκε στη Φ. Εταιρία από το Γιάννη Φαρμάκη, όταν  αυτός επισκέφτηκε  την Πόλη.
 Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι από τη στιγμή της μύησής του άλλαξε τακτική και άρχισε τις προσπάθειές του να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με τους Φιλικούς που δρούσαν όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη αλλά και με άλλους που ζούσαν έξω από αυτήν, όπως ήταν ο Μητροπολίτης Σερρών Χρύσανθος, μυημένος στη Φιλική Εταιρία κι αυτός,  πολύ νωρίτερα από τον Ε. Παπά.
Την μύηση του Χρύσανθου, μαρτυρεί έγγραφο των Φιλικών με το οποίο, αφού τον συγχαίρει για τη δράση του και τη βοήθειά του, του υποδεικνύει να μεταβιβάσει τα υπ’ αυτού συναθροισθέντα χρήματα στο σεβαστό άνδρα Αλέξανδρο Υψηλάντη.
 Σεβάσμιε αρχιεπίσκοπε Σερρών, κύριε Χρύσανθε,
Το από 15 αυγούστου γράμμα της Σεβασμιότητός σου λαβόντες, ανέγνωμεν τα γραφόμενά σου…και ως αγαθός ποιμήν φιλοτιμήθητι ν’ αναδειχτείς γενναίος συνδρομητής, καταβάλλων μίαν αδροτέραν βοήθειαν εις το κοινόν κιβώτιον…και την υποσχεθείσαν συνεισφοράν και όλην την εσχάτην ταύτην δυνατήν βοήθειάν σου, μαζί με όλα τα παρά των λοιπών φιλοκάλων ομογενών συναθροισθέντα χρήματα, θέλεις εμβάσει προς τον σεβαστόν ημί άνδρα Αλέξανδρον Υψηλάντην, τον οποίον κατεστήσαμεν Γενικότατον Έφορον των πραγμάτων της Φιλικής Εταιρίας μας, διορίσαντες πάντα τα μέλη, καθώς ήδη και την σεβασμιότητά σας, ίνα περέχωμεν το προσήκον σέβας και ευπείθειαν εις τας οδηγίας της αυτού Εκλαμπρότητος, και ότι άνευ υπακοής πολιτική κοινωνία ου συνίσταται.
΄Ερρωσο επί τα κρείττω χωρών και βελτιούμενος, Ιεράρχα πανσέβαστε.

Ο Ε. Παπάς έφυγε κρυφά στην Πόλη και άφησε την πολυπληθή οικογένειά του στις Σέρρες. Επειδή όμως φοβόταν την εκδικητική μανία του Γιουσούφ μπέη, έγραψε στο Χρύσανθο και τον παρακαλούσε να προστατεύει τη φαμίλια του.
 Την πανιερότητά της μετά πόθου και ευλαβείας προσκυνώ.
Γνωρίζω, Πανιερώτατε, ότι η φυγή μου αυτόθεν επροξένησεν μεγάλην λύπην εις τους συμπολίτας μου, καθότι υστερήθησαν διόλου την οδηγίαν και προστασίαν μου, και ο αισχροκερδής διοικητής τώρα θέλει εύρει τον καιρόν να τυραννεί και να τους γυμνώνη, επειδή η μόνη νουθεσία και η σκέψις μου εμπόδιζε τας σκευωρίας και τα ενεδρεύματά του. Εκατήκετο η ψυχή μου προβλέπουσα τα δεινά, οπού μέλλει να δοκιμάση η πατρίςς μου μετά την απουσίαν μου, πλην φοβούμενος την δολοφονίαν, δεν ημπορούσα να κάμω αλλέως παρά να φύγω κρυφίως, και να έρθω εις Κωνσταντινούπολιν… Μήνας 6 άχρι τούδε υστερούμαι την φαμίλίαν και την πατρίδα μου...Διό παρακαλώ την Πανιερότητά της να προστατεύει την φαμίλιαν μου...ποτέ δεν ήλπιζα εις τοιαύτην ηλικίαν, 47 ετών, να υστερηθώ και πατρίδα και φαμίλιαν…".
Οι φόβοι του, δυστυχώς, ήταν δικαιολογημένοι, αφού λίγο μετά ο Γιουσούφ έκαψε το σπίτι του Παπά και βασάνισε την οικογένειά του. (Ο Ε. Παπάς είχε 12 τέκνα, 9 αγόρια και 3 κορίτσια. Τα τέσσερα από τα αγόρια του θυσίασαν τη ζωή τους πολεμώντας τον τούρκο δυνάστη).  
Ο Παπάς επικοινώνησε και με ορισμένους αγιορείτες μοναχούς, μυημένους στη Φ. Εταιρία, με τους οποίους είχε εμπορικές συναλλαγές. Έγραψε και έστειλε επιστολή ακόμη και στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος αργότερα, εκτιμώντας την προσφορά του στην υπόθεση της προετοιμασίας των Ελλήνων για επανάσταση, τον διόρισε αρχιταμία της Φιλικής Εταιρίας στην Κωνσταντινούπολη ( Φιλήμων τ.Α΄ σ. 202). Το νέο του πόστο ήταν σημαντικό, γιατί επιφορτίσθηκε από την Εταιρία να προετοιμάσει πολεμικό υλικό και άλλα χρειώδη  για τον αγώνα και να είναι έτοιμος, όταν του δοθεί το σύνθημα της εξέγερσης. Σχετικά με τη δράση του Ε.Παπά ενημέρωσε ο Παπαδάτος τον Υψηλάντη. Έτσι τουλάχιστον μαρτυρείται από επιστολή του Υψηλάντη προς τον Ε. Παπά με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 1820.
 "Ακούσατε τας συμβουλάς του Παπαδάτου, όστις είναι διωρισμένος να σας δείξη, εις τι πρέπει να ενεργήσητε...»
Ο Φιλήμων, αναφερόμενος στις ενέργειες του Ε. Παπά, που φαίνεται ότι πραγματοποίησε  τα όσα ο Παπαδάτος του υπέδειξε, γράφει:
"Επελθόντος του 1821 έτους, ετοίμως εξετέλεσεν, όσας και πριν παρά της Αρχής των Φιλικών και έπειτα παρά του Υψηλάντου έλαβε δια των εφόρων της Κωνασταντινουπόλεως οδηγίας. Αγοράσας πολεμοφόδια και όπλα ικανά, εφόρτωσεν επί του πλοίου Βισβίζη, Λημνίου, τη 23 Μαρτίου (1821) και τη μυστική συνδρομή του υποπροξένου Σπυρίδωνος Καλογεράκη, και εις τον Άθων απέπλευσεν...".

Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία και η εξέγερση των μοναχών στο Άγιον Όρος
Ενώ είχε οριστεί από το σχέδιο που είχε καταρτισθεί ότι τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της επανάστασης στη Χαλκιδική και Μακεδονία θα ανελάμβανε προσωπικά ο Γιάννης Φαρμάκης, εμπειροπόλεμος καπετάνιος και γενναίος αγωνιστής, εκείνος έμεινε στη Μολδοβλαχία, για να ενισχύσει τον εκεί αγώνα. Η επανάσταση όμως είχε την ανάγκη ενός αρχηγού και αυτή η ανάγκη υποχρέωσε τον Ε.Παπά να επωμισθεί πλέον και το βαρύ έργο του στρατιωτικού αρχηγού της Επανάστασης στη Χαλκιδική, αν και δεν είχε καμία πείρα  σε στρατιωτικά ζητήματα.
Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ραγδαία και ο Παπάς, πριν ακόμη προλάβει να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων στη Χαλκιδική, πληροφορήθηκε την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (22/2/1821).
Οι πληροφορίες ήταν ενθαρρυντικές και μιλούσαν για καταπληκτικές επιτυχίες του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, πράγμα που αναπτέρωσε το ηθικό των σκλάβων Ελλήνων. Αντελήφθη πως τα γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία και θα έπρεπε να είναι κι αυτός έτοιμος, όσο το δυνατό γρηγορότερα, για να δράσει κεραυνοβόλα στην περιοχή του, μόλις λάβει την εντολή από τον Αρχηγό του.
Οι Τούρκοι από την πλευρά τους, μόλις πληροφορήθηκαν την εξέγερση στη Μολδοβλαχία, άρχισαν να ανησυχούν και να παίρνουν τα μέτρα τους στα κατεχόμενα από αυτούς ελληνικά  εδάφη. Δεν μπορούσαν να επέμβουν, γιατί απαγόρευε την τουρκική επέμβαση η ρωσοτουρκική συνθήκη.
Ο Ε. Παπάς, επειδή επειγόταν να αρχίσει την επανάσταση στη Μακεδονία, ώστε να πετύχει αντιπερισπασμό στην Πύλη, μόλις πληροφορήθηκε την εξέγερση στη Μολδοβλαχία, αποφάσισε κι αυτός να επισπεύσει τη δική του επανάσταση στη Χαλκιδική, αρχίζοντάς την από το Άγιον Όρος.
Την 23η Μαρτίου 1821, ένα ακριβώς μήνα μετά από την επανάσταση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, με πλοίο του Λήμνιου Φιλικού Χατζηβισβίζη, φορτωμένο με όπλα και άλλα πολεμοφόδια, και έχοντας μαζί του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που προερχόταν από την περιουσία του, αναχώρησε από την Πόλη για το Άγιον Όρος. Αποβιβάστηκε πιθανώς στον όρμο της Μονής Βατοπεδίου και από εκεί μετέβη στη μονή Εσφιγμένου, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από τους μυημένους στη Φ. Εταιρία μοναχούς.
Τον συνόδευαν ο υπασπιστής του Χατζηπέτρος, ο μεγαλύτερος γιος του Αναστάσιος και ο ταμίας του Οικονόμου.
Στη Μονή ξεφόρτωσε τα όπλα και τα πολεμοφόδια και αμέσως κάλεσε σε σύσκεψη τους προϊσταμένους των Μοναστηριών.
Οι μοναχοί, που συγκεντρώθηκαν εδώ, αφού ευλόγησαν την εξέγερση, αποφάσισαν να προβούν σε γενική στρατολογία όσων μοναχών μπορούσαν να φέρουν όπλα, ενώ με αγγελιαφόρους σε διάφορα μέρη της Χαλκιδικής και της Μακεδονίας ζητούσαν από τους κατοίκους να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών, για να πολεμήσουν τον τούρκο κατακτητή και δυνάστη.
Ο Τρικούπης γράφει: «μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε τους μοναχούς, και υπερδισχίλιοι των νεωτέρων ωπλοφόρησαν».
Για την επανάσταση στο Άγιον Όρος ειδοποιήθηκε και ο Χρύσανθος, ο Μητροπολίτης Σερρών, από τον οποίο ανέμενε σημαντική βοήθεια ο Παπά, την οποία ποτέ δεν έλαβε!
Αυτή ήταν η  πρώτη κίνησή του και ανέμενε με αγωνία την ανταπόκριση των Ελλήνων αλλά και την αντίδραση του πασά της Θεσσαλονίκης, που ασφαλώς δε θα παρέμενε απαθής μπροστά σε μια  εξέγερση.

Γιατί επιλέχθηκε το Άγιον Όρος ως χώρος εξέγερσης;
Ο Ε. Παπάς σκέφτηκε να αρχίσει την επανάστασή του στη Μακεδονία από το Άγιον Όρος, γιατί οι συνθήκες εκεί ήταν ευνοϊκότερες από κάθε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, αφού από το 1806 απολάμβανε ορισμένα προνόμια που χορήγησε σ' αυτό η Πύλη. Σύμφωνα με τα προνόμια αυτά απαγορευόταν η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στο Άγιον Όρος, εκτός από μια τουρκική φρουρά, που θα εκτελούσε χρέη Χωροφυλακής. Επομένως, η τουρκική αντίσταση εδώ θα ήταν μηδαμινή. Έπειτα, υπήρχαν πολλοί μοναχοί μυημένοι στο κίνημα, και πολλοί άλλοι με υψηλή παιδεία και αρκετά ανεπτυγμένο το εθνικό φρόνημα. Επιπλέον, το Άγιον Όρος βρισκόταν μακριά από τη Θεσσαλονίκη και ήταν ορεινό, πράγμα που θα βοηθούσε στην αρχή τους επαναστάτες να εδραιώσουν το κίνημά τους, ενώ παράλληλα θα παρακινούσε και άλλους Έλληνες να μιμηθούν την πράξη τους και να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών.

Η επανάσταση στο Άγιον Όρος και αντίδραση Ελλήνων και Τούρκων,
 Όταν, λοιπόν,  η Επανάσταση στο Άγιον Όρος έγινε γνωστή στους κατοίκους της Χαλκιδικής, προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στους Έλληνες και πολλοί  ενίσχυσαν τους επαναστάτες, ενώ άλλοι, όπως οι κάτοικοι των Σερρών, ήταν έτοιμοι ήδη να ξεσηκωθούν κι αυτοί. Συγκεκριμένα ο Κώστας Κασομούλης, πατέρας του αγωνιστή και ιστορικού Νικολάου, έμπειρος πολεμιστής και γενναίος άνδρας με τα παλικάρια του κατέλαβε το Μοναστήρι Ηλιόκαλη,  έξω από τις Σέρρες, και ανέμενε το σύνθημα εξέγερσης από το Χρύσανθο, το οποίο, δυστυχώς, ποτέ δε δόθηκε, γιατί ο Μητροπολίτης θεώρησε πως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν επικίνδυνη και άσκοπη, ύστερα μάλιστα από την είδηση του απαγχονισμού του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' στην Πόλη από τον τουρκικό όχλο (10 Απριλίου 1821).
  Οι Τούρκοι, που γνώριζαν τις κινήσεις των Ελλήνων, άρχισαν να ανησυχούν, αργότερα όμως, όταν οι πληροφορίες που έφταναν στη Θεσσαλονίκη μιλούσαν για κινητοποιήσεις μεγάλου αριθμού Ελλήνων και μοναχών, οι ανησυχίες τους μεταβλήθηκαν σε φόβο και ο φόβος τους οδήγησε στη λήψη προληπτικών μέτρων. Χαρακτηριστικό της ανησυχίας της Πύλης είναι και το φιρμάνι που έστειλε στις 4 Μαίου 1821 στο Γιουσούφ μπέη της Θεσσαλονίκης, όπου του γράφει:
"Τούτο έχοντες υπόψιν, να ενεργήτε διαρκώς με διορατικότητα, αγρυπνούντες και αποφεύγοντες πάσαν παράλειψιν και αμέλειαν. Εάν συνέβαινε απόπειρά τις των ραγιάδων προς εξέγερσιν και επανάστασιν εις οιονδήποτε μέρος των καζάδων σας, μη χρονοτριβήτε, δια να γράψητε και λάβητε άδειαν από την Πύλην της ευδαιμονίας Μου, αλλά, σύροντες κατ' αυτών αμέσως το ξίφος και συμφώνως με την άδειαν του ιερού σεριάτ, πατάξατε και εξοντώστε τους επαναστατούντας ραγιάδες, συλλάβετε και αιχμαλωτίσατε τας γυναίκας  και τα παιδία των και λεηλατήσατε και λαφυραγωγήσατε τας περιουσίας και τα υπάρχοντά των, εις τρόπον  ώστε να παραδειγματιστούν οι ραγιάδες των άλλων μερών….Πάσα αμέλεια και αδιαφορία εν τη εκτελέσει του σπουδαιοτάτου τούτου θρησκευτικού ζητήματος θα συνεπάγητε την τιμωρίαν σας έν τε τω παρόντι και εν τω μέλλοντι κόσμω…"
Εγράφη κατά τας αρχάς Σιαμπάν 1236 (4 Μαίου 1821)
Επομένως,  ήταν φυσικό να ενεργήσει όπως ενήργησε ο Γιουσούφ Μπέης της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να προλάβει γενίκευση της επανάστασης στην περιοχή του. Γι' αυτό, όταν πληροφορήθηκε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, στην Πελοπόννησο και τις κινήσεις των Ελλήνων στο Άγιον Όρος και τη Χαλκιδική, σκέφθηκε πως καλό θα ήταν, προκειμένου να προλάβει μια γενική εξέγερση στη Μακεδονία, να συλλάβει όλους τους προκρίτους της Μακεδονίας. Για το σκοπό αυτό προσκάλεσε όλους πρόκριτους της περιοχής να παρουσιαστούν στη Θεσσαλονίκη ενώπιόν του. Η τακτική αυτή των Τούρκων ήταν γνωστή στους ραγιάδες και γνώριζαν από πριν την τύχη όσων θα εμφανίζονταν στη Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό οι περισσότεροι από τους πρόκριτους, αντί να παρουσιαστούν στον μπέη της Θεσσαλονίκης, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά, ενισχύοντας τους επαναστάτες .
     Ο τούρκος μπέης αμέσως προχώρησε και σε άλλα δυναμικότερα μέτρα. Συνέλαβε τους πρόκριτους που παρουσιάσθηκαν και μαζί τους δύο χιλιάδες Θεσσαλονικείς, τους οποίους φυλάκισε στο προαύλιο του ναού Γρηγορίου του Παλαμά. Για να τρομοκρατήσει μάλιστα περισσότερο τους Έλληνες θανάτωσε πολλούς από τους συλληφθέντες,  ανάμεσά τους και το μητροπολίτη Κίτρους Μελέτιο, τοποτηρητή του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης  Ιωσήφ, που απουσίαζε στην Πόλη.

     Η Επανάσταση στη Χαλκιδική (17 Μαϊου 1821)
Ύστερα από τις βιαιότητες, τις λεηλασίες και τους φόνους αυτούς, οι κάτοικοι αγανακτισμένοι προσχωρούσαν με μεγαλύτερη προθυμία στις τάξεις των επαναστατών. Συγκεκριμένα,  οι κάτοικοι του Πολυγύρου,  στις 17 Μαϊου, πριν προλάβουν να φτάσουν τα τουρκικά στρατεύματα, επιτέθηκαν στο διοικητήριο του Πολυγύρου, εξόντωσαν τη φρουρά και απελευθέρωσαν την πόλη.
Από εκεί κινήθηκαν εναντίον των τουρκικών ενισχύσεων που έφθαναν στην περιοχή. Οι εχθροπραξίες αυτές έδωσαν το έναυσμα για την κήρυξη της επανάστασης στη Χαλκιδική
Ο Εμμανουήλ Παπάς συγκέντρωσε στις Καρυές όλους τους ηγουμένους των Μοναστηριών και κήρυξε την Επανάσταση (17 Μαίου 1821), αφού προηγουμένως αναγορεύθηκε "Αρχηγός και Προστάτης της Μακεδονίας".
Αμέσως επαναστάτησε η Κασσάνδρα και λίγο μετά ορισμένα χωριά της Σιθωνίας, ενώ στις 3 Ιουνίου τα Μαδεμοχώρια. Οι επαναστάτες πλησίαζαν τις 4 χιλιάδες. Χίλιοι(;) από αυτούς ήταν Αθωνίτες μοναχοί που είχαν οπλαρχηγούς τους το Θεόφιλο Βατοπεδινό, το Γεδεών και τον Ησαϊα το Χιλιανδρινό.
Ο Ε. Παπάς χώρισε σε δύο φάλαγγες τις δυνάμεις του. Την πρώτη αποτέλεσαν οι μοναχοί και μερικοί επαναστάτες από τα κοντινά χωριά, επικεφαλής της οποίας τέθηκε ο ίδιος, ενώ τη δεύτερη φάλαγγα αποτέλεσαν όλοι οι άλλοι επαναστάτες υπό τις διαταγές του γενναίου οπλαρχηγού Χάψα, από τα Παζαράκια της Κασσάνδρας
    
   Πορεία των στρατευμάτων του Ε. Παπά και  Χάψα
   Ο Ε. Παπάς με τους άνδρες του προχώρησε την 1η Iουνίου αμέσως προς την Ιερισσό, την οποία κατέλαβε. Από εκεί έφτασε στα Μαδεμοχώρια (3 Ιουνίου), ενώθηκε με τους επαναστάτες της περιοχής και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν προς τον κάμπο του Λαγκαδά και ειδικότερα προς την περιοχή της Παζαρούδας. Μετά από μάχη κατέλαβε την Παζαρούδα, το Εγρί μπουζάκ (σημ. Νέα Απολλωνία), τη Γαλάτιστα και έφθασε στα Βασιλικά, τα οποία, είχαν καταλάβει εντωμεταξύ τα στρατεύματα του καπετάν Χάψα, μια ανάσα μακριά από τη Θεσσαλονίκη.
Ο  Παπάς, αφού πραγματοποίησε το ένα μέρος του σχεδίου του, στράφηκε προς την άλλη πλευρά, προς την επαρχία Λαγκαδά, όπου οι κάτοικοί της είχαν επαναστατήσει και απειλούσαν τη Θεσσαλονίκη. Στην περιοχή αυτή θα  παραμείνει ο Παπάς, για να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη από κοινού με τις δυνάμεις του Χάψα, οι οποίες θα προσέβαλλαν τη Θεσσαλονίκη από τη μεριά των Βασιλικών.
Ο καπετάν Χάψας και ο Δουμπιώτης, με τη δεύτερη φάλαγγα, ξεκίνησαν από την Αρναία και δια μέσου του ορεινού συγκροτήματος του Χολομώντα έφθασαν στα Βασιλικά, όπου με ενθουσιασμό επαναστάτησαν και οι κάτοικοι των Βασιλικών, οι οποίοι μάλιστα εστράφησαν εναντίον του Αγκούς Αγά, τον οποίο νίκησαν και ανάγκασαν να οπισθοχωρήσει στο χωριό Σέδες, λίγα  χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Οι πρώτες επιτυχίες των Ελλήνων ήταν εντυπωσιακές. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και ήταν αδύνατο να αντιδράσουν τουλάχιστον κατά τις πρώτες μέρες αποτελεσματικά. Από την άλλη πλευρά τόση ήταν η προθυμία των κατοίκων της Χαλκιδικής στο επαναστατικό  κάλεσμα των οπλαρχηγών, ώστε η αθρόα συμμετοχή τους να οδηγήσει τους οπλαρχηγούς Γεδεών και Νικολάου Δημήτριο να ομολογούν σε μια τους επιστολή με ημερομηνία 3 Ιουνίου ότι "Όλα τα χωριά μας ευρίσκονται στα όπλα και κινούνται εναντίον του κοινού εχθρού του γένους και της πίστεως με μεγάλη θαρραλεότητα και ορμήν, ώστε όπου οι μουσουλμάνοι κυριεύονται από άκραν δειλίαν. Αναχωρούν από τα χωριά των και δραπετεύουν με φόβον μεγάλον. Τα Ραυνά και το Εγρί Ποτζιάκ (Ν.Απολλωνία) εκκενώθησαν και έφυγαν πέρα από το Ζαγκλιβέρι, και όσοι επροφθάσθησαν ή συναπαντήθησαν Οθωμανοί με τους εδικούς μας εις διάφορα μέρη έως Ραυνά πάντες εν μαχαίρα απέθανον".
 Έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση τη στιγμή εκείνη στη Χαλκιδική.
Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και πανικόβλητοι έφευγαν προς τη Θεσσαλονίκη να σωθούν. Το φρόνημα των επαναστατών ήταν υψηλό και οι στρατιωτικές επαναστατικές δυνάμεις απειλούσαν τη Θεσσαλονίκη από το Σέδες με τον καπετάν Χάψα και από το Λαγκαδά με τον Εμμανουήλ Παπά. Πόσο δύσκολη ήταν η κατάσταση για την Πύλη το φανερώνει και το ακόλουθο φιρμάνι με ημερομηνία 7 Ιουλίου 1821, προς το Γιουσούφ Μπέη της Θεσσαλονίκης, όπου σημειώνονται και τα εξής:
"…ενετάλη πρό τινος δυνάμει υψηλού φιρμανίου όπως επί τη βάσει του εκδοθέντος φετβά δαπερασθούν δια του ξίφους οι τήδε κακείσε επαναστάται…των χωρίων του δήμου Λαγκαδά, των Μεταλλείων και του χασίου και εξανδραποδισθούν τα τέκνα και αι γυναίκες των, διαρπαγούν δε και διαμοιρασθούν ως λάφυρα μεταξύ των νικητών στρατιωτών αι περιουσίαι αυτών. Εντούτοις όμως η επανάστασις των επαράτων τούτων στασιαστών από στιγμής εις στιγμήν οξύνεται, είναι δε θρησκευτική και κρατική υποχρέωσις ημών να βαδίσωμεν και να κατατροπώσωμεν τους επαναστατήσαντας ραγιάδες…"
¨Άμα τη αφίξει δέον να συμμορφωθήτε με το περιεχόμενον του υψηλού φιρμανίου και της διαταγής ταύτης, απέχοντες πάσης αντιθέτου ενεργείας"
Σεβάλ (7 Ιουλίου  1821)
Η εντολή ήταν ξεκάθαρη: κατατροπώστε με κάθε μέσο τους επαναστάτες .Ήταν μια διαταγή που έδειχνε την αγωνία του εχθρού και έπρεπε οι αποδέκτες της να αλλάξουν με κάθε τρόπο τη στρατιωτική κατάσταση στην περιοχή. Ο φόβος του εχθρού ήταν μια καλή ευκαιρία για τους επαναστάτες. Πόσο όμως την εκμεταλλεύτηκαν και ωφελήθηκαν οι επαναστάτες είναι άλλο θέμα. Γι’ αυτό θεωρούμε πως, αν υπήρχε καλύτερος συντονισμός δυνάμεων, τη στιγμή που οι τούρκοι είχαν χαμηλό ηθικό, λόγω των αποτυχιών τους στις ως τώρα αναμετρήσεις τους με του επαναστάτες, ίσως θα μπορούσε να καταληφθεί ακόμη και η Θεσσαλονίκη. Στα πεδία των μαχών όμως οι πολεμικές καταστάσεις μεταβάλλονται γρήγορα και πολλές φορές αυτοί που έχουν  το στρατιωτικό πλεονέκτημα ως τώρα το χάνουν και σε λίγο βρίσκονται να κινδυνεύουν από τους αντιπάλους τους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την εξέγερση των Ελλήνων στη Χαλκιδική. Η καθυστέρηση των κινητοποιήσεων, η διστακτικότητα στις ενέργειες των αρχηγών, μα προπαντός η έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων, στέρησαν, έστω και την πρόσκαιρη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους επαναστάτες,  την οποία ίσως θα μπορούσαν να πετύχουν, αν ενεργούσαν συντονισμένα, αποφασιστικά και γρήγορα.

     Ο αντίκτυπος των ελληνικών επιτυχιών στο λαό της Θεσσαλονίκης
Ποιον όμως αντίκτυπο είχαν οι ελληνικές επιτυχίες στο λαό της Θεσσαλονίκης; Την απάντηση μας δίδει μια αποκαλυπτική επιστολή του Αυστριακού Προξένου στη Θεσσαλονίκη Pietro de Choch, γραμμένη στις 17 Ιουνίου 1821, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται και στον αντίκτυπο που είχε η εξέγερση της Χαλκιδικής στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης.
"...Η Ελληνική Επανάσταση, που έχει ξεσπάσει κιόλας σε πολλές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους, προκαλεί τη γενική κατάπληξη, το σταμάτημα κάθε εργασίας και ανοιχτές εχθροπραξίες, οι οποίες στα μέρη όπου οι Έλληνες είναι περισσότεροι, πληθύνονται από μέρα σε μέρα εδώ κι εκεί, και μάλιστα μέρα μεσημέρι μέσα στη Θεσσαλονίκη, από την οποία οι επαναστάτες δεν απέχουν παρά λίγες ώρες. Βρίσκονται στη Γαλάτιστα και ξεσηκώνουν παντού τις ψυχές των κατοίκων μέσα στις πόλεις, στα νησιά και γενικά οπουδήποτε ξαπλώνονται".
Ο Γιουσούφ μπέης, εκτιμώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης στην περιοχή, ωθείται στην ανάγκη να ζητήσει ενισχύσεις από την Πόλη και τους γύρω πασάδες της Μακεδονίας.
Πρώτος στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκε ο Αχμέτ μπέης των Γιαννιτσών. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη με 500 ιππείς και πολλούς πεζούς. Αργότερα έφτασε και ο Μπαϊράμ πασάς από την Ανατολική Θράκη με 3000 ιππείς και πολύ στρατό, ο οποίος χωρίς καθυστέρηση κήρυξε γενική επιστράτευση στη Μακεδονία, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια μέσα σε λίγο χρόνο να συγκεντρωθεί στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη τουρκική στρατιωτική δύναμη, έτοιμη να αναλάβει δράση κατά των επαναστατών.
Οι τουρκικές δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη ξεπερνούσαν τους 30 000 πεζούς και 5 000 ιππείς.
Με ένα μεγάλο τμήμα των δυνάμεων αυτών κίνησαν να καταστείλουν την επανάσταση στη Χαλκιδική οι Τούρκοι πασάδες. Οι Έλληνες, όταν πληροφορήθηκαν τις κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων προς τη Χαλκιδική, αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν το Σέδες, φοβούμενοι τη δύναμη του τουρκικού ιππικού, λόγω του πεδινού εδάφους, και υποχώρησαν στα Βασιλικά. 
Εκεί τους πρόλαβε ο Αχμέτ μπέης των Γιαννιτσών με το ιππικό του. Επιτέθηκε  αμέσως στην πόλη των Βασιλικών, την οποία και πυρπόλησε. Στη συνέχεια προχώρησε και επιτέθηκε στα στρατεύματα του καπετάν Χάψα και των άλλων  οπλαρχηγών, που βρίσκονταν οχυρωμένα έξω από τα Βασιλικά, σε κατάλληλες θέσεις, ώστε να μην έχουν οι Τούρκοι το τακτικό πλεονέκτημα να χρησιμοποιήσουν το ιππικό τους.
Η μάχη ήταν φονική. Οι γενναίοι άνδρες του Χάψα έμειναν στις θέσεις τους και αντιμετώπισαν με μοναδικό θάρρος τις πολυπληθέστερες και  εμπειροπόλεμες τουρκικές δυνάμεις.

Η μάχη των Βασιλικών και ο ηρωικός θάνατος του καπετάν Χάψα
Ο καπετάν Χάψας ήθελε να εμποδίσει  τις τουρκικές δυνάμεις να προχωρήσουν προς το εσωτερικό της Χαλκιδικής, γιατί, αν το κατόρθωνε, θα έκανε περισσότερο διστακτικούς τους τούρκους στις κινήσεις τους και θα επιβράδυνε την επίθεσή τους κατά των επαναστατών στη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος.
Η μάχη δόθηκε έξω από τα βασιλικά, κράτησε πολύ και ήταν φονική. Ο καπετάν Χάψας με γυμνό γιαταγάνι πολεμούσε σαν λιοντάρι στην πρώτη γραμμή τους Τούρκους, εμψύχωνε τους άνδρες του, απέκρουε τις επιθέσεις του πολυάριθμου εχθρού. Ο αγώνας ήταν άνισος. Λίγοι και απειροπόλεμοι, πολεμούσαν εναντίον πολυάριθμων και εμπειροπόλεμων εχθρών.
 Οι άνδρες του έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο από τα βόλια του εχθρού στο πεδίο της μάχης. Η κατάσταση των επαναστατών χειροτέρευε συνεχώς κι ο γενναίος καπετάνιος, συγκεντρώνοντας τους συντρόφους, που πολεμούσαν ακόμη τον εχθρό, όπως ήταν οι οπλαρχηγοί του Βάβδου, Χαλάτ(σ)ης και Καραγιάννης, επιτέθηκε μαζί τους με γυμνωμένα σπαθιά στις τάξεις του εχθρού, προκαλώντας τρόμο και θάνατο.
 Ύστερα όμως από ένα φονικό αγώνα, έπεσε ένδοξα σαν άλλος Λεωνίδας με τους συμπολεμιστές του και ο Χάψας, αποσπώντας το θαυμασμό φίλων και εχθρών.
Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν στον Πολύγυρο, αποφασισμένοι να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα με τους άλλους επαναστάτες.
Η μάχη των Βασιλικών έδειξε στους Τούρκους πόσο αποφασισμένοι ήταν οι κάτοικοι της Χαλκιδικής να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τη λευτεριά τους. Λέγεται πως σε μια τοποθεσία "Κομμένοι" βρέθηκαν σωριασμένα 62 πτώματα Ελλήνων, πράγμα που αποδεικνύει την αποφασιστική μάχη που δόθηκε στο σημείο αυτό, ενώ οι Τούρκοι, που είχαν μεγάλες απώλειες, έθαψαν στο πεδίο της μάχης  500  πτώματα δικών τους.

Οι μεγάλες δυσκολίες του αγώνα
Ο Μπαϊράμ πασάς, προχωρώντας νότια έφθασε στη Μονή της Αγίας Αναστασίας,  σύλησε τους θησαυρούς της και παρέδωσε τη Μονή στη φωτιά (12 Ιουνίου1821). Τα γυναικόπαιδα από τα Βασιλικά και άλλα χωριά, που  είχαν καταφύγει εκεί, για να προστατευτούν από τη θηριωδία των Τούρκων, όταν διαπίστωσαν πως κινδύνευε η ζωή τους, τη νύχτα, περνώντας από ένα κρυφό μονοπάτι, απομακρύνθηκαν από αυτήν, χωρίς να γίνει αντιληπτή η αποχώρησή τους από τους εχθρούς και σώθηκαν.
Στη συνέχεια ο τούρκος πασάς προχώρησε και κατέλαβε το Γαλαρινό, χωρίς αντίσταση, ενώ τρεις μέρες αργότερα το Βάβδο, τον οποίο πυρπόλησε. Σώθηκε από τη φωτιά μόνον η εκκλησία της Παναγίας και μια οικία στη νοτιοδυτική παρυφή της πόλης. Την ίδια μέρα, ύστερα από σκληρή μάχη, κυρίεψε και τον Πολύγυρο.
 Όσοι από τους κατοίκους των πόλεων αυτών σώθηκαν, κατέφυγαν στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας, ενώ άλλοι με πλοία πέρασαν στα κοντινά νησιά.
Οι επαναστάτες που κατέφυγαν στην Κασσάνδρα, οργάνωσαν εκεί την άμυνά τους, ενώ για καλή τους τύχη έφτασαν σε βοήθειά τους στις 13 Ιουνίου από τον Όλυμπο οι οπλαρχηγοί Μπίνος και Λιάκος με 400 παλικάρια και λίγο αργότερα ο Διαμαντής Νικολάου με 200 άνδρες, ο οποίος και ετέθη επικεφαλής της άμυνας της Χερσονήσου της Κασσάνδρας.
Ο Μπαϊράμ πασάς, όταν έφθασε στην Κασσάνδρα και διαπίστωσε την παρουσία ισχυρού στρατού, δεν επιχείρησε επίθεση εναντίον τους, αλλά  άφησε εκεί το Γιουσούφ μπέη με 4.500 στρατό να επιτηρεί τους επαναστάτες και ο ίδιος με τον υπόλοιπο στρατό του έφυγε, για να στραφεί εναντίον του Εμμανουήλ Παπά, που βρισκόταν ήδη στην περιοχή Λαγκαδά και διατηρούσε ακόμη ζωντανή την εξέγερση στην επαρχία αυτή.
Ο τούρκος πασάς ήθελε, πριν ξεκαθαρίσει την υπόθεση της Κασσάνδρας, να έχει καταστείλει την επανάσταση στην περιοχή του Λαγκαδά, ώστε να επικεντρώσει αποκλειστικά τις δυνάμεις του στη Χερσόνησο.

Ο Μπαϊράμ πασάς εναντίον του Εμμανουήλ Παπά
Ενώ οι επαναστάτες είχαν καταφύγει στην Κασσάνδρα, ο Εμμανουήλ Παπάς βρισκόταν στην περιοχή  Λαγκαδά, έτοιμος να επιτεθεί από την πλευρά αυτή στη Θεσσαλονίκη. Οι Τούρκοι όμως, χωρισμένοι σε δύο φάλαγγες, άρχισαν να κινούνται εναντίον του. Η πρώτη εκινείτο να καταλάβει τα στενά της Ρεντίνας και Παζαρούδας,  ενώ η δεύτερη βάδιζε δια του Αγίου Προδρόμου και της Μαραθούσας προς το Εγρί Μποτζιάκ.
Εκείνος, φοβούμενος μήπως κυκλωθεί από τις συντονισμένες ενέργειες των Τούρκων, αναγκάστηκε εσπευσμένα να κινηθεί προς τη Χερσόνησο του Άθω. Οι τούρκοι όμως που ήταν ταχύτεροι στις κινήσεις τους συνάντησαν με το ιππικό τους τις δυνάμεις του Παπά στην περιοχή του Εγρί Μποτζιάκ, γεγονός που ανάγκασε τους ΄Ελληνες να δώσουν σκληρή μάχη εναντίον τους. Τελικά, κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να σωθούν στα βουνά της περιοχής. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο γενναίος αρχηγός των μοναχών, ο καπετάν Ευθύμιος. Ο Παπάς με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του πέρασε  τη διώρυγα του Ξέρξη για περισσότερη ασφάλεια, αφήνοντας όμως μια δύναμη στην περιοχή αυτή υπό την ευθύνη του γενναίου πατριώτη καλόγερου Νικηφόρου. Μετά, προχώρησε ο ίδιος και πέρασε με το στρατό του στην Κασσάνδρα, όπου βρήκε τις ενισχύσεις που έφτασαν από την Πιερία και τον Όλυμπο με τον Μπίνο, Λιάκο και το Διαμαντή Νικολάου, ύστερα από εντολή του Δ. Υψηλάντη.
Στη Θεσσαλονίκη όμως επήλθαν κάποιες μεταβολές από πλευράς τούρκων ηγετών, αφού, μετά την αναχώρηση για τη νότια Ελλάδα του Μπαϊράμ πασά, διοικητής του βιλαετίου Θεσσαλονίκης διορίστηκε ο Γιουσούφ  μπέης, ο οποίος φορολόγησε τους εμπόρους της πόλης και συγκέντρωσε ποσό πάνω από 300 000 γρόσια. Και, όταν πια νόμισε πως ήταν έτοιμος, στις 26 Ιουλίου, αναχώρησε για το μέτωπο της Κασσάνδρας, ενώ διοικητής (μουτεσερίφης) της Θεσσαλονίκης έγινε ο Μεχμέτ  Εμίν Εμπού Λουμπούτ πασάς.
Οι μήνες περνούσαν, χωρίς να φθάνει καμιά άλλη ενίσχυση στους επαναστάτες, ενώ ο Λουμπούτ πασάς  με πολύ στρατό ξεκινούσε από τη Θεσσαλονίκη εναντίον των Ελλήνων που ήσαν οχυρωμένοι στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας.
 Οι Έλληνες στις 17 Οκτωβρίου1821 αντίκρισαν τα τουρκικά στρατεύματα που βρίσκονταν ήδη στον ισθμό της Κασσάνδρας. Ο Λουμπούτ μπέης, με πλευρική απόβαση  600 ανδρών, επιχείρησε να εκβιάσει το στενό και να επιτεθεί με όλες τις δυνάμεις του εναντίον των επαναστατών. Η επιχείρηση απέτυχε, χάρη στη γενναιότητα και την αυταπάρνηση λίγων αλλά γενναίων Ελλήνων αγωνιστών. Το χαντάκι του ισθμού γέμισε από πτώματα  μωαμεθανών και αλόγων, ενώ οι ναυτικοί μας αιχμαλώτισαν ένα τούρκικο καράβι που προσπαθούσε να προσφέρει βοήθεια στο Λουμπούτ πασά από τη θάλασσα. Παρά την αποτυχία του ο τούρκος πασάς παρέμεινε στην περιοχή και απειλούσε με νέα επίθεση τους επαναστάτες.
Στις 24 Οκτωβρίου, λίγο πριν επιχειρήσει τη γενική του επίθεση κατά των Ελλήνων, κάλεσε τους επαναστάτες να παραδοθούν, υποσχόμενος γενική αμνηστία. Εκείνοι απέρριψαν την πρότασή του και στις 30 Οκτωβρίου ο πασάς με  όλη του τη δύναμη εκδήλωσε σφοδρή επίθεση εναντίον τους. Ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων ήταν μεγάλος και η πίεση που ασκούσε σε όλο το μέτωπο ήταν ισχυρή. Παρά τη γενναία αντίσταση των Ελλήνων, οι τούρκοι υπερίσχυσαν και κατέλαβαν τη Χερσόνησο της Κασσάνδρας.
Η μάχη διεξήχθη  στήθος με στήθος και τα 3/4 των Ελλήνων αγωνιστών έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στον Άθω ή με πλοία στα γύρω νησιά.  Ο Ε. Παπάς ήταν ένας από τους επιζήσαντες. Κατόρθωσε με το πλοίο του Βισβίζη  να φτάσει στον Άθω, την τελευταία ελπίδα αντίστασης.
Την πτώση της Κασσάνδρας ανήγγειλε με διάγγελμα ο Λουμπούτ πασάς στο Μεχμέτ Αγά, διοικητή της Θεσσαλονίκης και του υποσχόταν πως σε λίγο θα επιτεθεί στη Συκιά, για να εξουδετερώσει τη Δύναμη του Διαμαντή Νικολαου, ο οποίος με τους ραγιάδες του χωριού  κατασκεύαζε οχυρωματικά έργα.
Ο σουλτάνος, προφανώς ικανοποιημένος από τον πασά του, με φιρμάνι που εξέδωσε, επαινούσε τη δράση του και του ανανέωνε τη διοίκηση των σαντζικίων Θεσσαλονίκης και Καβάλας, ενώ του έδινε απόλυτη πρωτοβουλία για την καταστολή και των υπολειμμάτων της επανάστασης.
Παρόλα αυτά εστίες επαναστατών εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να ενοχλούν τους τούρκους, γεγονός που ανάγκασε το στρατάρχη Μεμέτ Εμίν να τους ζητήσει να παραδώσουν τα όπλα και να επιστρέψουν στα χωριά τους. Ήταν ένας ελιγμός της Πύλης, γιατί τώρα που κατέστειλε την επανάσταση θα του ήταν άχρηστη ολόκληρη η Χαλκιδική, αν δεν επέστρεφαν οι κάτοικοι να την καλλιεργήσουν και να ωφεληθούν και οι τούρκοι.
Γενναίοι πολεμισταί,
κακοί άνθρωποι, φθονήσαντες την ευτυχίαν την οποίαν απελάμβανεν η φυλή των Ρωμιών υπό την σκέπην του κραταιοτάτου ημών χαλίφου των πιστών, κατώρθωσαν δια ραδιουργιών να σας παρασύρουν εις επανάστασιν αγνωμοσύνης και αχαριστίας. Πού σας έφερεν η επανάστασις αύτη τόσον καιρόν καλώς γνωρίζετε. Τα χωρία σας κατεστράφησαν, αι περουσίαι σας επίσης αι οικογένειαί σας διαλύθηκαν…δεχθήτε την παρεχομένην συγγνώμην και επιστρέψατε εις τα χωρία σας, όπως ζήσετε ευτυχείς…έχετε δε τον λόγον του στραταρχικού μου αξιώματος ότι τίποτε δε θα πάθητε…»
Θεσσαλονίκη 7 Νοεμβρίου1821 .Ο ανεξάρτητος στρατάρχης
Μεχμέτ Εμίν. (Βασδραβέλλης. σελ 91).
Η κατάσταση για τους επαναστάτες ήταν δύσκολη, αφού ουσιαστικά η επανάσταση είχε κατασταλεί και μόνο μικρές δυνάμεις έμειναν, για να πολεμήσουν τον εχθρό.

     Το άδοξο τέλος του αγώνα. Η λιποψυχία και η προδοσία (;) των Μοναχών του Αγίου Όρους
Λέγεται και είναι σωστό πως στις δύσκολες στιγμές ξεχωρίζουν οι γενναίοι από τους άλλους. Μοιραίο ήταν να συμβεί κι εδώ. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ενώ στην αρχή έδειξαν στο σύνολό τους προθυμία, θάρρος, αποφασιστικότητα και ενίσχυσαν τον Αγώνα, τώρα που οι Τούρκοι έχουν σχεδόν καταπνίξει την επανάσταση στη Χαλκιδική, πολλοί από αυτούς άρχισαν να στρέφονται κατά του Ε. Παπά, μερικοί μάλιστα έφτασαν ως την προδοσία, αφού ήρθαν σε μυστικές συνεννοήσεις με το Λουμπούτ πασά, ο οποίος σε αντάλλαγμα υποσχόταν τη διατήρηση των προνομίων στα μοναστήρια, το σεβασμό της μοναστηριακής περιουσίας και την αμνήστευση όλων των μοναχών. Το μόνο αντάλλαγμα που ζητούσε ήταν να καταθέσουν τα όπλα και να συλλάβουν τον Ε. Παπά, τον καλόγερο Νικηφόρο και το αρχιμανδρίτη Κύριλλο της Μονής Εσφιγμένου.
Πολλοί μοναχοί αποδέχτηκαν τους όρους του Πασά και γι' αυτό την 11η Νοεμβρίου συγκεντρώθηκαν στις Καρυές, όπου αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν με έγγραφο στη Μονή Εσφιγμένου την κοινή τους απόφαση, δηλαδή να παραδοθεί στους τούρκους ο αρχιστράτηγος με τους συνεργάτες του. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος, αναφερόμενος στην προσφορά των αγιορειτών μοναχών, γράφει; «Αι μοναί αυταί ουτε προθυμίαν ούτε καρτερίαν ικανήν έδειξαν και ετιμωρήθησαν πικρώς τούτου ένεκα, διότι ου μόνον ομήρους ηναγκάσθησαν να δώσωσι και 2 και ήμισυ εκατομμύρια γροσίων να καταβάλωσιν, αλλά τη 15 δεκεμβρίου εδέχθησαν προσέτι φρουράν τουρκικήν3.000 ανδρών παραμείνασαν αυτόθι καθ’ όλην την διάρκειαν του ελληνικού αγώνος, ήτοι επί έτη εννέα».
Ο χαρακτηρισμός «προδότες» που αποδόθηκε σ’ αυτούς από κάποιους ίσως  τους αδικεί, γιατί πολλοί ισχυρίζονται πως οι αγιορείτες μοναχοί προτίμησαν το συμβιβασμό, για να σώσουν ότι μπορούσαν από το Άγιο Όρος, μια και η επανάσταση είχε κριθεί τελικά.(Ι.Χατζηφώτης). Οι ίδιοι ιστορικοί επικαλούνται τη μαρτυρία του Παπαρρηγόπουλου και λένε πως, αν οι αγιορείτες μοναχοί ήταν προδότες, τότε για ποιο λόγο να τους φερθεί τόσο σκληρά ο νικητής τούρκος πασάς;
Πάντως, η επανάσταση στη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος, παρά την αποτυχία της, ήταν μια γενναία απάντηση των Ελλήνων της περιοχής στους δυνάστες τους πως δεν ανέχονται την τουρκική σκλαβιά και τυραννία και πως ξεσηκώθηκαν όλοι μαζί αποφασισμένοι να πεθάνουν ή να λευτερωθούν.
Οι επαναστάτες έκαναν το καθήκον τους ως χριστιανοί και ως Έλληνες, γι’ αυτό και τους αξίζει κάθε τιμή και αιώνιος έπαινος.
Το τραγικό τέλος του ήρωα
Ο ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου, αρχιμανδρίτης Κύριλλος, μόλις έλαβε το έγγραφο των μοναχών και ηγουμένων όλων των μονών του Αγίου Όρους, μην μπορώντας να αντιδράσει αποτελεσματικά, γνωστοποίησε το περιεχόμενο στον απογοητευμένο από την τροπή της επανάστασης Ε. Παπά και φρόντισε να τον φυγαδεύσει κρυφά. Ο Ε. Παπάς, απογοητευμένος και βαθιά θλιμμένος για την κατάντια των καλογήρων του Αγίου Όρους, αναγκάστηκε να φύγει με το πλοίο του Βισβίζη, ακολουθούμενος από τα δυο του παιδιά  Αθανάσιο και  Ιωάννη, τους δύο μοναχούς Νικηφόρο και Ονούφριο, και τους πιστούς του υπασπιστές Χατζηπέτρο και Οικονόμου.
Και ενώ το πλοίο κατευθυνόταν  στην Ύδρα, λίγο πριν προλάβει  να πλησιάσει τις ακτές της, η καρδιά του Ε. Παπά από τη μεγάλη θλίψη και  απογοήτευση που ένιωθε, δεν άντεξε. Πέθανε από συγκοπή καρδιάς πάνω στο καράβι του Βισβίζη (5/12/1821). Η κηδεία του έγινε στην Ύδρα με τιμές αρχιστράτηγου και θάφτηκε στο ναό της Υπαπαντής, όπου βρίσκονταν οι τάφοι των επίσημων Υδραίων. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στις 17/5/1966 στην πόλη των Σερρών και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα, που σήμερα κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας της πόλης.
Ο Ε. Παπάς υπήρξε αγνός και γενναίος αγωνιστής, μεγάλος πατριώτης και οραματιστής μιας ελεύθερης πατρίδας.  Ο αιφνίδιος θάνατός του λύπησε βαθιά τους συμπολεμιστές του και σηματοδότησε το τέλος της επανάστασης στη Χαλκιδική και στο Άγιον Όρος.
Ήταν μια επανάσταση που στηρίχτηκε στις δικές της δυνάμεις, τρομοκράτησε τους Τούρκους για οχτώ μήνες, δημιούργησε κάποιο αντιπερισπασμό ως το τέλος του 1821 στην Πύλη και ίσως θα ήταν ακόμη πιο χρήσιμη, εάν οργανωνόταν καλύτερα και εάν είχε την ουσιαστικότερη συμπαράσταση της κεντρικής ελληνικής  Αρχής. Πάντως, η προσφορά της υπήρξε σημαντική, όπως σημαντική υπήρξε  και η συμβολή του Εμμανουήλ Παπά, ο οποίος σε κάποια στιγμή βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τη Θεσσαλονίκη, την οποία απειλούσε με τους επαναστάτες από το Σέδες και το Λαγκαδά.
Ο Εμμανουήλ Παπάς, το άξιο τέκνο της Μακεδονίας, υπήρξε μεγάλος και ανιδιοτελής πατριώτης, αγνός και γενναίος πολεμιστής, φλογερός εραστής της ελευθερίας. Για τέτοιους άνδρες θα άρμοζε ένας καλύτερος θάνατος. Όμως η μοίρα δεν επιφυλάσσει σε όλους τους ανθρώπους ένδοξο τέλος. Η μοίρα στάθηκε σκληρή και άδικη απέναντι  στον ήρωα, όπως σκληροί και μικρόψυχοι του στάθηκαν και μερικοί «μικροί» θνητοί, για να σώσουν το σαρκίο τους. Ο Ε. Παπάς όμως πέθανε περήφανος και ικανοποιημένος για το έργο που πρόσφερε στο Έθνος. Ως χριστιανός και ως Έλληνας έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του. Ο σπόρος που έσπειρε ήταν αρκετός, για να βλαστήσει η λευτεριά στην πατρίδα του, έστω και χωρίς αυτόν.
 Αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων: να αγωνίζονται για υψηλά ιδανικά και αρχές και να πέφτουν στην πρώτη γραμμή, δίνοντας το παράδειγμα και στους άλλους που ακολουθούν. Οι γνήσιοι αγωνιστές φεύγουν, μα το έργο τους μένει αιώνιο και ζηλευτό στους ανθρώπους. Για όσα πρόσφερε στην υπόθεση της λευτεριάς του γένους και της Μακεδονίας δίκαια απόκτησε το σεβασμό και την εκτίμηση όλων  μας.
Υπήρξε ένας  από τους ιδεολόγους της αθάνατης ελληνικής γενιάς, στους οποίους ανήκει κάθε τιμή και δόξα. Ανήκε στη χορεία των μεγάλων εκείνων ανδρών της φυλής, που διέθεσαν την περιουσία τους στο αγωνιζόμενο Έθνος, και τελικά θυσίασαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τη ζωή  τους, γιατί ήθελαν να αναστήσουν τη δούλη πατρίδα και να την καταστήσουν ελεύθερη και περήφανη ανάμεσα στις ελεύθερες πατρίδες των λαών. Η ελληνική πατρίδα ελεύθερη και ισχυρή σήμερα τον ευγνωμονεί και τον τιμά επάξια. Μαζί του τιμά και όλους τους γενναίους που ακολούθησαν το όνειρο και θυσιάστηκαν γι’ αυτό.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012



ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΣ, Ο ΙΚΑΝΟΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τα μεγάλα έργα στον κόσμο δεν είναι αποτέλεσμα τύχης.  Οφείλονται στις ικανότητες ιδιοφυών ηγετών,  άξιων συνεργατών και άλλων παραγόντων. Η επιλογή άξιων συνεργατών  και τοποθέτησή των σε θέσεις όπου ο καθένας έχει δείξει δείγματα ικανότητας, αποτελεί ευθύνη του ηγέτη και εχέγγυο επιτυχίας στο έργο του, αν βέβαια συντρέξουν και άλλοι λόγοι. 
Μια τέτοια ικανή ηγετική προσωπικότητα, που επέλεξε με επιτυχία τους συνεργάτες του, οι οποίοι τον βοήθησαν σημαντικά στο έργο του και στην έξοδο της Μακεδονίας από τον κλοιό των επικινδύνων γειτόνων του  Ιλλυριών, Γετών και άλλων, ήταν και ο Φίλιππος Β', ο βασιλιάς της Μακεδονίας.
Πετυχημένη χαρακτηρίζεται η επιλογή και η τοποθέτηση από το Φίλιππο τόσο του στρατηγού Παρμενίωνα στο στρατό του όσο και εκείνη του στρατηγού Αντίπατρου ως βοηθού του.Τους ίδιους δοκιμασμένους για την ικανότητά τους άνδρες επέλεξε αργότερα και ο Αλέξανδρος. Τον πρώτο κράτησε δίπλα του ως έμπειρο στρατηγό στην εκστρατεία του κατά των Περσών, ενώ το δεύτερο όρισε ως αντιβασιλέα στη Μακεδονία, όσο χρόνο θα απουσίαζε εκείνος στην εκστρατεία κατά των Περσών. Και οι δύο ανταποκρίθηκαν στην εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου και βοήθησαν σημαντικά στην επιτυχία της εκστρατείας, ασχέτως αν αργότερα ο Αλέξανδρος δεν τους συμπεριφέρθηκε όπως το άξιζαν.
Μπορεί η σημαντική προσφορά του Αντίπατρου ως επιτρόπου στη Μακεδονία να μην προβλήθηκε όσο έπρεπε, αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρξε σημαντικό. Η μη προβολή του Αντίπατρου οφείλεται στη συγκυρία, γιατί όλα τα φώτα στράφηκαν προς την προσωπικότητα του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρου και η λαμπρή του ακτινοβολία κάλυψε τη λάμψη του αντιβασιλέα του, χωρίς, βέβαια, να αφανίσει την αξία του και τις ικανότητές του.
Ο Αντίπατρος έδειξε το χαρακτήρα και τις ικανότητές του από τότε που άρχισε τη συνεργασία του με το Φίλιππο Β΄, το βασιλιά της Μακεδονίας. Στάθηκε δίπλα του με πίστη και αφοσίωση  στην προσπάθεια του βασιλιά του να δημιουργήσει ένα Μακεδονικό κράτος ισχυρό στρατιωτικά και μ' αυτό να συντρίψει τους εχθρούς του στη βαλκανική και στη συνέχεια να προχωρήσει στην ένωση όλων των Ελλήνων υπό το σκήπτρο του και να τους οδηγήσει εναντίον των Περσών. Ο Φίλιππος που εξετίμησε τις αρετές και τη σύνεση του φίλου του τον επέλεξε βοηθό του και του εμπιστεύθηκε διάφορες σημαντικές αποστολές.
Ο Αντίπατρος, ήταν γιος του Ιόλα από την Πέλλα.. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και έλαβε επιμελημένη μόρφωση. Γρήγορα ξεχώρισε, λόγω των αρετών του, ανάμεσα στους ομηλίκους του για τη σύνεση, τη γενναιότητα και την ευθυκρισία του, αρετές που εκτίμησε ο Φίλιππος Β΄ και του εμπιστεύθηκε σημαντικές αποστολές κατά τη διάρκεια της πετυχημένης βασιλείας του. Λέγεται μάλιστα ότι του είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε να λέει γι’ αυτόν: «Εκοιμήθη ησύχως,  επειδή Αντίπας (τρος) ηγρύπνει».
 Φαίνεται πως ήταν μια πάγια αρχή του Μακεδόνα βασιλιά να επαινεί και δημόσια τους άξιους συνεργάτες του. Γι’ αυτό δε δίστασε να επαινέσει και το στρατηγό του Παρμενίωνα, λέγοντας ότι «οι Αθηναίοι κάποτε καταφέρνουν να ανακαλύπτουν δέκα στρατηγούς, εγώ ανακάλυψα μόνον ένα στη ζωή μου, τον Παρμενίωνα» (Πλουτ. Ηθικά 177C 2).
Τέτοιες συμπεριφορές και ομολογίες από το Φίλιππο Β΄ για τους συνεργάτες του, όχι μόνο ενίσχυαν τους δεσμούς φιλίας μεταξύ βασιλιά και αξιωματούχων, αλλά εδραίωναν και την αγάπη του λαού στο πρόσωπό του, όταν διαπίστωνε πως κυβερνιέται από ένα ικανό, θαρραλέο, αποφασιστικό και ειλικρινή βασιλιά, όπως ήταν ο Φίλιππος Β΄, ο τριτότοκος γιος του Αμύντα Γ΄και της Ευρυδίκης.
Ο Φίλιππος, στην προσπάθεια του να εδραιώσει την αρχή του στο εσωτερικό αλλά και στους γύρω γείτονές του, δε χρησιμοποιούσε μόνο τη δύναμη των όπλων και τη διπλωματία αλλά και άλλα μέσα, όπως ήταν οι γάμοι σκοπιμότητας που τελούσε ο ίδιος. Είναι γνωστό πως, όταν γνώρισε την Ολυμπιάδα ή Μυρτάλη, είχε τελέσει ως τότε άλλους τρεις τέτοιους γάμους.
Πριν από την Ολυμπιάδα είχε γνωρίσει τη Φίλα από την Ελίμια, με την οποία απέκτησε τον Κάρανο, μετά γνώρισε τη Λαρισαία Φιλίνη, που του γέννησε δύο παιδιά: το Φίλιππο Αρριδαίο και τον Αμφίμαχο. Τρίτη γυναίκα στη ζωή του ήταν Αυδάτα από την Ιλλυρία, η οποία όμως πέθανε το 357 κατά τον τοκετό, φέρνοντας στον κόσμο ένα κορίτσι, την Κύννα ή Κυνάνη.
Η γνωριμία του με την Ολυμπιάδα ήταν τυχαία, αλλά σημαντική για τον ίδιο. Τη γνώρισε το 357 π.Χ. στη Σαμοθράκη, όταν, συνοδευόμενος από το φίλο του και στρατηγό Αντίπατρο, επισκέφτηκε το ωραίο νησί στο οποίο τελούνταν τα μυστήρια των Καβείρων, απογόνων του Ηφαίστου, θεού των ηφαιστείων. Μερικοί λένε ότι μετέβη εκεί, για να εξαγνισθεί για το φόνο συγγενικών προσώπων, κάτι που θεωρείται απίθανο, αν ληφθούν υπόψη ο χαρακτήρας  και οι ιδέες του Φιλίππου Β΄.
Η Ολυμπιάδα είχε επισκεφτεί κι αυτή τότε τη Σαμοθράκη, για να μυηθεί στα μυστήρια των Καβείρων. Ήταν πριγκίπισσα της Μολοσσίας, μόλις 19 χρόνων, όμορφη, δυναμική και με επίγνωση της καλλονής της. Ο Φίλιππος, μόλις την είδε, εντυπωσιάστηκε όχι μόνο από την ομορφιά της αλλά και από το δυναμικό της χαρακτήρα. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία και τον ίδιο χρόνο (357 π.Χ.) τελέστηκαν οι γάμοι τους, με τη συγκατάθεση του θείου της Αρρύβα, στη θέση του πατέρα της Νεοπτόλεμου, που είχε πεθάνει.
Πολλοί υποστηρίζουν, κρίνοντας από τις σχέσεις μεταξύ του βασιλικού ζευγαριού, πως κι αυτός ο γάμος είχε χαρακτήρα πολιτικό και αποσκοπούσε να συνδέσει  το κράτος των Μολοσσών της Ηπείρου με το δικό του. Πάντως, με το γάμο αυτό ενώθηκαν δύο βασιλικές δυναστείες: η δυναστεία των Αργεαδών του Φιλίππου Β΄, με απώτατο πρόγονο τον Ηρακλή, και η δυναστεία των Αιακιδών της Ολυμπιάδας, με πρόγονο τον Αχιλλέα. Και το αποτέλεσμα του γάμου αυτού ήταν να γεννηθεί ο Αλέξανδρος Γ΄ο Μακεδών.
Η Ολυμπιάδα, ήταν η δεύτερη κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου και γεννήθηκε το 376 π.Χ. στην Πασσαρώνα, πρωτεύουσα του βασιλείου. Λέγεται ότι το όνομά της ήταν Πολυξένη, όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη, όταν παντρεύτηκε το Φίλιππο Β΄ το 357 π.Χ,. και Ολυμπιάδα, ονομάστηκε από το Φίλιππο, ύστερα από τη νίκη του βασιλικού ίππου στους Ολυμπιακούς αγώνες (356 π.Χ.)
Αντίπατρος συνοδός του Αλέξανδρου στην Αθήνα
Ο Φίλιππος, στην προσπάθειά του να αναγκάσει τους νότιους Έλληνες να ενταχθούν κι αυτοί στο Κοινό των Ελλήνων, ύστερα από πολλές δυσκολίες και αγώνες, κατέλαβε την Ελάτεια, οπότε ο δρόμος για τη Βοιωτία και Αττική ήταν πλέον ανοιχτός. Η είδηση μεταδόθηκε γρήγορα στην Αθήνα και προκάλεσε τρόμο, γεγονός που ανάγκασε τους Αθηναίους, υπακούοντας στα κελεύσματα του Δημοσθένη, να συμμαχήσουν με τη Θήβα και να αντιταχθούν στην προέλαση του Φιλίππου προς τη νότια Ελλάδα.
Ο συμμαχικός στρατός από Αθηναίους, Θηβαίους και άλλους συγκεντρώθηκε στον κάμπο της Χαιρώνειας και αντιμετώπισε το στρατό του Φιλίππου, αλλά ηττήθηκε κατά κράτος. Ο Φίλιππος όμως, που ήθελε τη συμμαχία της Αθήνας, έδειξε μεγάλη επιείκεια προς τους Αθηναίους, ενώ τιμώρησε σκληρά τους άλλους.
Τις διαπραγματεύσεις ειρήνευσης με την Αθήνα ανέθεσε στον Αντίπατρο και τον Παρμενίωνα, που συνόδευαν το νεαρό Αλέξανδρο στην Αθήνα, ο οποίος μετέφερε την τέφρα των πεσόντων Αθηναίων στη μάχη της Χαιρώνειας (388 π.Χ.). Εκτός τούτου ο Φίλιππος αναγνώρισε την κυριαρχία της Αθήνας επί των νησιών του Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Δήλου και της Σάμου, απελευθέρωσε όλους τους Αθηναίους αιχμαλώτους (2.οοο) χωρίς λύτρα, επανέφερε τους εξόριστους φίλους του και θανάτωσε τους κυριότερους των αντιπάλων του. Αντί όλων αυτών το μόνο που απαιτούσε από τους Αθηναίους ήταν να προσχωρήσουν στο σύμφωνο ειρήνης και να συμμετάσχουν στο συνέδριο των Ελλήνων που σχεδίαζε να συγκαλέσει.
 Οι Αθηναίοι, εκτιμώντας τη χειρονομία καλής θέλησης του Φιλίππου, με τιμητικά ψηφίσματα, αποφάσισαν να στηθεί ο ανδριάντας του Φιλίππου στην Αγορά, να δοθούν πολιτικά δικαιώματα στον ίδιο και τον Αλέξανδρο, καθώς στους  στρατηγούς της επιτροπής Αντίπατρο και Παρμενίωνα..
Αντίπατρος-Αλέξανδρος Γ΄ο Μακεδών
Ο Αντίπατρος, όσο πιστός στάθηκε στο Φίλιππο Β΄ και τον βοήθησε σημαντικά στην επιτυχία της πολιτικής του, άλλο τόσο πιστός στάθηκε και δίπλα στο νεαρό Αλέξανδρο, αμέσως μετά τη δολοφονία του πατέρα του.
Μαζί με τον Παρμενίωνα και άλλους φίλους του Αλέξανδρου υποστήριξαν δυναμικά την υποψηφιότητά του Αλέξανδρου για την ανάρρησή του στο μακεδονικό θρόνο, μια και υπήρχαν πολλοί διεκδικητές.
 «Η εκλογή, γράφει ο Χάμμοντ στο βιβλίο του με τίτλο «Μέγας Αλέξανδρος ένας ιδιοφυής» δεν ήταν εκ των προτέρων δεδομένη, επειδή  ήταν γνωστό ότι υπήρχε κάποια αποδοχή στις απαιτήσεις του Αμύντα, που υπήρξε βασιλιάς ως ανήλικος από το 359 ως το 357, και επίσης υπήρχαν οι γιοι (Ηρομένης και Αρραβαίος) του Αερόπου, βασιλιά από το 397 ως το 394. Οι Εταίροι συσπειρώθηκαν γύρω από τον Αλέξανδρο. Ένας  από αυτούς, ο Αλέξανδρος Λυγκηστής, γιος του Αερόπου, ήταν ο πρώτος που φώναξε ¨Αλέξανδρος, γιος του Φιλίππου» και η Συνέλευση εξέλεξε τον Αλέξανδρο θριαμβευτικά»
Κι ενώ το σώμα του νεκρού Φιλίππου βρισκόταν ακόμη στο χώρο της δολοφονίας και ο συγκλονισμός των παρισταμένων από το θάνατό του  ήταν μεγάλος, ένοπλοι άνδρες, που βρίσκονταν εκεί, αξιωματούχοι και στρατηγοί, συγκεντρώθηκαν αμέσως και συγκρότησαν την πρώτη Συνέλευση. Πρόεδρό της εξέλεξαν τον Αντίπατρο.
Ακολούθησε η ομιλία του Αλέξανδρου  στους Μακεδόνες.
«…έφη γαρ όνομα μόνον διηλλάχθαι βασλέως, τας δε πράξεις χειρισθήσεσθαι μηδέν καταδεέστερον της επί του πατρός γενομένης οικονομίας έπειτα ταις πρεσβείαις χρηματίσας φιλανθρώπως παρεκάλεσε τους Έλληνας τηρείν την προς αυτόν πατροπαράδοτον εύναοιαν.»
« Είπε  πως με το θάνατο του Φιλίππου μόνο το όνομα του βασιλιά άλλαξε και ότι οι πράξεις του δε θα ήταν κατά κανένα τρόπο κατώτερες από τη διακυβέρνηση του πατέρα του. Έπειτα δέχθηκε φιλόφρονα σε ακρόαση τις διάφορες πρεσβείες και ζήτησε από τους Έλληνες να τηρήσουν και προς αυτόν την ίδια ευνοϊκή στάση που είχαν προς τον πατέρα του».(Διόδ. Σικελ. 17,2,3).
Ο νεαρός βασιλιάς, αφού εδραίωσε την εξουσία του με τη βοήθεια και των φίλων του, ετοιμάστηκε να υλοποιήσει την εντολή που του έδωσε στην Κόρινθο το Κοινό των Ελλήνων, πλην όμως μια μακεδονική συνήθεια  ήθελε το βασιλιά της να φροντίζει για τη διαδοχή, πριν κινήσει για τον πόλεμο. Γι’ αυτό και οι δύο στρατηγοί, Παρμενίων και Αντίπατρος, τον συμβούλεψαν να τηρήσει την αρχή αυτή.
Ο Αλέξανδρος τους άκουσε με προσοχή, αλλά δήλωσε: «πως θα ήταν ντροπή για κάποιον που η Ελλάδα τον έκανε γενικό αρχηγό του πολέμου και ταυτόχρονα έχει κληρονομήσει από τον πατέρα του έναν ανίκητο στρατό να κάθεται να τελεί γάμους και να περιμένει να γεννηθούν παιδιά.. Τους εξήγησε ποιο είναι το συμφέρον τους και τους προέτρεψε με τα λόγια του προς τον αγώνα»(Δ.Σικελ.17, 16,2).
Επείγετο να εκτελέσει την εντολή που του έδωσε το Κοινό των Ελλήνων στην Κόρινθο και άρχισε να ετοιμάζεται πυρετωδώς. Θεώρησε όμως καλό, πριν κινήσει για τη μεγάλη εκστρατεία, να επιλέξει τους ανθρώπους εκείνους που κατά την άποψή του θα του ήταν έμπιστοι και ικανοί να τον βοηθήσουν αποτελεσματικά κατά την απουσία του από την Ελλάδα. Γιατί πίστευε πως μόνο κατάλληλοι άνδρες στην κατάλληλη θέση θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποτελεσματικά στο δύσκολο έργο που του ανέθεσε το Πανελλήνιο. Η επιλογή δεν ήταν δύσκολη για τον Αλέξανδρο. Αμέσως εμπιστεύτηκε τη διοίκηση του κράτους στον Αντίπατρο, όταν εκείνος ανέλαβε την εκστρατεία εναντίον των Τριβαλλών, ενώ λίγο αργότερα, όταν ανέλαβε να εκστρατεύσει στην Ασία εναντίον των Περσών, τον όρισε  επιμελητή του κράτους με δικαίωμα να ασκεί για λογαριασμό του βασιλιά του όλα τα απορρέοντα από τη θέση αυτή καθήκοντα κατά την απουσία του στην εκστρατεία. «τα μεν κατά Μακεδονίαν τε και τους Έλληνας Αντιπάτρω επιτρέψας» (Αρρ, Αλεξ Άνάβ. Α ,11).
Του άφησε ακόμη στη διάθεσή του 12 χιλιάδες φαλαγγίτες, χίλιους ιππείς, και πεντακόσιους ελαφρά οπλισμένους ιππείς, για να επιβάλλει την τάξη στη Μακεδονική επικράτεια, να επιτηρεί τους γύρω από το μακεδονικό κράτος λαούς, να στρατολογεί και να ενισχύει κάθε χρόνο το εκστρατευτικό σώμα του Αλέξανδρου με  έμψυχο και άψυχο υλικό.
Καλύτερη επιλογή δε θα μπορούσε να κάνει ο ευφυής νεαρός βασιλιάς της Μακεδονίας. Την επαλήθευσαν τα γεγονότα που ακολούθησαν, αφού ο Αντίπατρος, όλα τα χρόνια της απουσίας του βασιλιά του στην Ασία, όχι μόνο τήρησε την τάξη στον Ελλαδικό χώρο αλλά και του έστελνε τακτικά  στρατιωτικές ενισχύσεις και διάφορα υλικά που χρειαζόταν στην εκστρατεία  του.
Από ένα πρόχειρο υπολογισμό που μπορεί να κάνει κανείς από τις πληροφορίες που παρέχει ο Αρριανός, ο Αντίπατρος έστειλε έγκαιρα στον Αλέξανδρο όλα τα χρόνια του πολέμου σχεδόν διπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις από εκείνες που είχε ο στρατηλάτης, όταν κίνησε εναντίον των Περσών.
Μόνο τον πρώτο χρόνο της εκστρατείας, την Άνοιξη του 333 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος βρισκότανε ακόμη στο Γόρδιο, ο Αντίπατρος ετοίμασε και του έστειλε στρατιωτικές ενισχύσεις, που ξεπερνούσαν τους 3.000 πεζούς και 650 ιππείς.(Περισσότερα για τις στρατιωτικές ενισχύσεις στο βιβλίο «Αλέξανδρος ο Μέγας, ο αήττητος στρατηλάτης και οραματιστής ενός νέου κόσμου», Εκδ. γράμμα, Θεσσαλονίκη 2011).
Ο Αλέξανδρος, όμως που υπεραγαπούσε τη μητέρα του, δεν αδιαφόρησε και γι’ αυτήν. Θέλοντας να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες της, ανέθεσε σ’ αυτήν την ευθύνη να τελεί τις θυσίες στους θεούς, να συνεχίζει τις παραδοσιακές τελετές των Αργειαδών, καθώς κι εκείνες προς τιμή του θεού Διόνυσου. Ο Χάμμοντ σημειώνει: «Επιπλέον υπήρχαν τμήματα της δημόσιας διοίκησης που διηύθυνε ο ίδιος ο βασιλιάς. Η υπευθυνότητα για όλα αυτά τα ζητήματα στην απουσία του βασιλιά δινόταν σε έναν αξιωματούχο που τον έλεγαν «Προστάτη της Βασιλείας». Ο Αλέξανδρος ανέθεσε αυτό το αξίωμα στη βασίλισσα μητέρα του. Ξέρουμε ότι κατά την απουσία του εκείνη θυσίαζε αντί αυτού και ότι ήταν ειδική στις παραδοσιακές τελετές των Αργεαδών και τις τελετές του Διονύσου».
Επειδή όμως τα όρια ευθύνης μεταξύ Αντίπατρου και Ολυμπιάδας δεν ήταν σαφώς καθορισμένα, γι’ αυτό πολλές φορές παρατηρούνταν τριβές μεταξύ τους, τις οποίες όμως έλυνε με σοφό τρόπο, έστω και από μακριά, ο Αλέξανδρος.  
Μένοντας όμως ως επίτροπος, επιτηρητής του κράτους στη Μακεδονία, ο Αντίπατρος, όχι μόνο διατήρησε την τάξη στην επικράτεια του Μακεδονικού κράτους, αλλά αντιμετώπισε με επιτυχία και κάποιες αποσταθεροποιητικές κινήσεις των εχθρών της. Με διαταγή του ο ναύαρχος Πρωτέας διασκόρπισε τον περσικό στόλο υπό το Δατάμη, που ναυλοχούσε στη Σίφνο, προλαμβάνοντας τον κίνδυνο αποστασίας των Ελλήνων (333 π.Χ.). Την ίδια επιτυχία σημείωσε και λίγο αργότερα, εναντίον του Μακεδόνα αποστάτη στρατηγού της Θράκης Μέμνονα, που επεδίωκε την ανεξαρτησία του από τη Μακεδονική κυριαρχία, ενώ την ίδια στιγμή ο περσικός στόλος με το Φαρνάβαζο απειλούσε τις Ελληνικές πόλεις. Ο Αντίπατρος τους αντιμετώπισε με επιτυχία κι αυτούς, αλλά δεν πρόλαβε να αποτρέψει τον Άγη, βασιλιά της Σπάρτης, να ξεσηκωθεί πολύ αργότερα εναντίον της Μακεδονικής τυραννίας, τη στιγμή που ο Αλέξανδρος προχωρούσε προς την παλιά πρωτεύουσα του περσικού κράτους την Περσέπολη (330 π.Χ.).
Κι ενώ ο Αλέξανδρος, κυρίαρχος πια του Περσικού κράτους, έσπευδε προς την Περσέπολη, όπου φυλάγονταν οι ανυπολόγιστης αξίας θησαυροί του κράτους, στην Ελλάδα ο Αντίπατρος καλούνταν να δείξει τη δύναμή του και τις ικανότητές, προκειμένου να αντιμετωπίσει την εξέγερση της Σπάρτης, η οποία ποτέ δεν αποδέχτηκε τη νέα κατάσταση και πίστεψε πως ήταν καιρός, με το βασιλιά της ΄Αγη και τη βοήθεια των συμμάχων της, να πετύχει την αναξαρτητοποίησή της από τη Μακεδονική κυριαρχία. Στην κίνηση αυτή μετείχαν και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου, οποίες συγκέντρωσαν μια αξιόλογη στρατιωτική δύναμη, μεγαλύτερη των τριάντα χιλιάδων, και απειλούσε τους Μακεδόνες. Η Αθήνα θέλησε να μετάσχει κι αυτή στη συμμαχία της Σπάρτης, αλλά στη Βουλή των Αθηνών οι μετριοπαθείς, Αισχίνης και Δημάδης, υποστήριξαν τη νομιμοφροσύνη, ενώ αντίθετα ο Δημοσθένης ήθελε να ενωθεί με τις δυνάμεις της Σπάρτης και να βγάλει έξω τον αθηναϊκό στόλο. Η πρόταση απορρίφθηκε και η συμμαχία της Σπάρτης έμεινε χωρίς τη συμμετοχή της Αθήνας.
Ο Αντίπατρος όμως, που στο διάστημα αυτό είχε λάβει χρήματα από τον Αλέξανδρο, μέσω  του Μένητα από την Πέλλα, τον οποίο διόρισε ο Αλέξανδρος υπεύθυνο για την ασφάλεια των επικοινωνιών με την Ελλάδα, του έστειλε 3000 τάλαντα, για να τα προσφέρει στον Αντίπατρο . Μ' αυτά τα χρήματα ο Αντίπατρος γρήγορα συγκέντρωσε 50 χιλιάδες στρατό και βάδισε εναντίον των δυνάμεων του Άγη στην Πελοπόννησο. Στη μάχη της Μεγαλόπολης (330 π.Χ.), που πολιορκούσε ο στρατός του Άγη, οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους ηττήθηκαν, ενώ ο Άγης έπεσε πολεμώντας ηρωικά στη μάχη.
Μια σοβαρή επανάσταση κάποιων Ελλήνων, που θέλησαν να αποσχιστούν από το Κοινό των Ελλήνων και να αποτινάξουν τη Μακεδονική κυριαρχία από πάνω τους, απέτυχε παταγωδώς. Τότε ο Αντίπατρος, ως αναπληρωτής ηγεμών, ζήτησε από το Συνέδριο να αποφασίσει τους όρους παράδοσης. Το Συμβούλιο επέβαλε στην Αρκαδία και την Ήλιδα, πρωτεργάτες του κινήματος, πρόστιμο 120 ταλάντων και συνέλαβε τους ηγέτες τους, επειδή παραβίασαν τους όρους της κοινής ειρήνης. Το Συνέδριο παραχώρησε το δικαίωμα στον Αντίπατρο να κρίνει την τύχη της Σπάρτης, ο οποίος, ενεργώντας άμεσα συνέλαβε 50 επιφανείς Σπαρτιάτες και τους έστειλε στον Αλέξανδρο μαζί με μια αντιπροσωπεία Σπαρτιατών. Έπειτα με διπλωματικές ενέργειες, πέτυχε οι ηττημένοι να δεχτούν την κοινή ειρήνη καθώς και τη συμμαχία με τη Μακεδονία.
Ο Αντίπατρος δεν ήταν μόνο καλός στρατηγός και διπλωμάτης αλλά και πνευματικός άνθρωπος, γιατί έβρισκε πάντοτε χρόνο να ασχολείται και με το συγγραφικό του έργο, γεγονός που τον έφερε πιο κοντά στο φίλο του Αριστοτέλη, του οποίου κέρδισε τη φιλία και την εκτίμηση. Γι’ αυτό αργότερα, όταν ο Αριστοτέλης αισθάνθηκε το τέλος της ζωής του, εκτιμώντας την ακεραιότητα του χαρακτήρα του στρατηγού και τη φιλία μαζί του, του εμπιστεύθηκε το άνοιγμα της Διαθήκης του..
Είναι γνωστό πως ο Αριστοτέλης, μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, επειδή φοβήθηκε μήπως έχει κι αυτός την τύχη του Σωκράτη, γιατί το κατηγορητήριο που διατυπώθηκε εναντίον του από το ιερατείο της Ελευσίνας ήταν για «γραφή ασεβείας», επειδή είχε ιδρύσει βωμό στον Ερμία και έγραψε ύμνο στην Αρετή. Για να αποφύγει, λοιπόν, τα χειρότερα κατέφυγε στην Εύβοια,  στο κτήμα της μητέρας του, όπου και πέθανε τον Οκτώβρη του 322 π.Χ. από θλίψη και μελαγχολία.
Η βαθιά εκτίμησή του φιλόσοφου  στο πρόσωπο του Αντίπατρου φαίνεται στην ιδιόχειρη διαθήκη του την οποία διασώζει στους «Βίους Φιλοσόφων» ο Διογένης Λαέρτιος. Γράφει σ’ αυτήν:
«Έσται μεν ευ εάν δε τι συμβαίνη, τάδε διέθετο Αριστοτέλης επίτροπον μεν είναι πάντων και δια παντός Αντίπατρον….»
.«Έτσι πρέπει να γίνει. Εάν μου συμβεί κάτι, εγώ ο Αριστοτέλης ορίζω τα ακόλουθα: Επίτροπος για όλα τα προσωπικά μου συμφέροντα και για όσο χρόνο χρειαστεί, θα είναι ο Αντίπατρος . Όσον αφορά στη σχολή μου, μέχρι να είναι σε θέση να την αναλάβει ο Νικάνωρ, την επιμέλεια θα έχουν ο Αριστομένης, ο Τίμαρχος , ο Ίππαρχος,ο Διοτέλης, ο Θεόφραστος, εάν βέβαια ο καθένας από αυτούς δέχεται να παίξει το ρόλο αυτό.Σε ό,τι αφορά στα παιδιά μου και στη γυναίκα μου την Ερπυλλίδα(δεύτερη γυναίκα του) και σε όλα τα υπόλοιπα υπάρχοντά μου, παραμένει επίτροπος ο Αντίπατρος».
Ο Αντίπατρος καλός οικογενειάρχης
Μιλώντας με κολακευτικά λόγια για τον πολύτεκνο στρατηγό του ο Φίλιππος κάποτε είπε μη σκοτίζεστε τόσο πολύ για τους γάμους, γιατί υπάρχει ο Αντίπατρος που  είναι άριστος γνώστης σ’ αυτά τα ζητήματα, μια και έχει πείρα από τους γάμους των 12 παιδιών που είχε αποκτήσει.
Είχε τη χαρά να αποκτήσει και να αναθρέψει 8 γιους: Κάσσανδρος, Ιόλας, Αρχίας, Νικάνωρ, Πλείσταρχος, Περίλαος, Φίλιππος και Αλέξανδρος, και 4 θυγατέρες: Φίλα, Ευρυδίκη, Νίκαια και άλλη μια που μας είναι άγνωστο το όνομά της.
Τις τέσσερις κόρες του πάντρεψε με τους πλέον διάσημους Μακεδόνες της εποχής. Γαμπροί του υπήρξαν ο ικανότατος στρατηγός και φίλος του Αλέξανδρου, ο Κρατερός, ο Πτολεμαίος Α΄, ο Λάγου, ο Περδίκκας, ο Δημήτριος Πολιορκητής και ο Λυγκηστής Αλέξανδρος. Ο τελευταίος ήταν αυτός που φώναξε, μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, «Αλέξανδρος, υιός Φιλίππου, βασιλεύς Μακεδόνων» και οι παριστάμενοι Μακεδόνες τον ανακήρυξαν βασιλιά τους.
Την πρώτη του κόρη, τη Φίλα, μια ιδιαίτερα ενάρετη γυναίκα,  πάντρεψε αρχικά με το Βάλακρο, σατράπη της Καππαδοκίας και μετά το θάνατό του, με τον Κρατερό, το γενναίο στρατηγό του. Η Φίλα απέκτησε ένα γιο, που τον ονόμασε Κρατερό, δίνοντάς του το όνομα του πατέρα του, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια μάχη, πέφτοντας από το άλογό του. Αργότερα η Φίλα παντρεύτηκε το νεαρό Δημήτριο Πολιορκητή, γιο του Αντίγονου του Μονόφθαλμου. Μ’ αυτόν απόκτησε δύο παιδιά, τον Αντίγονο, αργότερα βασιλιά της Μακεδονίας, και τη Στρατονίκη, που παντρεύτηκε το Σέλευκο και αργότερα, μετά το θάνατό του, τον Αντίοχο.
 Η Φίλα, στον πόλεμο που ξέσπασε ανάμεσα στους Διαδόχους του Μ. Αλεξανδρου, αιχμαλωτίστηκε από τον Πτολεμαίο, όταν αυτός συγκρούστηκε με το Δημήτριο Πολιορκητή στην Κύπρο και τον νίκησε. Σεβόμενος όμως ο νικητής τόσο την ίδια όσο και τον πατέρα της Αντίπατρο, την έστειλε με τα παιδιά της στη Μακεδονία, στον αδελφό της Κάσσανδρο. Αργότερα ο Δημήτριος έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας, αλλά ανατράπηκε από το θρόνο και η Φίλα, που ζούσε στην Κασσάνδρεια της Χαλκιδικής, απογοητευμένη από τη νέα κατάσταση, αυτοκτόνησε, πίνοντας δηλητήριο.
Τη Νίκαια, την άλλη κόρη του, ο Αντίπατρος είχε μνηστεύσει με τον Περδίκκα, το στρατηγό του Αλέξανδρου, ο οποίος όμως για λόγους πολιτικούς προφανώς, διέλυσε τον αρραβώνα του μαζί της και νυμφεύτηκε την Κλεοπάτρα, αδελφή του Αλέξανδρου. Μετά τη δολοφονία όμως του Περδίκκα (322) από τον Πίθωνα και το Σέλευκο στην Αίγυπτο, διεκδίκησαν την Κλεοπάτρα για σύζυγο οι στρατηγοί Κάσσανδρος, Λυσίμαχος και Αντίγονος. Εκείνη απέρριψε τις προτάσεις τους και μετέβη στις Σάρδεις, όπου ο Αντίγονος την αιχμαλώτισε και την κρατούσε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Στην προσπάθειά της όμως να δραπετεύσει συνελήφθη, μεταφέρθηκε πίσω στις Σάρδεις, όπου και δολοφονήθηκε, πιθανώς κατ’ απαίτηση του Κάσσανδρου, για να εξαφανίσει τα συγγενικά πρόσωπα που μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στις δικές του φιλοδοξίες να γίνει μια μέρα βασιλιάς της Μακεδονίας..
Τέλος, η Ευρυδίκη παντρεύτηκε τον Πτολεμαίο Α΄, το Σωτήρα, ιδρυτή της αιγυπτιακής δυναστείας. Πιθανώς ο γάμος αυτός έγινε μετά το 321 π.Χ., όταν ο πόλεμος μεταξύ των διαδόχων εμαίνετο για το διαμοιρασμό εδαφών της αυτοκρατορίας του Μ.Αλέξανδρου, επιδιώκοντας να ενισχυθεί η συμμαχία μεταξύ γαμπρού και πεθερού, δηλαδή του Πτολεμαίου και του Αντίπατρου.
Η Ευρυδίκη, η σύζυγος του Αρριδαίου απέκτησε τέσσερις γιους: τον Πτολεμαίο που ονομάστηκε «κεραυνός», το Μελέαγρο, που διαδέχτηκε τον αδερφό του στο θρόνο της Μακεδονίας μόνο για δύο μήνες, τον Αργαίο και έναν ακόμη που μας είναι άγνωστο το όνομά του.
Απόκτησε και δύο κόρες: την Πτολεμαϊδα, δεύτερη σύζυγο του Δημητρίου Πολιορκητή, και τη Λυσάντρα, σύζυγο του Αγαθοκλή, γιου του Λυσίμαχου.. Το 288 π.Χ. η Ευρυδίκη, οργισμένη με τον Πτολεμαίο, που προτίμησε τη Βερενίκη, πρώην ακόλουθό της, από την ίδια, εγκατέλειψε την Αίγυπτο και μετέβη στη  Μίλητο. Εκεί υποδέχτηκε το Δημήτριο Πολιορκητή στον οποίο έδωσε, ως σύζυγο, την κόρη της Πτολεμαϊδα. Η Ευρυδίκη πέθανε μετά το 280 π.Χ. Αυτές είναι οι πληροφορίες που υπάρχουν σχετικά με τις κόρες του Αντίπατρου.
Όσον αφορά στην τύχη των γιων του Αντίπατρου τα στοιχεία που έχουμε είναι σχεδόν ελάχιστα για κάποιους από αυτούς.
Ο Ιόλας, ο δευτερότοκος γιος του, είναι γνωστό πως υπήρξε οινοχόος του Αλέξανδρου. Κατηγορήθηκε μάλιστα ότι δηλητηρίασε το βασιλιά του και γι’ αυτό η Ολυμπιάδα αργότερα σκότωσε τον αδελφό του Νικάνορα. Ο Κάσσανδρος, πρωτότκος γιος του Αντίπατρου, συμμαθητής του Αλέξανδρου, που δεν είχε καλές σχέσεις μαζί του, αποκλείστηκε από τον Αντίπατρο να του αναθέσει την Αντιβασιλεία, γιατί προτίμησε να τον αναπληρώσει στη θέση του ο έμπειρος στρατηγός του Αλέξανδρου Πολυπέρχων, ο οποίος, ενώ αρχικά είχε καλές σχέσεις με τον Κάσσανδρο, αργότερα ο δεύτερος τον εξουδετέρωσε, όπως και όλους τους αντιπάλους του που υποστήριζαν την Ολυμπιάδα. Τραγικό τέλος επεφύλασσε η μοίρα στη δυναμική βασίλισσα του Μακεδονικού κράτους, την Ολυμπιάδα. Ο Κάσσανδρος, για να εξαφανίσει κάθε μέλοςς της βασιλικής οικογένειας πολέμησε την Ολυμπιάδα και τους προστάτες της με αποτέλεσμα να στραφεί εναντίον της. Η Ολυμπιάδα, για να σωθεί κατέφυγε με τη φρουρά της στην Πύδνα, έχοντας μαζί της τη Ρωξάνη και τον Αλέξανδρο Δ΄, τους οποίους συνέλαβε ο Κάσσανδρος και τους καταδίκασε σε θάνατο. Η μόνη που διέφυγε το θάνατο ήταν η Θεσσαλονίκη, κόρη του Φιλίππου και της Νικησίπολης από τις Φερρές, την οποία νυμφεύθηκε και έκτισε προς τιμή της την πόλη της Θεσσαλονίκης (316 π.Χ.).
Για τα άλλα παιδιά του Αντίπατρου δεν έχουμε πληροφορίες
Αντίπατρος και η δράση του κατά την περίοδο της διαμάχης μεταξύ των  Διαδόχων
Τα δυσκολότερα όμως προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Αντίπατρος εμφανίστηκαν αμέσως μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, όταν άρχισαν οι πρώτες διαμάχες μεταξύ των φιλόδοξων στρατηγών του.
Κι ενώ ακόμη δεν είχε ταφεί η σορός του Μακεδόνα βασιλιά, στη Βαβυλώνα εκδηλώθηκε αμέσως η αντίδραση των πεζών στρατιωτών της Φάλαγγας, απέναντι στον Περδίκκα, τους στρατηγούς και τους Εταίρους. Οι επαναστάτες με το Μελέαγρο ζητούσαν να γίνει βασιλιάς ο Αρριδαίος, ο ετεροθαλής αδελφός του Αλέξανδρου.
Τελικά, στη διαμάχη επικράτησε ο στρατηγός Περδίκκας που τιμώρησε τους πρωταίτιους με θάνατο καθώς και τον αρχηγό τους Μελέαγρο, αφού πήρε με το μέρος του τον άβουλο Αρριδαίο.
Για να επέλθει ηρεμία ανάμεσα στους φιλόδοξους στρατηγούς, αποφασίστηκε να γίνει διανομή αξιωμάτων.
΄Ετσι, συμφώνησαν προσωρινά να είναι βασιλιάς τους ο Αρριδαίος, γιος του Φιλίππου Β΄και της Θεσσαλής Φιλίνης, που μετονομάστηκε Φίλιππος Γ΄. Ακόμη συμφωνήθηκε πως, αν η Ρωξάνη, που ήταν έγκυος, γεννήσει γιο, θα γινόταν κι αυτός βασιλιάς, όπως και έγινε και ονομάστηκε Αλέξανδρος Δ΄.
Ο Περδίκκας, σωματοφύλακας του Αλέξανδρου και χιλίαρχος, έγινε επιμελητής της βασιλείας,  ενώ ο Αντίπατρος διατήρησε την εξουσία του στη Μακεδονία και τους γύρω λαούς και επέστρεψε αμέσως στην Ελλάδα, στη Μακεδονία, για να αντιμετωπίσει την επαναστατική κίνηση των Αθηναίων, οι οποίοι, παρόλες τις προσπάθειες  από το στρατηγό Φωκίωνα και το ρήτορα Δημάδη, για αυτοσυγκράτηση, εκείνοι παρασυρμένοι από το Δημοσθένη και τους άλλους αντιμακεδονίζοντες πως τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να διώξουν τις μακεδονικές δυνάμεις από τον τόπο τους, κινήθηκαν επαναστατικά. Με την Αθήνα συνέπραξαν οι Αιτωλοί,οι Αχαιοί, οι Αρκάδιοι και οι Κορίνθιοι υπό την ηγεσία του στρατηγού Λεωσθένη.Στην πρώτη τους όμως αναμέτρηση με τον Αντίπατρο στις Θερμοπύλες οι ενωμένες δυνάμεις, 30 χιλιάδες άνδρες, νίκησαν τον ολιγάριθμο Μακεδονικό στρατό, γεγονός που ανάγκασε τον Αντίπατρο να καταφύγει στη Λαμία και να ζητήσει τη βοήθεια του Λεοννάτου, σατράπη του Ελλησπόντου, και του Κρατερού, που με πολύ στρατό βρισκόταν στην Κιλικία καθοδόν για τη Μακεδονία, οπότε άρχισε ο Λαμιακός πόλεμος το 323 π.Χ.
Η πολιορκία της πόλης είναι στενή και ο Αντίπατρος, βρισκόμενος σε δύσκολη θέση, ζήτησε από το Λεωσθένη σύναψη συμφωνίας. Εκείνος έχοντας προσωρινά το πλεονέκτημα να πολιορκεί τους Μακεδόνες, αρνήθηκε, ζητώντας υποταγή, οπότε χάθηκε για τη συμμαχία η ευκαιρία, αφού σε λίγο, κατά τη διάρκεια της κατασκευής τάφρου, ο Λεωσθένης δέχτηκε πέτρα στο κεφάλι  από έναν καταπέλτη και μετά δύο μέρες τον έθαψαν με πολλές τιμές.
Στο διάστημα όμως  αυτό ενισχύθηκε ο Αντίπατρος από το Λεοννάτο και τον Κρατερό, που έφτασαν σε βοήθειά του με πολύ στρατό. Ο Κρατερός που βρισκόταν στη Μ Ασία με ισχυρό στρατό και τους 10 χιλιάδες απόμαχους Μακεδόνες, οι οποίοι επέστρεφαν στις πατρίδες τους  είχε και την εντολή από τον Αλέξανδρο να αντικαταστήσει στην αντιβασιλεία τον Αντίπατρο, τον οποίο ο Αλέξανδρος  μετακινούσε στη Μ. Ασία να εκπαιδεύσει εκεί το στρατό και  να γνωρίσει τη νέα πολιτική του Αλέξανδρου, όπως ελέγετο, αλλά όλοι γνώριζαν ότι η μετακίνηση του Αντίπατρου οφειλόταν στην Ολυμπιάδα, που κατηγορούσε τον Αντίπατρο και το γιο του Κάσσανδρο στον Αλέξανδρο. Είναι αλήθεια πως τελευταία ο Αντίπατρος και ο Παρμενίων δε συμφωνούσαν με της επεκτατική πολιτική του Αλέξανδρου και μάλιστα ο Παρμενίων υποστήριζε ότι έπρεπε η μακεδονική κυριαρχία να περιοριστεί στο δυτικό τμήμα της Μ. Ασίας, ώστε το κέντρο του κράτους να παραμείνει η Μακεδονία με την οποία συμφωνούσε και ο Αντίπατρος. Οι σχέσεις όμως Αλέξανδρου και Αντίπατρου δοκιμάστηκαν σοβαρά από τη στιγμή της δολοφονίας του Παρμενίωνα, αλλά και από την πληροφορία ότι ο Αλέξανδρος απαιτούσε από τους Μακεδόνες, όπως του είπαν, να τον προσκυνούν, ενώ η αλήθεια ήταν πως την προσκύνησή του απαιτούσε μόνο από τους κατακτημένους λαούς, που το συνήθιζαν αιώνες τώρα στο τόπο τους. ΄Ενα άλλο θέμα για το οποίο είχε διαφορετική άποψη ο Αντίπατρος ήταν  η εξομοίωση των Ελλήνων με τους Ασιάτες, Αυτό εξόργιζε το γηραιό στρατηγό και, αν προσθέσει κανείς και την μετακίνησή του από τη Μακεδονία στη Μ.Ασία, τότε γίνεται κατανοητή η δυσαρέσκεια του Αντίπατρου απέναντι στο νεαρό αήττητο βασιλιά του.. Ο θάνατος όμως του Αλέξανδρου΄δε λύπησε μόνο τους Μακεδόνες  αλλά και ματαίωσε όλα του τα σχέδια. Ο Αντίπατρος όμως  εξακολουθούσε να τελεί τα καθήκοντά του με την ίδια πίστη και αποφασιστικότητα. Γι, αυτό γρήγορα στράφηκε, κατά των ενωμένων συμμαχικών δυνάμεων, που κινήθηκαν εναντίον της μακεδονικής κυριαρχίας, και συνέτριψε τη δύναμη τους στη μάχη της Κραννώνας(322), διαλύοντας τη συμμαχία στην οποία μετείχαν  η Αθήνα, η Αιτωλική και η Αχαϊκή συμπολιτεία και άλλες πόλεις, επιβάλλοντας σ' αυτές όρους αυστηρούς, παρά την παρουσία στις διαπραγματεύσεις μαζί του του Αθηναίου στρατηγού Φωκίωνα, φίλου των Μακεδόνων..
Οι Αθηναίοι έπρεπε να παραδώσουν το Δημοσθένη και τον Υπερείδη, τους αρχηγούς αυτού του πολέμου, να μετατραπεί το πολίτευμα της Αθήνας από δημοκρατικό σε τιμοκρατικό, να δεχτούν μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία και να δώσουν χρηματικές πολεμικές αποζημιώσεις.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης, που έκρινε τους όρους της ειρήνης, επισήμανε πως ο Αντίπατρος μεταχειρίστηκε τους Αθηναίους φιλάνθρωπα, γιατί τους επέτρεψε να διατηρήσουν τα αγαθά και τις κτήσεις τους.
Επιστρέφοντας στη Μακεδονία ο Αντίπατρος με το στρατηγό Κρατερό, εκτός από δώρα που του πρόσφερε για τη βοήθειά του, τον νύμφευσε και με την κόρη του Φίλα και τον βοήθησε να επανακάμψει στην Ασία. Στο διάστημα αυτό στη Βαβυλώνα ο Περδίκκας, που ανέλαβε την επιτροπεία των βασιλέων Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄, διέλυσε τον αρραβώνα του με την κόρη του Αντίπατρου Νίκαια και νυμφεύθηκε την Κλεοπάτρα, την αδελφή του Αλεξάνδρου, για να πλησιάσει περισσότερο το βασιλικό θρόνο της Μακεδονίας. Γρήγορα όμως κίνησε τις υποψίες των άλλων στρατηγών και συνασπίστηκαν εναντίον του (Αντίπατρος, Κρατερός, Αντίγονος, Λυσίμαχος, Πτολεμαίος). Το 322 ο Περδίκκας δολοφονήθηκε, ύστερα από μια του αποτυχία, από τους ίδιους τους αξιωματικούς του. Λίγο αργότερα εξέλιπε και ο ικανότατος στρατηγός και φίλος του Αλέξανδρου Κρατερός, που σκοτώθηκε σε μια μάχη εναντίον του Ευμένη, πέφτοντας από το άλογό του. Οι θάνατοι αυτοί περιόρισαν κόμη περισσότερο τον αριθμό των ανταγωνιστών στρατηγών. Το 321 π.Χ. οι υπόλοιποι στρατηγοί συγκεντρώθηκαν στον Τριπαράδεισο της βόρειας Συρίας, όπου ο Αντίπατρος, με κοινή απόφαση,  διορίστηκε επιμελητής αυτοκράτωρ, των βασιλέων΄Φιλίππου Γ΄, δηλαδή του Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄. Τελικά, αφήνοντας τον Αντίγονο ως στρατηγό της Ασίας και τοποθετώντας δίπλα του τον Κάσσανδρο, το γιο του, να τον επιτηρεί, επέστρεψε στη Μακεδονία,  με τους Φίλιππο Γ΄και τον Αλέξανδρο Δ΄, όπου, όταν αισθάνθηκε το τέλος της ζωής του να πλησιάζει, διόρισε Επιμελητή στη θέση του τον έμπειρο στρατηγό του Αλέξανδρου Πολυπέρχοντα, αποκλείοντας από τη θέση αυτή το φιλόδοξο γιο του Κάσσανδρο.
Τότε η Ολυμπιάδα βρήκε την ευκαιρία να λάβει εκδίκηση από όσους την εχθρεύονταν και τη μισούσαν. Ο Πολυπέρχων, που συμμάχησε με την Ολυμπιάδα, εξέδωσε διαταγή να θανατωθούν όσοι υπήρξαν άρχοντες στις πόλεις στα χρόνια της εξουσίας του Αντίπατρου, οι δε δήμοι να επανακτήσουν την αυτονομία τους.
«Η Ολυμπιάς δε τούτων διαφθαρέντων (δηλ της Ευρυδίκης και Φιλίππου Γ΄), ανείλε μεν τον Νικάνορα τον αδελφόν του Κάσσανδρου, κατέστρεψε δε τον Ιόλου τάφον, μετερχομένη, καθάπερ έφησε τον Αλεξάνδρου θάνατον, επέλεξε δε και των Κασσάνδρου φίλων τους επιφανεστάτους εκατόν Μακεδόνας, ους άπαντες απέσφαξεν».
Τα γεγονότα αυτά, λέει ο Διόδωρος Σικελιώτης, έκαναν πολλούς Μακεδόνες να μισήσουν την Ολυμπιάδα για τη σκληρότητά της και «όλοι αναμιμνήσκοντο των Αντιπάτρου λόγων, ος καθάπερ χρησμωδών επί της τελευτής παρεκελεύσατο μηδέποτε συγχωρήσαι γυναικί της βασιλείας προστατήσαι».
Ο Αντίπατρος, προέβλεψε τα γεγονότα και οι φόβοι του για την εκδικητικότητα της Ολυμπιάδας βγήκαν αληθινοί, αλλά δεν έζησε, για να δει την επαλήθευση των λόγων του, γιατί πέθανε το 319 π.Χ., αφού υπηρέτησε πιστά δύο βασιλιάδες το Φίλιππο Β΄ και τον Αλέξανδρο Γ΄, και προσέφερε προστασία στους διαδόχους του Μακεδονικού θρόνου Φίλιππο Γ΄ (Αρριδαίο) και Αλέξανδρο Δ΄.
Δυστυχώς όμως για τους Έλληνες τα γεγονότα, που ακολούθησαν το θάνατο του Αλέξανδρου, άλλαξαν άρδην την κατάσταση στην αχανή αυτοκρατορία και οι φιλοδοξίες των Διαδόχων οδήγησαν τους ίδιους σε ένα αλληλοσπαραγμό, που διέλυσαν ό,τι είχε πετύχει στα δέκα και πλέον χρόνια ο Αλέξανδρος.

Συμπληρωματικά παραθέτουμε τον αφανισμό των νόμιμων διεκδικητών του Μακεδονικού θρόνου από τους φιλόδοξους στρατηγούς.
Το 317 π.Χ. η βασίλισσα Ευρυδίκη, σύζυγος του Φιλίππου Γ΄ ή Αρριδαίου, κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του συζύγου της και ο Κάσσανδρος, που μισούσε την Ολυμπιάδα και για τη δολοφονία του αδελφού του Νικάνορα, κινήθηκε εναντίον της, που κατέφυγε στην Πύδνα. Εκεί, την συνέλαβε και την καταδίκασε στην εσχάτη των ποινών, φυλακίζοντας την ίδια, τον  εγγονό της Αλέξανδρο Δ΄ και τη Ρωξάνη στην Αμφίπολη, για να τους εκτελέσει όλους τον άλλο χρόνο 316, αφήνοντας μάλιστα άταφο το σώμα της Ολυμπιάδας.΄
Την ίδια τύχη είχε και ο άλλος διεκδικητής του βασιλικού θρόνο, ο Ηρακλής, γιος του Αλέξανδρου και της Βαρσίνης, που ζούσε με τη μητέρα του στην Πέργαμο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στην Πέλλα, όπου κλήθηκε, γιατί δολοφονήθηκε καθ’ οδόν κι αυτός.
Δεν ήταν, βέβαια, καλύτερη και η τύχη της Ευρυδίκης και του συζύγου της Αρριδαίου ή Φιλίππου Γ΄. Πρόλαβε και τους δολοφόνησε το 317 π.Χ. η Ολυμπιάδα, αφού βεβήλωσε τον τάφο του Ιόλα, για τη συμμετοχή του δήθεν στη δηλητηρίαση του γιου της, μια και ήταν ο οινοχόος του Αλέξανδρου Γ΄.



Δ. Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ