Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ο οίνος στις κωμωδίες του Αριστοφάνη

Ο οίνος στις κωμωδίες

του Αριστοφάνη

Ο οίνος παράγεται από το σταφύλι του αμπελιού και είναι εύγευστο ποτό. Είναι γνωστός στον ελλαδικό χώρο ακόμη και πριν από το 17ο π.Χ. αιώνα, αφού σε πολλά ναυάγια της εποχής εκείνης οι αμφορείς, με τους οποίους τον μετέφεραν σε άλλες χώρες, μαρτυρούν την ύπαρξή του και την εμπορία του ανάμεσα στους λαούς της Μεσογείου. Πρόκειται για ποτό ευρείας κατανάλωσης όχι μόνο από τους εύπορους αλλά και από τον απλό λαό. Πάντως, όλες οι αναφορές δείχνουν ότι οι πρόγονοί μας έπιναν τον οίνο νερωμένο σε αναλογία ενός μέρους οίνου και δύο νερού ή δύο μέρη οίνου και τρία νερού, ενώ την πόση άκρατου οίνου, δηλαδή ανέρωτου, τη θεωρούσαν επικίνδυνη και βάρβαρη συνήθεια.Ήταν ποτό που συνόδευε το καθημερινό φαγητό του Έλληνα αλλά και το ποτό των Συμποσίων των αρχαίων Ελλήνων, μα ποτέ οι συνδαιτυμόνες δεν έπιναν άκρατο οίνο, αφού η οινοποσία αυτή δε βοηθούσε στη νηφάλια συζήτηση, η οποία θα διεξαγόταν κατά την ώρα του δείπνου. Τα ομηρικά έπη συχνά μνημονεύουν την καλλιέργεια του αμπελιού και την ωφελιμότητα του οίνου. Πολλές είναι οι αναφορές οινοποσίας στην Οδύσσεια αλλά και στην Ιλιάδα, όπου γίνεται και μια θαυμάσια περιγραφή τρύγου στην Ασπίδα του Αχιλλέα. Και είναι φυσικό να συμβαίνει αυτή η προτίμηση από τον ποιητή, που ζει σ’ ένα τόπο για τον οποίο ο λαός του επαίρεται- και δικαιολογημένα- για τα δυο βασικά του προϊόντα, τον οίνο και το ελαιόλαδο. Άλλωστε, είναι γνωστό σε όλους πως με τον οίνο ο Οδυσσέας μέθυσε τον Κύκλωπα Πολύφημο και τον τύφλωσε, σώζοντας έτσι τον εαυτό του και τους συντρόφους του από το ωμοφάγο τέρας. Ο ποιητής, κάθε φορά που αναφέρεται στον οίνο συνοδεύει τη λέξη με ένα επίθετο, όπως: αίθοπα, ηδύν, μελιηδέα, ερυθρόν, μελίφρονα οίνον, ενώ παράλληλα τον χαρακτηρίζει και παυσίλυπον, κατάλληλο για ξεκούραση, για ευεξία, για δραστηριότητα. Στη ραψωδία Ζ της Ιλιάδας ο οίνος θεωρείται ό,τι καλύτερο για την ξεκούραση και την τόνωση του καταπονημένου σώματος. Έτσι, τον χαρακτηρίζει η Εκάβη, η μητέρα του Έκτορα, όταν ξαφνικά έκπληκτη βλέπει μπροστά της το γιο της, τον οποίο και ρωτά να μάθει την αιτία της ανόδου του στην πόλη, ενώ κάτω στον κάμπο μαίνεται ο φονικός πόλεμος. Όταν όμως διαπιστώνει πως είναι κατάκοπος από τον πόλεμο, του προτείνει να του προσφέρει λίγο κρασί, για να τον ξεκουράσει.
ΕΚΑΒΗ. Αλλ’ μέν’, όφρά κε τοι μελιηδέα οίνον ενείκω,
ίν' σπείσης Διί πατρί και άλλοις αθανάτοισι πρώτον,
έπειτα δε καυτός ονήσεαι, αί κε πίησθα.
 ανδρί δε κεκμηώτι μένος μέγα οίνος αέξει,
ως τύνη κέκμηκας αμύνων σοίσιν έτησι.(Ζ 258-262).
Μα για περίμενε, γλυκόπιοτο κρασί να σου προσφέρω,
στον κύρη Δία και στους επίλοιπους θεούς να κάνεις πρώτα σπονδή× μετά κι ατός σου αν έπινες, πολύ θα το χαιρόσουν. Πληθαίνει το κρασί τη δύναμη μαθές του κουρασμένου× και τώρα εσύ πολύ κουράστηκες βοηθώντας τους δικούς σου.
Το κρασί είναι γλυκόπιοτο και μεγαλώνει τη δύναμη του κουρασμένου. Αυτό πιστεύει η Εκάβη, μα εκείνος, επειδή επιθυμεί να συναντήσει τον Πάρη και τη γυναίκα του Ανδρομάχη, αρνείται να δεχτεί την προσφορά της, λέγοντας. 
Μη μοι οίνον άειρε μελίφρονα, πότνια μήτερ, μη μ’ απογυιώσης μένεος, αλκής τε λάθωμαι. χερσί δ’ ανίπτοισιν Διί λείβειν αίθοπα οίνον άζομαι. ( Ζ264-266).Όχι, κρασί γλυκό, μητέρα μου, μη με κεράσεις τώρα× μπορεί να μου κοπούν τα γόνατα και της αντρειάς ξεχάσω. με άπλυτα χέρια ακόμα σκιάζομαι στο Δία κρασί φλογάτο να στάξω
Είναι, βέβαια, ένας εύσχημος τρόπος άρνησης, όχι βέβαια, γιατί θα του παραλύσει τα γόνατα, ούτε γιατί δεν είχε καθαρά χέρια για σπονδή στο Δία, αλλά γιατί δεν ήθελε με κανένα τρόπο να χάσει άσκοπα το χρόνο του, και φρόντιζε να τον κερδίσει με κάθε τρόπο για πολλούς λόγους.
Ο Ευριπίδης, κι αυτός, πολύ αργότερα, βέβαια, στις Βάκχες, δίνει μια νέα ιδιότητα στον οίνο, τον χαρακτηρίζει παυσίλυπο, αφού δίχως αυτόν, λέει, δε θα υπήρχε ούτε έρωτας ούτε καμιά άλλη χαρά. την παυσίλυπον άμπελον δούναι βροτοίς.οίνον δε μηκέτ’ όντος ουκ έστιν Κύπρις ουδ’ άλλο τερπνόν ουδέν ανθρώποις έτι.(στ. 773-775). Κι άκουσα πως αυτός χάρισε στους ανθρώπους τ’ αμπέλι, για να αποξεχνούν τα βάσανά τους κι εκεί που λείπει το κρασί κι ο έρωτας λείπει, κι άλλη χαρά για τους ανθρώπους δεν υπάρχει.Το κρασί, επομένως, διώχνει τη λύπη, τονώνει τον οργανισμό, ξεκουράζει από τους κόπους, ευνοεί τον έρωτα και καθιστά τον άνθρωπο περισσότερο ευδιάθετο. Η έλλειψη του οίνου στερεί όλα τα παραπάνω από τον άνθρωπο.
Όταν όμως η οινοποσία είναι άμετρη και υπερβολική, τότε αποδιοργανώνει τον οργανισμό, θολώνει το μυαλό, και ο μεθυσμένος λέει και πράττει πράγματα, που δε θα έκαμε ποτέ, αν ήταν νηφάλιος. Αυτές είναι οι αρνητικές επιδράσεις του κρασιού στον άνθρωπο που δεν τηρεί το μέτρο στην οινοποσία. Το κρασί, λέει η σοφία του λαού, πρέπει να το πίνεις, όχι να σου πίνει. Είναι απαραίτητο και αναγκαίο στη ζωή, αλλά να πίνεται με μέτρο και νερωμένο για κάποιους μήνες του έτους. Μήνας που δεν έχει Ρ ρίξε στο κρασί νερό. Πρόκειται για τους θερμούς μήνες, που ο άκρατος οίνος επηρεάζει αρνητικά την ευεξία του ανθρώπου, γι’ αυτό συμβουλεύει τον άνθρωπο να λάβει τα μέτρα του, ώστε να του είναι η οινοποσία ευεργετική.
Ο Αθήναιος, στους Δειπνοσοφιστές, μιλώντας για τον οίνο και τη χρήση του, σημειώνει: οίνος ο αγαθός δαίμονας, ενώ ο Αριστοφάνης σε ένα του απόσπασμα αποκαλεί τον οίνο «στρατηγό».«είτα παραλαβών ποτε οίνον στρατηγόν, ος μόνος θνητών άγει την τόλμαν ες το πρόσθε ευβουλίας»(Απ. 18,4).
Ο μεγάλος κωμικός ποιητής αγαπά το κρασί και ποτέ δε λησμονεί την ευεργετική του ιδιότητα. Γι’ αυτό και συμβουλεύει σε κάθε ευκαιρία την οινοποσία, εξαίροντας κυρίως τις θετικές ιδιότητες του κρασιού, χωρίς όμως να αποφεύγει να σημειώνει και τις αρνητικές του. Αυτή του η συμπάθεια προς το κρασί καθρεφτίζεται σε όλες σχεδόν από τις έντεκα σωζόμενες κωμωδίες του. Πιστεύει κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, πως το κρασί που πίνεται με μέτρο βοηθά το μυαλό του ανθρώπου να ενεργοποιηθεί και να δώσει λύσεις θετικές στα προβλήματά του. Γι’ αυτό στα Συμπόσια οι μετέχοντες, για να μη μεθύσουν με την οινοποσία νέρωναν τον οίνο. Τα Συμπόσια, βέβαια, δεν ήταν τσιμπούσια (φαγοπότια) με τη σημερινή έννοια, αλλά συγκεντρώσεις ανθρώπων που συζητούσαν διάφορα θέματα πίνοντας πάντοτε νερωμένο οίνο, δηλαδή κρασί.
Το κρασί είναι απαραίτητο, για να ξεδώσει λίγο ο νους. Το αναφέρει ο ποιητής στους Ιππείς με το στόμα του Δημοσθένη. Στην κωμωδία αυτή δύο Αθηναίοι, ο Δημοσθένης και ο Νικίας, αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, χωρίς να μπορούν να βρουν μια λύση. Γι’ αυτό αποφασίζουν να πιουν λίγο κρασί, μήπως τους βοηθήσει να σκεφτούν καλύτερα και ίσως βρουν διέξοδο στο αδιέξοδό τους.

ΔΗΜ.(προς το Νικία) Μα Δί’ , αλλ’ άκρατον οίνον αγαθού δαίμονος. Ίσως γαρ αν χρηστόν τι βουλευσαίμεθα.Μα το Δία, ας πιούμε ανέρωτο κρασί για καλή τύχη. ίσως έτσι μας έρθει κάποια καλή ιδέα στη σκέψη μας.
ΝΙΚ. Ίδού γ’ άκρατον, περί πότου γουν εστί σοι; Πώς δ’ αν μεθύων χρηστόν τι βουλευσαιτ’ ανήρ; Νάτα μας, στο ενέρωτο κρασί γυρίζει όλο ο νους σου. Πώς όμως ένας μεθυσμένος μπορεί σωστή ιδέα να κατεβάσει;
ΔΗΜ. Άληθες, ούτος κρουνοχυτρολήραιον εί.Οίνον συ τολμάς εις επίνοιαν λοιδορείν; Οίνου γαρ εύροις αν τι πρακτικώτερον; οράς, όταν πίνουσιν άνθρωποι τότε πλουτούσι, διαπράττουσι, νικώσιν δίκας, ευδαιμονούσιν, ωφελούσι τους φίλους. Αλλ’ εξένεγκέ μοι ταχέως οίνου χοά, τον νουν ίν’ άρδω και λέγω τι δεξιόν.
ΔΗΜ. Αλήθεια το λες; είσαι καλά ρε νεροβάρελο; Πώς τολμάς να κατηγορείς το κρασί πως δεν κατεβάζει ιδέες; Μπορείς να βρεις κάτι που να σε οδηγεί σε δράση πιο πολύ απ’ το κρασί; Βλέπεις, πως όταν πίνουν οι άνθρωποι, τότε νιώθουν πλούσιοι, ενεργούν, κερδίζουν δίκες ευτυχούν και τους φίλους τους ωφελούν. Φέρε μου αμέσως μια κανάτα με κρασί να αρδεύσω το μυαλό μου και να πω κάτι σωστό.
    Το κρασί φαίνεται να είναι πανάκεια. 
Θεραπεύει κάθε δυσλειτουργία του νου και τον βοηθά να βρίσκει λύσεις. Πίνουν ο δύο άνδρες λίγο κρασί και βρίσκουν τη λύση. Θα εισέλθουν προσεκτικά στο σπίτι του Κλέωνα, για να βρουν το χρησμό που προλέγει την πολιτική του εξόντωση. Βρίσκουν τον Κλέωνα μεθυσμένο να κοιμάται του καλού καιρού. Με την άνεσή τους ψάχνουν και βρίσκουν τον κρυμμένο χρησμό, που έλεγε ότι ο Κλέων θα εξοντωθεί από έναν αλλαντοπώλη.
Βγαίνουν χαρούμενοι να δοκιμάσουν την αλήθεια του χρησμού και αμέσως συναντούν έναν περαστικό αλλαντοπώλη, τον Αγοράκριτο, έναν ελεεινό και τρισάθλιο άνδρα της αγοράς και, με υποσχέσεις, τον πείθουν και τον χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό αντίπαλο του Κλέωνα. Πιστεύουν και αυτοί, όπως και ο ποιητής, πως ένας αχρείος, ψεύτης, άρπαγας και αδιάντροπος πολιτικός, όπως ο Κλέων, μόνον από έναν όμοιό του μπορεί να νικηθεί, όπως και έγινε. Το κρασί έκανε το θαύμα του. Από τη μια βοήθησε τους ίδιους να βρουν λύση στο πρόβλημά τους και από την άλλη να οδηγήσει τον αντίπαλό τους σε ύπνο βαθύ και να πετύχουν του σκοπού τους.
Εφόσον λοιπόν το κρασί κάνει θαύματα, φυσικό είναι και κάποιοι άνθρωποι να πιστεύουν στη δύναμή του, ώστε να ορκίζονται σ’ αυτό και να το θεοποιούν. Ζωντανό παράδειγμα η Λυσιστράτη, στην ομώνυμη κωμωδία, η επαναστάτρια γυναίκα, που, για να κρατήσει πιστές στο σχέδιό της τις γυναίκες, τις βάζει να ορκιστούν στο κρασί. Φέρνει μια κύλικα γεμάτη κρασί και ορκίζει τις γυναίκες, βάζοντάς τες να την πιάνουν με το χέρι τους.
ΛΥΣ.Λάζυσθε(=αρπάζω,πιάνω) πάσαι της κύλικος. Πιάστε όλες την κύλικα. οι γυναίκες ορκίζονται ότι αποδέχονται το σχέδιό της και πριν αναλάβουν δράση, κάνουν σπονδή, χύνοντας λίγο κρασί, και, όσο μένει, το πίνει μία από αυτές.Εκεί όμως που η αγάπη του κρασιού έχει ξεπεράσει κάθε όριο και η στέρησή του οδηγεί τον πότη ως το θάνατο είναι στην Ειρήνη, όπου ο Κρατίνος, κωμικός ποιητής, πολύ μέθυσος και μόνιμος στόχος του Αριστοφάνη, όταν βλέπει κατά την εισβολή των Λακεδαιμονίων στο σπίτι του να σπάει ένα πιθάρι γεμάτο κρασί, δεν αντέχει. Λιποθυμά και σε λίγο πεθαίνει.

ΕΡΜ. Τι παθών

ΤΡΥ. Ό,τι; Ωρακιάσας ου γαρ εξηνέσχετο ιδών πίθον καταγνύμενον οίνου πλέων.(703-4).

ΕΡΜ. Τι έπαθε;

ΤΡΥ.Τι; Λιποθυμώντας, γιατί δεν άντεξε η ψυχή του, όταν είδε να σπάει ένα πιθάρι ολόγιομο από κρασί.Στις Εκκλησιάζουσες η Πραξαγόρα, για να αναγκάσει τις γυναίκες να ξεφύγουν από τους άντρες τους και να παραστούν στη συγκέντρωση όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τις υπενθυμίζει πως η Γλύκη ορκίστηκε να τιμωρήσει τη γυναίκα εκείνη που θα φτάσει τελευταία με πρόστιμο τριών κιλών κρασιού κι ενός κιλού ρεβιθιών.

ΠΡΑΞ.Ούκουν επιδείξεσθ’; Ως Γλύκη κατώμοσεν την υστάτην ήκουσαν οίνου τρεις χοάς ημών αποτείσειν καρεβίνθων χοίνικα.(44)

ΠΡΑΞ. Δε θα βιαστείτε, λοιπόν; Γιατί η Γλύκη ορκίστηκε πως όποια φτάσει τελευταία εδώ θα πληρώσει πρόστιμοτρία κιλά κρασί κι ένα κιλό ρεβίθια σε μας εδώ.Επειδή όμως κάποιες γυναίκες δείχνουν δισταγμό και φόβο να βγουν στη συνέλευση μεταμφιεσμένες σε άντρες και να μιλήσουν, η Πραξαγόρα, βρίσκει τρόπο να τις ενθαρρύνει. Πιες λίγο κρασί, λέει της μιας και θα σου φύγει κάθε δισταγμός και φόβος.

ΓΥΝΗ.Α.Να μιλήσω προτού πιω;

ΠΡΑΞ. Να πιεις. Σε άλλο σημείο, μια από τις γυναίκες τονίζει την απόφασή της πως αν τελικά πετύχει το σχέδιο της Πραξαγόρας και αναλάβουν τα ηνία του κράτους οι γυναίκες, τότε αυτή θα απαγορεύσει την ύπαρξη δεξαμενών νερού μέσα στις ταβέρνες για τον απλούστατο λόγο, γιατί θέλει να είναι γεμάτες με κρασί. Είναι μια άποψη κι αυτή.

ΓΥΝΑΙ. αν επικρατήσουν αυτές δε θα επιτρέψει να κάνουν μέσα στις ταβέρνες στέρνες και να τις γεμίζουν με νερό. Αυτό δεν το θεωρώ σωστό(στ.150).Και τούτο, γιατί δεν ήθελε να νερώνεται το κρασί. Η Πραξαγόρα, βλέποντας ότι περνά η ώρα και πρέπει να κάνουν γρήγορα, παίρνει το λόγο και μιλά για λογαριασμό όλων των μεταμφιεσμένων γυναικών σε άντρες, κατηγορώντας την αβελτηρία των ανδρών στη διοίκηση της πόλης.

Ας μη λησμονούμε όμως και το γεροδικαστή Βδελυκλέωνα στους Σφήκες, όπου, επαιρόμενος για το έργο του και το κύρος του, τονίζει πως, όταν επιστρέψει στο σπίτι και διαπιστώσει ότι δεν του φέρονται όπως πρέπει, εκείνος αμύνεται με ένα φλασκί κρασί που έχει μαζί του. Είναι κι αυτός ένας καλός τρόπος άμυνας και αντίδρασης απέναντι στη δυσκολία.

ΒΔΕ. Αν εσύ δε μου χύνεις κρασί να πιώ, το κρασόφλασκο αυτό έχω γεμάτο, που το γέρνω και πίνω×κι αυτό πριτς! βροντά δυνατά στο δικό σου τον πάτο. Ε, δεν έχω εξουσία μεγάλη, λοιπόν, που δεν είναι πιο κάτω απ΄ του Δία; (στ.617).Κι ενώ στους Σφήκες ο γεροδικαστής βρίσκει παρηγοριά στο ποτό, στις Εκκλησιάζουσες τονίζεται πως η οινοποσία χωρίς μέτρο βλάπτει, στην Ειρήνη ο Χορός ζητά, τώρα που θα βγει η νύφη Οπώρα έξω, να αναπέμψουν μια προσευχή στους θεούς και να τους παρακαλέσουν να δίνουν πλούτο στους Έλληνες, καλή σοδειά και κρασί πολύ, ώστε αυτά τα αγαθά να σταματήσουν τον πόλεμο.
ΧΟ. Κατευξαμένους τοίσι θεοίσιν διδόναι πλούτον τοις ΄Ελλησιν κριθάς τε ποιείν ημάς πολλάς πάντας ομοίως οίνόν τε πολύν. ..λήξαί τ’ αίθωνα σίδηρον.(1320-1328) Αφού προσευχηθούμε στους θεούς να δίνουν πλούτο στους Έλληνες, να έχουμε μεγάλη σοδειά κριθαριών όλοι να έχουμε κρασί πολύ...και να σταματήσουν τα φονικά όπλα.
Αυτή είναι η προσευχή τους προς τους θεούς, γιατί ο πόλεμος έχει καταστρέψει την ύπαιθρο και λιγόστεψαν όλα τα αγαθά, που είναι αναγκαία και απαραίτητα για τη διατροφή ενός λαού, που είναι αποκλεισμένος στα τείχη της πόλης του και αγωνιά για την έκβαση του φρικτού πολέμου. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί πως, αν κάποιος δε σεβόταν τον συνάνθρωπό του αλλά κυρίως το θείο, τότε ο Θεός τον προειδοποιούσε για τις συνέπειες που θα είχε. Μια από αυτές ήταν και η στέρηση της παραγωγής κρασιού, όπως φαίνεται στη σκηνή των Νεφελών με το Στρεψιάδη. Οι Θεές (Νεφέλες) του υποδεικνύουν πως αν έχει μνήμη, αν σπουδάζει και απέχει από την κρασοκατάνυξη, τότε θα ευτυχεί ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλιώς, αν προσβάλλει τους θεούς, τότε οι θεοί θα τον τιμωρήσουν .
ΧΟ. Προσεχέτω τον νουν προς ημών οία πείσεται κακά, λαμβάνων ούτ’ οίνου ούτ’ άλλ’ ουδέν εκ του χωρίου.(1123). Ας προσέξει ποια κακά θα πάθει από μας, αφού δε θα παίρνει ούτε κρασί ούτε τίποτε άλλο από το χωράφι του.
Το κρασί όμως είναι ελκυστικό ποτό και οι μπεκρούδες, όπως λέει ο ποιητής, κάνουν καλό μόνο στους ταβερνιάρηδες, γιατί τους αυξάνουν τα έσοδα, αλλά πολύ κακό στον αφέντη και στον εαυτό τους, αφού η υπέρμετρη οινοποσία τις παρασύρει σε ενέργειες και λόγους ανάρμοστους στην αξιοπρέπειά τους, κάτι που δε θα έπρατταν ποτέ, αν ήσαν νηφάλιες.
Ο Μνησίλοχος, φίλος του τραγικού Ευριπίδη, στις Θεσμοφοριάζουσες, ντυμένος γριά, εμφανίζεται στη συνέλευση των γυναικών και τις κατηγορεί για τα έργα τους αλλά και για την πονηριά τους. Τονίζει με νόημα πως αυτές ρουφούν το κρασί απ’ το πιθάρι με ένα δικό τους πρωτότυπο τρόπο. Έκοψαν, λέει, καλάμια και, βάζοντάς τα στο πιθάρι με το κρασί, ρουφούν και μεθούν, χωρίς να γίνονται αντιληπτές από τους αφέντες. ΄Αρα δεν μπεκρουλιάζουν μόνον οι άνδρες, κατά τον ποιητή, αλλά και οι γυναίκες, που είναι πολύ επινοητικές, ώστε να μη στερηθούν το ποτό που τόσο αγαπούν.
Επεί τάδ’ ουκ είρηχ’, οράς, ως στλεγγίδας λαβούσαι έπειτα σιφωνίζομεν τον οίνον.(557) Για παράδειγμα, δεν έχω πει, βλέπεις, ότι καλάμια παίρνοντας ρουφούμε απ’ τα πιθάρια το κρασί.
Το κρασί είναι ευπρόσδεκτο κέρασμα σε κάθε χαρά και κάθε ανθρώπινη επιτυχία. Γι’ αυτό και ο Καρίων, ο δούλος του Χρεμύλου, στον Πλούτο, φωνάζει στην κυρά του και χαρούμενος την προτρέπει να φέρει κρασί να πιει η ίδια, αφού της αρέσει και αυτής, γιατί της φέρνει είδηση καλή. Ανάβλεψε ο τυφλός Πλούτος, μετά από την επέμβαση του θεού Ασκληπιού και τώρα έρχεται στο σπίτι της!(644). Κι εδώ το κρασί έχει την τιμητική του.
Θα τελειώσουμε την αναφορά μας στο κρασί με μια ακόμη αναφορά του Αριστοφάνη στους Αχαρνείς, όπου οι Αθηναίοι πρέσβεις, που επιστρέφουν από την Περσία και τη Θράκη καυχώνται στη συνέλευση του λαού ότι περνούσαν καλά στις ξένες χώρες που υπηρετούσαν. Οι πρέσβεις από την Περσία λένε πως έπιναν γλυκόπιοτο κρασί σε κρυσταλλένια ποτήρια με τους βασιλιάδες της Περσίας και πως ο μεγάλος βασιλιάς στέλνει στην πόλη πολύ χρυσάφι, ενώ οι πρέσβεις από τη Θράκη ότι δήθεν τα πίνανε κι αυτοί με το Σιτάλκη, βασιλιά της Θράκης,  και ότι τους στέλνει στρατιωτικές ενισχύσεις. Ψεύδονται ασύστολα και οι δύο, γεγονός που αναγκάζει το Δικαιόπολη να φωνάξει δυνατά: Ε, Αθηναϊκέ λαέ, οι πρέσβεις σ’ εξαπατούν, σου λένε ψέματα! 
Το κρασί είπαν «ευφραίνει καρδίας» και είναι ευεργετικό στον άνθρωπο, φτάνει να το χρησιμοποιεί με μέτρο.
Ο Ουγκώ ισχυρίζεται πως το νερό το έφτιαξαν οι Θεοί, ενώ το κρασί οι άνθρωποι. Ίσως, του διέφυγε το «γιατί».Γιατί αλλιώς, αιτιολογώντας την άποψή του, θα συμπλήρωνε: το κρασί είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, για να μπορούν οι άνθρωποι μ' αυτό κατά την  οινοποσία τους, έστω και για λίγο, να νιώθουν σαν θεοί!










Ο ΟΡΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Η πρωτόγονη ανθρώπινη κοινωνία μεταξύ των πολλών προβλημάτων που είχε να αντιμετωπίσει είχε και το πρόβλημα της διαφθοράς, του ψεύδους και της αδικίας, προκειμένου να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής στους κόλπους της. Για το σκοπό αυτό, μεταξύ των άλλων μέτρων που έλαβε, επινόησε και τον όρκο, που είναι η βεβαίωση ή υπόσχεση που δίνεται με επίκληση ιερού προσώπου ως μάρτυρα για την αλήθεια ή το ψέμα κάποιου γεγονότος. Ο Ησίοδος μάλιστα στη Θεογονία του θέλει τον όρκο ως παιδί της Έριδας, δηλαδή ως μια προσωποποιημένη οντότητα, που σχετίζεται με την τιμωρία της ψευδορκίας και της επιορκίας, σε συνεργασία με τις Ερινύες. Η έννοια της τιμωρίας στην πρωτόγονη εποχή είναι εμφανής, γιατί, μαζί με τον όρκο, ακουγόταν και μια κατάρα κατά του εαυτού του από τον ορκιζόμενο, εάν έλεγε ψέματα ή παρέβαινε τον όρκο του. Αυτός, λοιπόν, ο φόβος της τιμωρίας υπήρξε για πολλούς η τροχοπέδη στο να ψευδολογούν ή να παρανομούν σε βάρος συνανθρώπων τους.
Ο όρκος ετυμολογικά έχει σχέση με το έρκος, που παράγεται από το ρήμα είργω= περιορίζω, εμποδίζω, από το οποίο παράγεται η ειρκτή=φυλακή. Έρκος και όρκος είναι η ίδια λέξη με παρεμφερή έννοια. Συνήθεις φράσεις στα έπη είναι: όρκον ομούμαι, ώμοσ(σ)α όρκον.
Στον Όμηρο οι Θεοί έχουν το δικό τους όρκο, τον υπέρτατο όρκο στα νερά της Στύγας, ενώ οι άνθρωποι ορκίζονται στο Δία, τον Ποσειδώνα, τον Ήλιο, τον Απόλλωνα και άλλους θεούς(Γ 276 κεξ). Ο όρκος τους είναι βεβαιωτικός ή υποσχετικός.
Γιατί όμως ο όρκος στη Στύγα να είναι ο υπέρτατος όρκος των Θεών; Λέγεται πως ορκίζονται οι θεοί στη Στύγα, κόρη του Ερέβους και της Νυκτός, γιατί αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στην ήττα των Τιτάνων κατά την Τιτανομαχία, και, για να την ανταμείψει ο Δίας, ονόμασε τη λίμνη στον Άδη, Στύγα, και κατέστησε το νερό της μέγα όρκο των θεών. Ο θεός που θα παραβίαζε τον όρκο αυτό καταδικαζόταν σε απομόνωση για εννιά χρόνια. Στο διάστημα αυτό ήταν ημιθανής, άφωνος και ακίνητος. Επανερχόταν στη φυσική του κατάσταση μόνο κατά το δέκατο έτος. Τον όρκο αυτό δεν μπορούσε να παραβεί ούτε ο ίδιος ο Δίας! Γι’ αυτό και ο όρκος αυτός χαρακτηρίζεται ως μέγας, μέγιστος και δεινότατος.
(Α 233) «αλλ’ έκ τοι ερέω και επί μέγαν όρκον ομούμαι».
(Ο 37και ε 186) «ος τις μέγιστος όρκος δεινότατός τε πέλει μακάρεσσι θεοίσι»

Όρκος στα νερά της Στύγας

Πόσο σημαντικός και φοβερός είναι ο όρκος των Θεών στα νερά της Στύγας το πληροφορούμαστε από μια σκηνή της Οδύσσειας, στην οποία ο Οδυσσέας έκπληκτος πληροφορείται ξαφνικά από την Καλυψώ πως οι θεοί αποφάσισαν την επιστροφή του στην πατρίδα.
Σκέφτεται πως κάτι άλλο έχει στο μυαλό της η θεά, αφού επί εφτά συνεχή χρόνια την ικετεύει να τον αφήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του κι εκείνη πεισματικά τον εμπόδιζε με γλυκόλογα. Πρόκειται για βεβαιωτικό όρκο με τον οποίο εξαναγκάζει τη θεά να του πει την αλήθεια.
ΟΔΥ.«Άλλο, θεά, θα μελετάς μ’ αυτά, κι όχι ταξίδι
ενώ μου ορίζεις με σκαφί της θάλασσας το πέλαγος
να πάρω αυτό, τ’ ατέλειωτο και φοβερό, που τρέχουν
χαρούμενα στον άνεμο. Μα εγώ, θεά, ποτέ μου
δε θα πατήσω στο σκαφί, χωρίς το θέλημά σου,
αν ίσως και δε μου ορκιστείς τον πιο μεγάλο σου όρκο
πως άλλο δε μου μελετάς πάθος φριχτό να πάθω» (ε 184-186).
Η Καλυψώ δικαιολογεί την καχυποψία του Οδυσσέα και του λέει:
«Α, τετραπέρατο κορμί, που κόβει ο νους σου πάντα.
Τι λόγια που σοφίστηκες να βγάλεις απ’ το στόμα!
Ναι, μάρτυράς μου ας είναι η Γη και τα ψηλά Ουράνια,
και το τρεχάμενο νερό της Στύγας, που’ναι ο όρκος
ο πιο μεγάλος, πιο φριχτός των αθανάτων όλων,
πως άλλο δε σου μελετώ πάθος κακό να πάθεις» (ε 189-194).
Ο όρκος στη Γη, τον Ουρανό και τα νερά της Στύγας, που τρέχουν από τη γη στον Άδη, καθησυχάζει και ικανοποιεί το δύσπιστο Οδυσσέα. Η θεά όμως, επιβεβαιώνοντας και έμπρακτα τις καλές της προθέσεις απέναντί του, τον καλεί κοντά της και του δίνει σύνεργα και εντολή να κατασκευάσει σχεδία και να ανοιχτεί μ’ αυτή στο πέλαγος. Ο Οδυσσέας, χαρούμενος από τη στάση της θεάς, κατασκευάζει γρήγορα σχεδία και, αποχαιρετώντας την, αποπλέει για το νησί του.
Ανάλογο όρκο στα νερά της Στύγας δίνει και η Ήρα στις απαιτήσεις του Θεού Ύπνου και του Δία.
Στην πρώτη περίπτωση η Ήρα θέλει να βοηθήσει τους Αχαιούς που βρίσκονται σε δεινή θέση από την πίεση των Τρώων, αλλά σκοντάφτει στην πεισματική άρνηση του Δία, γιατί εκείνος θέλει να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στη Θέτιδα ότι θα βοηθήσει τον Αχιλλέα, το γιο της. Γι’ αυτό η Ήρα, όταν διαπιστώνει πως δεν μπορεί να πετύχει το σκοπό της με την πειθώ, φροντίζει να τον υλοποιήσει με δόλο. Αποφασίζει να αποκοιμίσει το Δία και να βοηθήσει τους Αχαιούς. Διαπραγματεύεται, λοιπόν, με το θεό Ύπνο το σχέδιό της. Ο Ύπνος, παρά τους αρχικούς του δισταγμούς, δέχεται, αλλά απαιτεί να λάβει ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του την Πασιθέα, τη νεότερη από τις Χάριτες. Για να σιγουρευτεί όμως πως η θεά θα τηρήσει την υπόσχεσή της(υποσχετικός όρκος) αναγκάζει την Ήρα να ορκιστεί στα νερά της Στύγας.
(Ξ 271-276).
« άγρει νυν μοι όμοσσον αάατον Στυγός ύδωρ×
χειρί δε τη ετέρη μεν έλε χθόνα πολυβούτειραν,
τη δ’ ετέρη άλα μαρμαρέην, ίνα νώιν άπαντες
μάρτυροι ώσ’ οι ένερθε θεοί Κρόνον αμφίς εόντες…»
«Εμπρός, στης Στύγας τώρα ορκίσου μου το ιερό νερό,
πιάνοντας την τροφοδότρα γη με το ’να χέρι,
τη λαμπερή τη θάλασσα με τ’ άλλο, να είναι μάρτυρες για μας
όλοι οι καταχθόνιοι θεοί, που είναι γύρω στον Κρόνο,
πως θα μου δώσεις σίγουρα μία από τις πιο νέες Χάριτες,
την Πασιθέα, που πόθος ασίγαστος γι αυτήν με τρώει νύχτα μέρα».
Υποδεικνύεται στη θεά μια διαδικασία απλή μεν αλλά οπωσδήποτε συμβολική, να πιάσει δηλαδή με το ένα χέρι η θεά τη Γη και με το άλλο τη θάλασσα, για να είναι μάρτυρες, αλλά όλοι οι θεοί του κάτω κόσμου.
Και ο ποιητής συμπληρώνει:
«Σ΄αυτά τα λόγια υπάκουσε η θεά, η λευκοχέρα Ήρα×
ορκίστηκε, όπως της το ζήτησε, στο όνομα όλων των θεών
που ζουν βαθιά στα Τάρταρα και λέγονται Τιτάνες».
Η θεά συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Ύπνου και ορκίστηκε ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή της.
Το επεισόδιο με το Δία έχει όμως και συνέχεια. Ο Δίας, όταν ξυπνά από το βαθύ ύπνο που τον έριξε ο θεός και διαπιστώνει ότι οι Αχαιοί πιέζουν αφόρητα τους Τρώες, οργίζεται με τη νέα κατάσταση πραγμάτων και ζητά να μάθει από την Ήρα, για ποιο λόγο τον κοίμισε και τον ξεγέλασε. Κι εκείνη, απορρίπτοντας από πάνω της την ευθύνη, του ορκίζεται πως ο Ποσειδώνας ήταν εκείνος που κατέτρεχε και κυνηγούσε τους Τρώες και κανένας άλλος.
«Ας είναι μάρτυρές μου η Γη κι ο απέραντος Ουρανός που μας σκεπάζει,
και το νερό της Στύγας που πέφτει κατακόρυφα-πιο φοβερός
και πιο μεγάλος όρκος δεν υπάρχει για τους μακάριους θεούς-,
η ιερή σου κεφαλή και το συζυγικό κρεβάτι μας,
που εγώ σ’ αυτό ποτέ δε θα ορκιζόμουν δίχως λόγο:
χωρίς τη θέλησή μου ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας
κατατρέχει τους Τρώες και τον Έκτορα, ενώ βοηθεί τους άλλους×
φαίνεται πως τον παρακινεί η καρδιά του, γιατί λυπήθηκε
τους Αχαιούς, σαν είδε την τυράγνια τους μπρος στα πλεούμενά τους.
Ωστόσο εγώ κι εκείνον θα συμβούλευα να ’ρθει
στον δρόμο που εσύ χαράζεις, μαυροσύννεφε»( Ο 36-46).
Ο όρκος της Ήρας είναι βεβαιωτικός και ρίχνει την ευθύνη στον Ποσειδώνα, αποφεύγοντας να μιλήσει για το τέχνασμά της, γεγονός που βάζει σε σκέψεις τον αναγνώστη, εάν όντως ο υπέρτατος όρκος της θεάς ανταποκρινόταν στην αλήθεια, αφού η Ήρα αποφεύγει να απαντήσει στο ερώτημα του Δία και απαντά, αληθινά μεν, αλλά για ό,τι αφορά στον Ποσειδώνα και όχι στην ίδια, τη στιγμή που ο αναγνώστης γνωρίζει πόσο συνέβαλε και πόσο επιδίωξε την ήττα των Τρώων η ίδια με το να κοιμίσει γλυκά το Δία.
Από τις περιπτώσεις όρκου που παραθέσαμε γίνεται φανερό πως ο ορκιζόμενος θεός δεν ορκίζεται μόνο στα νερά της Στύγας αλλά επικαλείται και τη μαρτυρία της Γης, του Ουρανού και των θεών του Κάτω κόσμου, που φαίνεται πως ήταν δυνάμεις που περιλαμβάνονταν σε παλιότερους όρκους ή για να καταστήσει τον όρκο του ακόμη ισχυρό. Αν ,λοιπόν, οι θεοί ορκίζονται μεταξύ τους, τότε, γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και με τους ανθρώπους;

΄Ορκος των θνητών (άρχοντες, βασιλιάδες)

Στα έπη του Ομήρου, ακολουθώντας το παράδειγμα των θεών ορκίζονται και οι άνθρωποι, μόνο που δεν ορκίζονται στα νερά της Στύγας αλλά στο όνομα των ισχυρών Θεών: του Δία, του Ποσειδώνα, του Απόλλωνα, του Ηλίου και άλλων. Συνήθης φράση που ακούγεται κατά τον όρκο είναι: όρκον ομούμαι, δηλαδή δίνω όρκο στο θείο γενικά ή κρατερόν όρκον ομούμαι( δ 253).
(β 377 «γρηύς δε θεών μέγαν όρκον απώμνυ», δ 253, 476, κ 299, 343, 346 «όρκος στους μάκαρες θεούς», μ 298, «καρτερόν όρκον ομμόσσατε», ξ 151 «μυθήσομαι, αλλά συν όρκω», σ 55 «αλλ’ άγε νυν μοι πάντες ομόσσατε καρτερόν όρκον», υ 229 «και επί μέγαν όρκον ομούμαι». )
Στη ραψωδία Α της Ιλιάδας ο μάντης Κάλχας καλείται από τον Αχιλλέα να εξηγήσει στους Αχαιούς την αιτία του λοιμού, πού έπεσε στο στρατόπεδο των Αχαιών. Εκείνος όμως, επειδή φοβάται πως θα θίξει άνδρα ισχυρό, διστάζει, και ζητά με όρκο από τον Αχιλλέα να του υποσχεθεί προστασία. Ο Αχιλλέας δέχεται την παράκληση του μάντη και ορκίζεται στον Απόλλωνα ότι θα τηρήσει τον όρκο του. Πρόκειται για όρκο βασιλιά απέναντι σε μάντη. Ο όρκος δίνεται στο όνομα του Απόλλωνα, θεού εμπλεκομένου στο λοιμό.
(Α 85-90).
« Θαρσήσας μάλα ειπέ θεοπρόπιον, ο τι οίσθα×
ου μα γαρ Απόλλωνα Διίφιλον, ω τε συ, Κάλχαν,
ευχόμενος Δαναοίσι θεοπροπίας αναφαίνεις,
ού τις μευ ζώντος και επί θονί δερκομένοιο
σοι κοίλης παρά νηυσί βαρείας χείρας εποίσει
συμπάντων Δαναών, ουδ’ ην Αγμέμνονα είπης…’
«Με θάρρος φανέρωσε τη θεία βούληση που ξέρεις,×
γιατί, μα τον Απόλλωνα, του Δία τον αγαπημένο γιο,
στον οποίο κι εσύ, Κάλχα, προσεύχεσαι και φανερώνεις τις θεϊκές βουλές του
στους Δαναούς, όσο ζω κι έχω ανοιχτά τα μάτια μου εδώ κάτω
κανένας Δαναός στα κοίλα πλοία δε θα σηκώσει βαρύ το χέρι
επάνω σου, ούτε ο ίδιος ο Αγαμέμνονας, αν τον κατονομάσεις».
Ο μάντης, που έχει σιγουρευτεί, αποκαλύπτει πως αιτία του κακού είναι ο Αγαμέμνων, γιατί πρόσβαλε τον ιερέα του Απόλλωνα κι εκείνος, οργισμένος με τη συμπεριφορά του αρχιστράτηγου, ρίχνει το θανατικό (λοιμό) στο στρατόπεδο των Αχαιών.
Ξεχωριστή όμως είναι η περίπτωση του όρκου στη Ραψωδία Γ της Ιλιάδας (276-285). Πρόκειται για ένα όρκο, στον οποίο τηρείται πιστά το τελετουργικό πρότυπο, και έχει χαρακτήρα βεβαιωτικό. Επικυρώνει τους όρους της συμφωνίας για τη μονομαχία μεταξύ Μενέλαου και Πάρη.
«Μετά ο γιος του Ατρέα τράβηξε το μαχαίρι….έκοψε μια τούφα τρίχες απ’ τα κεφάλια των αρνιών κι οι κήρυκες τις μοίρασαν στους άρχοντες των Τρώων και των Αχαιών.
Τότε ο Ατρείδης υψώνοντας τα χέρια προσευχόταν μπροστά τους μεγαλόφωνα:
«Πατέρα Δία, μέγιστε και πολυδοξασμένε, που από την Ίδη κυβερνάς,
και Ήλιε, που τ’ ακούς και τα εποπτεύεις όλα,
και Ποταμοί και Γη κι εσείς θεοί κάτω απ’ τη γη,
που όσους πάτησαν τον όρκο τους νεκρούς τους τιμωρείτε,
ας είστε μάρτυρες κι απάτητους τους όρκους να φυλάτε,
αν τύχει κι ο Αλέξανδρος σκοτώσει το Μενέλαο,
ας κρατήσει την Ελένη κι όλους τους θησαυρούς,
κι εμείς πίσω ας γυρίσουμε με τα ποντοπόρα πλοία.
Μα αν τύχει κι ο ξανθός Μενέλαος σκοτώσει τον Αλέξανδρο,
οι Τρώες να δώσουν πίσω την Ελένη κι όλους τους θησαυρούς της».
Αυτός είναι ο όρκος. Ακολουθεί η σφαγή των αρνιών και καθένας από τους αρχηγούς των Αχαιών και των Τρώων, χύνοντας με κύπελλα κρασί στα θύματα ευχόταν να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας, αλλιώς του παραβάτη τα μυαλά να χυθούν σαν το κρασί στη γη. Το αποτέλεσμα, βέβαια, της αναμέτρησης ήταν ένα τίποτα, φιάσκο. Ο Πάρης, που προκάλεσε τη μονομαχία, μόλις είδε το Μενέλαο μπροστά του, έτοιμο και αποφασισμένο να πάρει εκδίκηση για την ατιμία που του έκανε, δείλιασε, έκανε στροφή και έτρεξε να σωθεί στο στρατόπεδό του. Η μονομαχία δεν έγινε. Ο πόλεμος, που για την ώρα όλοι πίστεψαν πως θα τελείωνε, θα ξανάρχιζε πάλι.
Όρκο καρτερό δίνει και η Ελένη στον Οδυσσέα ότι δε θα τον καταδώσει, όταν τον αναγνώρισε τότε που μπήκε μεταμφιεσμένος στην Τροία για κατασκοπία.
(δ 250-254)
.Εγώ δε μιν οίη ανέγνων τοίον εόντα,
… …αλλά εγώ ώμοσα καρτερόν όρκον
μη μεν πριν Οδυσήα μετά Τρώεσσ’ αναφήναι
πριν γε τον ες νήας τε θοάς κλισίας τ’αφικέσθαι»
«Και μόνο εγώ τον γνώρισα πως είναι αυτός.
….αλλά του έδωσα μέγα όρκο
πως δε θα τον καταδώσω στους Τρώες
πριν επιστρέψει στα γρήγορα καράβια του και τις σκηνές του».
Την πληροφορία διασώζει και ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Εκάβη, όταν η βασίλισσα της Τροίας παρακαλεί τον Οδυσσέα να θυσιάσει την ίδια στο τάφο του Αχιλλέα και να αφήσει στη ζωή την κόρη της Πολυξένη. Για να τον πείσει μάλιστα του θυμίζει πως και η δική της σιωπή τον έσωσε από το θάνατο, τότε που μπήκε για κατασκοπία στην Τροία.
Πολλές φορές η ανάγκη υποχρεώνει τους ανθρώπους να ορκίζονται για πράγματα που είναι αμφίβολο αν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Επειδή όμως η ανάγκη το επιβάλλει, ορκίζονται. Στη ραψωδία(Κ 321) ο Έκτορας εκβιάζεται από το Δόλωνα να του δώσει, ως αμοιβή, για τη νυχτερινή κατασκοπία που θα πραγματοποιήσει στο στρατόπεδο των Αχαιών, τα άλογα του Αχιλλέα, αν κερδίσει τον πόλεμο. Ο Έκτορας, που επείγεται να πληροφορηθεί την κατάσταση που επικρατεί στο στρατόπεδο των Αχαιών, του υπόσχεται με όρκο ότι θα το πράξει.
«Εμπρός σήκωσε ψηλά το σκήπτρο σου κι ορκίσου
πως θα μου δώσεις τ’ άλογα εκείνα και το χαλκοστόλιστο αμάξι
που κουβαλούν στη μάχη τον έξοχο γιο του Πηλέα×
κι εγώ δε θα φανώ κακός κατάσκοπος, ούτε θα σε γελάσω».
¨Ετσι είπε, κι εκείνος, παίρνοντας στα χέρια του το σκήπτρο, ορκίστηκε¨
Μάρτυς μου ας είναι ο Δίας…
σου υπόσχομαι πως θα τα χαίρεσαι για πάντα μόνο εσύ»(Κ 321-331)
Ο ποιητής όμως, σχολιάζοντας τον όρκο, σημειώνει:
«Μ’ αυτά τα λόγια μάταιο όρκο πήρε× εκείνον όμως τον ξεσήκωσε».
Χαρακτηρίζει τον όρκο όχι ψεύτικο αλλά μάταιο, πλην όμως πείθει το Δόλωνα και επιχειρεί την ίδια νύχτα την κατασκόπευσή του, χωρίς να την ολοκληρώσει, γιατί θα πέσει θύμα του Διομήδη και του Οδυσσέα.
Μήπως με όρκο ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων δε βεβαιώνει τους Αχαιούς ότι δεν κοιμήθηκε με τη Βρισηίδα, όσον καιρό την κρατούσε αιχμάλωτη στο καλύβι του (Τ188), ή ο Οδυσσέας, όταν μέσα στο παλάτι του, ως κουρελής ξένος, αναγκάζει τους μνηστήρες να ορκιστούν ότι δε θα επέμβουν κατά την μονομαχία του με το γνωστό ζητιάνο του παλατιού ΄Ιρο;
Υπάρχει όμως και μια μαρτυρία στην Οδύσσεια όπου μνημονεύεται ένα γεγονός στο οποίο αφήνεται να νοηθεί ότι υπήρχαν και άνθρωποι που έδινα ψεύτικους όρκους, γιατί ο τρόπος αυτός εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους, όπως ο Αυτόλυκος, ο παππούς του Οδυσσέα και βασιλιάς της Παρνασσίδας, που στη ραψωδία (τ 396) ο ποιητής τον εμφανίζει ικανό άνθρωπο και μοναδικό να χειρίζεται κατά το συμφέρον του όρκους και πονηριές, γεγονός που υποβαθμίζει την εγκυρότητα και την πίστη που είχε ο ομηρικός άνθρωπος στον όρκο και τη δύναμή του.
«Παρνασσόν δ’ ελθόντα μετ’ Αυτόλυκον τε και υίας,
μητρός εής πατέρ’ εσθλόν, ος ανθρώπους εκέκαστο
κλεπτοσύνη θ’ όρκω τε× θεός δε οι αυτός έδωκεν
Ερμείας× »
«…….. Στον Παρνασσό όταν πήγε
και βρήκε τον Αυτόλυκο με τους λεβέντες γιους του,
τον πάππο του απ’ τη μάνα του, που δεν τον έφτανε άλλος
στους όρκους και τις πονηριές, όσα χαρίσματα είχε
απ’ τον Ερμή…»».
Παρά την εξαίρεση αυτή, ο όρκος ήταν μια καθημερινότητα στους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αφού με τον τρόπο αυτό οι άνθρωποι μπορούσαν να είναι σίγουροι για κάποια σοβαρά ζητήματα που τους απασχολούσαν και με τον όρκο εξιχνίαζαν την αλήθεια και πιθανώς και τη διευθέτηση του προβλήματος. Άλλωστε, από όσα γνωρίζουμε, ο όρκος ήταν κάτι το αναγκαίο για την αποκάλυψη της αλήθειας. Το αποδεικνύουν όλες αυτές οι περιπτώσεις που αναφέραμε. Ο άνθρωπος της εποχής εκείνης θεωρούσε πως ο όρκος έχει μεγάλη βαρύτητα και διασφάλιζε την ανίχνευση της αλήθειας και την δίκαια απονομή της δικαιοσύνης, διαρκές ανθρώπινο αίτημα.
Λόγος για δικαστήρια και διεξαγωγή δικών ξεκάθαρος δε γίνεται πουθενά στα δύο έπη. Αυτό δε σημαίνει πως αγνοούσαν την έννοια της δικαιοσύνης και την ανάγκη της δίκαιης κρίσης. Αυτά ήταν γνωστά και πάγια αιτήματα του ανθρώπου. Γι’ αυτό, μπορεί να μη γίνεται λόγος συγκεκριμένος για δίκη πουθενά, γίνεται όμως κάποια μνεία από τη μητέρα του Οδυσσέα, την Αντίκλεια, η οποία, για να καθησυχάσει το γιο της, όταν τον συναντά στον Άδη, του λέει πως ο Τηλέμαχος, ο γιος του, διαφεντεύει το παλάτι και την πατρική περιουσία, επιπλέον κυβερνά με δίκαιο τρόπο και όλοι τον ζητούν να τους λύνει τις διαφορές τους.

«Τηλέμαχος τεμένεα νέμεται και δαίτας είσας
δαίνυνται, ας επέοικε δικασπόλον άνδρ’ αλεγύνειν×
πάντες γαρ καλέουσιν. ……».
Μον’ ήσυχα ο Τηλέμαχος ορίζει τα περβόλια,
και κάθεται στα ισότιμα τραπέζια, σε όσα πρέπει
ο δικαιοκρίτης να βρεθεί, γιατί τον κράζουν όλοι»(λ 185-189).
Εκεί όμως που η λέξη δικαιοσύνη και δίκη ακούγονται με επίταση είναι στη ραψωδία (Ψ 570 κεξ). Ο αδικημένος από τον Αρχίλοχο Μενέλαος ζητά μια δίκαια κρίση στο ζήτημα που προέκυψε κατά την αρματοδρομία. Κατηγορεί τον Αρχίλοχο ότι με δόλο εμπόδισε το άρμα του κατά τον αγώνα και του έκλεψε τη νίκη. Γι’ αυτό καλεί όλους τους αρχηγούς και άρχοντες να δικάσουν αμερόληπτα την περίπτωση δόλου από το γενναίο Αρχίλοχο, το γιο του Νέστορα.
ΜΕΝΕΛ..
«Εμπρός λοιπόν, άρχοντες των Αργείων κι αρχηγοί,
δικάστε μας εδώ αμερόληπτα, δίχως να χαριστείτε,
μην πει κανένας κάποτε από τους χαλκοχίτωνες Αχαιούς
« Ο Μενέλαος ασκώντας βία στον Αντίλοχο με ψέματα
του πήρε τη φοράδα και έφυγε….»
Μετά στρέφεται στον Αντίλοχο και του ζητά να του ορκιστεί ότι κατά τον αγώνα δεν εμπόδισε με δόλο το άρμα του.
«Διοθρεμμένε Αντίλοχε, έλα λοιπόν εδώ, καθώς ορίζει το έθιμο,
στάσου μπροστά στο άρμα σου και στ’ άλογα, πάρε στα χέρια σου
το λυγερό μαστίγιο, που πριν μ’ αυτό κεντούσες τ’ άλογα,
βάλε το χέρι επάνω τους κι ορκίσου στον κοσμοσείστη Ποσειδώνα
πως δεν εμπόδισες επίτηδες το άρμα μου με δόλο».
Ο Αντίλοχος, μετανιωμένος για την ανέντιμη πράξη του, ομολογεί, χωρίς όρκο, την ενοχή του και ζητά ταπεινά συγγνώμη από το Μενέλαο. Εκείνος, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταμέλεια, το νεαρό της ηλικίας του, την προσφορά τη δική του, του πατέρα του και του αδελφού του στον πόλεμο, τον συγχωρεί και του δίνει τη φοράδα, αν και δικαιωματικά είναι δική του, γιατί, λέει, ποτέ δεν ήταν άπονη και αλύγιστη η καρδιά του.
Η έννοια της δικαιοσύνης επιθυμητή και γι’ αυτό γίνεται συχνά μνεία σ’ αυτήν, πλην όμως δε τη συναντάμε πάντοτε με την ίδια έννοια, αλλά άλλοτε αναφέρεται με τη σημασία της μοίρας και άλλοτε με τη σημασία της δικαιοσύνης.
Με την πρώτη σημασία συναντούμε τη λέξη δίκη στις φράσεις:
«αλλ’ αύτη δίκη εστί βροτών»(λ 218)΄. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών.
«η γαρ δίκη εστί γερόντων»(π 168) .Αυτή είναι η μοίρα των γερόντων.
Με τη δεύτερη:
«ου μεν σχέτλια έργα θεοί μάκαρες φιλέουσιν,
αλλά δίκην τίουσι και αίσιμα έργ’ ανθρώπων.»(ξ 84-84)
« Μα οι τρισμακάριστοι θεοί τ’ άδικο δεν το θέλουν×
το δίκιο τιμούν και τις καλές τις πράξεις»
«αυτίκα γαρ μοι οίσατο θυμός αγήνωρ
άνδρ’επελεύσεσθαι μεγάλην επιείμενον αλκήν,
άγριον, ούτε δίκας ευ ειδότα ούτε θέμιστας.»(ι 213-215)
« Γιατί είχε κόψει ο νους μου
ευτύς, πως σε άντρα πήγαινα με δύναμη μεγάλη,
άγριο, που δε γνώριζε ούτε από δικαιοσύνη ούτε από νόμους».
Πάντως, το ξανατονίζουμε πως η έννοια του δικαίου δεν είναι άγνωστη στο ομηρικό άνθρωπο και είναι αυτή που ξεχωρίζει τον πολιτισμένο από τον απολίτιστο, τον πρωτόγονο, τον άγριο όπως τονίζει κι ο ποιητής, τον μη γνωρίζοντα «δίκας και θέμιστας». Νομίζουμε πως με όσα αναφέραμε καταδείχτηκε πόσο μεγάλη είναι η σημασία και η αξία του όρκου, αφού μ’ αυτόν οι άνθρωποι διευθετούν καλύτερα τις διαφορές τους, ανιχνεύουν την αλήθεια και καταπολεμούν το ψέμα που φθείρει την κοινωνική πολιτική και οικονομική ζωή τους. Αν θελήσει να διαπιστώσει κανείς την πληθώρα των περιπτώσεων όπου χρησιμοποιείται ο όρκος, θα κατανοήσει την σημασία και την αξία του, αν και κάποιοι αμφισβητούν την σημασία του, γιατί ισχυρίζονται πως μειώνει την ηθική υπόσταση του ανθρώπου και την αξιοπρέπειά του. Στην ομηρική εποχή όμως δε φαίνεται να είχαν εγερθεί τέτοιες σκέψεις και αμφισβητήσεις, γιατί ακόμη οι άνθρωποι ήταν περισσότερο θεοφοβούμενοι.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
.

ΟΜΗΡΟΣ: Μονομαχία Μενέλαου-Αλέξανδρου (Πάρη)

Εισαγωγή
Ο Όμηρος, αφηγούμενος τα γεγονότα του δεκαετούς τρωικού πολέμου, περιορίζει την αφήγησή τους σε 51 ημέρες και μάλιστα του τελευταίου χρόνου του πολέμου. Μετά από την εισαγωγή στη ραψωδία Α και την προετοιμασία για πόλεμο στη Β και στην αρχή της Γ ραψωδίας, μας αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια τη μονομαχία Μενέλαου-Αλέξανδρου, (Γ15-302), η οποία επιτρέπει στα αντιμαχόμενα μέρη να ελπίζουν πως το αποτέλεσμά της θα σημάνει και τον τερματισμό του φονικού πολέμου.
Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής παρασύρει τον αναγνώστη να πιστεύει πως μόλις τώρα αρχίζει ο τρωικός πόλεμος, ενώ είναι αλήθεια πως βρίσκεται στο τέλος του. Ο ποιητής με την αριστουργηματική του αφήγηση σαγηνεύει τον αναγνώστη, κινεί το ενδιαφέρον και τον κρατά σε εγρήγορση, προκειμένου να παρακολουθήσει το αποτέλεσμα της μονομαχίας μεταξύ των δύο ανδρών αλλά και την εξέλιξη των γεγονότων του πολέμου.
Κι ενώ η αφήγηση κινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ταυτόχρονα τον παρασύρει, όπως έχουν παρασυρθεί και τα εμπλεκόμενα στη μονομαχία πρόσωπα, για να καταλήξει σε αμφιλεγόμενα ή και λαθεμένα συμπεράσματα. Το συνηθίζει ο ποιητής. Δεν αποκαλύπτει εύκολα την προσωπική του θέση, αλλά δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να προβληματιστεί και να εκμαιεύσει μόνος του την αλήθεια από τα γεγονότα, αφού είναι γνωστό πως ο ποιητής στην αφήγησή του ή παίρνει ξεκάθαρη προσωπική θέση απέναντι στα γεγονότα ή το πράττει υπό μορφή σχολίου ή υπαινιγμού.

Σκηνή πρώτηΗ γελοιοποίηση του προκλητικού Αλέξανδρου
Ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση των γεγονότων με μια θαυμάσια εικόνα. Εμφανίζει το θεόμορφο Αλέξανδρο πάνοπλο και αγέρωχο να προκαλεί σε μονομαχία τους Αχαιούς.
"Οι δυο στρατοί σαν ζύγωσαν να πέσει ο ένας του άλλου,
στους Τρώες πρώτος ήτανε ο όμορφος ο Πάρης,
δέρμα λιοπάρδαλης στους ώμους του φορούσε, καμπύλα τόξα
και σπαθί, δυο δόρατα χαλκόμυτα στα χέρια του
κρατούσε, και όλους τους γενναίους Αχαιούς προκαλούσε
σε μια σκληρή να συγκρουστούν μ’ αυτούς μονομαχία» (Γ 15-20).
Η απροσδόκητη και εντυπωσιακή εμφάνιση του Αλέξανδρου ξαφνιάζει τον αναγνώστη.Ο Πάρης διαθέτει θεϊκή ομορφιά, ωραίο ντύσιμο και άριστο εξοπλισμό, πλην όμως διακατέχεται από υπέρμετρη αλαζονεία που εκπλήσσει. Η εμφάνισή του αφήνει άναυδους Τρώες και Αχαιούς, ενώ ταυτόχρονα εξοργίζει το Μενέλαο, τον ντροπιασμένο σύζυγο της Ελένης, γιατί αντιλαμβάνεται πως η απειλή του στοχεύει εκείνον, παρά τη γενική διατύπωση της πρόκλησής του. Σκέφτεται πως ήρθε η ευκαιρία να πάρει εκδίκηση από τον κλέφτη της γυναίκας του και αντιδρά δυναμικά.
«Και όταν ο μαχητής Μενέλαος τον είδε να προβαίνει
μπροστά απ’ τους συντρόφους του με δρασκελιές μεγάλες,
το χάρηκε, σαν το λιοντάρι που τρανή λεία βρίσκει,
ελάφι μακροκέρατο ή άγριο κατσίκι,
καθώς πεινά, δε νοιάζεται, καθώς το κατατρώει,
σκυλιά γοργά αν τον κυνηγούν και κυνηγοί λεβέντες.
Χάρηκε ο Μενέλαος αντικρίζοντάς τον εμπρός του,
γιατί σκέφτηκε πως θα γδικιωθεί της γυναίκας του τον κλέφτη» (Γ 27-28).
Ο Μενέλαος θεωρεί προσωπική την πρόκληση του αντιπάλου του, και αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσει πηδά από το άρμα του και προβάλλει απέναντί του πάνοπλος. Ο Αλέξανδρος, μόλις τον αντικρίζει, αιφνιδιάζεται, δειλιάζει και τρομοκρατημένος τρέπεται σε φυγή. Κρίμα στην εμφάνισή του!
«Ο όμορφος Αλέξανδρος σαν είδε αυτόν να βγαίνει
από τους πρόμαχους μπροστά, ταράχτηκε η ψυχή του
και στους συντρόφους γύρισε, του χάρου να ξεφύγει»(Γ 31-33).
Η φυγή του ακυρώνει την αγέρωχη εμφάνιση, γελοιοποιεί και προδίδει το όνομά του και το ηρωικό ιδεώδες. Προκαλεί τη θυμηδία σ’ αυτούς που παρακολουθούν την αναμέτρηση.
Ο θεόμορφος Αλέξανδρος, όσο αναπάντεχα και προκλητικά εμφανίστηκε στο προσκήνιο τόσο γρήγορα και ταπεινωτικά το «έβαλε στα πόδια» και χάθηκε, τρυπώνοντας στις τάξεις του στρατού του, για να σωθεί!
Αυτή είναι η πρώτη φάση μιας μονομαχίας, ένα φιάσκο, που προετοιμάστηκε με θαυμάσιο τρόπο από τον ποιητή, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αφού ο Αλέξανδρος με τη φυγή του διέψευσε το όνομά του (αλέξω+ανήρ=απομακρύνω τους άνδρες) και γελοιοποίησε το ηρωικό ιδεώδες!
Γι’ αυτό ο τίτλος, που θα άρμοζε να δοθεί στο γεγονός θα ήταν: η γελοιοποίηση του Αλέξανδρου. Ο τίτλος τα λέει όλα και κάθε σχολιασμός περιττεύει.

Σκηνή δεύτερη
΄Οροι της μονομαχίας και το αποτέλεσμά τηςΜε τη φυγή του Αλέξανδρου ο ποιητής κλείνει την πρώτη σκηνή. Μας παρουσίασε έναν Αλέξανδρο όμορφο σαν θεό αλλά άμυαλο και επιπόλαιο σαν μικρό παιδί. Δεν ακούμε το χαρακτηρισμό από τον ποιητή αλλά τον οσμιζόμαστε από τις ενέργειες του. Εμφανίστηκε αγέρωχος και προκλητικός, για να χωθεί στις τάξεις του στρατού του φοβισμένος και ντροπιασμένος.
Η άτακτη φυγή του εξοργίζει το γενναίο Έκτορα, γι' αυτό τον επιπλήττει και τον κατηγορεί για δειλία.
«Δύσπαρι, είδος άριστε, γυναικομανές, ηπεροπευτά…».
«Πάρη, κακόπαρη, πανέμορφε και γυναικά και πλάνε,
ας μη γεννιόσουν συ ποτέ, άγαμος να χανόσουν!
Αυτό θα ήθελα πολύ, καλύτερο θα ήταν,
παρά να σε περιφρονούν, να σε ντροπιάζουν όλοι.
Οι μακρόμαλλοι Αχαιοί γελούν στ’ αλήθεια τώρα,
που πρόμαχο σε νόμιζαν. Μορφή ωραία έχεις,
ωστόσο διόλου δύναμη, διόλου καρδιά δεν έχεις.
………………….…
το μαχητή Μενέλαο δε στέκεις ν’ αντικρίσεις;
Τότε μόνο θα έβλεπες ποιανού κρατάς γυναίκα!»(Γ 39-53).
Η μομφή είναι σοβαρή και θίγει την αξιοπρέπεια του Αλέξανδρου, πλην όμως τη δέχεται αδιαμαρτύρητα. Γι’ αυτό, μετανιωμένος για την πράξη του, ζητά συγγνώμη από τον αδερφό του και τον παρακαλεί να του εξασφαλίσει μια αναμέτρηση με το Μενέλαο, ώστε να ξεπλύνει την ντροπή και να ξεκαθαρίσει το ζήτημα της Ελένης και του τρωικού πολέμου. Ορίζει μάλιστα ο ίδιος το σκοπό και τους όρους της μονομαχίας. Ο αδερφός του, που νιώθει σε πόσο δύσκολη ψυχολογική κατάσταση βρίσκεται ο Πάρης, τον καθησυχάζει και του υπόσχεται ότι θα ενεργήσει κατά την επιθυμία του. Γι’ αυτό, ενώ συνεχίζονται οι συγκρούσεις, ειδοποιεί τους Αχαιούς πως θέλει να τους κάνει μια πρόταση. Τον βλέπει από μακριά ο Αγαμέμνων και διατάζει τους δικούς του να σταματήσουν τη μάχη.
Ο ΄Εκτορας προχωρεί λίγο προς το μέρος των Αχαιών και ανακοινώνει στα δύο στρατεύματα με φωνή δυνατή τους όρους που του πρότεινε ο αδερφός του για τη μονομαχία.
«Τρώες, αντρείοι Αχαιοί, ακούσατε από μένα
τι είπε ο Αλέξανδρος, της έχθρας μας αιτία.
Οι Τρώες και όλοι Αχαιοί να αποθέσουν λέει
τα όμορφα τα όπλα τους στη γη την πολυθρόφα
κι ο μαχητής Μενέλαος κι ο ίδιος πια στη μέση,
για της Ελένης τ’ αγαθά για εκείνη να παλέψουν,
κι όποιος φανεί πιο δυνατός τον άλλον όποιος νικήσει
ας πάει στο σπίτι τ’ αγαθά όλα και τη γυναίκα.
Οι άλλοι ας συμφιλιωθούν, όρκους πιστούς ας κάμουν» (Γ 86-94 ).
Οι όροι της συμφωνίας ακούγονται για πρώτη φορά και δείχνουν έναν Αλέξανδρο εντελώς διαφορετικό από εκείνον που μας εμφάνισε πριν από λίγο ο ποιητής. Το πάθημα του έγινε μάθημα; Πάντως, οι προτάσεις του είναι σοβαρές και οι όροι του ξεκάθαροι. Ο Μενέλαος ακούει τους όρους του Αλέξανδρου και δέχεται να μονομαχήσει μαζί του, αλλά με όρους, που αυτός αντιπροτείνει σε Αχαιούς και Τρώες.
«Και μένα τώρα ακούσετε, που περισσότερο πόνο έχω.
Λέω να χωριστείτε πια Αργείοι, Τρωαδίτες,
γιατί πολλά τραβήξατε, καθώς έχω θυμώσει,
για ό,τι πρωταρχίνησε του Αλέξαδρου η πράξη.
Για όποιου μας το θάνατο έχει ορίσει η μοίρα,
ας σκοτωθεί, οι άλλοι γρήγορα χωριστείτε.
…………………..
Ο Πρίαμος ο δυνατός ας έρθει για τους όρκους,
γιατί είναι αλαζονικά κι άπιστα τα παιδιά του,
μήπως χαλάσει κάποιος τους όρκους προς το Δία.
Ο νους των νέων πάντοτε παίρνει εύκολα αέρα,
μα όπου γέρος βρίσκεται, αυτός μπρος- πίσω βλέπει
κι ό,τι συμφέρει προνοεί και για τα δυο τα μέρη» ( Γ 97-110 ).
Οι Αχαιοί και οι Τρώες αποδέχονται τους όρους του Μενέλαου, γιατί πιστεύουν πως είναι σαφείς και ξεκάθαροι.
Η νέα διατύπωση: «για όποιου θάνατο έχει ορίσει η μοίρα ας σκοτωθεί» είναι φανερό πως είναι μια άλλη πρόταση περισσότερο συγκεκριμένη, αφού περιορίζει τη συμφωνία και δεν αφήνει περιθώρια στα δυο μέρη για παρανοήσεις ή παρερμηνεία. Τη μονομαχία δε θα κρίνει η απλή νίκη ή ο τραυματισμός του αντιπάλου, αλλά ο θάνατος. Νικητής θα αναδειχτεί αυτός που θα επιζήσει από τη μονομαχία, αφού μόνον ο θάνατος του ενός εκ των δύο μονομάχων θα δώσει λύση στο ζήτημα και καμιά άλλη περίπτωση. Ο περιορισμός αυτός προφανώς έχει τη σκοπιμότητά του, η οποία όμως θα φανεί στη συνέχεια.
Ο Μενέλαος έχει και μια άλλη απαίτηση. Θέλει να επιβεβαιώσει με όρκο τη συμφωνία ο Πρίαμος και όχι τα παιδιά του στα οποία δεν έχει εμπιστοσύνη, πρόταση που αμφισβητεί και μειώνει την αξιοπιστία των αντιπάλων του.
Παρόα αυτά οι προτάσεις του γίνονται δεκτές. Αχαιοί και Τρώες τις επιδοκιμάζουν και νιώθουν χαρούμενοι, γιατί με τον τρόπο αυτό θα τελειώσει ο φρικτός πόλεμος.
Ετοιμάζεται το νέο κείμενο. Περιέχει τους όρους του Μενέλαου και όχι του Αλέξανδρου. Δεν διατυπώνεται από κανένα μέρος κάποια παρατήρηση ή επιφύλαξη, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι όροι είναι σαφείς και από όλους αποδεκτοί.
Στον κάμπο εντωμεταξύ εκπρόσωποι των Αχαιών και των Τρώων εργάζονται πυρετωδώς, για να ετοιμάσουν όλα τα απαιτούμενα για τις θυσίες που θα γίνουν και τους όρκους που θα δοθούν από τα δύο μέρη λίγο πριν από τη μονομαχία.
Σε λίγο φτάνει απαρατήρητος ο Πρίαμος στο χώρο, όπου θα δοθούν εκατέρωθεν οι όρκοι για τη μονομαχία μεταξύ των δύο ανδρών. Τον ενημέρωσε για τη συμφωνία και την απαίτηση του Μενέλαου ο Ιδαίος, ότι δηλαδή θα μονομαχήσει ο Αλέξανδρος με το Μενέλαο για την Ελένη και όποιος νικήσει κτήματα θα πάρει και γυναίκα, ενώ οι άλλοι θα συμφιλιωθούν(Γ 250-257). Αυτούς τους όρους γνωρίζει ο Πρίαμος και όχι την προσθήκη των όρων του Μενέλαου.
Ο Αγαμέμνων και ο Οδυσσέας όρθιοι υποδέχονται το σεβάσμιο γέροντα, ενώ οι κράχτες σμίγουν κρασί στα κροντήρια και χύνουν νερό στα χέρια των ρηγάδων. Όταν πια όλα είναι έτοιμα για τη θυσία, σηκώνοντας ο Αγαμέμνων τα χέρια ψηλά σε στάση δέησης, ζητά από τους θεούς να γίνουν μάρτυρες και φύλακες των όρκων, ενώ εκφωνεί, μπροστά σε όλους τους παρισταμένους, τους όρους της συμφωνίας, όπως έχουν διατυπωθεί, μετά από την επέμβαση του Μενέλαου. Τους όρους της συμφωνίας ακούνε όλοι οι παρευρισκόμενοι αλλά και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, Μενέλαος και Αλέξανδρος, χωρίς καμιά επιφύλαξη ή παρατήρηση.
Τους όρους διαβάζει με δυνατή φωνή ο Αγαμέμνων.
«ει μεν κεν Μενέλαον Αλέξανδρος καταπέφνη,
αυτός έπειθΕλένην εχέτω και κτήματα πάντα,
ημείς δ’ εν νήεσσι νεώμεθα ποντοπόροισιν,
ει δε κ’ Αλέξανδρον κτείνη ξανθός Μενέλαος,
Τρώας έπειθΕλένην και κτήματα πάνταποδούναι,
τιμήν δ’ Αργείοις αποτινέμεν, ην τινέοικεν
ή τε και εσσομένοισι μετ’ ανθρώποισι πέληται.
ειδ’ αν εμοί τιμήν Πρίαμος Πριάμοιό τε παίδες
τίνειν ουκ εθέλωσιν Αλεξάνδροιο πεσόντος,
αυτάρ εγώ και έπειτα μαχήσομαι είνεκα ποινής
αύθι μένων, είως κε τέλος πολέμοιο κιχείω»(Γ 281-291).
«Αν τώρα το Μενέλαο ο Αλέξανδρος θανατώσει,
με όλα της τα αγαθά ας έχει την Ελένη
κι εμείς στα ποντοπόρα μας ας φύγουμε καράβια.
Μα αν ο ξανθός Μενέλαος τον Αλέξανδρο σκοτώσειεκείνη και τους θησαυρούς οι Τρώες ν’ αποδώσουν
και να πληρώσουν πρόστιμο που πρέπει στους Αργείους,
που όσοι άνθρωποι θα ΄ρθουν στον κόσμο να θυμούνται.
Αν να πληρώσουν πρόστιμο ο Πρίαμος κι ο γιοι του
δεν το θελήσουν, σαν χάσει ο Αλέξανδρος τη ζωή του,
θα μείνω εδώ να πολεμώ να πάρω ό,τι πρέπει
και μένοντας τον πόλεμο να φέρω ως την άκρη».
Το νέο που έχει προστεθεί στους όρους της συμφωνίας είναι η προσθήκη του Αγαμέμνονα: αν σκοτωθεί ο Αλέξανδρος και δε γίνει αποδεκτή η συμφωνία από τους Τρώες, εκείνος θα μείνει και θα συνεχίσει τον πόλεμο «ως να τον φέρει στην άκρη».
Η προσθήκη είναι ενδιαφέρουσα. Εντυπωσιάζει τον αναγνώστη και ταυτόχρονα τον προϊδεάζει μήπως τελικά, η μια από τις δύο πλευρές, αποφύγει να τηρήσει πιστά τους όρους της συμφωνίας και ο πόλεμος συνεχιστεί. Η προσθήκη όμως του Αγαμέμνονα θίγει την άλλη πλευρά, γιατί τη θεωρεί αναξιόπιστη. Κι όμως, κατά παράξενο τρόπο, δεν αντιδρά κανείς, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνουν τη συμφωνία με όρκο, τόσο ο Αγαμέμνων όσο και γερο Πρίαμος.
Ακολουθούν οι θυσίες στους θεούς. Οι παρευρισκόμενοι σ’ αυτές γεμίζουν τις κούπες κρασί από τα κροντήρια, ρίχνουν λίγο κρασί στη γη και εύχονται στους θεούς πως "όποιος από τους δύο παραβιάσει πρώτος τους όρκους της συμφωνίας σαν το κρασί κατάχαμα να τρέξει το μυαλό του και των παιδιών του και οι χήρες τους να πέσουν σε άλλα χέρια». Ο φόβος για μια ενδεχόμενη αθέτηση των όρων της συμφωνίας αιωρείται παντού. Γιατί μόνον έτσι δικαιολογούνται οι κατάρες των ανθρώπων, που αναφέρονται σ' εκείνον που πρώτος θα παρασπονδήσει και θα παραβεί τους όρους της συμφωνίας. Είναι προφανές πως με τον τρόπο αυτό θέλουν να προλάβουν ένα μη επιθυμητό αποτέλεσμα, το οποίο όμως δεν μπορεί να απλειστεί με βεβαιότητα ότι δε θα συμβεί.
Ο Πρίαμος, μετά από την επικύρωση της συμφωνίας, αποχωρεί με τον Ιδαίο, προφασιζόμενος ότι δεν αντέχει να βλέπει το Μενέλαο να μάχεται εναντίον του γιου του, προβλέποντας ίσως την αρνητική για το γιο του έκβαση της μονομαχίας. Με την αποχώρηση του Πρίαμου έχουν τελειώσει όλα τα προκαταρτικά της μονομαχίας.
Ο Έκτορας και ο Οδυσσέας, υπεύθυνοι και κριτές της, έχουν ετοιμάσει τα πάντα και είναι έτοιμοι να ορίσουν εκείνον που θα χτυπήσει πρώτος τον αντίπαλο. Ο κλήρος δίνει το πλεονέκτημα στον Αλέξανδρο.
Ο ποιητής όμως, πριν προχωρήσει στην περιγραφή της μονομαχίας, επιβραδύνει λίγο την αναμέτρηση, περιγράφοντας τον τρόπο που φορά τον οπλισμό του ο Αλέξανδρος, αφιερώνοντας ένδεκα στίχους (Γ328-338), ενώ αποφεύγει να περιγράψει και το αντίστοιχο ντύσιμο του Μενέλαου, αρκούμενος μόνο σε ένα στίχο: «Όμοια κι ο Μενέλαος τα όπλα του φορούσε»(Γ 339).
Ο Αλέξανδρος ρίχνει πρώτος με δύναμη το ακόντιο και χτυπά την ασπίδα του Μενέλαου, χωρίς να τον τραυματίσει. Τώρα πρέπει να δοκιμάσει την τύχη του και ο Μενέλαος, ο οποίος όμως πριν ρίξει το ακόντιο, προσεύχεται στο Δία και ζητά τη βοήθειά του, κάτι που δεν έπραξε ο Αλέξανδρος. Έχει και η πράξη του αυτή τη δική της σημασία και θα φανεί από το αποτέλεσμα.
«Αφέντη Δία, δώσε μου να τιμωρήσω τώρα
τον Αλέξανδρο που μ’ έβλαψε, να τον δαμάσω κάμε,
απ’ τους ανθρώπους που θαρθούν στον κόσμο να διστάζει
κάποιος να βλάψει άνθρωπο που αγάπη του έχει δείξει» (Γ 351-354).
Ο Μενέλαος προσεύχεται και ζητά από το δικαιοκρίτη Δία να τον βοηθήσει να τιμωρήσει τον Αλέξανδρο. Θέλει η τιμωρία του να γίνει παράδειγμα στους ανθρώπους και να εννοήσουν ότι την αχαριστία δεν την αποδέχονται οι θεοί, αφού θεωρεί πως, αντί της φιλοξενίας που πρόσφερε με αγάπη στον Αλέξανδρο, αυτός τον πλήρωσε με την αχαριστία του, αρπάζοντάς του τη γυναίκα και το βιος του. Υπαινίσσεται πως το δίκιο είναι με το μέρος του και γι’ αυτό ζητά τη βοήθεια του θεού, προκειμένου να τιμωρήσει παραδειγματικά έναν αχάριστο!
Αυτά λέει και ρίχνει με όλη του τη δύναμη το ακόντιο και μ΄αυτό χτυπά και τρυπά την ασπίδα του Αλέξανδρου. Τον πληγώνει αλλά δεν τον σκοτώνει. Γι’ αυτό με το ξίφος του ορμά να τον αποτελειώσει, αλλά μάταια. Η Αφροδίτη, σκεπάζοντας με ομίχλη τον προστατευόμενό της, τον σώζει και τον μεταφέρει στο παλάτι του, για να τον περιποιηθεί η αδιάφορη Ελένη.
Η μονομαχία τελείωσε με τον τραυματισμό του Αλέξανδρου, κάτι που δεν προέβλεπε η συμφωνία, και όχι με το θάνατο ενός εξ αυτών. Ο Μενέλαος μπορεί να μην σκότωσε τον αντίπαλό του, μα ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τη νίκη του. Την ήττα του αποδέχεται και ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Την ομολογεί στην Ελένη.
"Μη μου πικραίνεις την ψυχή με πικρά λόγια τώρα
γυναίκα.Ο Μενέλαος ήδη έχει νικήσει,
γιατί είχε τη βοήθεια της Παλλάδας,
άλλοτε θα νικήσω εγώ.Έχω θεούς μαζί μου
Μα έλα την αγάπη μας οι δυο μας να χαρούμε"(Γ 436-441).
Ο Αγαμέμνων όμως που θέλει να εκμεταλλευθεί το αποτέλεσμα της μονομαχίας, απαιτεί από τους Τρώες την επιστροφή της Ελένης και του θησαυρού της, αφού τη νίκη απέσπασε ο Μενέλαος. Η απάντηση όμως που εισπράττει είναι αρνητική.
Ο Αλέξανδρος δέχεται να του επιστρέψει το θησαυρό που άρπαξε από το παλάτι του Μενέλαου, όχι όμως και την Ελένη. Αυτή του ανήκει και δεν πρόκειται να την επιστρέψει. Τη θέση του Αλέξανδρου υποστηρίζει και ο Πρίαμος! Τα πράγματα περιπλέκονται και οι φόβοι του Αγαμέμνονα και του πλήθους φαίνεται να επαληθεύονται, παρόλο ότι η άρνηση του Αλέξανδρου είναι σύννομη.

Σχολιασμός-ΑπάντησηΗ άρνηση του Πάρη στην απαίτηση του Αγαμέμνονα είναι δεδομένη. Αμέσως όμως γεννιέται εύλογα το ερώτημα: ποιος από τους δύο έχει το δίκιο με το μέρος του;
Είναι προφανές πως η απαίτηση του Αγαμέμνονα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, γιατί δεν είναι σύμφωνη με τους όρους της συμφωνίας, αν και ο ισχυρισμός του ότι ο Μενέλαος νίκησε τον Αλέξανδρο είναι αληθής, δεν είναι όμως σύμφωνος με τους όρους της συμφωνίας που υπέγραψε πριν από λίγο, αφού εκείνη αναφερόταν ρητά όχι σε απλή ήττα ή τραυματισμό του αντιπάλου αλλά μόνο σε θάνατο. Ο ίδιος εκφώνησε τους όρους της συμφωνίας μπροστά σε Αχαιούς και Τρώες λίγο πριν επικυρωθεί με όρκο και όφειλε, αν δε συμφωνούσε, να ζητήσει την τροποποίηση του σχετικού όρου. Δεν το έπραξε. Άρα η άρνηση του Αλέξανδρου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του είναι σύννομη, αφού αυτή στηρίζεται στους όρους της συμφωνίας.
Αν τελικά ο Αλέξανδρος υποχωρεί και προτείνει την επιστροφή του θησαυρού που έκλεψε από το παλάτι του Μενέλαου, το πράττει, όχι γιατί απορρέει από τη συμφωνία, αλλά απλώς για να ικανοποιήσει τις πιέσεις που δέχεται από τον Αντήνορα, τον αδερφό του.
Με τη θέση του Αλέξανδρου συμφωνεί και ο πατέρας του, ο Πρίαμος. Τον υποστηρίζει κι αυτός, αφού θεωρεί την απαίτηση του Αγαμέμνονα αυθαίρετη και μη σύννομη.
Το αποτέλεσμα της μονομαχίας, πράγματι, δε δικαιώνει τον Αγαμέμνονα αλλά τον Αλέξανδρο! Και αυτό οφείλεται στον κύριο όρο της συμφωνίας που προέβλεπε θάνατο και όχι τραυματισμό ή απλή νίκη.
Τώρα αντιλαμβάνεται κανείς πως η αλλαγή του ποιητή στους όρους της συμφωνίας ήταν σκόπιμη και ας την εμφάνιζε ως πρόταση- απαίτηση του Μενέλαου.
Επιστρέφοντας στην αρχή των γεγονότων διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής, από την πρώτη στιγμή που αρχίζει την αφήγηση των γεγονότων της μονομαχίας μεταξύ των δύο ανδρών, μας ξαφνιάζει, μας κρατά σε εγρήγορση και μας προβληματίζει. Μας προϊδεάζει και μας ετοιμάζει για την αποτυχία μιας ειρήνευσης, όπως αυτή προβλέπεται στη συμφωνία. Την αποτυχία καθρεφτίζουν, τόσο η άρνηση του Αλέξανδρου να δεχτεί τη μη σύννομη απαίτηση του Αγαμέμνονα, όσο και οι ενέργειες της Ήρας και της Αθηνάς, που θα ακολουθήσουν μετά της σκηνή της μονομαχίας. Οι δύο θεές δε θέλουν την ειρήνευση και γι’ αυτό πείθουν τον Πάνδαρο και τοξεύει το Μενέλαο, γεγονός που λύει τα «όρκια».
Και όλα αυτά, γιατί την ειρήνευση δε θέλει ούτε ο ποιητής! Δεν τη θέλει για δικούς του προσωπικούς λόγους. Γιατί, αν η μονομαχία γινόταν με τους όρους του Αλέξανδρου, τώρα θα ήταν υποχρεωμένα τα δύο μέρη να δεχτούν τους όρους της και να ειρηνεύσουν. Να πάρει δηλαδή ο Μενέλαος την Ελένη και τους θησαυρούς του και να επιστρέψει στη Σπάρτη, μια και ήταν νικητής, ενώ οι άλλοι, Αχαιοί και Τρώες, να τερματίσουν τον πόλεμο και να ζήσουν ειρηνικά, οι Τρώες στον τόπο τους και οι Αχαιοί επιστρέφοντας στην πατρίδα τους.
Με τη λύση όμως αυτή ο ποιητής θα ήταν αναγκασμένος να διακόψει στο σημείο αυτό την αφήγηση του μύθου της Ιλιάδας, που μόλις άρχισε.
Γίνεται φανερό, λοιπόν, πως ο ποιητής με το να τροποποιεί σκόπιμα είτε ύστερα από συμφωνία ή εντελώς αυθαίρετα τους όρους της συμφωνίας, πετυχαίνει να υλοποιήσει άνετα το αρχικό του σχέδιο, που ήταν η συνέχιση της αφήγησης του ιλιαδικού μύθου.
Κλείνοντας το σημείωμά μας παρατηρούμε πως ο Όμηρος, με την αριστουργηματική του αφήγηση, όχι μόνο μας παρουσίασε με κάθε λεπτομέρεια φάσεις από τη μονομαχία και μας προβλημάτισε με τους όρους της, αλλά ταυτόχρονα μας κέντρισε το ενδιαφέρον και μας κράτησε σε εγρήγορση. Έπαιξε με την κρίση και την παρατηρητικότητά μας και μας οδήγησε άνετα στη λύση που ο ίδιος επέλεξε. Κυρίως όμως μας δίδαξε να είμαστε προσεκτικοί στη μελέτη μας, για να μην καταλήγουμε σε λαθεμένες κρίσεις και συμπεράσματα, όπως ακριβώς τονίσαμε και στην εισαγωγή μας.
[Τα μεταφρασμένα κείμενα αντλούνται από τη μετάφραση του Θεόδωρου Μαυρόπουλου, εκδόσεις Ζήτρος, 20ο4]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Παναγιά...η Περπατούσα



ΠΑΝΑΓΙΑ…Η ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ




Είναι αλήθεια πως κανένα πρόσωπο της Εκκλησίας δε γνώρισε τόσο μεγάλη χάρη από το Θεό, όπως η θεομήτορα. Παράλληλα όμως και κανένα πρόσωπο δεν αφιερώθηκε τόσο ανεπιφύλακτα από την αρχή στο θέλημά του. Ο Θεός από άπειρες γυναίκες την επέλεξε ως μόνη άξια να κυοφορήσει και να φέρει στον κόσμο το μονογενή του Υιό. Και εκείνη, στον ανήκουστο ευαγγελισμό, απάντησε ταπεινά: ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ.1,38). Αυτήν την ταπεινή γυναίκα, την άγνωστη ως τη στιγμή εκείνη, εχαρίτωσε ο Θεός και αυτήν, έκτοτε, μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί», επειδή έγινε η μητέρα του Υιού του.


Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν αρκέστηκε να την ανακηρύξει Αγία αλλά την ονόμασε Παναγία, ενώ στη συνέχεια οι υμνωδοί την αποκάλεσαν Μεγαλόχαρη, Παντάνασσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, για να δείξουν τη βαθιά πίστη τους στο πρόσωπό της.


Αυτήν την υπεραγία Θεοτόκο θυμήθηκε τελευταία η τοπική Εκκλησία, μετά από 65 χρόνια από της κτίσεως του Εξωκκλησιού Της στο Ηράκλειο Λαγκαδά, για να της προσθέσει κοντά στα τόσα Της προσωνύμια και ένα ακόμα Περπατούσα.


Σε τι άραγε αποσκοπούσε η νέα προσωνυμία; Γιατί, αν τα τρία πρώτα προσωνύμια δεν ήταν σημαντικά και δεν απέδιδαν το μεγαλείο Της, τότε ένα νέο προσωνύμιο, σημαντικότερο από αυτά, ίσως θα ήταν επιβεβλημένο, αλλά το Περπατούσα τι το σημαντικότερο προσθέτει στη Θεοτόκο από τα προαναφερθέντα προσωνύμιά Της; Άλλωστε, η μητέρα του Χριστού δεν έχει ανάγκη προσωνυμίων. Της αρκούν τα απειράριθμα που της απένειμε η αγάπη και η λατρεία των πιστών χριστιανών. Γιατί εκείνο που χαροποιεί τη Θεοτόκο δεν είναι τα πολλά επίθετα, αλλά κυρίως η αληθινή πίστη των χριστιανών στο πρόσωπό της. Και η Παναγία, ανταποδίδοντας την αγάπη Της στους πιστούς, δέεται καθημερινά στον Γιο της για τη σωτηρία του κόσμου. Η υπεραγία Θεοτόκος και μητέρα του Θεού είναι μεσίτρια και έτσι την πιστεύει και την αναγνωρίζει το εκκλησίασμα, ώστε κάθε φορά στη θεία λειτουργία να ψάλλει:


Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς


Σ’ αυτήν καταφεύγει κάθε πονεμένος και ζητά τη βοήθειά της κι Εκείνη, η Ελεούσα, σπεύδει να βοηθήσει. Η αγάπη της Παναγίας για τον άνθρωπο είναι δεδομένη, γι’ αυτό σε κάθε δύσκολη στιγμή η πρώτη λέξη του πιστού είναι: Παναγιά μου!


Ποια όμως είναι αυτή η Παναγία που πήρε το νέο της προσωνύμιο πρόσφατα; Γιατί καθυστέρησαν οι υπεύθυνοι τόσες δεκαετίες να προσδώσουν στην Παναγία του χωριού το προσωνύμιο αυτό;


Το θέμα επανήρθε στην επικαιρότητα με την επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στο Εξωκκλήσι του χωριού, όταν οι πιστοί την ημέρα της γιορτής Της, 8 Σεπτεμβρίου, πηγαίνοντας να προσκυνήσουν τη θαυματουργή της εικόνα, διαβάσανε με έκπληξη το νέο προσωνύμιό της: Περπατούσα! Ήταν γραμμένο με έντονα γράμματα στη νεότευκτη ταμπέλλα, που πρόσφατα τοποθετήθηκε από την εκκλησιαστική επιτροπή στην είσοδο του προαύλιου χώρου του Εξωκκλησιού.


Το γεγονός ξάφνιασε τους χωριανούς και αναρωτήθηκαν για ποια νέα Παναγία πρόκειται. Γιατί οι περισσότεροι από αυτούς, εδώ και έξι δεκαετίες, ξέρουν πως το Εξωκκλήσι είναι αφιερωμένο στο Γενέθλιο της Παναγίας, γι’ αυτό και γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Το νέο προσωνύμιο της Παναγίας έγινε αστραπιαία γνωστό σ’ όλους τους πιστούς του χωριού και αναρωτήθηκαν μήπως συμβαίνει κάτι άλλο πέρα από αυτό που γνωρίζουν.


Και οι περισσότεροι από αυτούς γνώριζαν καλά ότι ο Δημήτρης Χατζηπασχάλης και η γυναίκα του Σοφία, δύο απλοί, καλοσυνάτοι και θεοφοβούμενοι άνθρωποι, έβλεπαν επί εβδομάδες, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι, κάθε βράδυ στον ύπνο τους το ίδιο όνειρο, χωρίς να το μαρτυρεί ο ένας στον άλλο. Κάποτε ο Δημήτρης αποφάσισε να το αποκαλύψει στη γυναίκα του, η οποία έκπληκτη διαπίστωνε πως το όνειρο αυτό έβλεπε και η ίδια. ΄Εβλεπε στον ύπνο της του λέει, μια μαυροφορεμένη γυναίκα και της ζητούσε να της χτίσουν ένα προσκυνητάρι στην άκρη της στάνης τους. Στην αρχή το εξέλαβαν σαν ένα όνειρο απλό, μα όταν η μαυροντυμένη γυναίκα άρχισε να τους επισκέπτεται κάθε βράδυ και να τους επαναλαμβάνει την απαίτησή της και μάλιστα να τους υποδεικνύει και το μέρος που θα πρέπει να χτιστεί το προσκυνητάρι της, τότε ανησύχησαν σοβαρά και, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν το συμβάν, πού αλλού; στην εκκλησιαστική επιτροπή του Αγίου Αθανασίου, δηλαδή την επιτροπή της Εκκλησίας του χωριού.


Οι άνθρωποι της εκκλησιαστικής επιτροπής, μόλις άκουσαν με προσοχή την αφήγηση του ονείρου, θεώρησαν το ζήτημα πρωτάκουστο, πλην όμως στάθηκαν αρωγοί δίπλα τους, γιατί θεώρησαν το αίτημα της μαυροφόρας γυναίκας ότι αφορά και τους ίδιους. Γι’ αυτό, την άλλη μέρα, αφού το ανακοίνωσαν στους συγχωριανούς τους, αμέσως σχηματίσθηκε μια ομάδα πιστών, η οποία με προθυμία θαυμαστή άρχισε τις προετοιμασίες για το χτίσιμο του προσκυνηταριού. Σημείωσαν το χώρο δίπλα στη στάνη, μετέφεραν τα υλικά και μέσα σε δύο μέρες το προσκυνητάρι ήταν έτοιμο να στεγάσει την εικόνα της μαυροφόρας γυναίκας του ονείρου. Αμέσως όμως προέκυψε το λογικό ερώτημα ποια αγία ήταν η μαυροφόρα γυναίκα, για να τοποθετήσουν σε προσκύνημα την εικόνα της.


Προσωρινά αποφάσισαν να τοποθετήσουν την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, αλλά η μαυροφόρα γυναίκα, που επανεμφανίστηκε στον ύπνο του Δημήτρη, του είπε ποια είναι και ποια εικόνα θα τοποθετήσουν σ’ αυτό. Είμαι η Παναγία και θα τοποθετήσετε την εικόνα του Γενεθλίου μου. Κι ενώ απομακρυνόταν η μαυροφόρα, σημειώνει ο Δημήτρης, μου έκανε την παρατήρηση ότι είναι πολύ μικρό το προσκυνητάρι και θα πρέπει να χτίσουν άλλο μεγαλύτερο στην ίδια θέση. Τα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής, όταν άκουσαν και τη νέα εκδοχή, συμφώνησαν ότι πρέπει να υπακούσουν στις υποδείξεις της Παναγίας, και, χωρίς αναβολή, προχώρησαν με τη συνδρομή μιας ομάδας πιστών στις προετοιμασίες για το χτίσιμο ενός μικρού Εξωκκλησιού, για να στεγάσει την εικόνα της Μεγαλόχαρης.


Τότε ο Χατζηπασχάλης γκρέμισε τη στάνη και τη μετέφερε κάπου μακρύτερα, ενώ μια ομάδα πιστών με ίδια έξοδα ανέλαβε και έχτισε ακριβώς στη γωνία της στάνης, στην ίδια θέση του προσκυνηταριού, ένα μικρό Εκκλησάκι, όπου τοποθετήθηκε η εικόνα του Γενεθλίου της Παναγίας.


Την τοποθέτηση της εικόνας στο Εξωκκλήσι ακολούθησαν λειτουργίες, αγρυπνίες και ύμνοι, πρωτοστατούντων των ιερέων, των ψαλτάδων της περιοχής και πλήθους πιστών που είχαν συρρεύσει από παντού. Η μικρή καμπάνα, που τοποθετήθηκε πρόχειρα, ηχούσε χαρμόσυνα και μετέδιδε παντού το γεγονός. Σε λίγο η είδηση αστραπιαία μεταδόθηκε στην επαρχία Λαγκαδά και σε λίγο σ’ ολόκληρο το νομό της Θεσσαλονίκης και παραπέρα.


Οι πιστοί άρχισαν να συρρέουν με κάθε μέσο από τις γύρω περιοχές, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, καθώς και πολλοί περίεργοι, για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους. Από τότε, κάθε χρόνο στη γιορτή Της ο κόσμος έφτανε δύο και τρεις μέρες νωρίτερα και έμενε πρόχειρα έξω από την ευρύχωρη αυλή του Εξωκκλησιού, κάτω από πρόχειρα υπόστεγα ή και σε μικρές σκηνές. Η κοσμοσυρροή ήταν μεγάλη όχι μόνο στη γιορτή της αλλά και τις άλλες μέρες του χρόνου, γι’ αυτό αποφασίστηκε να μεγαλώσει το Εξωκκλήσι, ώστε σε χειμωνιάτικες μέρες να μπορεί να τελείται η λειτουργία μέσα σ’ αυτό. Είναι αυτό που σήμερα βλέπει ο πιστός με κάποιες βέβαια προσθήκες, αλλά και κάποιες κατασκευές που έγιναν στο χώρο.


Καλό θα είναι άνθρωποι της Εκκλησίας και κυρίως οι ιερείς που θα λειτουργούν στον ιερό αυτό χώρο να μη λησμονούν τους δύο ιδρυτές του: το Δημήτρη Χατζηπασχάλη και τη σύζυγό του Σοφία, γονείς 8 παιδιών, που τα περισσότερα ζουν σήμερα και είναι περήφανα για τους γονείς τους, όπως και όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Άξια συγχαρητηρίων και μνημόνευσης είναι και όλα τα πρόσωπα που εργάστηκαν εθελοντικά σε όλες τις φάσεις έως ότου χτιστεί το σημερινό Εξωκκλήσι στη θαυμάσια αυτή περιοχή. Μερικοί από τους πρωτεργάτες ζουν ακόμη και φροντίζουν το Εξωκκλήσι σαν κόρη οφθαλμού, αλλά θλίβονται γιατί τους αγνοούν κάποιοι. Υπάρχουν ακόμη και οι πολλοί δωρητές, που πρέπει να μνημονεύονται κι αυτών τα ονόματα, για να θυμίζουν στους μεταγενέστερους πως και ο τόπος αυτός έχει τους δικούς του ευεργέτες. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον ιερό τούτο χώρο έγραψαν τη δική τους ιστορία και είναι περήφανοί, γιατί ήταν και αυτοί εκεί και μάλιστα πρωτεργάτες του σημερινού προσκυνήματος. Οφείλουμε να τιμούμε όλους αυτούς: να μνημονεύουμε τα ονόματά των αποθανόντων και να δείχνουμε σεβασμό και εκτίμηση σ’ αυτούς που ζουν και αισθάνονται περήφανοι για το θεάρεστο έργο τους, που εξακολουθούν να μένουν ταπεινοί και θεοσεβείς.


Σήμερα το Εξωκκλήσι, χτισμένο σε μια πανέμορφη περιοχή εντυπωσιάζει τον πιστό με την εσωτερική του αγιογράφηση, με την εικόνα της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, κατάφορτης από αφιερώματα πιστών, γιατί με τον τρόπο αυτό πιστεύουν πως η Παναγία δε θα λησμονήσει να μεσιτεύσει για την ίαση των ασθενών ή τη βοήθεια της σε ανθρώπους που έχουν την ανάγκη της.


Τελευταία, έξω από το Εξωκκλήσι, στον προαύλιο χώρο του, διαμορφώθηκε από το δραστήριο ιερέα του χωριού και την εκκλησιαστική επιτροπή ένας κατάλληλος χώρος, όπου τελούνται το καλοκαίρι γάμοι και βαπτίσεις.


Η επίσκεψη ανταμείβει το επισκέπτη όχι μόνο, διότι του δίνεται η δυνατότητα να προσκυνήσει την εικόνα Της Παναγίας και της Αγίας Παρασκευής, που στεγάζεται κι αυτή στον ίδιο χώρο, αλλά και να απολαύσει το καλοκαίρι τη δροσιά του τοπίου, που σκεπάζουν πλατύφυλλα πλατάνια ή να δροσιστεί με το κρυστάλλινο νερό της παρακείμενης βρύσης. Μετά από λίγο χρόνο θα έχει τη δυνατότητα ο ξένος επισκέπτης και προσκυνητής τη δυνατότητα και τη χαρά να διαμένει στα δωμάτια του μεγάλου Ξενώνα που είναι χτισμένος στον προαύλιο χώρο της Εκκλησίας.


Στον «Ξενώνα» γίνονται ακόμη εσωτερικές εργασίες και η Επιτροπή επείγεται να αποπερατωθεί το έργο, όσο το δυνατό γρηγορότερα, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των προσκυνητών, που θα θέλουν να μείνουν για μεγαλύτερο χρόνο στον ιερό χώρο και να προσευχηθούν στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που από μαυροντυμένη γυναίκα, έγινε Παναγία και από Παναγία … Παναγία Περπατούσα! Ας είναι. Εμείς παρόλα αυτά, αν και δεν πιστεύουμε πως ήταν απαραίτητη η προσθήκη νέου προσωνυμίου, δεχόμαστε την ενέργεια αυτή μόνον ως απόρροια της μεγάλης πίστης και της αληθινής αγάπης των χριστιανών προς την Παναγία Θεοτόκο, την Πλατυτέρα των Ουρανών και ευχόμαστε να καλύπτει όλους μας-πιστούς και μη- υπό την σκέπη Της!


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Μαρτυρίες Ηροδότου για την Ελληνικότητα των Μακεδόνων

Οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες και μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Το αποδεικνύουν, τόσο οι επιγραφές που ήρθαν στο φως από τις ανασκαφές, όσο και οι μαρτυρίες πολλών συγγραφέων της αρχαιότητας. Εμείς θα περιοριστούμε στις μαρτυρίες του Ηροδότου (484-410 π.Χ.), του πατέρα της ιστορίας, ο οποίος, αναφερόμενος στο σχηματισμό του μακεδονικού βασιλείου, γράφει:"Ίδρυσαν το βασίλειο της Μακεδονίας οι αδελφοί Τημενίδες: Αέροπος, Γουάνης και Περδίκκας, που έφυγαν απ’ το Άργος προς την Ιλλυρία και από εκεί έφθασαν στην Άνω Μακεδονία (σημερινή δυτική Μακεδονία), όπου ίδρυσαν το νέο βασίλειο κτλ.". Την ίδια μαρτυρία μας παρέχει και ο Θουκυδίδης (ΙΙ 99), ο μεγάλος ιστορικός της αρχαιότητας, που γράφει σχετικά:"Τη σύγχρονη παραθαλάσσια Μακεδονία ο Αλέξανδρος Α΄, ο πατέρας του Περδίκκα (Β΄) και οι πρόγονοι αυτού, που ήταν Τημενίδες, και κατά την αρχαία εποχή ήρθαν από το Άργος, πρώτοι κατέκτησαν και ίδρυσαν βασίλειο, αφού ξεσήκωσαν με μάχη από την Πιερία τους Πίερες…"
Επειδή όμως τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και ως σήμερα η προπαγάνδα των Σκοπιανών και όχι μόνον, έχει επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου παραπληροφόρηση και διαστροφή της ιστορικής αλήθειας για την ελληνικότητα των Μακεδόνων, θα παραθέσουμε μερικά επιχειρήματα τα οποία ανατρέπουν τους απαράδεκτους και ψευδείς ισχυρισμούς τους.
Οι αρνητές της ελληνικότητας των Μακεδόνων υποστήριξαν πως ο Αλέξανδρος Α΄, ο βασιλιάς της Μακεδονίας (498-450 π.Χ.), δεν ήταν Έλληνας, γιατί ο Ηρόδοτος δεν τον αποκαλούσε Έλληνα, αλλά "φιλέλλην", επομένως συμπεραίνουν δεν ήταν Έλληνας και δε μιλούσε ελληνικά. Οι απαντήσεις, που ανατρέπουν τον αυθαίρετο ισχυρισμό τους, είναι πολλές και αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.
Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν λάτρης του τρόπου ζωής των Ελλήνων της νότιας Ελλάδας, γι’ αυτό και έφερε την επωνυμία "φιλέλλην". Ήταν ένας συνηθισμένος χαρακτηρισμός με τον οποίο χαρακτήριζαν και άλλους Έλληνες και σήμαινε τον πατριώτη αυτόν που αγαπά τους Έλληνες, την πατρίδα. Την άποψη αυτή και την ερμηνεία του όρου επιβεβαιώνει και ο Πλάτων, που γράφει: "Καλόν Έλληνα όντα φιλέλληνα είναι". "Καλός Έλληνας είναι ο φιλέλληνας.
Επομένως, ο όρος "φιλέλλην" σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν Έλληνας, αφού ο όρος "φιλέλλην" δηλώνει τον καλό Έλληνα πατριώτη και όχι τον μη Έλληνα, κάτι που θα αποδειχτεί περίτρανα από όσα θα ακολουθήσουν ως απάντηση στον αυθαίρετο και λαθεμένο ισχυρισμό τους.
Σε άλλο σημείο ο Ηρόδοτος αποκαλεί τον Αλέξανδρο Α΄ "πρόξενο και ευεργέτη". "Μόλις πληροφορήθηκε ο Μαρδόνιος ότι ο Αλέξανδρος ήταν και πρόξενος και ευεργέτης των Αθηναίων, τον έστειλε (στην Αθήνα). Είχε δηλαδή την εντύπωση ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε ευκολότατα να προσεταιριστεί τους Αθηναίους για τους οποίους άκουγε πως ήταν λαός πολυάριθμος και γενναίος... και σε περίπτωση που θα ερχόταν μαζί του ο Μαρδόνιος είχε μεγάλη ελπίδα ότι θα κυριαρχούσε στη θάλασσα... " (Ηρόδ. 8,136).
Ο ιστορικός τον αποκαλούσε έτσι για την ανεκτίμητη προσφορά του στους Έλληνες, διότι, όταν το 480 π.Χ. οι Έλληνες κατέλαβαν τα στενά των Τεμπών, για να εμποδίσουν τη διέλευση των Περσών στη Νότια Ελλάδα, ο Αλέξανδρος Α΄, με κίνδυνο της ζωής του, επισκέφτηκε τους Έλληνες και τους έπεισε να εγκαταλείψουν τη θέση των Τεμπών, γιατί ο περσικός στρατός ήταν πολυάριθμος και υπήρχε κίνδυνος να αποκοπούν, χωρίς να πετύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό.
Και σε άλλη περίπτωση πάλι, όταν χρειάστηκε να βοηθήσει τους Έλληνες, δε δίστασε να το πράξει. Έφτασε νύχτα στο στρατόπεδο των Ελλήνων, λίγο πριν από τη μάχη των Πλαταιών, και γνωστοποίησε σ’ αυτούς τις προθέσεις του Μαρδόνιου. Αν δεν ήταν Έλληνας, τι λόγους είχε να θέλει να βοηθήσει τους Έλληνες και μάλιστα με κίνδυνο της ζωής του;
Ο Ηρόδοτος, παρόλο ότι περιγράφει στην Ιστορία του και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, πουθενά δεν αναφέρει πως ο Αλέξανδρος Α΄ συνοδευόταν και από το διερμηνέα του στις επαφές του με τους Έλληνες. Γιατί αλλιώς, αν ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν Έλληνας και δε μιλούσε ελληνικά, τότε θα έπρεπε να είχε το διερμηνέα μαζί του. Μήπως πρέπει να ενοχοποιήσουμε και γι’ αυτό τον Ηρόδοτο ότι δήθεν σκόπιμα αποσιώπησε το γεγονός; Τότε θα πρέπει να αμφισβητήσουμε και ολόκληρο το ιστορικό έργο του "πατέρα της ιστορίας", πράγμα αδιανόητο.
Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν Έλληνας και δε χρειαζόταν διερμηνέα στις επαφές του με Έλληνες, γιατί μιλούσε τη μητρική του ελληνική γλώσσα, όπως και οι άλλοι Μακεδόνες.
Υπάρχει και μια άλλη εξίσου σημαντική πληροφορία, που αποδεικνύει περίτρανα πως ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν Έλληνας και μιλούσε ελληνικά. Πρόκειται για το περιστατικό της συμμετοχής του στους Ολυμπιακούς αγώνες του 496 π.Χ.
Ο Ηρόδοτος γράφει σχετικά: "Αλεξάνδρου αεθλεύειν ελομένου και καταβάντος επ’ αυτό τούτο οι αντιθευσόμενοι Ελλήνων εξείργον μιν, φάμενοι ου βαρβάρων αγωνιστέων είναι τον αγώνα αλλά Ελλήνων. Αλέξανδρος (Α΄) δε επειδή απέδειξε ως είη Αργείος, εκρίθη τε είναι Έλλην και αγωνιζόμενος στάδιον ξυνέπιπτε τω πρώτω " (Ηρόδ. 5, 22).
"Επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθεί, και για το σκοπό αυτό κατέβηκε από τη Μακεδονία, οι ανταγωνιστές Έλληνες αθλητές έφεραν αντίρρηση, λέγοντας ότι ο αγώνας δεν ήταν για βαρβάρους αλλά για Έλληνες αγωνιστές. Τότε ο Αλέξανδρος (Α΄) απέδειξε ότι ήταν Αργείος. Κρίθηκε ότι ήταν Έλληνας, αγωνίσθηκε στο στάδιο και τερμάτισε ταυτόχρονα με τον πρώτο αθλητή".
Οι Ελλανοδίκες δεν του αρνήθηκαν τη συμμετοχή. Ήρθε πρώτος στο στάδιο με κάποιον άλλο αθλητή που κέρδισε και αυτός στο αγώνισμα δρόμου την πρώτη νίκη. Για μας όμως σημασία δεν έχει αν ήρθε πρώτος ή δεύτερος, σημασία έχει ότι αγωνίστηκε για την πατρίδα του και ο Πίνδαρος, υμνώντας τον στον Πυθιόνικό του, τον κατέστησε γνωστό στους Πανέλληνες. Αν ήταν βάρβαρος, όπως ισχυρίζονταν οι αρνητές του, τότε θα αποκλειόταν οπωσδήποτε από τους Ολυμπιακούς αγώνες, γιατί είναι γνωστό σε όλους πως σ’ αυτούς μετείχαν μόνον Έλληνες και όχι ξένοι και αλλόγλωσσοι.
Παρόλα αυτά, οι αρνητές είχαν και κάποιο άλλο επιχείρημα στη διάθεσή τους, το ίδιο αυθαίρετο και προκλητικό συγχρόνως. Έλεγαν πως με όσα είπε στους Ελλανοδίκες απέδειξε τη δική του ελληνικότητα, όχι των Μακεδόνων. Σε όλους όμως είναι γνωστό πως ο Αλέξανδρος Α΄ αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες εκπροσωπώντας την πατρίδα του. Στο όνομα της πατρίδας του αγωνίστηκε και νίκησε και όχι ως ένας απλός ιδιώτης. Σε άλλο σημείο της ιστορίας του ο Ηρόδοτος αναφέρει πως ο ίδιος ο Αλέξανδρος Α΄, όταν έφτασε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, είπε στους Έλληνες: "…δε θα μιλούσα, αν δεν ανησυχούσα πολύ για ολόκληρη την Ελλάδα. Γιατί ο ίδιος είμαι Έλληνας το γένος ανέκαθεν, και δε θα ήθελα να δω την Ελλάδα από ελεύθερη να γίνει σκλάβα.". "Αυτός τε γαρ Έλλην γένος ειμί τωρχαίον, και αντ’ ελεύθερης δεδουλωμένην ουκ αν εθέλοιμι οράν την Ελλάδα" (Ηρόδ. 9,45).
Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν Έλληνας και ενδιαφερόταν για ολόκληρη την Ελλάδα, μιλούσε ελληνικά, σκεπτόταν ελληνικά και από αγάπη για την πατρίδα και τους συμπατριώτες του έπραξε τα όσα έπραξε. Γι’ αυτή του την αγάπη αποκλήθηκε "φιλέλλην", "πρόξενος και ευεργέτης" από τους Έλληνες.
(Απόσπασμα από το Βιβλίο: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ο αήττητος στρατηλάτης και οραματιστής ενός νέου κόσμου, Εκδ. γράμμα, Ιούνιος 2011.