Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ (590-85-525 π.Χ.)
Αρχή του κόσμου ο αέρας
Καταγωγή
Ο Αναξιμένης, γιος του Ευρύστρατου, γεννήθηκε το 590-85 π.Χ. στη Μίλητο και πέθανε το 525 π.Χ. Ήταν σύγχρονος του Αναξίμανδρου και μαθητής του, πλην όμως στη φιλοσοφία του ήταν πιο κοντά στο Θαλή παρά στο δάσκαλό του. Έγραψε σε απλή ιωνική διάλεκτο. Από το έργο του Περί Φύσεως σώθηκε μόνον ένα μικρό απόσπασμα.
Ο φιλόσοφος, θέλοντας να καταστήσει περισσότερο συγκεκριμένη την κοσμολογική αρχή του δασκάλου του, παραδέχεται ως τέτοια αρχή τον αέρα, γιατί τα πάντα από αυτόν γεννιούνται και τα πάντα στον αέρα καταλύουν. Γι' αυτόν ο αέρας είναι ύλη και ενέργεια μαζί, αρνούμενος να δεχτεί ότι είναι δυνατό από το άπειρο, που είναι άναρχο και απροσδιόριστο να γεννηθεί η ζωή και ο υλικός κόσμος που βλέπουμε.
Η φιλοσοφία του
"Αναξιμένης Ευρυστράτου Μιλήσιος αρχήν των όντων αέρα απεφήνατο, εκ γαρ τούτου πάντα γίγνεσθαι και εις αυτόν πάλιν αναλύεσθαι. οίον η ψυχή, φησίν, η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς, και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει…αδύνατον γαρ αρχήν μίαν την ύλην των όντων υποστήναι, αλλά και το ποιούν αίτιον χρη υποτιθέναι" (Αέτιος13,4)
Πρωταρχικό, λοιπόν, στοιχείο του σύμπαντος ο αέρας. Γιατί "Όπως η ψυχή, που είναι αέρας, συγκρατεί το σώμα, έτσι και ο αέρας συνέχει το σύμπαν". Ο αέρας είναι η αχανής υλική μάζα στην οποία ανάγεται γενετικά καθετί που υπάρχει ή έρχεται στη ζωή και αποτελεί το υπόστρωμα όλων των σημειωμένων μεταβολών στον κόσμο. Ο αέρας έχει το απεριόριστο (άπειρο) και την αέναη κίνηση. Είναι η πιο λεπτή, η πιο "πνευματική' ύλη που υπάρχει, είναι το θείο. Γι' αυτό και ως τέτοιο μένει αθάνατο και αιώνιο μέσα στη συνεχή γένεση και φθορά των επί μέρους πραγμάτων. Αλλάζει συνεχώς και είναι η αιτία της ζωής και της κίνησης στα έμψυχα. Ο κόσμος συλλαμβάνεται ως ένας μεγάλος ζωντανός οργανισμός που αναπνέει αέρα και εμψυχώνεται απ' αυτόν. Παραδέχεται κι αυτός, όπως και ο Αναξίμανδρος, πως, αν και ο κόσμος ολοένα αλλάζει μορφή, ωστόσο τίποτε δε χάνεται. Και η ψυχή δεν είναι άϋλη. Αποτελείται από το πρώτο στοιχείο, τον αέρα.
Στην καθαρή προκοσμική του κατάσταση ο αέρας είναι ένα αόρατο νεφέλωμα χωρίς εσωτερική διάρθρωση και χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά που να κάνουν αισθητή την ύπαρξή του. Αυτός γίνεται μόνον αισθητός, όταν η θερμοκρασία και η υγρασία υποστούν μεταβολές. Η θέρμανση του αέρα οδηγεί στη μείωση της πυκνότητας και αυτό στη φωτιά. Τα σώματα γεννιούνται με μια διπλή, αντιθετική κίνηση: πύκνωση και αραίωση".
"Όταν αραιώνει ο αέρας, γίνεται φωτιά, όταν πυκνώνει γίνεται πρώτα σύννεφο, ύστερα νερό, ύστερα χώμα και τέλος πέτρα' (Απ.Α 5 DK).
“Αναξιμένην δε φασι την των όλων αρχήν τον αέρα ειπείν και τούτου είναι τω μεγέθει άπειρον, ταις δε περί αυτόν ποιότησιν ωρισμένον: γεννάσθαι τε πάντα κατά τινα πύκνωσιν ούτον και πάλιν αραίωσιν. την γε μην κίνησιν εξ αιώνος υπάρχειν: πιλουμένου δε του αέρος πρώτην γεγενήσθαι λέγει την γην πλατείαν μάλα: διό και κατά λόγον αυτήν εποχείσθαι τω αέρι, και τον ήλιον και την σελήνην και τα λοιπά άστρα την αρχήν της γενέσεως εχειν εκ της γης. αποφαίνεται γουν τον ήλιον γην διά δε την οξείαν κίνησιν και μάλ’ ικανώς θερμήν ταύτην και αναλαβείν»(Πλουτ.Στρωμ3(D579)
Η κίνηση με την οποία γεννιούνται τα σώματα, υπάρχει στην αιωνιότητα. Μ' αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε η γη, ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα. Η Γη για τον φιλόσοφο είναι πλατειά στο σχήμα και γι' αυτό έλεγε κρατιέται στον αέρα, τη βάση της όμως την έχει στα βάθη του απείρου (Αριστ, Ουρ, Β,294 α).
Λέγεται πως στον Αναξιμένη οφείλεται η άποψη ότι η Σελήνη δανείζεται το φως της από τον Ήλιο, ενώ δίνοντας εξήγηση για το ουράνιο τόξο, έλεγε ότι οφείλεται στην αντανάκλαση των ηλιακών αχτίνων.
Ο φιλόσοφος τονίζει πως ο δικός μας κόσμος δεν είναι μοναδικός κόσμος που υπάρχει. Η αχανής μάζα του αέρα περιέχει ταυτόχρονα αναρίθμητους κόσμους που συνεχώς γεννιούνται και πεθαίνουν, επιστρέφοντας στο αρχικό άπειρο νεφέλωμα. Αν και ο Αναξιμένης υιοθέτησε το άπειρο του Αναξίμανδρου, για να προσδιορίσει μ' αυτό τον αέρα του, ωστόσο δεν ακολούθησε την άποψη εκείνου ως προς τα παράγωγα της αρχέγονης υλικής μάζας: ενώ στον Αναξίμανδρο έχουμε διαδοχή κόσμων, στον Αναξιμένη έχουμε ταυτόχρονη πολλαπλότητα κόσμων, πράγμα που σημαίνει πως ο Αναξιμένης αποσκοπούσε μ΄ αυτό τον τρόπο να επιφέρει μιαν ακόμη διόρθωση στο κοσμολογικό σύστημα του δασκάλου του.
"Ο Αναξιμένης, αποδεχόμενος ότι ο αέρας ήταν ένα στοιχείο που προϋπήρχε της γένεσης του κόσμου, προωθούσε στην ουσία το πρόβλημα από την κοσμογονία στην κοσμολογία, δηλαδή από την περιγραφική εξήγηση της καταγωγής του κόσμου στη λογική θεώρηση της δομής του καθεαυτήν".
Κριτική
Με τη θέση του αυτή ο Αναξιμένης φαίνεται πως υιοθετεί το άπειρο του Αναξίμανδρου, για να προσδιορίσει μ' αυτό τον αέρα του, ενώ ταυτόχρονα επιμένει στην πολλαπλότητα κόσμων, σε αντίθεση με τον Αναξίμανδρο, που δέχεται τη διαδοχή κόσμων. Ακόμη ο Αναξιμένης υποστηρίζει πως ο 'Ηλιος, η Σελήνη και τα αστέρια δεν περνούν κάτω από τη Γη, αλλά περιστρέφονται γύρω από τη Γη, πράγμα που δείχνει πως από την εικόνα του σύμπαντος που σχεδίασε ο Αναξιμένης δεν είναι σφαιρική σαν του Αναξίμανδρου αλλά ημισφαιρική. Ο ήλιος φωτίζει αστέρια και σελήνη. Αυτή είναι μια επιστημονική διαπίστωση, που αφήνει στο περιθώριο την παλιά μυθολογική αντίληψη ότι ο θεός Ήλιος είναι κυρίαρχος πάνω σε όλα και βλέπει τα πάντα.
Η Σχολή της Ιωνίας από τη στιγμή που η περιοχή αυτή θα περιέλθει υπό περσική κατοχή θα παρακμάσει και το κέντρο βάρους της φιλοσοφίας θα μεταφερθεί σε άλλο χώρο, όπου οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες θα ευνοούν την ανάπτυξή της.
Παρόλα αυτά, αν και σήμερα οι απόψεις των ιώνων φιλοσόφων μας φαίνονται απλοϊκές, δεν παύουν να μαρτυρούν την τεράστια ανθρώπινη προσπάθεια να ξεφύγει από τις μυθολογικές ερμηνείες και να φτάσει σε μια φυσική επιστημονική αντίληψη για την αρχή του κόσμου και της ζωής.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
Αντιφάσεις του Δία στο έπος της Ιλιάδας

Η γενική εικόνα που έχει σχηματίσει ο καθένας μας για το Δία είναι σχεδόν ιδανική. Είναι ο υπέρτατος θεός του Ολύμπου, πατέρας των θεών και των ανθρώπων, προστάτης των ξένων, του όρκου, της πόλης, της δικαιοσύνης και της ευτυχίας των ανθρώπων. Είναι παντογνώστης. Προβλέπει και προνοεί τα πάντα.
Πόσο πιο ιδανική εικόνα θα μπορούσε να σχηματίσει κανείς για ένα θεό (νεφεληγερέτη, τερπικέραυνο, ικέσιο, ξένιο, που κυβερνά τον κόσμο, καθισμένος ψηλά στον Όλυμπο;
Κι όμως στην Ιλιάδα ο ποιητής σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζει ένα θεό πολύ διαφορετικό από την εικόνα που ήδη περιγράψαμε, αφού ο Δίας στην Ιλιάδα άλλοτε αποκαλύπτει το θετικό του πρόσωπο και άλλοτε το αρνητικό του, γεγονός που προβληματίζει τον προσεκτικό αναγνώστη του έπους.
Ο Όμηρος εμφανίζει το Δία να αρχίζει την προσωπική του δράση από τη στιγμή που ανέτρεψε τον πατέρα του Κρόνο από το θρόνο και μοιράστηκε μετά από κλήρο με τα αδέρφια του, Ποσειδώνα και ΄Αδη, την εξουσία του κόσμου. Αν και στην αναφορά αυτή διακρίνουμε την πρώτη διαφορά που υπάρχει στην εκτίμηση της ηλικίας του θεού σε σχέση με τα άλλα του αδέλφια.
Η μυθολογία τον θέλει ως νεότερο των δύο άλλων αδελφών του, ενώ το έπος τον εμφανίζει ως το μεγαλύτερο (πρωτότοκος), που παίρνει δικαιωματικά τη βασιλεία από τον ανατραπέντα από το θρόνο πατέρα του.
Η διανομή, κατά δημοκρατικό τρόπο, μεταξύ των τριών αδελφών προσφέρει στο Δία την εξουσία του απέραντου Ουρανού, στον Ποσειδώνα της πλατιάς Θάλασσας και στον Άδη του σκοτεινού Κάτω Κόσμου. Όσον αφορά στην εξουσία επί του Ολύμπου και της Γης συμφωνήθηκε μεταξύ τους να ανήκει και στους τρεις.
«η γη και ο μέγας Όλυμπος να ανήκει και στους τρεις»(Ο 192).
Έτσι δικαιολογείται και η δράση θεών και θνητών στο έπος σε τρία επίπεδα, δηλαδή στον Ουρανό, στη Θάλασσα και στον Κάτω Κόσμο.
Ο Δίας είναι πανίσχυρος και κυβερνά με αυταρχικό τρόπο τον κόσμο όλο. Στη θέλησή του υποτάσσονται θεοί και άνθρωποι. Άλλωστε, το τονίζει και ο ποιητής με την επανάληψη της ίδιας φράσης κατά περίπτωση: «Διός δ’ ετελείετο βουλή».
Αν παρακάμψουμε την πρώτη αντίφαση που σημειώσαμε δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε τη δεύτερη, που εμφανίζει ένα Δία, διαμετρικά αντίθετο από τη γενική εικόνα που έχουμε για το θεό αυτό. Κι ενώ όλοι έχουμε σχηματίσει την εικόνα ενός θεού προστάτη του ανθρώπου, του ξένου κτλ., ο ποιητής μας εμφανίζει ένα θεό απρόσμενα σκληρό, απάνθρωπο, πολεμοχαρή και ανελέητο.
Είναι αυτός που σχεδιάζει να ξαλαφρώσει τη Γη από το βάρος των πολλών ανθρώπων, ξεσηκώνοντας πολύνεκρο πόλεμο, τον Τρωικό!
Τη φρικτή και απάνθρωπη πληροφορία αντλούμε από τα «κύκλια έπη».
Απόσπ 1.
«Αμέτρητα ήταν μια φορά τα πλήθη των ανθρώπων
κι η μάνα Γη απ’ το βάρος τους στέναζε και πονούσε.
Ο Δίας τη λυπήθηκε, σοφή έκανε σκέψη
να τη λυτρώσει απ’ το κακό, με πόλεμο, μ’ αμάχη,
βάφοντας μ’ αίμα άλικο της Τροίας την πεδιάδα.
Έτσι άναψε το μακελειό, οι ήρωες πεθαίναν
και του Διός η θέληση με μιας γινόταν πράξη».
Οι σχολιαστές, μην μπορώντας να ερμηνεύσουν αυτή την απόφαση του Δία, ισχυρίζονται πως πρόκειται για ένα Δία της προομηρικής εποχής, δηλαδή ένα θεό σκληρό, άτεγκτο, αιμοχαρή και πρωτόγονο.
Ο προσεκτικός όμως αναγνώστης αναρωτιέται και για κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Γιατί ο Δίας παίρνει μια τέτοια μονοδιάστατη απόφαση και τόσο σκληρή και απάνθρωπη; Μήπως την έλαβε «εν βρασμώ ψυχής», ή δεν βρήκε άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το θέμα του υπερπληθυσμού και αποφάσισε τον πολύνεκρο πόλεμο; Μήπως δεν μπορούσε να σκεφτεί, αν και θεός, καμιά άλλη καλύτερη ή πιο ανώδυνη λύση, όπως έπραξαν στα χρόνια μας κάποιοι άλλοι, οι οποίοι σκέφτηκαν σχετικά πιο ανθρώπινα, οι Κινέζοι, προκειμένου να λύσουν το πρόβλημα του δικού τους υπερπληθυσμού;
Να αποδεχτούμε ότι στην ομηρική εποχή και οι θεοί κάνουν λάθη; Ή μήπως ήταν μια σκόπιμη αναφορά του ποιητή, για να δικαιολογήσει, έστω και με τον τρόπο αυτό, έναν πολύνεκρο πόλεμο για ένα άδειο πουκάμισο της Ελένης, όπως τόνισε και ο νομπελίστας ποιητής Γ. Σεφέρης;
Όπως όμως και να έχει το ζήτημα είναι φανερό πια πως η προσωπική άμεση ή έμμεση επέμβαση στα ανθρώπινα του υπέρτατου θεού χαρακτηρίζεται από μια ασυγχώρητη ασυνέπεια, όταν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι ο θεός είναι παντογνώστης και παντοδύναμος και η θέλησή του νόμος. Γι’ αυτό και η συνεπής ή ασυνεπής στάση του στον τρωικό πόλεμο έχει τη δική της βαρύτητα και αξία.
Ο Δίας στην Ιλιάδα είναι αυταρχικός και παντοδύναμος. Οι θεοί δεν μπορούν να ενεργήσουν, αν δε έχουν την έγκρισή του. Όσοι από αυτούς θελήσουν να τον αμφισβητήσουν τους τιμωρεί αυστηρά. Κάποτε τους απαγορεύει ρητά να αναμιχθούν στον πόλεμο μεταξύ Αχαιών και Τρώων και άλλοτε πάλι τους προτρέπει να κατεβούν στον πόλεμο και ο κάθε θεός να βοηθήσει τους δικούς του. Κάποια άλλη φορά καλεί τους θεούς σε συγκέντρωση στον Όλυμπο και τους καθιστά γνωστό ότι, όποιος από αυτούς σπεύσει ξεχωριστά να βοηθήσει τους Τρώες ή τους Αργίτες, θα τον εξοντώσει με τον κεραυνό του και θα τον στείλει στα μαύρα Τάρταρα. Ο Δίας εδώ φαίνεται ότι ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των κυβερνητών του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», μοτίβο γνωστό και σήμερα σε μερικά σύγχρονα καθεστώτα.
«Όλοι, θεοί και θεές, ακούστε να σας πω
όσα με παρακινεί η καρδιά μου μες στα στήθη.
……………………..
Μην πάρω είδηση πως κάποιος θέλει κρυφά από μας να πάει
να βοηθήσει τους Τρώες για τους Δαναούς, γιατί θα τού ’ρθει
ο κεραυνός στο κεφάλι… ή αρπάζοντάς τον θα τον ρίξω μέσα στον ομιχλώδη Τάρταρο
………………..
Τότε θα νιώσει πόσο απ’ όλους τους θεούς είμαι ο πιο δυνατός»( Θ 5-17).
Είναι σκληρός και αποφασισμένος να πατάξει κάθε αμφισβήτηση της εξουσίας του, όπως το έπραξε, όταν τιμώρησε την Ήρα, τη σύζυγό του, επειδή εκείνη, με τη βοήθεια του βοριά, θέλησε να πνίξει στη θάλασσα τον Ηρακλή, γιο του Δία και της Αλκμήνης, ρίχνοντάς τον στην Κω, από όπου τον έσωσε ο ίδιος φέρνοντάς τον πίσω στο Άργος. Κατεχόμενος τότε ο αυταρχικός θεός από οργή ξέσπασε στην Ήρα, και τιμωρώντας την, την κρέμασε ψηλά στον αιθέρα και στα νέφη, χωρίς να τολμήσει κανένας από τους θεούς, αν και πολλοί βαρυγκομούσαν με τη συμπεριφορά του, να τη βοηθήσει(Θ 18-30).
Ο Δίας δεν υπολογίζει συγγένειες ή άλλες σχέσεις. Τιμωρεί όσους αμφισβητούν την εξουσία του. Την οργή του πλήρωσε άσχημα ακόμη και η Ήρα. Γι’ αυτό, όταν τη βλέπει η Θέμιδα στο παλάτι του Δία αναστατωμένη και τη ρωτά για την αναστάτωσή της αυτή, εκείνη το μόνο που τολμά να πει είναι να κάνουν υπομονή οι θεοί, γιατί ακόμη θα υποφέρουν πολλά από το σκληρό και αυταρχικό αφέντη τους.
Ο Ποσειδώνας, που είναι παρών στη συνάθροιση και που δεν τα πάει καλά με τον αυταρχικό αδερφό του, βρίσκει την ευκαιρία και ξεσπά εναντίον του αδελφού του. Διακηρύττει στους συγκεντρωμένους θεούς ότι είναι λεύτερος να κάνει ό,τι θέλει και κανείς δε θα τον εμποδίσει σ’ αυτό.
«Αλίμονο! τι αλαζονεία, αλήθεια, όσο κι αν είναι δυνατός,
να θέλει, παρόλο που είμαστε ομότιμοι, να με κρατάει
με τη βία, δίχως τη θέλησή μου.
………………..
η γη ανήκει σ’ όλους μας, κι ο αψηλός ο Όλυμπος.
Γι’ αυτό θα ζω όπως θέλω εγώ όχι όπως θέλει ο Δίας.
Ας μένει ήσυχος μ’ αυτό που του ’λαχε, όσο κι αν είναι δυνατός.
Χέρι δε βάζει πάνω μου κι ας μη με φοβερίζει σαν να ΄μαι εγώ δειλός
Καλά θα έκανε να μάλωνε έτσι άγρια τις κόρες του
και τους γιους του που θ’ άκουγαν αναγκαστικά τις προσταγές του»(Ο183-199).
Και όλα αυτά τα διακηρύττει μεταξύ των θεών, χωρίς την παρουσία του Δία. Μπροστά στον παντοδύναμο και αλαζόνα θεό, όπως τον αποκαλεί ο Ποσειδώνας, κανείς δεν τολμά να σηκώσει το ανάστημά του και να εκφέρει έστω και διαφορετική γνώμη. Όλοι τον τρέμουν και υποχωρούν.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η συμβουλή της Αθηνάς, όταν συμβουλεύει τον Άρη, το θεό του πολέμου, που είναι έτοιμος, παρά την απαγόρευση του Δία, να πάει στα πλοία των Αχαιών και να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του γιου του.
«Θεότρελε, αστόχαστε, πάει χάθηκες!…
Δεν ακούς αυτά που λέει η θεά, η λευκοχέρα Ήρα,
που μόλις τώρα έφτασε απ’ τον Ολύμπιο Δία;
Αλήθεια θέλεις συμφορές πολλές κι εσύ να πάθεις
και να γυρίσεις με τη βία στον Όλυμπο με ματωμένη καρδιά,
και σ’ όλους εμάς τους άλλους μέγα κακό μας φέρεις;
Γιατί θ’ αφήσει ευθύς τους ψυχωμένους Τρώες και τους Αχαιούς
κι εδώ στον Όλυμπο θα ‘ρθει να μας αναστατώσει,
με τη σειρά αρπάζοντας, φταίμε δε φταίμε, όλους»( Ο 128-137).
Εδώ η Αθηνά δεν εκφράζει απλώς το φόβο της για την τύχη του θεού Άρη, αλλά αναφέρεται και σε μιαν άλλη πτυχή του χαρακτήρα του πατέρα της. Τονίζει πως, όταν οργιστεί ο Δίας, δεν κάνει διάκριση μεταξύ ενόχων και αθώων και τους τιμωρεί όλους, γεγονός που αναιρεί την ιδιότητα του δίκαιου κριτή(άλλη αντίφαση).
Επειδή όμως οι άλλοι θεοί από φόβο συμμορφώθηκαν με τη διαταγή του και αποχώρησαν όλοι από τον πόλεμο, εκτός του Ποσειδώνα, ο Δίας οργισμένος τον απειλεί με την Ίριδα πως, αν δε γυρίσει στο σημείο που είναι συγκεντρωμένοι οι Θεοί, τότε η οργή του θα ξεσπάσει επάνω του και ας σκεφτεί καλά την ανυπακοή του( Ο 158-167).
Η προκλητική όμως και αυταρχική συμπεριφορά του Δία απέναντι στους θεούς του Ολύμπου κάποτε προκάλεσε αντίδραση και την οργή τους απέναντί του, αν και φανερά δεν τολμούσαν να του το δείξουν. Γι’ αυτό αποφάσισαν να τον ανατρέψουν, όπως ανέτρεψε ο ίδιος τον Κρόνο, τον πατέρα του. Την πληροφορία μας παρέχει ο ποιητής, όταν ο Αχιλλέας ζητά από τη μητέρα του Θέτιδα να παρακαλέσει το Δία να τον βοηθήσει, δίνοντας την υπεροχή στους Τρώες. Βοήθησες τότε, της λέει, το Δία να μην τον ανατρέψουν οι οργισμένοι εναντίον του θεοί. Να του υπενθυμίσεις τώρα την προσφορά σου αυτή, αν αρνηθεί τη βοήθεια του, τώρα που θα ανεβείς στον Όλυμπο.
«Γιατί πολλές φορές στο πατρικό μου σ’ άκουσα να λες
με περηφάνια πως μόνη εσύ μέσα στους αθανάτους γλίτωσες
το μαυροσύννεφο γιο του Κρόνου απ’ τα χειρότερα,
όταν οι άλλοι Ολύμπιοι ήθελαν να τον δέσουν,
η Ήρα, ο Ποσειδώνας και η Αθηνά Παλλάδα.
Αλλά ήρθες εσύ, θεά, κι απ’ τα δεσμά τον γλίτωσες,
καλώντας στον ψηλό τον Όλυμπο τον Εκατόχερο,
που οι θεοί τον λεν Βριάρεω κι όλοι οι θνητοί
Αιγαίωνα, γιατί πιο δυνατός από τον πατέρα του είναι».(Α 396-404).
Με την αποκάλυψη αυτή δίνεται απάντηση από τον ποιητή και στην απορία του αναγνώστη, που αναρωτιόταν γιατί άραγε να δείχνει ο παντοδύναμος θεός τόση αδυναμία στη θεά Θέτιδα, τη μητέρα του Αχιλλέα.
Ο Δίας όμως αποδεικνύεται και ασυνεπής. Φάσκει και αντιφάσκει κατά το δοκούν, γεγονός που δεν τιμά έναν παντογνώστη και παντοδύναμο θεό.
Από τη μια εμφανίζεται να μισεί τον πόλεμο και από την άλλη ξεσηκώνει τον τρωικό πόλεμο, όπου σκοτώνονται εκατοντάδες Αχαιοί και Τρώες σε μάχες ή μονομαχίες για χάρη της Γης. Βοηθά τους Τρώες να νικήσουν τους Αχαιούς, κάνοντας το χατίρι της Θέτιδας, ενώ από την άλλη μισεί το γένος του Πρίαμου, «…………Γιατί ο γιος
του Κρόνου μίσησε τώρα πια το γένος του Πριάμου» (Υ 305-306).
Εκείνο όμως που μας αιφνιδιάζει είναι ότι, ενώ ο Δίας ομολογεί πως είναι κατά του πολέμου και υπέρ της συμφιλίωσης και της ειρήνης των ανθρώπων, τον βλέπουμε να εξωθεί τους θεούς σε πόλεμο, οπότε πολεμούν οι μισοί βοηθώντας τους Τρώες και οι άλλοι τους Αχαιούς. Και το πιο παράδοξο και εξωφρενικό είναι ότι τους λέει, πως εκείνος θα κάθεται εκεί ψηλά και από εκεί θα βλέπει να σφάζονται κάτω στον κάμπο και να χορταίνει από το φρικτό θέαμα! (Υ20-25)
« τι κρύβω μες στο νου μου, Κοσμοσείστη, το κατάλαβες,
γι’ αυτό σας μάζεψα εδώ. Έχω την έγνοιά τους έτσι που χάνονται.
(συμπάθεια για τους νεκρούς)
Ωστόσο εγώ σε μια πτυχή του Ολύμπου θα καθίσω
και θα χαρώ το θέαμα(πολεμοχαρής). Εσείς οι άλλοι
πηγαίνετε κάτω στους Τρώες και στους Αχαιούς
κι εκεί βοηθάτε και τους δύο, όποιον ο καθένας θέλει».
(Τι βοήθεια θα προσφέρουν οι θεοί στον πόλεμο; Περισσότερους νεκρούς, ασφαλώς!)
Αν αυτή η αντίληψη δεν είναι διαστροφή, τότε τι είναι; Η αλλοπρόσαλλη στάση του Δία δεν τιμά, βέβαια, το θεό, πλην όμως, όταν ο αναγνώστης τη διαπιστώνει, αρχίζει να αμφιβάλλει για όσα γνώριζε για το Δία και να αναρωτιέται μήπως στηνέχουμε να κάνουμε με δύο πρόσωπα ενός θεού; Θυμάται το ρωμαϊκό θεό Ιανό, θεό του πολέμου με τα δύο πρόσωπα, το καλό και το κακό। Και στην περίπτωση του Δία, για να ερμηνεύσει την αντιφατική του συμπεριφορά, ισχυρίζεται πως το σκληρό πρόσωπο του Δία έχει σχέση με τον παραδοσιακό προεδρικό Δία και όχι με το Δία της εποχής του ποιητή και δεν είναι παρά ένα καθαρό δημιούργημα του Ομήρου। Αλλιώς, κάθε άλλη προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου, είναι μάταιη.
Ο Φρανσουά- Ρενέ ντε Σατομπριάν, (Πρόλογος στο Νάτσεζ, 1826), είπε: Ο Αχιλλέας υπάρχει μόνο χάρη στον Όμηρο. Αν με βάση αυτή την άποψη θελήσουμε να μιλήσουμε και για το διπρόσωπο Δία, τότε υπάρχει κι αυτός χάρη στον Όμηρο. Είναι δηλαδή ένα δικό του δημιούργημα και τον έπλασε έτσι όπως κάθε φορά τον ήθελε, για να τεχνουργήσει μια αριστοτεχνική αφήγηση, έστω και με μείωση του κύρους του παντοδύναμου θεού. Είναι μια άποψη και δεν υπάρχει λόγος να την υιοθετήσει κανείς. Εμείς απλώς σας την κοινοποιούμε. Ερευνήστε την και δώσετε τη δική σας απάντηση.

(Τα μεταφρασμένα αποσπάσματα αντλήθηκαν από τη μετάφραση: Ομήρου Ιλιάδα, Γ. Κόραβου και Χ. Δρόσου, Εκδ. Σοκόλη).


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Η ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

α. Οι Θεοί και η παντοδυναμία του Δία
Οι θεοί της ομηρικής εποχής είναι ανθρωπόμορφοι, ωραίοι, δυνατότεροι από τους ανθρώπους, με ανθρώπινες αδυναμίες και ευαισθησίες. Κατοικούν στον ΄Ολυμπο, τρώνε αμβροσία, πίνουν νέκταρ, ζουν ευτυχισμένοι και είναι αθάνατοι. Είναι πιο σοφοί από τους ανθρώπους αλλά όχι και πάνσοφοι.
Πατέρας των θεών και των ανθρώπων είναι ο Δίας. Στη γνώμη του υποχωρούν και υποτάσσονται όλοι οι θεοί, αλλά οι αποφάσεις των θεών στον ΄Ολυμπο παίρνονται από τη συνέλευση των θεών και είναι υποχρεωτικά εκτελεστές από θνητούς και θεούς। Υπεύθυνος για την πιστή τήρησή τους από θεούς και ανθρώπους είναι ο πατέρας Δίας, ο τηρητής των νόμων, ο δικαιοκρίτης θεός και ο εγγυητής των όρκων.।
Η ομηρική θρησκεία, όπως αυτή αρθρώνεται στα έπη του Ομήρου, είναι μια ορθολογική θρησκεία, που στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται ο Δίας. Σ' αυτήν όμως την ορθολογική δομή της υπέρτατης εξουσίας του Δία, όπου υπάγονται όλες οι άλλες θεότητες, προβάλλει και μια δύναμη υπερλογική, ισχυρότερη και ανώτερη από την παντοδυναμία του Δία, την οποία σέβεται και στης οποίας τη δύναμη υποχωρεί και ο υπέρτατος των θεών. Είναι η Μοίρα (αίσα).
Η λέξη σημαίνει μερίδιο, μερτικό, κάτι που ανήκει στον κάθε άνθρωπο και είναι αυστηρά καθορισμένο για κάθε θνητό। Αυτό, λοιπόν, το μερίδιο, η μοίρα, που έτυχε στον καθένα, ουδείς θεός μπορεί να αλλάξει।
Η Μοίρα στον όμηρο δεν είναι μια δύναμη που ενεργεί, αλλά μια σειρά από περιστατικά που πιστοποιούμε. Δεν υψώνεται ποτέ σε θεότητα, αλλά και ποτέ οι θεοί δεν μπορούν να ενεργήσουν αυθαίρετα, αντίθετα σ' αυτήν. Ο θεός είναι ο εκτελεστής της Μοίρας. Οι θεοί ίσως έχουν τη δυνατότητα κάπου να καθυστερήσουν για λίγο την ανθρώπινη μοίρα να πραγματοποιηθεί, αλλά ποτέ δεν έχουν τη δυνατότητα να την αλλάξουν.
(ε,288 και εξής)
." και δη Φαιήκων γαίης σχεδόν, ένθα οι αίσα
εκφυγέειν μέγα πείραρ οιζύος, ή μιν ικάνει"
"Να, στων Φαιάκων σίμωσε τη χώρα, όπου γραφτό του
είναι να ξεφύγει εκεί του χάρου τα πλεμάτια." .
Τρανή απόδειξη η αποτυχημένη προσπάθεια του Ποσειδώνα να βλάψει τον Οδυσσέα, του οποίου όμως το γυρισμό στην πατρίδα καθυστερεί όσο μπορεί. Το μέλλον του ομηρικού ανθρώπου κανονίζει η μοίρα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως ο άνθρωπος είναι δέσμιος της μοίρας του και δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τη ζωή του. Τα όρια της ελευθερίας του δεν είναι σαφώς καθορισμένα, αφού ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει ελεύθερα ως ένα σημείο και γι' αυτό άλλωστε είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Τα ασαφή όμως όρια της ελευθερίας του τον αναγκάζουν πολλές φορές να αναρωτιέται αν αυτό που έπραξε προερχόταν από τη δική του ελεύθερη βούληση ή ήταν αποτέλεσμα κάποιας θεϊκής προτροπής και καθοδήγησης. Πάντως, εκείνο που κατανοεί κανείς είναι ότι ο άνθρωπος της εποχής αυτής είναι θεοφοβούμενος και προσπαθεί με κάθε τρόπο να εξασφαλίζει την εύνοια των θεών είτε με τη διαγωγή του είτε με τις πράξεις του, δηλαδή με προσευχές και θυσίες που προσφέρει στους βωμούς τους.

β. Η παντοδυναμία της Μοίρας
Στο άσμα ε πληροφορούμαστε δια στόματος του αγγελιαφόρου των θεών, Ερμή, τόσο για τη δύναμη και την αίγλη που έχει ο Δίας ανάμεσα στους θεούς, όσο και για την παντοδυναμία της Μοίρας, την οποία δεν μπορεί να παρακούσει κανείς είτε άνθρωπος είναι αυτός είτε και ο υπέρτατος των θεών, ο Δίας.
(ε, 103-104). "αλλά μάλ' ούπως εστι, Διός νόον αιγιόχοιο
ούτε περ' εξελθείν άλλον θεόν ούθ' αλιώσαι".
"Μα τ' ασπιδάτου Δία
άλλος τη γνώμη δεν μπορεί ν' αλλάξει ή να μην κάμει".
(ε, 112 και εξής)
"τον νυν σ' ηνώγειν απομπέμεν όττι τάχιστα
ου γαρ οι τήδ' αίσα φίλων από νόσφιν ολέσθαι,
αλλ' έτι οι μοίρ' εστί φίλους τ' ιδέειν και ικέσθαι
οίκον ες υψόροφον και εήν ες πατρίδα γαίαν."
"Τώρα να φύγει στη στιγμή ζητά να τον αφήσεις.
Γιατί δε γράφει η μοίρα του, αλάργα από τους δικούς του
να κλείσει εδώ τα μάτια του, μον' είναι ριζικό του
να ιδεί την πατρίδα και τους δικούς και τ' αρχοντόσπιτό του".
Η μοίρα του ήρωα είναι καθορισμένη και ουδείς μπορεί να τη μετατρέψει, να την αλλάξει. Ο Οδυσσέας θα επιστρέψει στην Ιθάκη. Αυτό ορίζει η μοίρα του και έτσι θα γίνει. Τo γνωρίζει πολύ καλά ο Ποσειδώνας αλλά και ο γιος του  Πολύφημος. Ο τελευταίος το ομολογεί, όταν τυφλός πια προσεύχεται στον πατέρα του Ποσειδώνα και ζητά από αυτόν να εκδικηθεί τον Οδυσσέα για το κακό που του έκανε. ΄Οταν όμως θυμάται το γραφτό (αίσα, μοίρα) του Οδυσσέα μετριάζει την απαίτησή του και ζητά τουλάχιστον, αν φτάσει στην πατρίδα , να φτάσει μόνος και χωρίς συντρόφους.
(ι,530 και εξής)
"δος μη Οδυσσήα πτολίεθρον οίκαδ' ικέσθαι
αλλ' ει οι και μοίρα φίλους τ' ιδέειν και ικέσθαι
οίκον ευκτίμενον και εήν ες πάντας εταίρους,
νηός επ’ αλλοτρίης, εύροι δ’εν πήματα οίκω.»
¨Και δώσ’ του σπίτι να μη δει ο καστροπολεμίτης
Δυσσέας. Κι αν το έχει η μοίρα του γραφτό να πάει στο αρχοντικό του,
να ξαναϊδούν τα μάτια του πατρίδα και δικούς του,
με χρόνια ας πάει κακήν κακώς, δίχως συντρόφους άλλους,
με ξένο πλοίο και δεινά στο σπίτι του ας του τύχουν».
H μοίρα είναι καθοριστική πάντα για τον ομηρικό άνθρωπο, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως προαναφέραμε, πως το άτομο είναι αυστηρά δέσμιο της μοίρας του. ΄Ενα μεγάλο μέρος της ζωής του το καθορίζει μόνο του.
Ο Οδυσσέας π।χ।, επισκεπτόμενος το νησί των Κυκλώπων, ενεργεί μόνος του, χωρίς πίεση από κανέναν παρά μόνον από τη δίψα να δει και να μάθει। Η επιλογή είναι αποκλειστικά δική του γι' αυτό την πληρώνει με το θάνατο των συντρόφων του από το γίγαντα। Το ίδιο συμβαίνει και στην Ωγυγία, όταν αρνείται τη δελεαστική πρόταση της θεάς, που υπόσχεται να τον κάνει αθάνατο και άντρα της. Ο Οδυσσέας προτιμά τη θνητή Πηνελόπη από την αθάνατη θεά.
Η Πηνελόπη μόνη της προκρίνει το χρόνο της προκήρυξης του αγώνα τόξου μεταξύ των μνηστήρων, χωρίς καμιά θεϊκή επέμβαση(φ) .
Ο Αίγισθος προειδοποιείται από τον Ερμή για την τιμωρία που τον αναμένει , αν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα. Εκείνος είχε τη δυνατότητα επιλογής: δηλαδή να συμμορφωθεί με τη θέληση των θεών ή να την αγνοήσει. Επέλεξε ελεύθερα τη δεύτερη και τιμωρήθηκε.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να διακρίνει, αν ενεργεί ο ίδιος αυτόβουλα ή τον βοηθά κάποιος θεός। Συγκεκριμένα ο Οδυσσέας, όταν αφηγείται στον Εύμαιο την πλαστή του ιστορία, ισχυρίζεται πως μόνον κατόπιν θεϊκής παρέμβασης του ήρθε η σκέψη να πέσει στα πόδια του Αιγύπτιου βασιλιά και να του ζητήσει τη βοήθειά του. Η πράξη του αυτή τον έσωσε.
(ξ 273 κεξ)
("αυτάρ εμοί Ζευς αυτός ενί φρεσίν ώδε νόημα
ποίησ'.........................
αυτάρ εγώ βασιλήος εναντίον ήλυθον ίππων
και κύσα γούναθ' ελών, ο δ'ερύσατο και μ'ελέησεν,
ες δίφρον δε μ' έσας άγεν οίκαδε δάκρυα χέοντα".
"Κι ο Δίας τότε μου 'βαλε τη σκέψη αυτή στο νου μου
Κι έτρεξα εμπρος στου βασιλιά τ' αμάξι και φιλούσα
τα πόδια του, κι ο βασιλιάς με γλίτωσε απ' το χάρο
κι αφού στ' αμάξι μ' έβαλε να κάτσω,στο παλάτι
με πήρε και στη γη βροχή τα δάκρυα μου κυλούσαν".
΄Ηταν έτσι όπως θέλει να την παρουσιάσει ο Οδυσσέας ή ήταν μια στιγμιαία κίνηση στην οποία τον οδήγησε το ένστικτο αυτοσυντήρησης που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο και εκδηλώνεται σε δύσκολες και κρίσιμες στιγμές;
Εάν το είδος του θανάτου είναι καθορισμένο από τη μοίρα, τότε αυτό ουδείς μπορεί να μεταβάλει. Το βεβαιώνει ο Ποσειδώνας ( Φ, २९० και εξής) στον Αχιλλέα την ώρα που ο ήρωας της Ιλιάδας κινδυνεύει να πνιγεί από τα φουσκωμένα νερά του ποταμού Σκάμανδρου। Μη φοβάσαι, του λέγει, από το ποτάμι δε σου το 'γραψε η Μοίρα να πεθάνεις.
Αυτή είναι η Μοίρα (αίσα) στον ΄Ομηρο.। Είναι μια δύναμη που στέκεται πάνω από θεούς και ανθρώπους και δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει. Σήμερα ακόμη ο λαός μας διατυπώνει την αντίληψή του για τη μοίρα σε μια σύντομη φράση του: ό,τι γράφει (η μοίρα) δεν ξεγράφει।
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ। ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012


ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΟΡΧΗΣΤΗΡΕΣ

Οι Κουρήτες στους οποίους θα αναφερθούμε θεωρούνται κατά τη μυθολογία, θεότητες, συνοδοί νυμφών και σατύρων, που συνδέονται με την παιδική ηλικία του Δία στην Κρήτη(Λεξικό  Μπαμπινιώτη). Στην Ιλιάδα όμως αναφέρονται ως λαός που κατοικούσε στην περιοχή της Αιτωλίας, όπου έφτασαν προερχόμενοι από την Εύβοια της Χαλκίδας. Οι πληροφορίες γι’ αυτούς είναι πολλές, πλην όμως δε βοηθούν στην εξαγωγή ενός συμπεράσματος γενικά αποδεκτού για την καταγωγή τους και το ρόλο τους. Μια πρώτη πληροφορία μας παρέχει ο Όμηρος και αναφέρεται στη διαμάχη μεταξύ Κουρητών και Αιτωλών, για την κατοχή της Καλυδώνας, αιτωλικής πόλης, στην περιοχή μεταξύ Αχελλώου και Εύηνου ποταμού.
 «Κουρήτες τ’ εμάχοντο και Αιτωλοί μενεχάρμαι
αμφί πόλιν Καλυδώνα και αλλήλους ενάριζον,
Αιτωλοί μεν αμυνόμενοι Καλυδώνος εραννής,
Κουρήτες δε διαπραθέειν μεμαώτες  Άρηι» ( Ομ. Ιλιάς Ι 529)
«Οι Κουρήτες κι οι αντρειωμένοι Αιτωλοί κάποτε πολεμούσαν
γύρω από την Καλυδώνα κι ο ένας τον άλλον σκότωναν.
Οι Αιτωλοί υπερασπίζονταν την όμορφη Καλυδώνα
και οι Κουρήτες πολεμώντας τους ποθούσαν  να την πάρουν».
Ο αγώνας των Κουρητών γινόταν για την κατοχή της Καλυδώνας, την οποία κατείχαν οι ισχυροί Αιτωλοί. Οι Κουρήτες κατείχαν την Πλευρώνα της Αιτωλίας και διεκδικούσαν και την κατοχή της Καλυδώνας. Τελικά, από τον αγώνα μεταξύ τους, νικητές αναδείχτηκαν οι Αιτωλοί, που έδιωξαν τους Κουρήτες από την περιοχή τους κι αυτοί κατοίκησαν στην Ακαρνανία.
Τα γεγονότα αυτά φαίνεται πως είναι προγενέστερα του τρωικού πολέμου, αφού, κατά τη μαρτυρία του Ομήρου, συνέβησαν την εποχή που δε ζούσαν πια ούτε ο Οινέας ούτε τα παιδιά του Τυδέας και Μελέαγρος..
«Αιτωλών δ΄ ηγείτο Θόας, Ανδραίμονος υιός,
οι Πλευρών’ ενέμοντο και Ώλενον ηδέ Πυλήνην,
Χαλκίδα τ’ αγχίαλον Καλυδώνά τε πετρώεσσαν×
ου γαρ έτ’ Οινήος μεγαλήτορος υιέες ήσαν
ούδ’ άρ’ έτ’ αυτός έην, θάνε δε ξανθός Μελέαγρος».
«Των Αιτωλών αρχηγός ήταν ο Θόας, ο γιος του Ανδραίμονα,
αυτών που κατοικούσαν στην Πλευρώνα, την Ώλενο και την Πυλήνη,
και στην παραθαλάσσια Χαλκίδα και στη βραχώδη Καλυδώνα,
γιατί δε ζούσαν πια οι γιοι του μεγαλόκαρδου Οινέα×
ούτε ο ίδιος ζούσε πια, κι είχε πεθάνει κι ο ξανθός Μελέαγρος».
Ο Μελέαγρος ήταν αυτός που συνέχισε τον πόλεμο εναντίον των Κουρητών και τους νίκησε.
Η έριδα μεταξύ των κυνηγών, που σκότωσαν τον καλυδώνιο κάπρο, για τη νομή και κατοχή του κεφαλιού και του δέρματός του, ξεσήκωσε πόλεμο μεταξύ Κουρητών και Αιτωλών. Από τη σύγκρουση νικητές βγήκαν οι Αιτωλοί με το Μελέαγρο.
Ο Όμηρος παραθέτει το γεγονός, αποκαλύπτοντας και αφορμή (;) της σύγκρουσης.
Ο Οινέας(οίνος), γιος του Ενδυμίωνα απο τη γενιά του Αιόλου, είχε δύο γιους, το Μελέαγρο και τον Τυδέα, πατέρα του Διομήδη.
Ο Οινέας, επειδή λησμόνησε μια χρονιά να προσφέρει στην Άρτεμη τις απαρχές της συγκομιδής του, εκείνη οργισμένη έστειλε ένα κάπρο που κατέστρεφε τα αμπέλια και τις άλλες καλλιέργειες της περιοχής Ο Μελέαγρος συγκέντρωσε γενναίους νέους της περιοχής, κυρίως όμως τους Κουρήτες της Πλευρώνας και κυνήγησε το ζώο, ώσπου το εγκλώβισε κάπου και το σκότωσε. Αμέσως όμως μεταξύ των κυνηγών άρχισε διαμάχη για το κεφάλι και το δέρμα του ζώου. Στη διαμάχη αυτή ο Μελέαγρος φόνευσε τον αδελφό της μητέρας του Αλθαίας, αρχηγό των Κουρητών. Οι Κουρήτες οργισμένοι, θέλοντας να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους, στράφηκαν κατά των Αιτωλών της Καλυδώνας. Και όσο στον πόλεμο μετείχε ο Μελέαγρος νικούσαν οι Αιτωλοί, όταν όμως  αποσύρθηκε από τον πόλεμο, εξ αιτίας των αρών της Αλθαίας, της μητέρας του, εναντίον του, η νίκη έστεψε τα όπλα των Κουρητών. Κι ενώ απειλούσαν με καταστροφή την πόλη του, την Καλυδώνα, εκείνος απαθής έμενε μακριά από τη μάχη, δίπλα στη γυναίκα του Κλεοπάτρα, όπως ο Αχιλλέας στη σκηνή του, τη στιγμή που οι Τρώες απειλούσαν τα καράβια των Αχαιών. Η μητέρα του Μελέαγρου, που έβλεπε τη συμφορά να πλησιάζει, τον παρακαλούσε να αφήσει την οργή του και να κατεβεί στον πόλεμο, γιατί κινδύνευε η πόλη. Εκείνος επέμενε στην άρνησή του, ώσπου είδε τους Κουρήτες  να κυριεύουν τα τείχη της πόλης του, οπότε, υποχωρώντας στα δάκρυα και τον εξορκισμό της γυναίκας του, κατεβαίνει στον πόλεμο απωθεί τους εχθρούς και σώζει την πόλη (Ιλ.Ι 533-600). Ο Μελέαγρος, έστω και την τελευταία στιγμή, άφησε κατά μέρος την οργή του, κατέβηκε στον πόλεμο και έπραξε το καθήκον του. Έσωσε την πόλη του από τον κίνδυνο των Κουρητών. Γι’ αυτό και τιμήθηκε δεόντως.
Για τους Κουρήτες όμως υπάρχει και άλλη μαρτυρία που προσδιορίζει την  προέλευσή τους και δικαιολογεί την ονομασία τους. Είναι αυτή του Αρχέμαχου (απόσπ 8, 2-6), την οποία διασώζει ο Στράβων Χ. «Αρχέμαχος δ’ ο Ευβοεύς φησί τους Κουρήτας εν Χαλκίδι συνοικήσαι. Συνεχώς δε περί του Ληλάντου πεδίου πολεμούντας, επειδή οι πολέμιοι της κόμης εδράττοντο της έμπροσθεν, και αυτούς κατέσχων, όπισθεν κομώντας γενέσθαι, τα δ’ έμπροσθεν κείρεσθαι. Διό και Κουρήτας από της κουράς κληθήναι. Μετοικήσαι δ’ εις την Αιτωλίαν και κατασχόντας τα περί Πλευρώνα χωρία. Τους δε πέραν του Αχελλώου, δια το ακούρους φυλάττειν τα κεφαλάς, Ακαρνάνας καλείσθαι».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή φαίνεται πως οι Κουρήτες ξεκίνησαν από την Εύβοια, από το Λιλάντιο πεδίο, και έφτασαν στην περιοχή της Αιτωλίας. Ονομάστηκαν  Κουρήτες, γιατί κούρευαν το πίσω τμήμα της κόμης τους, για να μην τους τραβάνε τα μαλλιά οι εχθροί τους, ενώ οι άλλοι που δεν κούρευαν τα μαλλιά τους ονομάστηκαν Ακαρνάνες.
Όλες οι μέχρι τώρα μαρτυρίες που αναφέραμε μιλούν για ένα λαό που ζει και δρα στην Εύβοια, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο μεταβαίνει στην Αιτωλία, πολεμά εναντίον των Αιτωλών, πλην όμως ηττάται και αποσύρεται στην Ακαρνανία.
Ο Ησίοδος, μεταγενέστερος του Ομήρου, αναφερόμενος κι αυτός στην προέλευση των Κουρητών, ανατρέχει  στη γέννηση του Δία από το θεϊκό ζευγάρι του Κρόνου και τη Ρέας και χαρακτηρίζει τους Κουρήτες ως ακόλουθους της Ρέας, που τους φέρνει  η θεά από τη Φρυγία ή κατ’ άλλους που είναι γεννημένοι από τη λάσπη, η οποία δημιουργήθηκε από τα δάκρυα του Δία κατά τη γέννησή του και το χώμα της γης όπου έπεσαν. Η άποψη αυτή προέρχεται από την Κρήτη. Οι Κουρήτες είναι συνοδοί της Ρέας προγενέστεροι της γέννησης του Δία και στην άλλη εκδοχή συνομήλικοι του Δία αφού γεννήθηκαν την ίδια στιγμή με το θεό από τη Γη.
«Ρείη (Ρέα) δε δμηθείσα Κρόνω τέκε φαίδιμα τέκνα
Ιστίην, Δήμητρα και Ήρην χρυσοπέδιλον
ίφθιμόν τ’ Άιδην, ος υπό χθονί δώματα ναίει
……………..
Ζήνα τε μητιόεντα, θεών πατέρ’ ηδέ και ανδρών,
του υπό βροντής πολεμίζεται ευρεία χθών.
και τους μεν κατέπινε μέγας Κρόνος, ως τις έκαστος
νηδύος εξ ιερής μητρός προς γούναθ’ ίκοιτο,
τα φρονέων, ίνα μη τις αγαυών Ουρανιόνων×
άλλος εν αθανάτοισιν έχοι βασιληίδα τιμήν.
πεύθετο γαρ Γαίης τε και Ουρανού αστερόεντος,
ούνεκα οι πέπρωτο έώ υπό παιδί  δαμήναι
και κρατερώ περ εόντι- Διός δια βουλάς» (Ησίοδος Θεογονία 453).
Ο Κρόνος, φοβούμενος πλέον μήπως χάσει το θρόνο του από κάποιο παιδί του, καταβρόχθιζε τα παιδιά που γεννούσε η Ρέα.
Η Ρέα όμως, που θέλησε να κρατήσει στη ζωή ένα από αυτά, ξεγέλασε τον Κρόνο, προσφέροντάς του μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα μωρού. Ο θεός την καταβρόχθισε, νομίζοντας πως είναι το νεογέννητο παιδί του.
Αργότερα όμως νικήθηκε από τη δύναμη του ίδιου του παιδιού του και εξέμεσε τα παιδιά και το λίθο που καταβρόχθισε.
« νικηθείς τέχνησι βιήφί παιδός εοίο
πρώτον δ’ εξείμεσσε λίθον…»(496).
Λέγεται πως αυτός ο λίθος, Βαίτυλος (μετεωρίτης), που υπάρχει στους Δελφούς, μεταφέρθηκε εκεί από την Κρήτη ή τη Φοινίκη.
Ο Κρόνος όμως, παρά τα προληπτικά του μέτρα, δεν μπόρεσε να ξεφύγει αυτό που η Μοίρα του έγραψε. Ο Δίας, ο γιος του, τον ανέτρεψε και πήρε το θρόνο του, για να καταστεί ο παντοδύναμος θεός στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων.
Ο νέος θεός δεν ήταν μόνο προικισμένος ο ίδιος με ισχυρό νου, αλλά φρόντιζε να ενώνεται και με γυναίκες που φημίζονταν για τη σοφία και τη γνώση τους.
Όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος (1,1,57) ο Δίας ενώθηκε πρώτα με τη Μήτιν (μήδομαι=σκέτομαι), την προσωποποίηση της σοφίας, την οποία ενέκλεισε στα σπλάχνα του, για να του φανερώνει τη γνώση του καλού και του κακού. Ενώθηκε με τη Θέμιν, που είναι ο νόμος, η ηθική τάξη, «η έτεκεν Ώρας, Ευνομίην τε Δίκην τε και Ειρήνην τεθαλυίαν…Μνημοσύνης δ’ εξαύτις εράσσατο καλλικόμοιο». Ενώθηκε και με τη Μνημοσύνη, τη μητέρα των Μουσών, από όπου πηγάζει η ποιητική έμπνευση και με πολλές άλλες γυναίκες.  Έτσι με τη δύναμη του μυαλού του και τους κεραυνούς του κατέστη παντοδύναμος θεός.
Αμέσως όμως προβάλλει το ερώτημα για τη σχέση Κουρητών και Δία. Οι εκδοχές για το ρόλο, και την προέλευση των Κουρητών είναι πολλές.
Μια παράδοση θέλει τους Κουρήτες παιδιά της Γης, άλλη παιδιά του πρώτου ανθρώπου στη γη, του Φορωνέα, και μια τρίτη ότι οι Κουρήτες προήλθαν από τους ιδαίους Δακτύλους, δείχνοντας έτσι πως ήταν προγενέστεροι της γέννησης του Δία.
Τους Κουρήτες τους έφερε μαζί της η Ρέα και είναι χρονικά προγενέστεροι της γέννησης του Δία. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Καλλίμαχος (΄Υμνος εις Δία 46), αφού, κατά τη γέννα του θεού από τη μάνα του τη Ρέα, οι συνοδοί της θεάς χόρευαν έξω από τη σπηλιά, χτυπώντας τα όπλα τους. «Κουρήτες ωρχήναντο τεύχεα πεπληγότες». Ο Καλλίμαχος συνεχίζοντας την αφήγησή του σημειώνει ότι μετά τη γέννηση του μωρού, το πήραν στην αγκαλιά τους οι νύμφες της Δίκτυος και το κοίμισαν σε χρυσό λίκνο. Την ίδια στιγμή μια από αυτές, η Αδράστεια, ανέλαβε τη φροντίδα του. Το μωρό μεγάλωνε στην σπηλιά, κρυφά από τον Κρόνο. Το θήλαζε μια αίγα, η Αμάλθεια, που μεταμορφώθηκε σε νύμφη και ονομάστηκε «τροφός μήτηρ». Το όνομά της φαίνεται πως είναι επίθετο της Γης, η οποία κατά την κρητική παράδοση θεωρείται μητέρα του Δία. Πρόκειται βέβαια για την κρητική παράδοση «Εν δε τοις Κρητικοίς λόγοις, οι Κουρήτες Διός τροφείς λέγονται και φύλακες, εις Κρήτην εκ Φρυγίας μεταπεμφθέντες υπό της Ρέας συνακολουθήσαντας εις Κρήτην και τον Δία κουροτροφήσαντας Κουρήτας ονομασθήναι» (Στράβων 10, 3 , 19, 6)
Το ίδιο υποστηρίζει και ο Απολλόδωρος «οι δε Κουρήτες ένοπλοι εν τω άντρω το βρέφος φυλάσσοντα τοις δόρασι τας ασπίδας συνέκρουον, ίνα μη της του παιδιού φωνής ο Κρόνος ακούση»(Απολλοδ.1,5, ). Οι Κουρήτες (κόρη, κούρος, κουρήτης η Κ(ου)ρήτης δηλαδή Κρήτης), ως ακόλουθοι της Ρέας, κατά τη γέννηση του Δία,  χτυπούσαν έξω από το σπήλαιο της Ίδης με τα δόρατα τις ασπίδες και προκαλούσαν θόρυβο, για να μην ακούσει ο Κρόνος το κλάμα του μωρού.
Ο Στράβων (10, 3,19 6-17) τους χαρακτηρίζει χορευτές (ορχηστήρες),  ετυμολογεί δε το όνομά τους από το ρήμα οικοτροφώ. Αναφέρει ως χώρα προέλευσης τη Φρυγία από όπου τους έφερε η Ρέα.
«…και γένος ουτιδανών Σατύρων και αμηχανοεργών, Κουρήτές τε θεοί φιλοπαίγμονες αρχηστήρες. ο δε την Φορωνίδα γράψας αυλητάς και Φρύγας τους Κουρήτας λέγει, άλλοι δε γηγενείς και χαλκάσπιδας. οι δ’ ού τους Κουρήτας περιθέσθαι δ’ όπλα χαλκά πρώτους εν Ευβοία. διό και Χαλκιδέας αυτούς κληθήναι»
Μια κρητική παράδοση υποστηρίζει ότι γεννήθηκαν  από τα δάκρυα του μωρού που έπεφταν στη Γη και τα ίχνη που άφησαν  τα δάκτυλα της Ρέας στο χώμα κατά τη γέννα, γι’ αυτό ονομάστηκαν  Δάκτυλοι. Ήταν δέκα τον αριθμό, πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια, όσα δηλαδή και τα δάκτυλα των δύο χεριών της θεάς ή πέντε, όσα και τα δάχτυλα του ενός χεριού:(Ηρακλής, Παιωναίος, Επιμήδης, Ιάσιος και Ίδας). Η παράδοση αυξάνει προοδευτικά τον αριθμό τους από 3 σε πέντε, σε δέκα, σε εκατό!
Οι Κουρήτες σε άλλη περιοχή ταυτίστηκαν και με τους  Κορύβαντες, σύμβολα του οργιαστικού χορού, τέκνα της Ρέας-Κυβέλης, που λατρεύονταν  στη Φρυγία.
Ο Στεφ. Γραμματικός υποστηρίζει (45,19) ότι οι Κουρήτες, που ήλθαν με το Δία στην Εύβοια της Χαλκίδας, χαλκοφορέθηκαν εκεί και ο θεός τους άφησε φύλακες του νησιού και του ιερού της μητέρας του Ρέας.
Από όσα αναφέραμε γίνεται φανερό πόσο δύσκολο είναι να ανιχνεύσει κανείς την αλήθεια για του Κουρήτες αλλά και το χρόνο γέννησής τους σχετικά με τη γέννηση του Δία, αφού άλλοτε είναι προγενέστεροι της γέννησής του και τους φέρνει η Ρέα από τη Φρυγία. Δημιουργούν θόρυβο, χτυπώντας με τα δόρατα τις ασπίδες έξω από τη σπηλιά που γεννούσε το Δία, ενώ άλλοτε φέρονται να γεννιούνται σύγχρονα με το Δία από τα δάκτυλα της Ρέας που βύθιζε στη γη εξ αιτίας του πόνου της γέννας και των δακρύων του μωρού που έπεφταν στο χώμα.
Οι πληροφορίες είναι πολλές και αντιφατικές. Η κάθε περιοχή φιλοδοξεί την πατρότητα των Κουρητών. Πάντως, όποια και αν είναι η καταγωγή τους, οι υπηρεσίες τους ήταν σημαντικές, αφού είχαν σχέση με τη γέννηση, τη διατροφή και τη φρουρά του Δία, του πατέρα των θεών και των ανθρώπων, γι’ αυτό  και η μεγάλη διαμάχη για την καταγωγή  τους.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Οι πρώτες δυσκολίες της ελληνικής επανάστασης του ’21
και η συνέλευση των Καλτετζών (26-5-1821), το πρώτο ελληνικό πολίτευμα. 
Οι πρώτες δυσκολίες της ελληνικής επανάστασης του ΄21
Η ελληνική επανάσταση του ΄21 ξέσπασε σε μια στιγμή που στην Ευρώπη επικρατούσαν οι απολυταρχικές δυνάμεις της Ιερής Συμμαχίας. Bασική τους επιδίωξη ήταν η καταστολή κάθε φιλελεύθερου κινήματος, που θα εκδηλωνόταν στην Ευρώπη και θα απειλούσε τη γαλήνη και τα συμφέροντα των κρατών αυτών. Η ελληνική όμως επανάσταση, εκτός από την αντίδραση της Ιεράς συμμαχίας, είχε να αντιμετωπίσει και την απειλή του πολυάριθμου τουρκικού στρατού, που ήταν έτοιμος να την καταπνίξει στο αίμα। Επρόκειτο για ένα στρατό εμπειροπόλεμο και άριστα εξοπλισμένο, που κάποτε έφτασε να απειλεί και την ίδια τη Βιέννη.Οι Έλληνες όμως που κατανόησαν ότι δεν πρέπει να περιμένουν να έρθει το ξανθό γένος να τους λευτερώσει, πήραν τα όπλα και αποφάσισαν μόνοι να πεθάνουν ή να λευτερωθούν, κάτι που μνημονεύει και ο γέρος του Μοριά στα Απομνημονεύματά του: «ό,τι κάμομεν θα το κάμομεν μονάχοι και δεν έχουμε ελπίδα καμιά από τους ξένους». Γι’ αυτό και οι υπόδουλοι Έλληνες μόνοι τους ανασκουμπώθηκαν, πήραν τα όπλα και ξεκίνησαν το μεγάλο αγώνα με το σύνθημα: «Ελευθερία ή θάνατος»
 Τι είχαν όμως να αντιπαρατάξουν οι επαναστάτες στην πανίσχυρη πολεμική μηχανή της Τουρκίας; Απλώς λίγους αρματωμένους αλλά γενναίους πολεμιστές, δίχως ξεχωριστό οπλισμό και σχεδόν χωρίς οργάνωση και συντονισμό των επιχειρήσεων. Είχαν όμως οι επαναστάτες κάτι άλλο, που δεν είχαν οι αντίπαλοί τους. Τη θέληση να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τη λευτεριά τους. Αυτό ήταν το μοναδικό και σημαντικό όπλο τους και μ’ αυτό πολέμησαν την οθωμανική τυραννία. Μ' αυτή τη φλόγα στα στήθια, για ελευθερία και ανεξαρτησία, αγωνίστηκαν όλα τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας να προετοιμάσουν ψυχικά τον ελληνικό λαό και να τον οδηγήσουν στο μεγάλο ξεσηκωμό.
 Ο ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια και πέτυχε με πολλές θυσίες να λευτερώσει ένα μόνο μέρος του ελληνισμού ως το 1832, αφού ένα μεγάλο μέρος του παρέμεινε ακόμη κάτω από την τουρκική τυραννία. Η Φιλική Εταιρία, η οποία δραστηριοποιήθηκε να προετοιμάσει και ξεσηκώσει τον ελληνικό λαό σε επανάσταση κατά των Τούρκων, επωμίστηκε ένα σοβαρό και δύσκολο έργο. Οι Φιλικοί, με τις κατά τόπους Εφορίες, που οργάνωσαν καλύτερα, προσπάθησαν να βοηθήσουν στην αρχή τον αγώνα, προμηθεύοντας το στρατό με τρόφιμα και άλλα αναγκαία, τα οποία έπαιρναν από τους κατοίκους της υπαίθρου και των πόλεων. Το έργο των Εφοριών στην αρχή του αγώνα ήταν εύκολο, γιατί το διευκόλυνε ο ενθουσιασμός των κατοίκων, οι οποίοι πρόσφεραν από το υστέρημά τους, τρόφιμα, ρούχα, υποδήματα και πολεμοφόδια στους πολεμιστές. Οι δυσκολίες εμφανίστηκαν αργότερα, όταν κουράστηκαν ή δεν είχαν τη δυνατότητα να ενισχύουν τον αγώνα από το υστέρημά τους. Τότε ακριβώς έγινε κατανοητή η αναγκαιότητα σχηματισμού μιας ενιαίας Ανώτερης Αρχής, η οποία θα αναλάμβανε την ευθύνη της οργάνωσης και διεξαγωγής του πολέμου. Τελικά, η πίεση των γεγονότων ανάγκασε τους επαναστάτες να παραμερίσουν τις διαφορές τους και με υποχωρήσεις και συμβιβασμούς να πραγματοποιήσουν τις πρώτες τους ευρύτερες συνελεύσεις, όπου θα λάβουν από κοινού σοβαρές αποφάσεις για την αρτιότερη οργάνωση του αγώνα τους και την προοπτική του στο μέλλον. Σ’ αυτές τις συνελεύσεις θα αναφερθούμε στη συνέχεια και θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε όχι μόνο τη σκοπιμότητά τους και το περιεχόμενό τους αλλά και όλο το πολιτικό παρασκήνιο ως την πραγματοποίησή τους. Πρόκειται για δημοκρατικές συνελεύσεις ενός αγωνιζόμενου λαού για ελευθερία, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, που τόσους αιώνες τον καταπίεζαν αλλόθρησκοι τύραννοι, όπως ήταν οι Τούρκοι.

Η συνέλευση των Καλτετζών (26-5-1821)  
Η ελληνική επανάσταση στην Πελοπόννησο συμπλήρωνε το δεύτερο μήνα της και ακόμη δεν είχε συσταθεί μια επιτροπή που θα διηύθυνε τον αγώνα, ενώ κάθε τόσο στο χορό των επαναστατών συμμετείχαν όλο και περισσότεροι Έλληνες. Παράλληλα όμως με τη γενίκευση της εξέγερσης, ο ολοένα αυξανόμενος κίνδυνος από την έλλειψη συντονιστικής αρχής ωθούσε τους σημαντικότερους πολιτικούς και οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου να δώσουν μια απάντηση στην ανάγκη αυτή. Γι’ αυτό, στις 26-5-1821, με πρωτοβουλία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, συγκεντρώθηκαν κλέφτες και πρόκριτοι της Επανάστασης στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου των Καλτετζών, κοντά στη Μαντίνεια της Αρκαδίας, για να λάβουν αποφάσεις. Ο Φιλήμων, (Δοκίμ. Ιστ. της Ελλην. Επανάστ. Γ σελ. 293), αναφέρεται στη συνέλευση αυτή και γράφει: «Μόλις περί τα τέλη Μαΐου και μετά την κρίσιμον μάχην του Βαλτετσίου συνήλθον εν τη ιερά μονή των Καλτετζών πολλοί διαφόρων επαρχιών της Πελοποννήσου πρόκριτοι καί τινες οπλαρχηγοί αμοιβαίως ειδοποιηθέντες...πραγματικώς από της συνελεύσεως ταύτης έλιπον διάφορα πρόσωπα υπολήψεως και επιρροής, ή ως αναγκαιότερα όντα εν τοις στρατοπέδοις, ή ως προφυλάσσοντα εαυτά από τοιούτων πρώτων δοκιμίων, εν συνόλω όμως επαρουσίαζεν αύτη έξοχόν τι, διότι αντιπροσώπευε την πολιτικήν ανάστασιν της Ελλάδος μετά δουλείαν σκληράν τοσούτων αιώνων...Συγκροτηθείσα η συνέλευσις αύτη εν τω μέσω της κλαγγής των όπλων, προώρισται βεβαίως, όπως αποφασίσει άνευ προτάσεων και ακριβολογιών απλουστάτην τινά διοικητικήν σύνθεσιν». Ο γνωστός Έλληνας ιστορικός, Απόστολος Βακαλόπουλος, που αναφέρεται στην αναγκαιότητητα της οργάνωσης του αγώνα, γράφει σχετικά: «Τη συνέλευση υπαγόρευε η δύσκολη κατάσταση, και η ανάγκη της τάξης και της οργάνωσης του εσωτερικού της επαναστατημένης χώρας και της επίλυσης των σκληρών και δύσκολων οικονομικών προβλημάτων, που ξεπρόβαλλαν επιτακτικά, καθώς και της αντιπροσώπευσης του λαού της εμπρός στα μάτια του πολιτισμένου κόσμου με μια, έστω και προσωρινή διοίκηση». Στη συνέλευση των Καλτετζών έλαβαν μέρος 40 εκπρόσωποι, στην πλειονότητά τους πρόκριτοι. Ο αριθμός των στρατιωτικών ήταν μικρός. Η Συνέλευση των εκπροσώπων αυτών, αφού συνέταξε την περίφημη Πράξη των Καλτετζών, συνέστησε την Πελοποννησιακή Γερουσία, όρισε τα μέλη της γερουσίας και διαλύθηκε. Αυτό ήταν το πρώτο έγγραφο δημοσίου δικαίου στην Ελλάδα, ήταν το απλούστατο ελληνικό πολίτευμα, με το όνομα: "αποδεικτικόν και κυρωτικόν γράμμα". Η πράξη των Καλτετζών δε θέσπιζε πολίτευμα, πλην όμως είχε σημαντική απήχηση τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία. Ήταν μια απόφαση που ελήφθη από ένα συλλογικό σώμα εν ονόματι όλου του λαού της Πελοποννήσου. Πρόεδρος της Γερουσίας εξελέγη ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και μέλη της ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Αθανάσιος Κανακάρης, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος, ο Θεοχαράκης Ρέντης και ο Νικόλαος Πονηρόπουλος. Η Γερουσία, μετά τη συνέλευση, για λόγους ασφάλειας, μετακινήθηκε στη Στεμνίτσα, όπου την 30η Μαίου 1821 εξέδωσε την πρώτη εγκύκλιο με την οποία απευθυνόταν στους εφόρους, στους οπλαρχηγούς και όλους τους κατοίκους της Πελοποννήσου. Η εγκύκλιος είχε δώδεκα άρθρα και ρύθμιζε ζητήματα οικονομικά, διοικητικά, δικαστικά και άλλα. Συγκεκριμένα με την εγκύκλιο απαγορευόταν σε άλλους, εκτός των εφόρων, να εμπλέκονται σε πολιτικές υποθέσεις της επαρχίας, όριζε την καλή τροφοδοσία των στρατοπέδων και απαγόρευε την εξαγωγή τροφίμων από την Ελλάδα, καθώς και στους κατοίκους να αγοράζουν τρόφιμα περισσότερα από τα απαραίτητα. Όριζε την πληρωμή από τους Χριστιανούς του ενός δεκάτου από την παραγωγή στη Γερουσία για τις ανάγκες του στρατού, καθώς και την καταγραφή των ζώων που δίνονταν σε πολίτες. Τέλος, κανόνιζε την περίθαλψη των ορφανών, την τιμωρία των ληστών και εκβιαστών και άλλα. Τα μέτρα αυτά, παρόλο ότι ήταν σκληρά, υπήρξαν αναγκαία για τη στιγμή εκείνη και διεύρυναν κατά πολύ τη δικαιοδοσία των Εφόρων. Κατόπιν, η πελοποννησιακή Γερουσία προκήρυξε εκλογές για την ανάδειξη των Εφόρων, πλην όμως, ενεργώντας αυθαίρετα και κομματικά, συνέστησε η ίδια τις τοπικές δημογεροντίες ή Εφορίες με την υπόδειξη και το διορισμό σ' αυτές φιλικών της προσώπων. Για το λόγο αυτό οι αντιδράσεις ήταν δικαιολογημένες, αφού οι πρόκριτοι με τον τρόπο αυτό "ευλογούσαν τα γένια τους", γεγονός που οδήγησε στη δυσφορία τους Φιλικούς, τους στρατιωτικούς και κυρίως τους χωρικούς, που τέθηκαν στο περιθώριο, αν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας έπεφτε στους ώμους τους.
Η Γερουσία των Καλτετζών, που ήταν προσωρινή, είχε σύντομη ζωή, γιατί στις 8 Ιουνίου 1821 αποβιβαζόταν στην Ύδρα ο Δημήτριος Υψηλάντης, ως πληρεξούσιος του αδελφού του Αλέξανδρου, του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής. Ο Δημήτριος από την Ύδρα έφτασε στο ΄Αστρος, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από το λαό, οπότε οι στρατιωτικοί νόμισαν πως βρήκαν στο πρόσωπό του τον ηγέτη, ο οποίος θα περιόριζε την παντοδυναμία των προκρίτων. Ο Δ. Υψηλάντης ζήτησε να διαλυθεί η Γερουσία των Καλτετζών και να του δοθεί εγγράφως η πληρεξουσιότητα να διοικεί. Οι πρόκριτοι όμως, αντιδρώντας αποφασιστικά, προσεταιρίστηκαν τους Φαναριώτες, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και Θεόδωρο Νέγρη, και τα πράγματα έλαβαν νέα τροπή, αφού η αντίδραση των προκρίτων εναντίον του Υψηλάντη συνεχίστηκε εντονότερη. Εναντίον του ενώθηκαν οι πρόκριτοι, ενώ εκείνος είχε την υποστήριξη του λαού. Τα πνεύματα οξύνθηκαν κάποτε και υπήρχαν φόβοι πως θα χυθεί αίμα. Ο Κολοκοτρώνης όμως, που γνώριζε να αμβλύνει έντονα φορτισμένες καταστάσεις, είπε στο εξαγριωμένο εναντίον των προκρίτων πλήθος. «Τι θέλετε να τους σκοτώσουμε; Τότε τι θα θα πει ο κόσμος και οι χριστιανοί και οι βασιλείς της Ευρώπης. Θα το επαινέσουν; ή θέλουν το κατηγορήσει; Θα ειπούν ότι, οι Έλληνες δεν επαναστάτησαν να σκοτώσουν τους Τούρκους, τους τυράννους των, αλλά σκοτώνονται οι ίδιοι μεταξύ των και σκοτώνουν τους προκρίτους των, και δεν είναι άξιοι ελευθερίας». Ο λόγος του Κολοκοτρώνη άλλαξε το κλίμα και το εξαγριωμένο πλήθος εναντίον των προκρίτων διαλύθηκε, αφού έλαβε τη διαβεβαίωση από το γέρο του Μοριά πως θα φέρει πίσω το Δ. Υψηλάντη. Παρόλα αυτά η κατάσταση στο εσωτερικό και το εξωτερικό κάθε άλλο παρά καλή ήταν. Τα πράγματα επέβαλλαν να βρεθεί μια λύση στη διαμάχη πολιτικών και στρατιωτικών. Και αυτό έγινε, ύστερα από πολλές και επίπονες διαβουλεύσεις. Τελικά, αποφασίστηκε να παραμερίσουν τις διαφορές τους οι αντιμαχόμενες παρατάξεις, να δεχτούν να συνεχίσει τις εργασίες της η Γερουσία των Καλτετζών, παραμένοντας ως προσωρινή διοίκηση ίσαμε την πτώση της Τριπολιτσάς, οπότε θα εκλεγόταν νέα αρχή. Η λύση αυτή ήταν προσωρινή και σταμάτησε για λίγο τις συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών.
                                                           
                                                                  Δ.Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Ο οίνος στις κωμωδίες του Αριστοφάνη

Ο οίνος στις κωμωδίες

του Αριστοφάνη

Ο οίνος παράγεται από το σταφύλι του αμπελιού και είναι εύγευστο ποτό. Είναι γνωστός στον ελλαδικό χώρο ακόμη και πριν από το 17ο π.Χ. αιώνα, αφού σε πολλά ναυάγια της εποχής εκείνης οι αμφορείς, με τους οποίους τον μετέφεραν σε άλλες χώρες, μαρτυρούν την ύπαρξή του και την εμπορία του ανάμεσα στους λαούς της Μεσογείου. Πρόκειται για ποτό ευρείας κατανάλωσης όχι μόνο από τους εύπορους αλλά και από τον απλό λαό. Πάντως, όλες οι αναφορές δείχνουν ότι οι πρόγονοί μας έπιναν τον οίνο νερωμένο σε αναλογία ενός μέρους οίνου και δύο νερού ή δύο μέρη οίνου και τρία νερού, ενώ την πόση άκρατου οίνου, δηλαδή ανέρωτου, τη θεωρούσαν επικίνδυνη και βάρβαρη συνήθεια.Ήταν ποτό που συνόδευε το καθημερινό φαγητό του Έλληνα αλλά και το ποτό των Συμποσίων των αρχαίων Ελλήνων, μα ποτέ οι συνδαιτυμόνες δεν έπιναν άκρατο οίνο, αφού η οινοποσία αυτή δε βοηθούσε στη νηφάλια συζήτηση, η οποία θα διεξαγόταν κατά την ώρα του δείπνου. Τα ομηρικά έπη συχνά μνημονεύουν την καλλιέργεια του αμπελιού και την ωφελιμότητα του οίνου. Πολλές είναι οι αναφορές οινοποσίας στην Οδύσσεια αλλά και στην Ιλιάδα, όπου γίνεται και μια θαυμάσια περιγραφή τρύγου στην Ασπίδα του Αχιλλέα. Και είναι φυσικό να συμβαίνει αυτή η προτίμηση από τον ποιητή, που ζει σ’ ένα τόπο για τον οποίο ο λαός του επαίρεται- και δικαιολογημένα- για τα δυο βασικά του προϊόντα, τον οίνο και το ελαιόλαδο. Άλλωστε, είναι γνωστό σε όλους πως με τον οίνο ο Οδυσσέας μέθυσε τον Κύκλωπα Πολύφημο και τον τύφλωσε, σώζοντας έτσι τον εαυτό του και τους συντρόφους του από το ωμοφάγο τέρας. Ο ποιητής, κάθε φορά που αναφέρεται στον οίνο συνοδεύει τη λέξη με ένα επίθετο, όπως: αίθοπα, ηδύν, μελιηδέα, ερυθρόν, μελίφρονα οίνον, ενώ παράλληλα τον χαρακτηρίζει και παυσίλυπον, κατάλληλο για ξεκούραση, για ευεξία, για δραστηριότητα. Στη ραψωδία Ζ της Ιλιάδας ο οίνος θεωρείται ό,τι καλύτερο για την ξεκούραση και την τόνωση του καταπονημένου σώματος. Έτσι, τον χαρακτηρίζει η Εκάβη, η μητέρα του Έκτορα, όταν ξαφνικά έκπληκτη βλέπει μπροστά της το γιο της, τον οποίο και ρωτά να μάθει την αιτία της ανόδου του στην πόλη, ενώ κάτω στον κάμπο μαίνεται ο φονικός πόλεμος. Όταν όμως διαπιστώνει πως είναι κατάκοπος από τον πόλεμο, του προτείνει να του προσφέρει λίγο κρασί, για να τον ξεκουράσει.
ΕΚΑΒΗ. Αλλ’ μέν’, όφρά κε τοι μελιηδέα οίνον ενείκω,
ίν' σπείσης Διί πατρί και άλλοις αθανάτοισι πρώτον,
έπειτα δε καυτός ονήσεαι, αί κε πίησθα.
 ανδρί δε κεκμηώτι μένος μέγα οίνος αέξει,
ως τύνη κέκμηκας αμύνων σοίσιν έτησι.(Ζ 258-262).
Μα για περίμενε, γλυκόπιοτο κρασί να σου προσφέρω,
στον κύρη Δία και στους επίλοιπους θεούς να κάνεις πρώτα σπονδή× μετά κι ατός σου αν έπινες, πολύ θα το χαιρόσουν. Πληθαίνει το κρασί τη δύναμη μαθές του κουρασμένου× και τώρα εσύ πολύ κουράστηκες βοηθώντας τους δικούς σου.
Το κρασί είναι γλυκόπιοτο και μεγαλώνει τη δύναμη του κουρασμένου. Αυτό πιστεύει η Εκάβη, μα εκείνος, επειδή επιθυμεί να συναντήσει τον Πάρη και τη γυναίκα του Ανδρομάχη, αρνείται να δεχτεί την προσφορά της, λέγοντας. 
Μη μοι οίνον άειρε μελίφρονα, πότνια μήτερ, μη μ’ απογυιώσης μένεος, αλκής τε λάθωμαι. χερσί δ’ ανίπτοισιν Διί λείβειν αίθοπα οίνον άζομαι. ( Ζ264-266).Όχι, κρασί γλυκό, μητέρα μου, μη με κεράσεις τώρα× μπορεί να μου κοπούν τα γόνατα και της αντρειάς ξεχάσω. με άπλυτα χέρια ακόμα σκιάζομαι στο Δία κρασί φλογάτο να στάξω
Είναι, βέβαια, ένας εύσχημος τρόπος άρνησης, όχι βέβαια, γιατί θα του παραλύσει τα γόνατα, ούτε γιατί δεν είχε καθαρά χέρια για σπονδή στο Δία, αλλά γιατί δεν ήθελε με κανένα τρόπο να χάσει άσκοπα το χρόνο του, και φρόντιζε να τον κερδίσει με κάθε τρόπο για πολλούς λόγους.
Ο Ευριπίδης, κι αυτός, πολύ αργότερα, βέβαια, στις Βάκχες, δίνει μια νέα ιδιότητα στον οίνο, τον χαρακτηρίζει παυσίλυπο, αφού δίχως αυτόν, λέει, δε θα υπήρχε ούτε έρωτας ούτε καμιά άλλη χαρά. την παυσίλυπον άμπελον δούναι βροτοίς.οίνον δε μηκέτ’ όντος ουκ έστιν Κύπρις ουδ’ άλλο τερπνόν ουδέν ανθρώποις έτι.(στ. 773-775). Κι άκουσα πως αυτός χάρισε στους ανθρώπους τ’ αμπέλι, για να αποξεχνούν τα βάσανά τους κι εκεί που λείπει το κρασί κι ο έρωτας λείπει, κι άλλη χαρά για τους ανθρώπους δεν υπάρχει.Το κρασί, επομένως, διώχνει τη λύπη, τονώνει τον οργανισμό, ξεκουράζει από τους κόπους, ευνοεί τον έρωτα και καθιστά τον άνθρωπο περισσότερο ευδιάθετο. Η έλλειψη του οίνου στερεί όλα τα παραπάνω από τον άνθρωπο.
Όταν όμως η οινοποσία είναι άμετρη και υπερβολική, τότε αποδιοργανώνει τον οργανισμό, θολώνει το μυαλό, και ο μεθυσμένος λέει και πράττει πράγματα, που δε θα έκαμε ποτέ, αν ήταν νηφάλιος. Αυτές είναι οι αρνητικές επιδράσεις του κρασιού στον άνθρωπο που δεν τηρεί το μέτρο στην οινοποσία. Το κρασί, λέει η σοφία του λαού, πρέπει να το πίνεις, όχι να σου πίνει. Είναι απαραίτητο και αναγκαίο στη ζωή, αλλά να πίνεται με μέτρο και νερωμένο για κάποιους μήνες του έτους. Μήνας που δεν έχει Ρ ρίξε στο κρασί νερό. Πρόκειται για τους θερμούς μήνες, που ο άκρατος οίνος επηρεάζει αρνητικά την ευεξία του ανθρώπου, γι’ αυτό συμβουλεύει τον άνθρωπο να λάβει τα μέτρα του, ώστε να του είναι η οινοποσία ευεργετική.
Ο Αθήναιος, στους Δειπνοσοφιστές, μιλώντας για τον οίνο και τη χρήση του, σημειώνει: οίνος ο αγαθός δαίμονας, ενώ ο Αριστοφάνης σε ένα του απόσπασμα αποκαλεί τον οίνο «στρατηγό».«είτα παραλαβών ποτε οίνον στρατηγόν, ος μόνος θνητών άγει την τόλμαν ες το πρόσθε ευβουλίας»(Απ. 18,4).
Ο μεγάλος κωμικός ποιητής αγαπά το κρασί και ποτέ δε λησμονεί την ευεργετική του ιδιότητα. Γι’ αυτό και συμβουλεύει σε κάθε ευκαιρία την οινοποσία, εξαίροντας κυρίως τις θετικές ιδιότητες του κρασιού, χωρίς όμως να αποφεύγει να σημειώνει και τις αρνητικές του. Αυτή του η συμπάθεια προς το κρασί καθρεφτίζεται σε όλες σχεδόν από τις έντεκα σωζόμενες κωμωδίες του. Πιστεύει κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, πως το κρασί που πίνεται με μέτρο βοηθά το μυαλό του ανθρώπου να ενεργοποιηθεί και να δώσει λύσεις θετικές στα προβλήματά του. Γι’ αυτό στα Συμπόσια οι μετέχοντες, για να μη μεθύσουν με την οινοποσία νέρωναν τον οίνο. Τα Συμπόσια, βέβαια, δεν ήταν τσιμπούσια (φαγοπότια) με τη σημερινή έννοια, αλλά συγκεντρώσεις ανθρώπων που συζητούσαν διάφορα θέματα πίνοντας πάντοτε νερωμένο οίνο, δηλαδή κρασί.
Το κρασί είναι απαραίτητο, για να ξεδώσει λίγο ο νους. Το αναφέρει ο ποιητής στους Ιππείς με το στόμα του Δημοσθένη. Στην κωμωδία αυτή δύο Αθηναίοι, ο Δημοσθένης και ο Νικίας, αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, χωρίς να μπορούν να βρουν μια λύση. Γι’ αυτό αποφασίζουν να πιουν λίγο κρασί, μήπως τους βοηθήσει να σκεφτούν καλύτερα και ίσως βρουν διέξοδο στο αδιέξοδό τους.

ΔΗΜ.(προς το Νικία) Μα Δί’ , αλλ’ άκρατον οίνον αγαθού δαίμονος. Ίσως γαρ αν χρηστόν τι βουλευσαίμεθα.Μα το Δία, ας πιούμε ανέρωτο κρασί για καλή τύχη. ίσως έτσι μας έρθει κάποια καλή ιδέα στη σκέψη μας.
ΝΙΚ. Ίδού γ’ άκρατον, περί πότου γουν εστί σοι; Πώς δ’ αν μεθύων χρηστόν τι βουλευσαιτ’ ανήρ; Νάτα μας, στο ενέρωτο κρασί γυρίζει όλο ο νους σου. Πώς όμως ένας μεθυσμένος μπορεί σωστή ιδέα να κατεβάσει;
ΔΗΜ. Άληθες, ούτος κρουνοχυτρολήραιον εί.Οίνον συ τολμάς εις επίνοιαν λοιδορείν; Οίνου γαρ εύροις αν τι πρακτικώτερον; οράς, όταν πίνουσιν άνθρωποι τότε πλουτούσι, διαπράττουσι, νικώσιν δίκας, ευδαιμονούσιν, ωφελούσι τους φίλους. Αλλ’ εξένεγκέ μοι ταχέως οίνου χοά, τον νουν ίν’ άρδω και λέγω τι δεξιόν.
ΔΗΜ. Αλήθεια το λες; είσαι καλά ρε νεροβάρελο; Πώς τολμάς να κατηγορείς το κρασί πως δεν κατεβάζει ιδέες; Μπορείς να βρεις κάτι που να σε οδηγεί σε δράση πιο πολύ απ’ το κρασί; Βλέπεις, πως όταν πίνουν οι άνθρωποι, τότε νιώθουν πλούσιοι, ενεργούν, κερδίζουν δίκες ευτυχούν και τους φίλους τους ωφελούν. Φέρε μου αμέσως μια κανάτα με κρασί να αρδεύσω το μυαλό μου και να πω κάτι σωστό.
    Το κρασί φαίνεται να είναι πανάκεια. 
Θεραπεύει κάθε δυσλειτουργία του νου και τον βοηθά να βρίσκει λύσεις. Πίνουν ο δύο άνδρες λίγο κρασί και βρίσκουν τη λύση. Θα εισέλθουν προσεκτικά στο σπίτι του Κλέωνα, για να βρουν το χρησμό που προλέγει την πολιτική του εξόντωση. Βρίσκουν τον Κλέωνα μεθυσμένο να κοιμάται του καλού καιρού. Με την άνεσή τους ψάχνουν και βρίσκουν τον κρυμμένο χρησμό, που έλεγε ότι ο Κλέων θα εξοντωθεί από έναν αλλαντοπώλη.
Βγαίνουν χαρούμενοι να δοκιμάσουν την αλήθεια του χρησμού και αμέσως συναντούν έναν περαστικό αλλαντοπώλη, τον Αγοράκριτο, έναν ελεεινό και τρισάθλιο άνδρα της αγοράς και, με υποσχέσεις, τον πείθουν και τον χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό αντίπαλο του Κλέωνα. Πιστεύουν και αυτοί, όπως και ο ποιητής, πως ένας αχρείος, ψεύτης, άρπαγας και αδιάντροπος πολιτικός, όπως ο Κλέων, μόνον από έναν όμοιό του μπορεί να νικηθεί, όπως και έγινε. Το κρασί έκανε το θαύμα του. Από τη μια βοήθησε τους ίδιους να βρουν λύση στο πρόβλημά τους και από την άλλη να οδηγήσει τον αντίπαλό τους σε ύπνο βαθύ και να πετύχουν του σκοπού τους.
Εφόσον λοιπόν το κρασί κάνει θαύματα, φυσικό είναι και κάποιοι άνθρωποι να πιστεύουν στη δύναμή του, ώστε να ορκίζονται σ’ αυτό και να το θεοποιούν. Ζωντανό παράδειγμα η Λυσιστράτη, στην ομώνυμη κωμωδία, η επαναστάτρια γυναίκα, που, για να κρατήσει πιστές στο σχέδιό της τις γυναίκες, τις βάζει να ορκιστούν στο κρασί. Φέρνει μια κύλικα γεμάτη κρασί και ορκίζει τις γυναίκες, βάζοντάς τες να την πιάνουν με το χέρι τους.
ΛΥΣ.Λάζυσθε(=αρπάζω,πιάνω) πάσαι της κύλικος. Πιάστε όλες την κύλικα. οι γυναίκες ορκίζονται ότι αποδέχονται το σχέδιό της και πριν αναλάβουν δράση, κάνουν σπονδή, χύνοντας λίγο κρασί, και, όσο μένει, το πίνει μία από αυτές.Εκεί όμως που η αγάπη του κρασιού έχει ξεπεράσει κάθε όριο και η στέρησή του οδηγεί τον πότη ως το θάνατο είναι στην Ειρήνη, όπου ο Κρατίνος, κωμικός ποιητής, πολύ μέθυσος και μόνιμος στόχος του Αριστοφάνη, όταν βλέπει κατά την εισβολή των Λακεδαιμονίων στο σπίτι του να σπάει ένα πιθάρι γεμάτο κρασί, δεν αντέχει. Λιποθυμά και σε λίγο πεθαίνει.

ΕΡΜ. Τι παθών

ΤΡΥ. Ό,τι; Ωρακιάσας ου γαρ εξηνέσχετο ιδών πίθον καταγνύμενον οίνου πλέων.(703-4).

ΕΡΜ. Τι έπαθε;

ΤΡΥ.Τι; Λιποθυμώντας, γιατί δεν άντεξε η ψυχή του, όταν είδε να σπάει ένα πιθάρι ολόγιομο από κρασί.Στις Εκκλησιάζουσες η Πραξαγόρα, για να αναγκάσει τις γυναίκες να ξεφύγουν από τους άντρες τους και να παραστούν στη συγκέντρωση όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τις υπενθυμίζει πως η Γλύκη ορκίστηκε να τιμωρήσει τη γυναίκα εκείνη που θα φτάσει τελευταία με πρόστιμο τριών κιλών κρασιού κι ενός κιλού ρεβιθιών.

ΠΡΑΞ.Ούκουν επιδείξεσθ’; Ως Γλύκη κατώμοσεν την υστάτην ήκουσαν οίνου τρεις χοάς ημών αποτείσειν καρεβίνθων χοίνικα.(44)

ΠΡΑΞ. Δε θα βιαστείτε, λοιπόν; Γιατί η Γλύκη ορκίστηκε πως όποια φτάσει τελευταία εδώ θα πληρώσει πρόστιμοτρία κιλά κρασί κι ένα κιλό ρεβίθια σε μας εδώ.Επειδή όμως κάποιες γυναίκες δείχνουν δισταγμό και φόβο να βγουν στη συνέλευση μεταμφιεσμένες σε άντρες και να μιλήσουν, η Πραξαγόρα, βρίσκει τρόπο να τις ενθαρρύνει. Πιες λίγο κρασί, λέει της μιας και θα σου φύγει κάθε δισταγμός και φόβος.

ΓΥΝΗ.Α.Να μιλήσω προτού πιω;

ΠΡΑΞ. Να πιεις. Σε άλλο σημείο, μια από τις γυναίκες τονίζει την απόφασή της πως αν τελικά πετύχει το σχέδιο της Πραξαγόρας και αναλάβουν τα ηνία του κράτους οι γυναίκες, τότε αυτή θα απαγορεύσει την ύπαρξη δεξαμενών νερού μέσα στις ταβέρνες για τον απλούστατο λόγο, γιατί θέλει να είναι γεμάτες με κρασί. Είναι μια άποψη κι αυτή.

ΓΥΝΑΙ. αν επικρατήσουν αυτές δε θα επιτρέψει να κάνουν μέσα στις ταβέρνες στέρνες και να τις γεμίζουν με νερό. Αυτό δεν το θεωρώ σωστό(στ.150).Και τούτο, γιατί δεν ήθελε να νερώνεται το κρασί. Η Πραξαγόρα, βλέποντας ότι περνά η ώρα και πρέπει να κάνουν γρήγορα, παίρνει το λόγο και μιλά για λογαριασμό όλων των μεταμφιεσμένων γυναικών σε άντρες, κατηγορώντας την αβελτηρία των ανδρών στη διοίκηση της πόλης.

Ας μη λησμονούμε όμως και το γεροδικαστή Βδελυκλέωνα στους Σφήκες, όπου, επαιρόμενος για το έργο του και το κύρος του, τονίζει πως, όταν επιστρέψει στο σπίτι και διαπιστώσει ότι δεν του φέρονται όπως πρέπει, εκείνος αμύνεται με ένα φλασκί κρασί που έχει μαζί του. Είναι κι αυτός ένας καλός τρόπος άμυνας και αντίδρασης απέναντι στη δυσκολία.

ΒΔΕ. Αν εσύ δε μου χύνεις κρασί να πιώ, το κρασόφλασκο αυτό έχω γεμάτο, που το γέρνω και πίνω×κι αυτό πριτς! βροντά δυνατά στο δικό σου τον πάτο. Ε, δεν έχω εξουσία μεγάλη, λοιπόν, που δεν είναι πιο κάτω απ΄ του Δία; (στ.617).Κι ενώ στους Σφήκες ο γεροδικαστής βρίσκει παρηγοριά στο ποτό, στις Εκκλησιάζουσες τονίζεται πως η οινοποσία χωρίς μέτρο βλάπτει, στην Ειρήνη ο Χορός ζητά, τώρα που θα βγει η νύφη Οπώρα έξω, να αναπέμψουν μια προσευχή στους θεούς και να τους παρακαλέσουν να δίνουν πλούτο στους Έλληνες, καλή σοδειά και κρασί πολύ, ώστε αυτά τα αγαθά να σταματήσουν τον πόλεμο.
ΧΟ. Κατευξαμένους τοίσι θεοίσιν διδόναι πλούτον τοις ΄Ελλησιν κριθάς τε ποιείν ημάς πολλάς πάντας ομοίως οίνόν τε πολύν. ..λήξαί τ’ αίθωνα σίδηρον.(1320-1328) Αφού προσευχηθούμε στους θεούς να δίνουν πλούτο στους Έλληνες, να έχουμε μεγάλη σοδειά κριθαριών όλοι να έχουμε κρασί πολύ...και να σταματήσουν τα φονικά όπλα.
Αυτή είναι η προσευχή τους προς τους θεούς, γιατί ο πόλεμος έχει καταστρέψει την ύπαιθρο και λιγόστεψαν όλα τα αγαθά, που είναι αναγκαία και απαραίτητα για τη διατροφή ενός λαού, που είναι αποκλεισμένος στα τείχη της πόλης του και αγωνιά για την έκβαση του φρικτού πολέμου. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί πως, αν κάποιος δε σεβόταν τον συνάνθρωπό του αλλά κυρίως το θείο, τότε ο Θεός τον προειδοποιούσε για τις συνέπειες που θα είχε. Μια από αυτές ήταν και η στέρηση της παραγωγής κρασιού, όπως φαίνεται στη σκηνή των Νεφελών με το Στρεψιάδη. Οι Θεές (Νεφέλες) του υποδεικνύουν πως αν έχει μνήμη, αν σπουδάζει και απέχει από την κρασοκατάνυξη, τότε θα ευτυχεί ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλιώς, αν προσβάλλει τους θεούς, τότε οι θεοί θα τον τιμωρήσουν .
ΧΟ. Προσεχέτω τον νουν προς ημών οία πείσεται κακά, λαμβάνων ούτ’ οίνου ούτ’ άλλ’ ουδέν εκ του χωρίου.(1123). Ας προσέξει ποια κακά θα πάθει από μας, αφού δε θα παίρνει ούτε κρασί ούτε τίποτε άλλο από το χωράφι του.
Το κρασί όμως είναι ελκυστικό ποτό και οι μπεκρούδες, όπως λέει ο ποιητής, κάνουν καλό μόνο στους ταβερνιάρηδες, γιατί τους αυξάνουν τα έσοδα, αλλά πολύ κακό στον αφέντη και στον εαυτό τους, αφού η υπέρμετρη οινοποσία τις παρασύρει σε ενέργειες και λόγους ανάρμοστους στην αξιοπρέπειά τους, κάτι που δε θα έπρατταν ποτέ, αν ήσαν νηφάλιες.
Ο Μνησίλοχος, φίλος του τραγικού Ευριπίδη, στις Θεσμοφοριάζουσες, ντυμένος γριά, εμφανίζεται στη συνέλευση των γυναικών και τις κατηγορεί για τα έργα τους αλλά και για την πονηριά τους. Τονίζει με νόημα πως αυτές ρουφούν το κρασί απ’ το πιθάρι με ένα δικό τους πρωτότυπο τρόπο. Έκοψαν, λέει, καλάμια και, βάζοντάς τα στο πιθάρι με το κρασί, ρουφούν και μεθούν, χωρίς να γίνονται αντιληπτές από τους αφέντες. ΄Αρα δεν μπεκρουλιάζουν μόνον οι άνδρες, κατά τον ποιητή, αλλά και οι γυναίκες, που είναι πολύ επινοητικές, ώστε να μη στερηθούν το ποτό που τόσο αγαπούν.
Επεί τάδ’ ουκ είρηχ’, οράς, ως στλεγγίδας λαβούσαι έπειτα σιφωνίζομεν τον οίνον.(557) Για παράδειγμα, δεν έχω πει, βλέπεις, ότι καλάμια παίρνοντας ρουφούμε απ’ τα πιθάρια το κρασί.
Το κρασί είναι ευπρόσδεκτο κέρασμα σε κάθε χαρά και κάθε ανθρώπινη επιτυχία. Γι’ αυτό και ο Καρίων, ο δούλος του Χρεμύλου, στον Πλούτο, φωνάζει στην κυρά του και χαρούμενος την προτρέπει να φέρει κρασί να πιει η ίδια, αφού της αρέσει και αυτής, γιατί της φέρνει είδηση καλή. Ανάβλεψε ο τυφλός Πλούτος, μετά από την επέμβαση του θεού Ασκληπιού και τώρα έρχεται στο σπίτι της!(644). Κι εδώ το κρασί έχει την τιμητική του.
Θα τελειώσουμε την αναφορά μας στο κρασί με μια ακόμη αναφορά του Αριστοφάνη στους Αχαρνείς, όπου οι Αθηναίοι πρέσβεις, που επιστρέφουν από την Περσία και τη Θράκη καυχώνται στη συνέλευση του λαού ότι περνούσαν καλά στις ξένες χώρες που υπηρετούσαν. Οι πρέσβεις από την Περσία λένε πως έπιναν γλυκόπιοτο κρασί σε κρυσταλλένια ποτήρια με τους βασιλιάδες της Περσίας και πως ο μεγάλος βασιλιάς στέλνει στην πόλη πολύ χρυσάφι, ενώ οι πρέσβεις από τη Θράκη ότι δήθεν τα πίνανε κι αυτοί με το Σιτάλκη, βασιλιά της Θράκης,  και ότι τους στέλνει στρατιωτικές ενισχύσεις. Ψεύδονται ασύστολα και οι δύο, γεγονός που αναγκάζει το Δικαιόπολη να φωνάξει δυνατά: Ε, Αθηναϊκέ λαέ, οι πρέσβεις σ’ εξαπατούν, σου λένε ψέματα! 
Το κρασί είπαν «ευφραίνει καρδίας» και είναι ευεργετικό στον άνθρωπο, φτάνει να το χρησιμοποιεί με μέτρο.
Ο Ουγκώ ισχυρίζεται πως το νερό το έφτιαξαν οι Θεοί, ενώ το κρασί οι άνθρωποι. Ίσως, του διέφυγε το «γιατί».Γιατί αλλιώς, αιτιολογώντας την άποψή του, θα συμπλήρωνε: το κρασί είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, για να μπορούν οι άνθρωποι μ' αυτό κατά την  οινοποσία τους, έστω και για λίγο, να νιώθουν σαν θεοί!










Ο ΟΡΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Η πρωτόγονη ανθρώπινη κοινωνία μεταξύ των πολλών προβλημάτων που είχε να αντιμετωπίσει είχε και το πρόβλημα της διαφθοράς, του ψεύδους και της αδικίας, προκειμένου να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής στους κόλπους της. Για το σκοπό αυτό, μεταξύ των άλλων μέτρων που έλαβε, επινόησε και τον όρκο, που είναι η βεβαίωση ή υπόσχεση που δίνεται με επίκληση ιερού προσώπου ως μάρτυρα για την αλήθεια ή το ψέμα κάποιου γεγονότος. Ο Ησίοδος μάλιστα στη Θεογονία του θέλει τον όρκο ως παιδί της Έριδας, δηλαδή ως μια προσωποποιημένη οντότητα, που σχετίζεται με την τιμωρία της ψευδορκίας και της επιορκίας, σε συνεργασία με τις Ερινύες. Η έννοια της τιμωρίας στην πρωτόγονη εποχή είναι εμφανής, γιατί, μαζί με τον όρκο, ακουγόταν και μια κατάρα κατά του εαυτού του από τον ορκιζόμενο, εάν έλεγε ψέματα ή παρέβαινε τον όρκο του. Αυτός, λοιπόν, ο φόβος της τιμωρίας υπήρξε για πολλούς η τροχοπέδη στο να ψευδολογούν ή να παρανομούν σε βάρος συνανθρώπων τους.
Ο όρκος ετυμολογικά έχει σχέση με το έρκος, που παράγεται από το ρήμα είργω= περιορίζω, εμποδίζω, από το οποίο παράγεται η ειρκτή=φυλακή. Έρκος και όρκος είναι η ίδια λέξη με παρεμφερή έννοια. Συνήθεις φράσεις στα έπη είναι: όρκον ομούμαι, ώμοσ(σ)α όρκον.
Στον Όμηρο οι Θεοί έχουν το δικό τους όρκο, τον υπέρτατο όρκο στα νερά της Στύγας, ενώ οι άνθρωποι ορκίζονται στο Δία, τον Ποσειδώνα, τον Ήλιο, τον Απόλλωνα και άλλους θεούς(Γ 276 κεξ). Ο όρκος τους είναι βεβαιωτικός ή υποσχετικός.
Γιατί όμως ο όρκος στη Στύγα να είναι ο υπέρτατος όρκος των Θεών; Λέγεται πως ορκίζονται οι θεοί στη Στύγα, κόρη του Ερέβους και της Νυκτός, γιατί αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στην ήττα των Τιτάνων κατά την Τιτανομαχία, και, για να την ανταμείψει ο Δίας, ονόμασε τη λίμνη στον Άδη, Στύγα, και κατέστησε το νερό της μέγα όρκο των θεών. Ο θεός που θα παραβίαζε τον όρκο αυτό καταδικαζόταν σε απομόνωση για εννιά χρόνια. Στο διάστημα αυτό ήταν ημιθανής, άφωνος και ακίνητος. Επανερχόταν στη φυσική του κατάσταση μόνο κατά το δέκατο έτος. Τον όρκο αυτό δεν μπορούσε να παραβεί ούτε ο ίδιος ο Δίας! Γι’ αυτό και ο όρκος αυτός χαρακτηρίζεται ως μέγας, μέγιστος και δεινότατος.
(Α 233) «αλλ’ έκ τοι ερέω και επί μέγαν όρκον ομούμαι».
(Ο 37και ε 186) «ος τις μέγιστος όρκος δεινότατός τε πέλει μακάρεσσι θεοίσι»

Όρκος στα νερά της Στύγας

Πόσο σημαντικός και φοβερός είναι ο όρκος των Θεών στα νερά της Στύγας το πληροφορούμαστε από μια σκηνή της Οδύσσειας, στην οποία ο Οδυσσέας έκπληκτος πληροφορείται ξαφνικά από την Καλυψώ πως οι θεοί αποφάσισαν την επιστροφή του στην πατρίδα.
Σκέφτεται πως κάτι άλλο έχει στο μυαλό της η θεά, αφού επί εφτά συνεχή χρόνια την ικετεύει να τον αφήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του κι εκείνη πεισματικά τον εμπόδιζε με γλυκόλογα. Πρόκειται για βεβαιωτικό όρκο με τον οποίο εξαναγκάζει τη θεά να του πει την αλήθεια.
ΟΔΥ.«Άλλο, θεά, θα μελετάς μ’ αυτά, κι όχι ταξίδι
ενώ μου ορίζεις με σκαφί της θάλασσας το πέλαγος
να πάρω αυτό, τ’ ατέλειωτο και φοβερό, που τρέχουν
χαρούμενα στον άνεμο. Μα εγώ, θεά, ποτέ μου
δε θα πατήσω στο σκαφί, χωρίς το θέλημά σου,
αν ίσως και δε μου ορκιστείς τον πιο μεγάλο σου όρκο
πως άλλο δε μου μελετάς πάθος φριχτό να πάθω» (ε 184-186).
Η Καλυψώ δικαιολογεί την καχυποψία του Οδυσσέα και του λέει:
«Α, τετραπέρατο κορμί, που κόβει ο νους σου πάντα.
Τι λόγια που σοφίστηκες να βγάλεις απ’ το στόμα!
Ναι, μάρτυράς μου ας είναι η Γη και τα ψηλά Ουράνια,
και το τρεχάμενο νερό της Στύγας, που’ναι ο όρκος
ο πιο μεγάλος, πιο φριχτός των αθανάτων όλων,
πως άλλο δε σου μελετώ πάθος κακό να πάθεις» (ε 189-194).
Ο όρκος στη Γη, τον Ουρανό και τα νερά της Στύγας, που τρέχουν από τη γη στον Άδη, καθησυχάζει και ικανοποιεί το δύσπιστο Οδυσσέα. Η θεά όμως, επιβεβαιώνοντας και έμπρακτα τις καλές της προθέσεις απέναντί του, τον καλεί κοντά της και του δίνει σύνεργα και εντολή να κατασκευάσει σχεδία και να ανοιχτεί μ’ αυτή στο πέλαγος. Ο Οδυσσέας, χαρούμενος από τη στάση της θεάς, κατασκευάζει γρήγορα σχεδία και, αποχαιρετώντας την, αποπλέει για το νησί του.
Ανάλογο όρκο στα νερά της Στύγας δίνει και η Ήρα στις απαιτήσεις του Θεού Ύπνου και του Δία.
Στην πρώτη περίπτωση η Ήρα θέλει να βοηθήσει τους Αχαιούς που βρίσκονται σε δεινή θέση από την πίεση των Τρώων, αλλά σκοντάφτει στην πεισματική άρνηση του Δία, γιατί εκείνος θέλει να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στη Θέτιδα ότι θα βοηθήσει τον Αχιλλέα, το γιο της. Γι’ αυτό η Ήρα, όταν διαπιστώνει πως δεν μπορεί να πετύχει το σκοπό της με την πειθώ, φροντίζει να τον υλοποιήσει με δόλο. Αποφασίζει να αποκοιμίσει το Δία και να βοηθήσει τους Αχαιούς. Διαπραγματεύεται, λοιπόν, με το θεό Ύπνο το σχέδιό της. Ο Ύπνος, παρά τους αρχικούς του δισταγμούς, δέχεται, αλλά απαιτεί να λάβει ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του την Πασιθέα, τη νεότερη από τις Χάριτες. Για να σιγουρευτεί όμως πως η θεά θα τηρήσει την υπόσχεσή της(υποσχετικός όρκος) αναγκάζει την Ήρα να ορκιστεί στα νερά της Στύγας.
(Ξ 271-276).
« άγρει νυν μοι όμοσσον αάατον Στυγός ύδωρ×
χειρί δε τη ετέρη μεν έλε χθόνα πολυβούτειραν,
τη δ’ ετέρη άλα μαρμαρέην, ίνα νώιν άπαντες
μάρτυροι ώσ’ οι ένερθε θεοί Κρόνον αμφίς εόντες…»
«Εμπρός, στης Στύγας τώρα ορκίσου μου το ιερό νερό,
πιάνοντας την τροφοδότρα γη με το ’να χέρι,
τη λαμπερή τη θάλασσα με τ’ άλλο, να είναι μάρτυρες για μας
όλοι οι καταχθόνιοι θεοί, που είναι γύρω στον Κρόνο,
πως θα μου δώσεις σίγουρα μία από τις πιο νέες Χάριτες,
την Πασιθέα, που πόθος ασίγαστος γι αυτήν με τρώει νύχτα μέρα».
Υποδεικνύεται στη θεά μια διαδικασία απλή μεν αλλά οπωσδήποτε συμβολική, να πιάσει δηλαδή με το ένα χέρι η θεά τη Γη και με το άλλο τη θάλασσα, για να είναι μάρτυρες, αλλά όλοι οι θεοί του κάτω κόσμου.
Και ο ποιητής συμπληρώνει:
«Σ΄αυτά τα λόγια υπάκουσε η θεά, η λευκοχέρα Ήρα×
ορκίστηκε, όπως της το ζήτησε, στο όνομα όλων των θεών
που ζουν βαθιά στα Τάρταρα και λέγονται Τιτάνες».
Η θεά συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Ύπνου και ορκίστηκε ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή της.
Το επεισόδιο με το Δία έχει όμως και συνέχεια. Ο Δίας, όταν ξυπνά από το βαθύ ύπνο που τον έριξε ο θεός και διαπιστώνει ότι οι Αχαιοί πιέζουν αφόρητα τους Τρώες, οργίζεται με τη νέα κατάσταση πραγμάτων και ζητά να μάθει από την Ήρα, για ποιο λόγο τον κοίμισε και τον ξεγέλασε. Κι εκείνη, απορρίπτοντας από πάνω της την ευθύνη, του ορκίζεται πως ο Ποσειδώνας ήταν εκείνος που κατέτρεχε και κυνηγούσε τους Τρώες και κανένας άλλος.
«Ας είναι μάρτυρές μου η Γη κι ο απέραντος Ουρανός που μας σκεπάζει,
και το νερό της Στύγας που πέφτει κατακόρυφα-πιο φοβερός
και πιο μεγάλος όρκος δεν υπάρχει για τους μακάριους θεούς-,
η ιερή σου κεφαλή και το συζυγικό κρεβάτι μας,
που εγώ σ’ αυτό ποτέ δε θα ορκιζόμουν δίχως λόγο:
χωρίς τη θέλησή μου ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας
κατατρέχει τους Τρώες και τον Έκτορα, ενώ βοηθεί τους άλλους×
φαίνεται πως τον παρακινεί η καρδιά του, γιατί λυπήθηκε
τους Αχαιούς, σαν είδε την τυράγνια τους μπρος στα πλεούμενά τους.
Ωστόσο εγώ κι εκείνον θα συμβούλευα να ’ρθει
στον δρόμο που εσύ χαράζεις, μαυροσύννεφε»( Ο 36-46).
Ο όρκος της Ήρας είναι βεβαιωτικός και ρίχνει την ευθύνη στον Ποσειδώνα, αποφεύγοντας να μιλήσει για το τέχνασμά της, γεγονός που βάζει σε σκέψεις τον αναγνώστη, εάν όντως ο υπέρτατος όρκος της θεάς ανταποκρινόταν στην αλήθεια, αφού η Ήρα αποφεύγει να απαντήσει στο ερώτημα του Δία και απαντά, αληθινά μεν, αλλά για ό,τι αφορά στον Ποσειδώνα και όχι στην ίδια, τη στιγμή που ο αναγνώστης γνωρίζει πόσο συνέβαλε και πόσο επιδίωξε την ήττα των Τρώων η ίδια με το να κοιμίσει γλυκά το Δία.
Από τις περιπτώσεις όρκου που παραθέσαμε γίνεται φανερό πως ο ορκιζόμενος θεός δεν ορκίζεται μόνο στα νερά της Στύγας αλλά επικαλείται και τη μαρτυρία της Γης, του Ουρανού και των θεών του Κάτω κόσμου, που φαίνεται πως ήταν δυνάμεις που περιλαμβάνονταν σε παλιότερους όρκους ή για να καταστήσει τον όρκο του ακόμη ισχυρό. Αν ,λοιπόν, οι θεοί ορκίζονται μεταξύ τους, τότε, γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και με τους ανθρώπους;

΄Ορκος των θνητών (άρχοντες, βασιλιάδες)

Στα έπη του Ομήρου, ακολουθώντας το παράδειγμα των θεών ορκίζονται και οι άνθρωποι, μόνο που δεν ορκίζονται στα νερά της Στύγας αλλά στο όνομα των ισχυρών Θεών: του Δία, του Ποσειδώνα, του Απόλλωνα, του Ηλίου και άλλων. Συνήθης φράση που ακούγεται κατά τον όρκο είναι: όρκον ομούμαι, δηλαδή δίνω όρκο στο θείο γενικά ή κρατερόν όρκον ομούμαι( δ 253).
(β 377 «γρηύς δε θεών μέγαν όρκον απώμνυ», δ 253, 476, κ 299, 343, 346 «όρκος στους μάκαρες θεούς», μ 298, «καρτερόν όρκον ομμόσσατε», ξ 151 «μυθήσομαι, αλλά συν όρκω», σ 55 «αλλ’ άγε νυν μοι πάντες ομόσσατε καρτερόν όρκον», υ 229 «και επί μέγαν όρκον ομούμαι». )
Στη ραψωδία Α της Ιλιάδας ο μάντης Κάλχας καλείται από τον Αχιλλέα να εξηγήσει στους Αχαιούς την αιτία του λοιμού, πού έπεσε στο στρατόπεδο των Αχαιών. Εκείνος όμως, επειδή φοβάται πως θα θίξει άνδρα ισχυρό, διστάζει, και ζητά με όρκο από τον Αχιλλέα να του υποσχεθεί προστασία. Ο Αχιλλέας δέχεται την παράκληση του μάντη και ορκίζεται στον Απόλλωνα ότι θα τηρήσει τον όρκο του. Πρόκειται για όρκο βασιλιά απέναντι σε μάντη. Ο όρκος δίνεται στο όνομα του Απόλλωνα, θεού εμπλεκομένου στο λοιμό.
(Α 85-90).
« Θαρσήσας μάλα ειπέ θεοπρόπιον, ο τι οίσθα×
ου μα γαρ Απόλλωνα Διίφιλον, ω τε συ, Κάλχαν,
ευχόμενος Δαναοίσι θεοπροπίας αναφαίνεις,
ού τις μευ ζώντος και επί θονί δερκομένοιο
σοι κοίλης παρά νηυσί βαρείας χείρας εποίσει
συμπάντων Δαναών, ουδ’ ην Αγμέμνονα είπης…’
«Με θάρρος φανέρωσε τη θεία βούληση που ξέρεις,×
γιατί, μα τον Απόλλωνα, του Δία τον αγαπημένο γιο,
στον οποίο κι εσύ, Κάλχα, προσεύχεσαι και φανερώνεις τις θεϊκές βουλές του
στους Δαναούς, όσο ζω κι έχω ανοιχτά τα μάτια μου εδώ κάτω
κανένας Δαναός στα κοίλα πλοία δε θα σηκώσει βαρύ το χέρι
επάνω σου, ούτε ο ίδιος ο Αγαμέμνονας, αν τον κατονομάσεις».
Ο μάντης, που έχει σιγουρευτεί, αποκαλύπτει πως αιτία του κακού είναι ο Αγαμέμνων, γιατί πρόσβαλε τον ιερέα του Απόλλωνα κι εκείνος, οργισμένος με τη συμπεριφορά του αρχιστράτηγου, ρίχνει το θανατικό (λοιμό) στο στρατόπεδο των Αχαιών.
Ξεχωριστή όμως είναι η περίπτωση του όρκου στη Ραψωδία Γ της Ιλιάδας (276-285). Πρόκειται για ένα όρκο, στον οποίο τηρείται πιστά το τελετουργικό πρότυπο, και έχει χαρακτήρα βεβαιωτικό. Επικυρώνει τους όρους της συμφωνίας για τη μονομαχία μεταξύ Μενέλαου και Πάρη.
«Μετά ο γιος του Ατρέα τράβηξε το μαχαίρι….έκοψε μια τούφα τρίχες απ’ τα κεφάλια των αρνιών κι οι κήρυκες τις μοίρασαν στους άρχοντες των Τρώων και των Αχαιών.
Τότε ο Ατρείδης υψώνοντας τα χέρια προσευχόταν μπροστά τους μεγαλόφωνα:
«Πατέρα Δία, μέγιστε και πολυδοξασμένε, που από την Ίδη κυβερνάς,
και Ήλιε, που τ’ ακούς και τα εποπτεύεις όλα,
και Ποταμοί και Γη κι εσείς θεοί κάτω απ’ τη γη,
που όσους πάτησαν τον όρκο τους νεκρούς τους τιμωρείτε,
ας είστε μάρτυρες κι απάτητους τους όρκους να φυλάτε,
αν τύχει κι ο Αλέξανδρος σκοτώσει το Μενέλαο,
ας κρατήσει την Ελένη κι όλους τους θησαυρούς,
κι εμείς πίσω ας γυρίσουμε με τα ποντοπόρα πλοία.
Μα αν τύχει κι ο ξανθός Μενέλαος σκοτώσει τον Αλέξανδρο,
οι Τρώες να δώσουν πίσω την Ελένη κι όλους τους θησαυρούς της».
Αυτός είναι ο όρκος. Ακολουθεί η σφαγή των αρνιών και καθένας από τους αρχηγούς των Αχαιών και των Τρώων, χύνοντας με κύπελλα κρασί στα θύματα ευχόταν να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας, αλλιώς του παραβάτη τα μυαλά να χυθούν σαν το κρασί στη γη. Το αποτέλεσμα, βέβαια, της αναμέτρησης ήταν ένα τίποτα, φιάσκο. Ο Πάρης, που προκάλεσε τη μονομαχία, μόλις είδε το Μενέλαο μπροστά του, έτοιμο και αποφασισμένο να πάρει εκδίκηση για την ατιμία που του έκανε, δείλιασε, έκανε στροφή και έτρεξε να σωθεί στο στρατόπεδό του. Η μονομαχία δεν έγινε. Ο πόλεμος, που για την ώρα όλοι πίστεψαν πως θα τελείωνε, θα ξανάρχιζε πάλι.
Όρκο καρτερό δίνει και η Ελένη στον Οδυσσέα ότι δε θα τον καταδώσει, όταν τον αναγνώρισε τότε που μπήκε μεταμφιεσμένος στην Τροία για κατασκοπία.
(δ 250-254)
.Εγώ δε μιν οίη ανέγνων τοίον εόντα,
… …αλλά εγώ ώμοσα καρτερόν όρκον
μη μεν πριν Οδυσήα μετά Τρώεσσ’ αναφήναι
πριν γε τον ες νήας τε θοάς κλισίας τ’αφικέσθαι»
«Και μόνο εγώ τον γνώρισα πως είναι αυτός.
….αλλά του έδωσα μέγα όρκο
πως δε θα τον καταδώσω στους Τρώες
πριν επιστρέψει στα γρήγορα καράβια του και τις σκηνές του».
Την πληροφορία διασώζει και ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Εκάβη, όταν η βασίλισσα της Τροίας παρακαλεί τον Οδυσσέα να θυσιάσει την ίδια στο τάφο του Αχιλλέα και να αφήσει στη ζωή την κόρη της Πολυξένη. Για να τον πείσει μάλιστα του θυμίζει πως και η δική της σιωπή τον έσωσε από το θάνατο, τότε που μπήκε για κατασκοπία στην Τροία.
Πολλές φορές η ανάγκη υποχρεώνει τους ανθρώπους να ορκίζονται για πράγματα που είναι αμφίβολο αν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Επειδή όμως η ανάγκη το επιβάλλει, ορκίζονται. Στη ραψωδία(Κ 321) ο Έκτορας εκβιάζεται από το Δόλωνα να του δώσει, ως αμοιβή, για τη νυχτερινή κατασκοπία που θα πραγματοποιήσει στο στρατόπεδο των Αχαιών, τα άλογα του Αχιλλέα, αν κερδίσει τον πόλεμο. Ο Έκτορας, που επείγεται να πληροφορηθεί την κατάσταση που επικρατεί στο στρατόπεδο των Αχαιών, του υπόσχεται με όρκο ότι θα το πράξει.
«Εμπρός σήκωσε ψηλά το σκήπτρο σου κι ορκίσου
πως θα μου δώσεις τ’ άλογα εκείνα και το χαλκοστόλιστο αμάξι
που κουβαλούν στη μάχη τον έξοχο γιο του Πηλέα×
κι εγώ δε θα φανώ κακός κατάσκοπος, ούτε θα σε γελάσω».
¨Ετσι είπε, κι εκείνος, παίρνοντας στα χέρια του το σκήπτρο, ορκίστηκε¨
Μάρτυς μου ας είναι ο Δίας…
σου υπόσχομαι πως θα τα χαίρεσαι για πάντα μόνο εσύ»(Κ 321-331)
Ο ποιητής όμως, σχολιάζοντας τον όρκο, σημειώνει:
«Μ’ αυτά τα λόγια μάταιο όρκο πήρε× εκείνον όμως τον ξεσήκωσε».
Χαρακτηρίζει τον όρκο όχι ψεύτικο αλλά μάταιο, πλην όμως πείθει το Δόλωνα και επιχειρεί την ίδια νύχτα την κατασκόπευσή του, χωρίς να την ολοκληρώσει, γιατί θα πέσει θύμα του Διομήδη και του Οδυσσέα.
Μήπως με όρκο ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων δε βεβαιώνει τους Αχαιούς ότι δεν κοιμήθηκε με τη Βρισηίδα, όσον καιρό την κρατούσε αιχμάλωτη στο καλύβι του (Τ188), ή ο Οδυσσέας, όταν μέσα στο παλάτι του, ως κουρελής ξένος, αναγκάζει τους μνηστήρες να ορκιστούν ότι δε θα επέμβουν κατά την μονομαχία του με το γνωστό ζητιάνο του παλατιού ΄Ιρο;
Υπάρχει όμως και μια μαρτυρία στην Οδύσσεια όπου μνημονεύεται ένα γεγονός στο οποίο αφήνεται να νοηθεί ότι υπήρχαν και άνθρωποι που έδινα ψεύτικους όρκους, γιατί ο τρόπος αυτός εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους, όπως ο Αυτόλυκος, ο παππούς του Οδυσσέα και βασιλιάς της Παρνασσίδας, που στη ραψωδία (τ 396) ο ποιητής τον εμφανίζει ικανό άνθρωπο και μοναδικό να χειρίζεται κατά το συμφέρον του όρκους και πονηριές, γεγονός που υποβαθμίζει την εγκυρότητα και την πίστη που είχε ο ομηρικός άνθρωπος στον όρκο και τη δύναμή του.
«Παρνασσόν δ’ ελθόντα μετ’ Αυτόλυκον τε και υίας,
μητρός εής πατέρ’ εσθλόν, ος ανθρώπους εκέκαστο
κλεπτοσύνη θ’ όρκω τε× θεός δε οι αυτός έδωκεν
Ερμείας× »
«…….. Στον Παρνασσό όταν πήγε
και βρήκε τον Αυτόλυκο με τους λεβέντες γιους του,
τον πάππο του απ’ τη μάνα του, που δεν τον έφτανε άλλος
στους όρκους και τις πονηριές, όσα χαρίσματα είχε
απ’ τον Ερμή…»».
Παρά την εξαίρεση αυτή, ο όρκος ήταν μια καθημερινότητα στους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αφού με τον τρόπο αυτό οι άνθρωποι μπορούσαν να είναι σίγουροι για κάποια σοβαρά ζητήματα που τους απασχολούσαν και με τον όρκο εξιχνίαζαν την αλήθεια και πιθανώς και τη διευθέτηση του προβλήματος. Άλλωστε, από όσα γνωρίζουμε, ο όρκος ήταν κάτι το αναγκαίο για την αποκάλυψη της αλήθειας. Το αποδεικνύουν όλες αυτές οι περιπτώσεις που αναφέραμε. Ο άνθρωπος της εποχής εκείνης θεωρούσε πως ο όρκος έχει μεγάλη βαρύτητα και διασφάλιζε την ανίχνευση της αλήθειας και την δίκαια απονομή της δικαιοσύνης, διαρκές ανθρώπινο αίτημα.
Λόγος για δικαστήρια και διεξαγωγή δικών ξεκάθαρος δε γίνεται πουθενά στα δύο έπη. Αυτό δε σημαίνει πως αγνοούσαν την έννοια της δικαιοσύνης και την ανάγκη της δίκαιης κρίσης. Αυτά ήταν γνωστά και πάγια αιτήματα του ανθρώπου. Γι’ αυτό, μπορεί να μη γίνεται λόγος συγκεκριμένος για δίκη πουθενά, γίνεται όμως κάποια μνεία από τη μητέρα του Οδυσσέα, την Αντίκλεια, η οποία, για να καθησυχάσει το γιο της, όταν τον συναντά στον Άδη, του λέει πως ο Τηλέμαχος, ο γιος του, διαφεντεύει το παλάτι και την πατρική περιουσία, επιπλέον κυβερνά με δίκαιο τρόπο και όλοι τον ζητούν να τους λύνει τις διαφορές τους.

«Τηλέμαχος τεμένεα νέμεται και δαίτας είσας
δαίνυνται, ας επέοικε δικασπόλον άνδρ’ αλεγύνειν×
πάντες γαρ καλέουσιν. ……».
Μον’ ήσυχα ο Τηλέμαχος ορίζει τα περβόλια,
και κάθεται στα ισότιμα τραπέζια, σε όσα πρέπει
ο δικαιοκρίτης να βρεθεί, γιατί τον κράζουν όλοι»(λ 185-189).
Εκεί όμως που η λέξη δικαιοσύνη και δίκη ακούγονται με επίταση είναι στη ραψωδία (Ψ 570 κεξ). Ο αδικημένος από τον Αρχίλοχο Μενέλαος ζητά μια δίκαια κρίση στο ζήτημα που προέκυψε κατά την αρματοδρομία. Κατηγορεί τον Αρχίλοχο ότι με δόλο εμπόδισε το άρμα του κατά τον αγώνα και του έκλεψε τη νίκη. Γι’ αυτό καλεί όλους τους αρχηγούς και άρχοντες να δικάσουν αμερόληπτα την περίπτωση δόλου από το γενναίο Αρχίλοχο, το γιο του Νέστορα.
ΜΕΝΕΛ..
«Εμπρός λοιπόν, άρχοντες των Αργείων κι αρχηγοί,
δικάστε μας εδώ αμερόληπτα, δίχως να χαριστείτε,
μην πει κανένας κάποτε από τους χαλκοχίτωνες Αχαιούς
« Ο Μενέλαος ασκώντας βία στον Αντίλοχο με ψέματα
του πήρε τη φοράδα και έφυγε….»
Μετά στρέφεται στον Αντίλοχο και του ζητά να του ορκιστεί ότι κατά τον αγώνα δεν εμπόδισε με δόλο το άρμα του.
«Διοθρεμμένε Αντίλοχε, έλα λοιπόν εδώ, καθώς ορίζει το έθιμο,
στάσου μπροστά στο άρμα σου και στ’ άλογα, πάρε στα χέρια σου
το λυγερό μαστίγιο, που πριν μ’ αυτό κεντούσες τ’ άλογα,
βάλε το χέρι επάνω τους κι ορκίσου στον κοσμοσείστη Ποσειδώνα
πως δεν εμπόδισες επίτηδες το άρμα μου με δόλο».
Ο Αντίλοχος, μετανιωμένος για την ανέντιμη πράξη του, ομολογεί, χωρίς όρκο, την ενοχή του και ζητά ταπεινά συγγνώμη από το Μενέλαο. Εκείνος, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταμέλεια, το νεαρό της ηλικίας του, την προσφορά τη δική του, του πατέρα του και του αδελφού του στον πόλεμο, τον συγχωρεί και του δίνει τη φοράδα, αν και δικαιωματικά είναι δική του, γιατί, λέει, ποτέ δεν ήταν άπονη και αλύγιστη η καρδιά του.
Η έννοια της δικαιοσύνης επιθυμητή και γι’ αυτό γίνεται συχνά μνεία σ’ αυτήν, πλην όμως δε τη συναντάμε πάντοτε με την ίδια έννοια, αλλά άλλοτε αναφέρεται με τη σημασία της μοίρας και άλλοτε με τη σημασία της δικαιοσύνης.
Με την πρώτη σημασία συναντούμε τη λέξη δίκη στις φράσεις:
«αλλ’ αύτη δίκη εστί βροτών»(λ 218)΄. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών.
«η γαρ δίκη εστί γερόντων»(π 168) .Αυτή είναι η μοίρα των γερόντων.
Με τη δεύτερη:
«ου μεν σχέτλια έργα θεοί μάκαρες φιλέουσιν,
αλλά δίκην τίουσι και αίσιμα έργ’ ανθρώπων.»(ξ 84-84)
« Μα οι τρισμακάριστοι θεοί τ’ άδικο δεν το θέλουν×
το δίκιο τιμούν και τις καλές τις πράξεις»
«αυτίκα γαρ μοι οίσατο θυμός αγήνωρ
άνδρ’επελεύσεσθαι μεγάλην επιείμενον αλκήν,
άγριον, ούτε δίκας ευ ειδότα ούτε θέμιστας.»(ι 213-215)
« Γιατί είχε κόψει ο νους μου
ευτύς, πως σε άντρα πήγαινα με δύναμη μεγάλη,
άγριο, που δε γνώριζε ούτε από δικαιοσύνη ούτε από νόμους».
Πάντως, το ξανατονίζουμε πως η έννοια του δικαίου δεν είναι άγνωστη στο ομηρικό άνθρωπο και είναι αυτή που ξεχωρίζει τον πολιτισμένο από τον απολίτιστο, τον πρωτόγονο, τον άγριο όπως τονίζει κι ο ποιητής, τον μη γνωρίζοντα «δίκας και θέμιστας». Νομίζουμε πως με όσα αναφέραμε καταδείχτηκε πόσο μεγάλη είναι η σημασία και η αξία του όρκου, αφού μ’ αυτόν οι άνθρωποι διευθετούν καλύτερα τις διαφορές τους, ανιχνεύουν την αλήθεια και καταπολεμούν το ψέμα που φθείρει την κοινωνική πολιτική και οικονομική ζωή τους. Αν θελήσει να διαπιστώσει κανείς την πληθώρα των περιπτώσεων όπου χρησιμοποιείται ο όρκος, θα κατανοήσει την σημασία και την αξία του, αν και κάποιοι αμφισβητούν την σημασία του, γιατί ισχυρίζονται πως μειώνει την ηθική υπόσταση του ανθρώπου και την αξιοπρέπειά του. Στην ομηρική εποχή όμως δε φαίνεται να είχαν εγερθεί τέτοιες σκέψεις και αμφισβητήσεις, γιατί ακόμη οι άνθρωποι ήταν περισσότερο θεοφοβούμενοι.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
.