Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Παναγιά...η Περπατούσα



ΠΑΝΑΓΙΑ…Η ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ




Είναι αλήθεια πως κανένα πρόσωπο της Εκκλησίας δε γνώρισε τόσο μεγάλη χάρη από το Θεό, όπως η θεομήτορα. Παράλληλα όμως και κανένα πρόσωπο δεν αφιερώθηκε τόσο ανεπιφύλακτα από την αρχή στο θέλημά του. Ο Θεός από άπειρες γυναίκες την επέλεξε ως μόνη άξια να κυοφορήσει και να φέρει στον κόσμο το μονογενή του Υιό. Και εκείνη, στον ανήκουστο ευαγγελισμό, απάντησε ταπεινά: ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ.1,38). Αυτήν την ταπεινή γυναίκα, την άγνωστη ως τη στιγμή εκείνη, εχαρίτωσε ο Θεός και αυτήν, έκτοτε, μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί», επειδή έγινε η μητέρα του Υιού του.


Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν αρκέστηκε να την ανακηρύξει Αγία αλλά την ονόμασε Παναγία, ενώ στη συνέχεια οι υμνωδοί την αποκάλεσαν Μεγαλόχαρη, Παντάνασσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, για να δείξουν τη βαθιά πίστη τους στο πρόσωπό της.


Αυτήν την υπεραγία Θεοτόκο θυμήθηκε τελευταία η τοπική Εκκλησία, μετά από 65 χρόνια από της κτίσεως του Εξωκκλησιού Της στο Ηράκλειο Λαγκαδά, για να της προσθέσει κοντά στα τόσα Της προσωνύμια και ένα ακόμα Περπατούσα.


Σε τι άραγε αποσκοπούσε η νέα προσωνυμία; Γιατί, αν τα τρία πρώτα προσωνύμια δεν ήταν σημαντικά και δεν απέδιδαν το μεγαλείο Της, τότε ένα νέο προσωνύμιο, σημαντικότερο από αυτά, ίσως θα ήταν επιβεβλημένο, αλλά το Περπατούσα τι το σημαντικότερο προσθέτει στη Θεοτόκο από τα προαναφερθέντα προσωνύμιά Της; Άλλωστε, η μητέρα του Χριστού δεν έχει ανάγκη προσωνυμίων. Της αρκούν τα απειράριθμα που της απένειμε η αγάπη και η λατρεία των πιστών χριστιανών. Γιατί εκείνο που χαροποιεί τη Θεοτόκο δεν είναι τα πολλά επίθετα, αλλά κυρίως η αληθινή πίστη των χριστιανών στο πρόσωπό της. Και η Παναγία, ανταποδίδοντας την αγάπη Της στους πιστούς, δέεται καθημερινά στον Γιο της για τη σωτηρία του κόσμου. Η υπεραγία Θεοτόκος και μητέρα του Θεού είναι μεσίτρια και έτσι την πιστεύει και την αναγνωρίζει το εκκλησίασμα, ώστε κάθε φορά στη θεία λειτουργία να ψάλλει:


Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς


Σ’ αυτήν καταφεύγει κάθε πονεμένος και ζητά τη βοήθειά της κι Εκείνη, η Ελεούσα, σπεύδει να βοηθήσει. Η αγάπη της Παναγίας για τον άνθρωπο είναι δεδομένη, γι’ αυτό σε κάθε δύσκολη στιγμή η πρώτη λέξη του πιστού είναι: Παναγιά μου!


Ποια όμως είναι αυτή η Παναγία που πήρε το νέο της προσωνύμιο πρόσφατα; Γιατί καθυστέρησαν οι υπεύθυνοι τόσες δεκαετίες να προσδώσουν στην Παναγία του χωριού το προσωνύμιο αυτό;


Το θέμα επανήρθε στην επικαιρότητα με την επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στο Εξωκκλήσι του χωριού, όταν οι πιστοί την ημέρα της γιορτής Της, 8 Σεπτεμβρίου, πηγαίνοντας να προσκυνήσουν τη θαυματουργή της εικόνα, διαβάσανε με έκπληξη το νέο προσωνύμιό της: Περπατούσα! Ήταν γραμμένο με έντονα γράμματα στη νεότευκτη ταμπέλλα, που πρόσφατα τοποθετήθηκε από την εκκλησιαστική επιτροπή στην είσοδο του προαύλιου χώρου του Εξωκκλησιού.


Το γεγονός ξάφνιασε τους χωριανούς και αναρωτήθηκαν για ποια νέα Παναγία πρόκειται. Γιατί οι περισσότεροι από αυτούς, εδώ και έξι δεκαετίες, ξέρουν πως το Εξωκκλήσι είναι αφιερωμένο στο Γενέθλιο της Παναγίας, γι’ αυτό και γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Το νέο προσωνύμιο της Παναγίας έγινε αστραπιαία γνωστό σ’ όλους τους πιστούς του χωριού και αναρωτήθηκαν μήπως συμβαίνει κάτι άλλο πέρα από αυτό που γνωρίζουν.


Και οι περισσότεροι από αυτούς γνώριζαν καλά ότι ο Δημήτρης Χατζηπασχάλης και η γυναίκα του Σοφία, δύο απλοί, καλοσυνάτοι και θεοφοβούμενοι άνθρωποι, έβλεπαν επί εβδομάδες, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι, κάθε βράδυ στον ύπνο τους το ίδιο όνειρο, χωρίς να το μαρτυρεί ο ένας στον άλλο. Κάποτε ο Δημήτρης αποφάσισε να το αποκαλύψει στη γυναίκα του, η οποία έκπληκτη διαπίστωνε πως το όνειρο αυτό έβλεπε και η ίδια. ΄Εβλεπε στον ύπνο της του λέει, μια μαυροφορεμένη γυναίκα και της ζητούσε να της χτίσουν ένα προσκυνητάρι στην άκρη της στάνης τους. Στην αρχή το εξέλαβαν σαν ένα όνειρο απλό, μα όταν η μαυροντυμένη γυναίκα άρχισε να τους επισκέπτεται κάθε βράδυ και να τους επαναλαμβάνει την απαίτησή της και μάλιστα να τους υποδεικνύει και το μέρος που θα πρέπει να χτιστεί το προσκυνητάρι της, τότε ανησύχησαν σοβαρά και, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν το συμβάν, πού αλλού; στην εκκλησιαστική επιτροπή του Αγίου Αθανασίου, δηλαδή την επιτροπή της Εκκλησίας του χωριού.


Οι άνθρωποι της εκκλησιαστικής επιτροπής, μόλις άκουσαν με προσοχή την αφήγηση του ονείρου, θεώρησαν το ζήτημα πρωτάκουστο, πλην όμως στάθηκαν αρωγοί δίπλα τους, γιατί θεώρησαν το αίτημα της μαυροφόρας γυναίκας ότι αφορά και τους ίδιους. Γι’ αυτό, την άλλη μέρα, αφού το ανακοίνωσαν στους συγχωριανούς τους, αμέσως σχηματίσθηκε μια ομάδα πιστών, η οποία με προθυμία θαυμαστή άρχισε τις προετοιμασίες για το χτίσιμο του προσκυνηταριού. Σημείωσαν το χώρο δίπλα στη στάνη, μετέφεραν τα υλικά και μέσα σε δύο μέρες το προσκυνητάρι ήταν έτοιμο να στεγάσει την εικόνα της μαυροφόρας γυναίκας του ονείρου. Αμέσως όμως προέκυψε το λογικό ερώτημα ποια αγία ήταν η μαυροφόρα γυναίκα, για να τοποθετήσουν σε προσκύνημα την εικόνα της.


Προσωρινά αποφάσισαν να τοποθετήσουν την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, αλλά η μαυροφόρα γυναίκα, που επανεμφανίστηκε στον ύπνο του Δημήτρη, του είπε ποια είναι και ποια εικόνα θα τοποθετήσουν σ’ αυτό. Είμαι η Παναγία και θα τοποθετήσετε την εικόνα του Γενεθλίου μου. Κι ενώ απομακρυνόταν η μαυροφόρα, σημειώνει ο Δημήτρης, μου έκανε την παρατήρηση ότι είναι πολύ μικρό το προσκυνητάρι και θα πρέπει να χτίσουν άλλο μεγαλύτερο στην ίδια θέση. Τα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής, όταν άκουσαν και τη νέα εκδοχή, συμφώνησαν ότι πρέπει να υπακούσουν στις υποδείξεις της Παναγίας, και, χωρίς αναβολή, προχώρησαν με τη συνδρομή μιας ομάδας πιστών στις προετοιμασίες για το χτίσιμο ενός μικρού Εξωκκλησιού, για να στεγάσει την εικόνα της Μεγαλόχαρης.


Τότε ο Χατζηπασχάλης γκρέμισε τη στάνη και τη μετέφερε κάπου μακρύτερα, ενώ μια ομάδα πιστών με ίδια έξοδα ανέλαβε και έχτισε ακριβώς στη γωνία της στάνης, στην ίδια θέση του προσκυνηταριού, ένα μικρό Εκκλησάκι, όπου τοποθετήθηκε η εικόνα του Γενεθλίου της Παναγίας.


Την τοποθέτηση της εικόνας στο Εξωκκλήσι ακολούθησαν λειτουργίες, αγρυπνίες και ύμνοι, πρωτοστατούντων των ιερέων, των ψαλτάδων της περιοχής και πλήθους πιστών που είχαν συρρεύσει από παντού. Η μικρή καμπάνα, που τοποθετήθηκε πρόχειρα, ηχούσε χαρμόσυνα και μετέδιδε παντού το γεγονός. Σε λίγο η είδηση αστραπιαία μεταδόθηκε στην επαρχία Λαγκαδά και σε λίγο σ’ ολόκληρο το νομό της Θεσσαλονίκης και παραπέρα.


Οι πιστοί άρχισαν να συρρέουν με κάθε μέσο από τις γύρω περιοχές, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, καθώς και πολλοί περίεργοι, για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους. Από τότε, κάθε χρόνο στη γιορτή Της ο κόσμος έφτανε δύο και τρεις μέρες νωρίτερα και έμενε πρόχειρα έξω από την ευρύχωρη αυλή του Εξωκκλησιού, κάτω από πρόχειρα υπόστεγα ή και σε μικρές σκηνές. Η κοσμοσυρροή ήταν μεγάλη όχι μόνο στη γιορτή της αλλά και τις άλλες μέρες του χρόνου, γι’ αυτό αποφασίστηκε να μεγαλώσει το Εξωκκλήσι, ώστε σε χειμωνιάτικες μέρες να μπορεί να τελείται η λειτουργία μέσα σ’ αυτό. Είναι αυτό που σήμερα βλέπει ο πιστός με κάποιες βέβαια προσθήκες, αλλά και κάποιες κατασκευές που έγιναν στο χώρο.


Καλό θα είναι άνθρωποι της Εκκλησίας και κυρίως οι ιερείς που θα λειτουργούν στον ιερό αυτό χώρο να μη λησμονούν τους δύο ιδρυτές του: το Δημήτρη Χατζηπασχάλη και τη σύζυγό του Σοφία, γονείς 8 παιδιών, που τα περισσότερα ζουν σήμερα και είναι περήφανα για τους γονείς τους, όπως και όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Άξια συγχαρητηρίων και μνημόνευσης είναι και όλα τα πρόσωπα που εργάστηκαν εθελοντικά σε όλες τις φάσεις έως ότου χτιστεί το σημερινό Εξωκκλήσι στη θαυμάσια αυτή περιοχή. Μερικοί από τους πρωτεργάτες ζουν ακόμη και φροντίζουν το Εξωκκλήσι σαν κόρη οφθαλμού, αλλά θλίβονται γιατί τους αγνοούν κάποιοι. Υπάρχουν ακόμη και οι πολλοί δωρητές, που πρέπει να μνημονεύονται κι αυτών τα ονόματα, για να θυμίζουν στους μεταγενέστερους πως και ο τόπος αυτός έχει τους δικούς του ευεργέτες. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον ιερό τούτο χώρο έγραψαν τη δική τους ιστορία και είναι περήφανοί, γιατί ήταν και αυτοί εκεί και μάλιστα πρωτεργάτες του σημερινού προσκυνήματος. Οφείλουμε να τιμούμε όλους αυτούς: να μνημονεύουμε τα ονόματά των αποθανόντων και να δείχνουμε σεβασμό και εκτίμηση σ’ αυτούς που ζουν και αισθάνονται περήφανοι για το θεάρεστο έργο τους, που εξακολουθούν να μένουν ταπεινοί και θεοσεβείς.


Σήμερα το Εξωκκλήσι, χτισμένο σε μια πανέμορφη περιοχή εντυπωσιάζει τον πιστό με την εσωτερική του αγιογράφηση, με την εικόνα της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, κατάφορτης από αφιερώματα πιστών, γιατί με τον τρόπο αυτό πιστεύουν πως η Παναγία δε θα λησμονήσει να μεσιτεύσει για την ίαση των ασθενών ή τη βοήθεια της σε ανθρώπους που έχουν την ανάγκη της.


Τελευταία, έξω από το Εξωκκλήσι, στον προαύλιο χώρο του, διαμορφώθηκε από το δραστήριο ιερέα του χωριού και την εκκλησιαστική επιτροπή ένας κατάλληλος χώρος, όπου τελούνται το καλοκαίρι γάμοι και βαπτίσεις.


Η επίσκεψη ανταμείβει το επισκέπτη όχι μόνο, διότι του δίνεται η δυνατότητα να προσκυνήσει την εικόνα Της Παναγίας και της Αγίας Παρασκευής, που στεγάζεται κι αυτή στον ίδιο χώρο, αλλά και να απολαύσει το καλοκαίρι τη δροσιά του τοπίου, που σκεπάζουν πλατύφυλλα πλατάνια ή να δροσιστεί με το κρυστάλλινο νερό της παρακείμενης βρύσης. Μετά από λίγο χρόνο θα έχει τη δυνατότητα ο ξένος επισκέπτης και προσκυνητής τη δυνατότητα και τη χαρά να διαμένει στα δωμάτια του μεγάλου Ξενώνα που είναι χτισμένος στον προαύλιο χώρο της Εκκλησίας.


Στον «Ξενώνα» γίνονται ακόμη εσωτερικές εργασίες και η Επιτροπή επείγεται να αποπερατωθεί το έργο, όσο το δυνατό γρηγορότερα, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των προσκυνητών, που θα θέλουν να μείνουν για μεγαλύτερο χρόνο στον ιερό χώρο και να προσευχηθούν στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που από μαυροντυμένη γυναίκα, έγινε Παναγία και από Παναγία … Παναγία Περπατούσα! Ας είναι. Εμείς παρόλα αυτά, αν και δεν πιστεύουμε πως ήταν απαραίτητη η προσθήκη νέου προσωνυμίου, δεχόμαστε την ενέργεια αυτή μόνον ως απόρροια της μεγάλης πίστης και της αληθινής αγάπης των χριστιανών προς την Παναγία Θεοτόκο, την Πλατυτέρα των Ουρανών και ευχόμαστε να καλύπτει όλους μας-πιστούς και μη- υπό την σκέπη Της!


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Μαρτυρίες Ηροδότου για την Ελληνικότητα των Μακεδόνων

Οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες και μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Το αποδεικνύουν, τόσο οι επιγραφές που ήρθαν στο φως από τις ανασκαφές, όσο και οι μαρτυρίες πολλών συγγραφέων της αρχαιότητας. Εμείς θα περιοριστούμε στις μαρτυρίες του Ηροδότου (484-410 π.Χ.), του πατέρα της ιστορίας, ο οποίος, αναφερόμενος στο σχηματισμό του μακεδονικού βασιλείου, γράφει:"Ίδρυσαν το βασίλειο της Μακεδονίας οι αδελφοί Τημενίδες: Αέροπος, Γουάνης και Περδίκκας, που έφυγαν απ’ το Άργος προς την Ιλλυρία και από εκεί έφθασαν στην Άνω Μακεδονία (σημερινή δυτική Μακεδονία), όπου ίδρυσαν το νέο βασίλειο κτλ.". Την ίδια μαρτυρία μας παρέχει και ο Θουκυδίδης (ΙΙ 99), ο μεγάλος ιστορικός της αρχαιότητας, που γράφει σχετικά:"Τη σύγχρονη παραθαλάσσια Μακεδονία ο Αλέξανδρος Α΄, ο πατέρας του Περδίκκα (Β΄) και οι πρόγονοι αυτού, που ήταν Τημενίδες, και κατά την αρχαία εποχή ήρθαν από το Άργος, πρώτοι κατέκτησαν και ίδρυσαν βασίλειο, αφού ξεσήκωσαν με μάχη από την Πιερία τους Πίερες…"
Επειδή όμως τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και ως σήμερα η προπαγάνδα των Σκοπιανών και όχι μόνον, έχει επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου παραπληροφόρηση και διαστροφή της ιστορικής αλήθειας για την ελληνικότητα των Μακεδόνων, θα παραθέσουμε μερικά επιχειρήματα τα οποία ανατρέπουν τους απαράδεκτους και ψευδείς ισχυρισμούς τους.
Οι αρνητές της ελληνικότητας των Μακεδόνων υποστήριξαν πως ο Αλέξανδρος Α΄, ο βασιλιάς της Μακεδονίας (498-450 π.Χ.), δεν ήταν Έλληνας, γιατί ο Ηρόδοτος δεν τον αποκαλούσε Έλληνα, αλλά "φιλέλλην", επομένως συμπεραίνουν δεν ήταν Έλληνας και δε μιλούσε ελληνικά. Οι απαντήσεις, που ανατρέπουν τον αυθαίρετο ισχυρισμό τους, είναι πολλές και αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.
Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν λάτρης του τρόπου ζωής των Ελλήνων της νότιας Ελλάδας, γι’ αυτό και έφερε την επωνυμία "φιλέλλην". Ήταν ένας συνηθισμένος χαρακτηρισμός με τον οποίο χαρακτήριζαν και άλλους Έλληνες και σήμαινε τον πατριώτη αυτόν που αγαπά τους Έλληνες, την πατρίδα. Την άποψη αυτή και την ερμηνεία του όρου επιβεβαιώνει και ο Πλάτων, που γράφει: "Καλόν Έλληνα όντα φιλέλληνα είναι". "Καλός Έλληνας είναι ο φιλέλληνας.
Επομένως, ο όρος "φιλέλλην" σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν Έλληνας, αφού ο όρος "φιλέλλην" δηλώνει τον καλό Έλληνα πατριώτη και όχι τον μη Έλληνα, κάτι που θα αποδειχτεί περίτρανα από όσα θα ακολουθήσουν ως απάντηση στον αυθαίρετο και λαθεμένο ισχυρισμό τους.
Σε άλλο σημείο ο Ηρόδοτος αποκαλεί τον Αλέξανδρο Α΄ "πρόξενο και ευεργέτη". "Μόλις πληροφορήθηκε ο Μαρδόνιος ότι ο Αλέξανδρος ήταν και πρόξενος και ευεργέτης των Αθηναίων, τον έστειλε (στην Αθήνα). Είχε δηλαδή την εντύπωση ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε ευκολότατα να προσεταιριστεί τους Αθηναίους για τους οποίους άκουγε πως ήταν λαός πολυάριθμος και γενναίος... και σε περίπτωση που θα ερχόταν μαζί του ο Μαρδόνιος είχε μεγάλη ελπίδα ότι θα κυριαρχούσε στη θάλασσα... " (Ηρόδ. 8,136).
Ο ιστορικός τον αποκαλούσε έτσι για την ανεκτίμητη προσφορά του στους Έλληνες, διότι, όταν το 480 π.Χ. οι Έλληνες κατέλαβαν τα στενά των Τεμπών, για να εμποδίσουν τη διέλευση των Περσών στη Νότια Ελλάδα, ο Αλέξανδρος Α΄, με κίνδυνο της ζωής του, επισκέφτηκε τους Έλληνες και τους έπεισε να εγκαταλείψουν τη θέση των Τεμπών, γιατί ο περσικός στρατός ήταν πολυάριθμος και υπήρχε κίνδυνος να αποκοπούν, χωρίς να πετύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό.
Και σε άλλη περίπτωση πάλι, όταν χρειάστηκε να βοηθήσει τους Έλληνες, δε δίστασε να το πράξει. Έφτασε νύχτα στο στρατόπεδο των Ελλήνων, λίγο πριν από τη μάχη των Πλαταιών, και γνωστοποίησε σ’ αυτούς τις προθέσεις του Μαρδόνιου. Αν δεν ήταν Έλληνας, τι λόγους είχε να θέλει να βοηθήσει τους Έλληνες και μάλιστα με κίνδυνο της ζωής του;
Ο Ηρόδοτος, παρόλο ότι περιγράφει στην Ιστορία του και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, πουθενά δεν αναφέρει πως ο Αλέξανδρος Α΄ συνοδευόταν και από το διερμηνέα του στις επαφές του με τους Έλληνες. Γιατί αλλιώς, αν ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν Έλληνας και δε μιλούσε ελληνικά, τότε θα έπρεπε να είχε το διερμηνέα μαζί του. Μήπως πρέπει να ενοχοποιήσουμε και γι’ αυτό τον Ηρόδοτο ότι δήθεν σκόπιμα αποσιώπησε το γεγονός; Τότε θα πρέπει να αμφισβητήσουμε και ολόκληρο το ιστορικό έργο του "πατέρα της ιστορίας", πράγμα αδιανόητο.
Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν Έλληνας και δε χρειαζόταν διερμηνέα στις επαφές του με Έλληνες, γιατί μιλούσε τη μητρική του ελληνική γλώσσα, όπως και οι άλλοι Μακεδόνες.
Υπάρχει και μια άλλη εξίσου σημαντική πληροφορία, που αποδεικνύει περίτρανα πως ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν Έλληνας και μιλούσε ελληνικά. Πρόκειται για το περιστατικό της συμμετοχής του στους Ολυμπιακούς αγώνες του 496 π.Χ.
Ο Ηρόδοτος γράφει σχετικά: "Αλεξάνδρου αεθλεύειν ελομένου και καταβάντος επ’ αυτό τούτο οι αντιθευσόμενοι Ελλήνων εξείργον μιν, φάμενοι ου βαρβάρων αγωνιστέων είναι τον αγώνα αλλά Ελλήνων. Αλέξανδρος (Α΄) δε επειδή απέδειξε ως είη Αργείος, εκρίθη τε είναι Έλλην και αγωνιζόμενος στάδιον ξυνέπιπτε τω πρώτω " (Ηρόδ. 5, 22).
"Επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθεί, και για το σκοπό αυτό κατέβηκε από τη Μακεδονία, οι ανταγωνιστές Έλληνες αθλητές έφεραν αντίρρηση, λέγοντας ότι ο αγώνας δεν ήταν για βαρβάρους αλλά για Έλληνες αγωνιστές. Τότε ο Αλέξανδρος (Α΄) απέδειξε ότι ήταν Αργείος. Κρίθηκε ότι ήταν Έλληνας, αγωνίσθηκε στο στάδιο και τερμάτισε ταυτόχρονα με τον πρώτο αθλητή".
Οι Ελλανοδίκες δεν του αρνήθηκαν τη συμμετοχή. Ήρθε πρώτος στο στάδιο με κάποιον άλλο αθλητή που κέρδισε και αυτός στο αγώνισμα δρόμου την πρώτη νίκη. Για μας όμως σημασία δεν έχει αν ήρθε πρώτος ή δεύτερος, σημασία έχει ότι αγωνίστηκε για την πατρίδα του και ο Πίνδαρος, υμνώντας τον στον Πυθιόνικό του, τον κατέστησε γνωστό στους Πανέλληνες. Αν ήταν βάρβαρος, όπως ισχυρίζονταν οι αρνητές του, τότε θα αποκλειόταν οπωσδήποτε από τους Ολυμπιακούς αγώνες, γιατί είναι γνωστό σε όλους πως σ’ αυτούς μετείχαν μόνον Έλληνες και όχι ξένοι και αλλόγλωσσοι.
Παρόλα αυτά, οι αρνητές είχαν και κάποιο άλλο επιχείρημα στη διάθεσή τους, το ίδιο αυθαίρετο και προκλητικό συγχρόνως. Έλεγαν πως με όσα είπε στους Ελλανοδίκες απέδειξε τη δική του ελληνικότητα, όχι των Μακεδόνων. Σε όλους όμως είναι γνωστό πως ο Αλέξανδρος Α΄ αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες εκπροσωπώντας την πατρίδα του. Στο όνομα της πατρίδας του αγωνίστηκε και νίκησε και όχι ως ένας απλός ιδιώτης. Σε άλλο σημείο της ιστορίας του ο Ηρόδοτος αναφέρει πως ο ίδιος ο Αλέξανδρος Α΄, όταν έφτασε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, είπε στους Έλληνες: "…δε θα μιλούσα, αν δεν ανησυχούσα πολύ για ολόκληρη την Ελλάδα. Γιατί ο ίδιος είμαι Έλληνας το γένος ανέκαθεν, και δε θα ήθελα να δω την Ελλάδα από ελεύθερη να γίνει σκλάβα.". "Αυτός τε γαρ Έλλην γένος ειμί τωρχαίον, και αντ’ ελεύθερης δεδουλωμένην ουκ αν εθέλοιμι οράν την Ελλάδα" (Ηρόδ. 9,45).
Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν Έλληνας και ενδιαφερόταν για ολόκληρη την Ελλάδα, μιλούσε ελληνικά, σκεπτόταν ελληνικά και από αγάπη για την πατρίδα και τους συμπατριώτες του έπραξε τα όσα έπραξε. Γι’ αυτή του την αγάπη αποκλήθηκε "φιλέλλην", "πρόξενος και ευεργέτης" από τους Έλληνες.
(Απόσπασμα από το Βιβλίο: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ο αήττητος στρατηλάτης και οραματιστής ενός νέου κόσμου, Εκδ. γράμμα, Ιούνιος 2011.

Ο Ευριπίδης, οι μύθοι, οι μαντείες και οι θεοί

Ο Ευριπίδης, οι μύθοι, οι μαντείες και οι θεοί

Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά τις σωζόμενες τραγωδίες των τριών μεγάλων τραγικών και θελήσει να ανιχνεύσει τις αντιλήψεις τους για τους μύθους, τις μαντείες και τους θεούς, θα διαπιστώσει πως, τόσο ο Αισχύλος όσο και ο Σοφοκλής, στέκονται με απεριόριστο σεβασμό απέναντί τους και πιστεύουν πως τα πάντα εξαρτώνται από αυτούς και κυρίως από τη θέληση του πανίσχυρου Δία, του πατέρα των θεών και των ανθρώπων, ενώ διαφορετική είναι η άποψη του νεότερου της τριάδας, του Ευριπίδη.
Ο τελευταίος, επηρεασμένος προφανώς και από τις ανατρεπτικές ιδέες των σοφιστών, φροντίζει να εκφράσει στο έργο του τις προσωπικές του απόψεις, ανασύροντας στην επιφάνεια την αλήθεια από το ζόφο του μύθου και της σκοπιμότητας. Δεν πλησιάζει τους μύθους της ελληνικής ιστορίας με το δέος των ομοτέχνων του, διορθώνει όμως τις χονδροειδείς λαϊκές ιδέες τους για τους θεούς, αρνείται την αξιοπιστία του θρησκευτικού μύθου ή και αποδέχεται το μύθο όπως αυτός έχει. Όσον αφορά τη θέση του απέναντι στους θεούς στέκεται με κριτική διάθεση και ανάλογα αποφαίνεται για τις ενέργειές τους ή τις απόψεις που έχουν γι’ αυτούς οι άνθρωποι.
Είναι γνωστό πως οι Θεοί εμφανίζονται στα έργα του Ευριπίδη σχεδόν με την ίδια συχνότητα, που εμφανίζονται και στα έργα των δύο άλλων τραγικών. Αυτό όμως δε σημαίνει και ταυτότητα απόψεων για τους θεούς του Ολύμπου.
Στον Αισχύλο οι θεοί είναι φτερουγίζουν πάνω από τα κεφάλια των ηρώων και είναι παρόντες σε όλες τις τραγωδίες του, ενώ οι ήρωες ενεργώντας σαν γεναία, μένουν πιστοί στις θεϊκές εντολές. Όποιος από τους ήρωες αθετεί τη θέληση των θεών ή την περιφρονεί δεν αποφεύγει την τιμωρία.
Ζευς τοι κολαστής των υπερκόμπων άγαν
φρονημάτων έπεστιν, εύθυνος βαρύς.
Γιατί βαρύς κριτής στέκει από πάνω ο Δίας
που την υπέρμετρη έπαρση σκληρά κολάζει.(Πέρσες 827-8).
Το ίδιο σεβαστοί είναι οι θεοί και στο Σοφοκλή, όπου οι ήρωες, προσηλωμένοι κι αυτοί στις επιταγές τους, ενεργούν και πράττουν το δέον γενέσθαι. Η Αντιγόνη, στην ομώνυμη τραγωδία, προχωρεί στην ταφή του Πολυνείκη, γιατί έτσι επιτάσσει ο θεϊκός άγραφος νόμος.
ΑΝΤ.....κείνον εγώ θάψω×
καλόν μοι τούτο ποιούση θανείν×
φίλη μετ’ αυτού κείσομαι, φίλου μέτα,
όσια πανουργήσασα....(Αντιγόνη 71-73)
ΑΝΤ. ...Εκείνον εγώ θα τον θάψω. Θα είναι ωραίο για μένα κάνοντας τούτο να πεθάνω. Αγαπημένη θα βρίσκομαι για πάντα μαζί με τον αγαπημένο μου, αφού κάμω θεάρεστη πράξη...
Στον Ευριπίδη οι θεοί είναι παρόντες σε όλα του τα έργα, αλλά οι ήρωές του κατευθύνονται από ισχυρά συναισθήματα και επιπλέον κρίνουν τους θεούς, τους μύθους και τους χρησμούς, αναζητώντας την αλήθεια. Η κριτική αυτή για τους θεούς και το μύθο έδωσε στον Ευριπίδη το όνομα του άθεου, κάτι αβασάνιστο και άδικο γι’ αυτόν και τους ήρωές του.
Οι ήρωές του, πίσω από τα μυθικά τους ονόματα, ενεργούν και σκέφτονται ως απλοί άνθρωποι. Δε σημαίνει ότι απορρίπτουν τους θεούς, αντίθετα πολλές φορές εξανίστανται για τις άδικες κατηγορίες που απευθύνουν σκόπιμα οι άνθρωποι ή οι μύθοι εναντίον τους. Γι αυτό δεν αποδέχονται άκριτα το μύθο, την μαντεία ή την παράδοση για τους θεούς, αλλά αναζητούν την αλήθεια, που κρύβεται μέσα στους μύθους και τις μαντείες. Αγωνιούν καθημερινά και αναζητούν κάποιες απαντήσεις-λύσεις στα προβλήματά τους. Οι θεοί είναι κοντά τους ανά πάσα στιγμή και επηρεάζουν τη ζωή τους, αλλά πολλές φορές αδυνατούν να τους κρίνουν σωστά και τους αδικούν, όχι πάντα.
Ο ποιητής, που γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει τη σκέψη του ανθρώπου, φροντίζει με κάθε τρόπο να το πετύχει, ελπίζοντας να καταστήσει τουλάχιστον το άνθρωπο περισσότερο προσεκτικό, δύσπιστο στους μύθους και τη μαντεία, να του ανοίξει τη σκέψη και το μυαλό.
Οι αντίπαλοί του, που τον βλέπουν να πρωτοτυπεί και να αγωνίζεται να αλλάξει τη νοοτροπία του ανθρώπου με διάφορα μέσα, τον κρίνουν αυστηρά και σχεδόν υποτιμητικά, όταν τον κατηγορούν πως απομυθοποιεί κάποια θέματα και επιλέγει κουτσούς και ζητιάνους ως ήρωες στις τραγωδίες του. Χαρακτηριστική είναι η κριτική του Αισχύλου, που φέρεται στους Βατράχους του Αριστοφάνη (841-842) να μέμφεται τον Ευριπίδη και να τον αποκαλεί: συλλέκτη φλυαριών του δρόμου (στωμολιοσυλλεκτάδη), ποιητή των φτωχών ανθρώπων και ράφτη κουρελιών, ενώ ο Αριστοφάνης, που επιδοκιμάζει τη θέση του Αισχύλου, τον κατηγορεί για το ίδιο πράγμα.
Ουκ ετός χωλούς και πτωχούς ποιείς (Αριστ.Αχαρνής στ.411)
Όχι, επομένως, χωρίς λόγο κάνεις κουτσούς και φτωχούς ήρωες.
Ο Ευριπίδης, πράγματι ξαφνιάζει με την ευρηματικότητά του και την ξεχωριστή σκέψη τους αντιπάλους του. Τους προσπερνά όμως πάντα με αδιαφορία, χαράσσοντας το δικό του ξεχωριστό δρόμο, γιατί επιδιώκει να κινητοποιήσει την αδρανούσα σκέψη του ανθρώπου, να οξύνει την κρίση του, ώστε να μην αποδέχεται αβίαστα και άκριτα όσα η παλιότερη ποιητική παράδοση εμφανίζει ως θέσφατα και να τον κρατά δέσμιο στις συνήθειες και στα λατρευτικά της έθιμα. Πιστεύει πως η τυφλή και άκριτη αποδοχή όλων αυτών εμποδίζουν την αναζήτηση της αλήθειας και έτσι διαιωνίζουν την αμάθεια, την πρόληψη και το θείο φόβο. Θέλει να τους πείσει πως όσα τους δίδαξαν ως τώρα για τους θεούς τα έπη του Ομήρου, ο Ησίοδος, οι λυρικοί ποιητές και άλλοι, δεν ανταποκρίνονται όλα στην αλήθεια και χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην αποδοχή τους ή την απόρριψή τους.
Οι θεοί του Ολύμπου, οι οποίοι ζουν ευτυχισμένοι εκεί επάνω, είναι πλασμένοι με ανθρώπινες διαστάσεις, με προτερήματα και ελαττώματα, όπως και οι άνθρωποι. Αυτή την πίστη ο ποιητής θέλει να ανασκευάσει, γι’ αυτό θα πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει και τα αρνητικά τους στοιχεία, που έρχονται σε αντίθεση με την ιδιότητα του θεού, όπως είναι η σκληρότητά τους, η ζηλοφθονία και η εκδικητικότητα. Ερίζουν κι αυτοί μεταξύ τους και φθονεί ο ένας τον άλλο. Πολλή αταξία δέρνει και τους ουρανούς. Με άλλα λόγια η αταξία και η σύγχυση που επικρατεί στη γη, στο χώρο των θνητών, επικρατεί και στον Ουρανό, το χώρο των θεών.
ΙΦΙ.΄Αι στο καλό, όνειρο μου× ψεύτικο ήσουν
ΟΡΕ.Σαν τα πετούμενα όνειρα άλλο τόσο
ψεύτες κι οι θεοί, που αυτούς σοφούς τους λένε.
Και μες στα θεία και μες στ’ ανθρώπινα όλα
πολλή θολούρα× Αυτόν ένα τον θλίβει
αν κι έχει γνώση, πίστεψε μαντείες
και χάθηκε× όσοι ξέρουν, ξέρουν πώς.(Ιφιγ. εν Ταύροις 569-575)
Μεγάλη θολούρα και σύγχυση διαπιστώνει ο Ορέστης πως υπάρχει μέσα στα ανθρώπινα και στα θεϊκά. Ψεύτες είναι και οι θεοί και οι μαντείες.
Ο ποιητής με τον τρόπο αυτό εκφράζει τις δικές του απόψεις, μόνο που τις διατυπώνει με το στόμα του Ορέστη. Είναι μια έξυπνη επινόηση κι αυτή σε καιρούς, που άλλοι οδηγήθηκαν στο θάνατο για τις ιδέες τους αυτές. Ο Ευριπίδης όμως, που έχει άλλη αντίληψη για τους θεούς, γιατί τους θέλει τέλειους και όχι πλάσματα με ατέλειες και κακίες, αποφαίνεται πως δεν μπορεί οι θεοί να μοιάζουν σε όλα με τους ανθρώπους, αφού τότε τι θεοί θα ήταν αυτοί. Αν πάλι οι θεοί είναι κακοί, δεν είναι θεοί. Έτσι αντιλαμβάνεται αυτός την έννοια του θεού και έτσι θέλει να πιστεύει και ο πολίτης της εποχής εκείνης, δηλαδή ένα θεό δίκαιο, ενάρετο, κοντά στον άνθρωπο, βοηθό και συμπαραστάτη του στις ανάγκες του.
΄Αλλωστε, δεν έχει καμιά αξία, κατά τον Ευριπίδη, αν οι θεοί ευνοούν τους ανθρώπους ή όχι, γιατί στην πραγματικότητα η στάση τους δεν επηρεάζει καθόλου την μελλοντική τους πορεία, αφού αυτή εξαρτάται από τους ίδιους και τη γνώση με την οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή και τα προβλήματά της. Αυτό που προέχει στη ζωή του άνθρωπου είναι η δική του θέση και όχι οι ψευδολογίες των μύθων και των χρησμών.
Σε άλλο σημείο της τραγωδίας του Ιφιγένεια εν Ταύροις ο ποιητής είναι αποκαλυπτικός απέναντι στην ψευδολογία των χρησμών. Παίρνει θέση απέναντι σε μια παράλογη συνήθεια, σε ένα έγκλημα που τελείται με την έγκριση μιας θεάς, και αναρωτιέται μαζί με την ηρωίδα, την Ιφιγένεια, αν είναι δυνατόν μια θεά, όπως η Άρτεμη, να ζητά ανθρωποθυσία στο βωμό της, για να φυσήξουν ούριοι άνεμοι και να αποπλεύσει ο στόλος των Αχαιών από την Αυλίδα. Αυτό είναι παράλογο και δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της θεότητας. Τις ανθρωποθυσίες στην περίπτωση αυτή τις επιβάλλει ο Θόας στους ξένους, που φτάνουν στη χώρα του, για να την προφυλάσσει από ανεπιθύμητους επισκέπτες. Αυτή είναι η αλήθεια.
Άλλωστε, η Άρτεμη, με την επέμβασή της, αποδεικνύει πως δεν εγκρίνει την ανθρωποθυσία, γι’ αυτό και σώζει την Ιφιγένεια, αφήνοντας στο βωμό για θυσία ένα ελάφι!
ΙΦΙ. Μ’ έσωσε πες του η Άρτεμη× έβαλε ένα
ελάφι αντίς για μένα×αυτό ο πατέρας
έσφαξε, και θαρρούσε, στο κορμί μου
το κοφτερό πως έμπηγε μαχαίρι×
η θεά μ’ έφερε εδώ.(Ιφιγ..εν Ταύροις783-786)
Συμπέρασμα: δεν μπορεί το θείο να είναι αιμοσταγές και παράλογο. Είναι μια θέση ξεκάθαρη του ποιητή, την οποία καλεί να ασπαστεί και ο άνθρωπος της εποχής του. Οι θεοί δεν μπορεί να είναι παράλογοι ούτε όμως και κακοί. Αρνείται κατηγορηματικά να πιστέψει στον παραλογισμό και στην κακότητα των θεών η Ιφιγένεια και αποφαίνεται:
ΙΦΙ.Τα της θεού δε μέμφομαι σοφίσματα
ήτις βροτών μεν ην τις άψηται φόνου,
ή και λοχίας ή νεκρού θίγη χεροίν,
βωμών απείργει, μυσαρόν ως ηγουμένη
αυτή δε θυσίαις ήδεται βροτοκτόνοις.
ουκ έσθ’ όπως έτεκεν αν η Διός δάμαρ
Λητώ τασαύτην αμαθίαν κτλ.
Της θεάς μας οι εξυπνάδες δε μου αρέσουν×
αν με τα χέρια ένας θνητός αγγίξει
φόνου αίμα ή και λεχώνα ή πεθαμένον,
τον διώχνει, ως μολυσμένο, απ’ το βωμό της,
κι αυτή θυσίες ανθρώπων την ευφραίνουν.
Αδύνατο η Λητώ, του Δία το ταίρι,
να γέννησε ένα τόσο ανόητο πλάσμα.
Ούτε όσα λένε για τα ταντάλεια δείπνα,
πως τάχα θεοί γευτήκανε τις σάρκες
του παιδιού του, πιστεύω× οι ντόπιοι πάλι,
νομίζω, είν’ αιμοβόροι και ζητούνε
στους θεούς να ρίξουν τα’ άγριο φυσικό τους×
κανένας, λέω, θεός κακός δεν είναι. (Ιφιγ. εν Ταύροις 380-390)
Η Ιφιγένεια πιστεύει ακράδαντα πως ο θεός δεν είναι κακός, ενώ όσα λέγονται για την κακότητα των θεών τα θεωρεί δημιουργήματα των ανθρώπων, για να καλύψουν δικές τους αδυναμίες και ροπές.
Αξίζει να παρακολουθήσουμε τη θέση του ποιητή, που διατυπώνεται δια του στόματος της Εκάβης τη φορά αυτή για τους θεούς στην τραγωδία Τρωάδες. Η Εκάβη, η βασίλισσα της Τροίας, αποκρούοντας τον ισχυρισμό της Ελένης ότι δηλαδή η Ήρα και η Αθηνά προκάλεσαν τον τρωικό πόλεμο, αρνείται να δεχτεί τον ισχυρισμό της, γιατί πιστεύει πως η Ήρα δεν ήταν τόσο ανόητη, ώστε να παραδώσει στους βάρβαρους το Άργος, ούτε η Παλλάδα Αθηνά να σκλαβώσει την Αθήνα στους Φρύγες (Πέρσες). Μια τέτοια πράξη από τις θεές θα ήταν επαίσχυντη, ανήθικη και εντελώς παράλογη.
ΕΛΕ. Οι τρεις θεές τον Πάρη πήραν για κριτή τους.
το δώρο της Παλλάδας στον Αλέξανδρο ήταν
πως θα του δώσει την Ελλάδα να υποτάξει
τους Φρύγες οδηγώντας. Η Ήρα του ’ταξε ότι
θα βασιλέψει στην Ασία και στης Ευρώπης
τα σύνορα, αν ο Πάρης προτιμούσε εκείνη. (Τρωάδες 925-933)
Αυτός είναι ο μύθος κατά την άποψη της Ελένης, τον οποίο όμως η διαψεύδει η Εκάβη.
ΕΚΑ.Πρώτα τις θεές θα υπερασπίσω και θα δείξω
ότι στα λόγια της Ελένης αλήθεια δεν υπάρχει.
Εγώ νομίζω πως ποτέ δεν έφτασε η Ήρα
σε τέτοιο παραλογισμό ούτε η παρθένα
Παλλάδα, που στους βαρβάρους η μια τους το Άργος
να παραδίνει κι η Παλλάδα την Αθήνα
στους Φρύγες να σκλαβώνει, αφού ήρθανε στην Ίδη
στην ομορφιά ν’ αγωνιστούνε για παιχνίδι.
......Ανέμυαλες τις θεές μην παρασταίνεις
το λάθος σου για να στολίσεις, δε θα πείσεις τους γνωστικούς.(Τρωάδες 969και εξής)
Κι εδώ ο ποιητής μέσω της Εκάβης υποστηρίζει πως ο μύθος είναι πλασμένος έτσι, για να δικαιολογήσει κάποιες πράξεις, κάποια γεγονότα και επομένως κρύβει μέσα του ψευτιά και σκοπιμότητα.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τους μύθους με επιφύλαξη, όπως είναι και ο μύθος που αναφέρεται στην συνεύρεση του Θυέστη με τη γυναίκα του Ατρέα και την άλλη μέρα το διακήρυξε ως μέγα κατόρθωμα, γεγονός που εξόργισε το Δία.
ΧΟ.Και τότε ο Δίας τους δρόμους των άστρων ξεστράτισε τους λαμπρούς και το φέγγος του ηλίου, και της λευκόθωρης αυγής με φλόγα θεόσταλτη καίει τις χώρες της Δύσης...Λένε, μα εγώ δεν το πιστεύω πως το χρυσό πρόσωπό του ο ήλιος ο φλογερός απέστρεψε, αλλάζοντας δρόμο, για να έρθει η δυστυχία στο γένος των ανθρώπων και να βρει τιμωρία ένας θνητός, ο Θυέστης. Οι μύθοι ετούτοι οι φοβεροί για το καλό είναι των ανθρώπων. Τους κάνουν να λατρεύουν τους θεούς.(Ηλέκτρα708 και εξής)
Ο Χορός της τραγωδίας αποφαίνεται ότι δεν πιστεύει πως ο Δίας ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό, γιατί δεν μπορεί να κατανοήσει τον παραλογισμό του Δία, πολύ δε περισσότερο, όταν και ο ίδιος έχει διαπράξει πολλές φορές κάτι ανάλογο. Γι’ αυτό καταλήγει στην άποψη πως οι φοβεροί μύθοι έχουν πλαστεί για το καλό των ανθρώπων και αποσκοπούν στη λατρεία των θεών.
Ο Ευριπίδης, από όσα αναφέραμε, δεν καταφέρεται ούτε αμφισβητεί τα γεγονότα του μύθου αλλά τους ήρωές του, την πίστη τους σ’ αυτούς, τα κίνητρά τους και τις ανθρώπινες δράσεις. Στους ανθρώπους ρίχνει το βάρος και την ευθύνη των πράξεών τους. Αυτοί οφείλουν να ξεδιαλύνουν μέσα τους τι είναι σωστό να κάνουν, για να βελτιώσουν τη ζωή και το μέλλον τους. Μεγάλη θολούρα και σύγχυση υπάρχει στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων και πρέπει κάποτε να φωτισθεί αυτό το ομιχλώδες τοπίο.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ερώτημα, εάν και κατά πόσο ειλικρινείς είναι οι θεοί απέναντι στους ανθρώπους; Οι θεοί κάποτε εξαπατούν σκόπιμα τους ανθρώπους ή όχι;
Εφόσον ο άνθρωπος πιστεύει στην ακεραιότητα του θεού, τότε η απάτη δε συνάδει με τη θεότητα. Η απάτη και η κακότητα δεν είναι ίδιο του θεού, αλλά την αποδίδουν στο θεό οι άνθρωποι, για να δικαιολογήσουν δικά τους ανομήματα. Το θέμα όμως της απάτης είναι γνωστό ακόμη από τα έπη του Ομήρου, το χρησιμοποιεί όμως και ο ποιητής στις τραγωδίες του, για να καταδείξει το ευμετάβλητο στο χαρακτήρα των θεών. Κάτι που καθρεφτίζεται στη στιχομυθία μεταξύ Αγγελιαφόρου και Μενέλαου στην τραγωδία Ελένη.
ΑΓΓ. Γι’ αυτήν, την Ελένη, δεν πολεμούσαμε στην Τροία;
ΜΕ .Όχι×οι θεοί μας είχαν ξεγελάσει και μια νεφέλη αχνή βάλαν μπροστά μας.
ΑΓΓ.Τι λες; Για μια νεφέλη τόσοι αγώνες;
ΜΕ. Της Ήρας ήταν έργο κι από αμάχη τριών θεαινών εγίναν όσα εγίναν.
ΑΓΓ.Κα είναι αυτή η γυναίκα σου στ’ αλήθεια;
ΜΕ.Ναι, αυτή είναι×σου το λέω και πίστεψέ το.
ΑΓΓ. Ω κόρη μου, μυστήριο ο θεός είναι
κι ανεξερεύνητος. Μπορεί να κάμει
τις τύχες των ανθρώπων άνω-κάτω.
Τίποτε δεν είναι σταθερό…(θυμίζει τα πάντα ρει του Ηράκλειτου).
Τώρα διαπιστώνω πόσο είναι
κακόπιστη και ψέματα γεμάτη
η μαντική... κουταμάρα είναι να πιστεύεις
πως οι οιωνοί ωφελούνε τους ανθρώπους
… κανένας δεν πλούτισε χωρίς να κοπιάσει×
ο νους και η γνώση αυτά είναι
ο πιο καλός απ’ όλα μάντης.
(Ελένη στ.703-737)
Ο τρωικός πόλεμος δεν έγινε για την Ελένη. Ήταν ένα παιχνίδι των θεών. Θυσιάστηκαν τόσοι άνθρωποι, πολεμώντας για ένα σύννεφο, για μια νεφέλη όπως λέει, για ένα άδειο πουκάμισο μιλά ο Σεφέρης. Γι’ αυτό ο ποιητής συμβουλεύει πως ψεύτικοι είναι και οι οιωνοί και οι μαντείες. Επομένως, εκείνο που έχει αξία στη ζωή δεν είναι τα τερτίπια των θεών και οι ψεύτικες μαντείες, αλλά το ανθρώπινο μυαλό, η γνώση και ο αγώνας για να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος, από τη σκοπιμότητα, από την παραπλάνηση.
Βέβαια, είναι ανάγκη να σημειώσουμε πως ο ποιητής από την εισαγωγή στην τραγωδία του Ελένη αμφισβητεί τις δοξασίες που λένε πως ο Δίας φέρνει τη βροχή και ότι η Ελένη είναι κόρη του Δία, αφού αμέσως μετά σε αντίλογο διαψεύδει την άποψη αυτή, λέγοντας πως τα σύννεφα ρίχνουν τη βροχή, ενώ η Ελένη είναι κόρη της Λήδας και του Τυνδάρεω και όχι του Δία, όπως ο μύθος παραδίδει. Όσον αφορά στο ζήτημα της Ελένης, αν δηλαδή την άρπαξε ο Πάρης, ξεκαθαρίζει την άποψή του, λέγοντας πως δε χάθηκαν στον τρωικό πόλεμο τόσοι άνθρωποι για την Ελένη, αφού εκείνη ποτέ δεν πήγε στην Τροία! Και αναρωτιέται πόσο κουτό είναι να πιστεύει κανείς σε χρησμούς και παραδόσεις, αφού τίποτε το σταθερό δεν μπορεί να υπάρξει στη ζωή.
Η αναζήτηση μιας αψεγάδιαστης ιδέας του θεού είναι μια αναζήτηση που εναπόκειται στον αναγνώστη, χωρίς να σημαίνει πως μένει αμέτοχος ο ποιητής, γιατί κι αυτός φροντίζει να δώσει απαντήσεις μέσα από τους μύθους και την πραγματικότητα που ζει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος παρακολουθεί με προσοχή τις παραστάσεις στη γιορτή των μεγάλων Διονυσίων και τις άλλες. Η ιδέα ενός συμπονετικού θεού ενυπάρχει στον άνθρωπο. Την διατυπώνει ο Ιππόλυτος στην ομώνυμη τραγωδία, λέγοντας: τους γαρ ευσεβείς θεοί θνήσκοντας ου χαίρουσι (1339), ενώ ο Ηρακλής, σημειώνει πως οι θεοί είναι αυτοί που κρατούν την τύχη του καθενός στα χέρια τους:
ΗΡ,Απ’ τα δεινά οι θεοί μας ξαλαφρώνουν×
την τύχη αυτοί μόνον κρατούν του καθενός.
Αλλά όταν ακούει από το Θησέα, ως παρηγοριά στον πόνο του, να του λέει.
ΘΗ. Κανείς θνητός μήτε θεός δεν έχει μείνει απ’ την τύχη απείραχτος, αν λένε των ποιητών τα λόγια την αλήθεια. Με γάμους άνομους δεν έχουν σμίξει; Δεν ατίμασαν για την εξουσία τους γονιούς δένοντάς τους μ’ αλυσίδες; Αξένοιαστοι στον Όλυμπο όμως ζούνε παρά τα σφάλματά τους. Κι εσύ που είσαι θνητός, σαν τι θα πεις ότι τα πάθη δε θες να τα υποφέρεις κι αυτοί θέλουν;
ΗΡΑ. Αχ, είναι έξω ετούτα από τις συμφορές μου× Εγώ θαρρώ πως οι θεοί δε στέργουν παράνομα να σμίγουν μήτε πάλι ν’ αλυσοδένουνε τους άλλους κι ούτε το πίστεψα ποτέ και θα το πιστέψω. Ο θεός δεν έχει ανάγκη από κανέναν, αν είναι αληθινός×των ποιητών οι μύθοι πανάθλιες ψευτιές εξιστορούνε. (Ηρακλής Μαινόμενος 1314 και εξής).
Ο αληθινός θεός δεν έχει ανάγκη από κανένα ούτε επηρεάζεται από τις ψευτιές των μύθων.
Ο Ευριπίδης, αν και ασχολείται με τους μύθους και τους θεούς, τον ενδιαφέρει κυρίως η ποιότητα της φύσης τους και το νόημα της συμπεριφοράς τους.(Λέσκυ).
Τέλος, με τον από μηχανής θεό δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να δέχεται τη θετική παρέμβαση των θεών στα ανθρώπινα και να δίνει λύσεις ο θεός εκεί που δεν μπορεί να τις δώσει το ανθρώπινο μυαλό. Επομένως, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι θεοί απουσιάζουν από το έργο του Ευριπίδη, αντίθετα είναι αυτοί που εμφανίζονται στις τραγωδίες του, παίζουν το ρόλο τους και αφήνουν στον άνθρωπο να κρίνει την αλήθεια, αλλά πάντα κλείνουν την υπόθεση της τραγωδίας, εμφανιζόμενοι στη σκηνή, για να δώσουν λύσεις αποδεκτές. Ο Ευριπίδης δεν τους αρνείται επίσημα, αλλά και δεν επιτρέπει παρανοήσεις για τους θεούς, στους οποίους οι άνθρωποι πιστεύουν και τους θέλουν δίκαιους, ενάρετους και φιλικούς.




Είναι πολλές οι 100 λίτρες χρυσού στον Πατριάρχη για μια στέψη αυτοκράτορα; 
Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίον άργυρος / κακόν νόμισμ’ έβλαστε× τούτο και πόλεις / πορθεί, τόδ’ άνδρας εξανίστησι δόμων, / τόδ’ εκδιδάσκει και παραλλάσσει φρένας / χρηστάς προς αισχρά πράγμαθ’ ίστασθαι βροτών. (Σοφοκλή, Αντιγόνη.295-299).
Γιατί κανένα απ’ όσα συνηθίζονται στους ανθρώπους δε φύτρωσε τόσο κακό σαν το χρήμα. Αυτό κυριεύει και πόλεις, αυτό διώχνει και τους ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους, αυτό πλανεύει και γυρίζει τα μυαλά των φρονίμων, ώστε να παρασύρονται σε αισχρά πράγματα.
Αυτή ήταν η άποψη του Σοφοκλή, του μεγάλου τραγικού ποιητή της αρχαιότητας, για τη δύναμη του χρήματος. Μια άποψη η οποία έκτοτε επαληθεύεται, δυστυχώς, συνεχώς. Και δίκαια αναρωτιέται κανείς τι άραγε επί πλέον θα μπορούσε να πει ο ποιητής, αν γνώριζε και τα όσα εγκλήματα διαπράχτηκαν από την εποχή του ως σήμερα για το χρήμα.
Στην κωμωδία του Αριστοφάνη Ειρήνη, μια κούπα χρυσή ως δώρο από τον Τρυγαίο αναγκάζει το θεό Ερμή να αλλάξει γνώμη και να βοηθήσει το δωρητή να ανασύρει τη φυλακισμένη σε σπηλιά από τον Πόλεμο Ειρήνη και να τη φέρει στη Γη.
Μια χρυσή κούπα έκαμψε τον άτεγκτο Θεό, ενώ τριάντα αργύρια αργότερα οδήγησαν τον Ιούδα στην προδοσία και τη σταύρωση του Χριστού μαζί με δύο ληστές, γεγονότα που δείχνουν πως το χρήμα είναι ισχυρό και ουδείς μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή του.
Σε ένα τέτοιο περιστατικό της βυζαντινής περιόδου, δηλαδή της παντοδυναμίας του χρήματος θα αναφερθούμε, στηριζόμενοι στις μαρτυρίες δύο κυρίως συγγραφέων, του Κεδρηνού και του Μιχαήλ Ψελλού, για να απαντήσουμε και στην ερώτηση του τίτλου.
Όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Η΄ (1025-1028) αισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος του θέλησε να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής, γιατί η γυναίκα του Ελένη δεν του γέννησε παρά μόνον τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες ως τον καιρό εκείνο. Την Ευδοκία, η οποία ήταν μοναχή και δύο άλλες, τη Ζωή και τη Θεοδώρα. Σκέφτηκε, λοιπόν, να επιλέξει για γαμπρό του στη Ζωή το Ρωμανό Αργυρό, έπαρχο της Πόλης. Τον ανάγκασε μάλιστα να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του και να νυμφευθεί τη Ζωή, που ήταν τότε 48 χρόνων, ενώ ο Ρωμανός δέκα χρόνια μεγαλύτερός της (Ιω. Σκυλίτζης). Ο γάμος τελέστηκε στις 12 Νομβρίου1028, ενώ τρεις μέρες αργότερα πέθανε ο αυτοκράτορας και στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γαμπρός του Ρωμανός Γ΄ Αργυρός.
Στην αυλή όμως του παλατιού υπηρετούσε τότε ο ισχυρός άνδρας, ο παρακοιμώμενος του βασιλιά, ο γνωστός ευνούχος Ιωάννης, που είχε 4 αδέλφια και τα είχε τακτοποιήσει όλα σε σημαντικές διοικητικές θέσεις του κράτους
Ένας από τους αδελφούς του, ο Μιχαήλ, «όστις ήτο ωραιότατος την όψιν και εν ακμή της νεότητός του, όπως γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, έλαβεν εν τη αυλή αξίωμα, ως εκ του οποίου διετέλει συνεχώς παρά τη βασιλίσση.».
Ο Ρωμανός όμως, μια και η αυτοκράτειρα ήταν μεγάλη σε ηλικία, σε σχέση με το Μιχαήλ, δεν ήταν δυνατό να υποψιαστεί ότι η Ζωή θα μπορούσε να ερωτευθεί όψιμα ένα νεαρό αξιωματούχο του παλατιού.
«Εν τούτοις τούτο συνέβη, ο δε έρως αυτής απέβη τοσούτον δαιμονιώδης και μανικός, κατά Κεδρηνόν, ώστε εξαπτόμενος προσέτι υπό της φιλοδοξίας του Μιχαήλ και της φιλαρχίας του Ιωάννου παρέσυρεν αυτήν εις το να απαλλαγή του συζύγου της δια του δηλητηρίου βραδέως ενεργούντος. Αλλ’ ο ανυπόμονος Μιχαήλ δεν ηθέλησε να περιμένει τα τοιαύτα του δηλητηρίου αποτελέσματα, και μετ’ ου πολύ την 11η Απριλίου 1034 απελθόντος του βασιλέως εις το εν παλατίω βαλανείον (λουτρόν), απέπνιξε αυτόν εν τη κολυμβήθρα του λουτρού».
Αυτή είναι η άποψη του Κεδρηνού. Υπάρχει όμως και η άποψη του Μιχαήλ Ψελλού, ο οποίος ομολογεί ότι ήταν παρών κατά την κηδεία του αυτοκράτορα Ρωμανού, τον οποίο έθαψαν στις 11 Απριλίου του 1034, τη μεγάλη Παρασκευή, στη μονή της Περιβλέπτου, την οποία ο ίδιος είχε ανεγείρει. Ο Μ. Ψελλός υποστηρίζει πως δεν είναι σίγουρος αν ο αυτοκράτορας πέθανε από πνιγμό, γιατί λέει πως, ενώ βρισκόταν μέσα στο λουτρό, ξαφνικά άρχισε να καλεί σε βοήθεια.
«Και βοής επί τούτο γενομένης, άλλοι τε τινες παρήσαν και η βασιλίς αυτή αδορυφόρητος, ως επί πένθει δεινώ. Και ιδούσα αύθις απήλθε, το πιστόν της τελευτής ειληφυϊα δια της όψεως. Ο δε βαρύ τι στενάξας και βύθιον, τήδε κακείσε περιεβλέπετο, φωνήσαι μεν μη δυνάμενος, σχήμασι δε και νεύμασι δηλών το βούλημα της ψυχής. Ως δε συνελαμβάνετο έτι ουδείς, μύσας τους οφθαλμούς πυκνότερον αύθις επήσμαινεν. Είτα δη αθρόον αναρραγέντος υπεκχείται δια του στόματος μελάντερόν τι την χρόαν και πεπηγός, εφ’ ω δη δις και τρις ασθμάνας την ζωήν απολείπει....Και ευθύς μετακαλεσάμενη (η Ζωή) τον Μιχαήλ και την χρυσοϋφή στολήν υπειδύσασα, έπειτα δε και την βασιλικήν στεφάνην τη κεφαλή προσαρμόσασα, επεί τε πολυτελούς θρόνου καθίσασα και αυτή παρακαθισαμένη πλησίον εν ομοίω τω σχήματι, πάσιν επιτάττει όσοι το βασιλείον τηνικαύτα ώκουν άμφω κοινή προσκυνείν τε και ευφημείν. Οι μεν ουν ούτως εποίουν. Διαδόσιμον δε το πράγμα και τοις εκτός και των ανακτόρων καθίστατο, και πάσα η Πόλις παραλαβείν του συνθήματος την ευθυμίαν εβούλετο, τούτο μεν και ψευδομένων των πλειόνων την ευφημίαν και κολακευόντων τον βασιλεύσαντα και κούφως άμα και ελαφρώς συν ευθυμία και ηδονή εκδεξαμένων τον Μιχαήλ».Συνεχίζοντας ο Ψελλός προσθέτει και μερικές ακόμη πληροφορίες ότι δηλαδή το πρόσωπό του νεκρού αυτοκράτορα ήταν αλλοιωμένο από τα πολλά φάρμακα που έπαιρνε, ενώ λίγοι τον έκλαψαν. Οι περισσότεροι κρατούσαν στάση ψυχρή, γιατί ενθυμούντο τη σκληρότητά των μέτρων που έλαβε σε βάρος τους. 
Στο περιστατικό της δολοφονίας και της στέψης του Μιχαήλ ως αυτοκράτορα του Βυζαντίου αναφέρεται και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
«Επελθούσης δε της νυκτός, και ψαλλομένων των αγίων παθών, μηνύεται ο τότε πατριάρχης Αλέξιος, υπό του βασιλέως Ρωμανού δήθεν, να ανέλθη εις τα ανάκτορα. Ο πατριάρχης έσπευσε να έλθη, αλλ’ευρίσκει με απορίαν του νεκρόν μεν τον βασιλέα, την δε Ζωήν καθημένην επί θρόνου, έχουσαν πλησίον της τον Μιχαήλ, και μανθάνει ότι προσεκλήθη ίνα ομολογήση τούτον αυτή. Έκθαμβος δε γενόμενος ίστατο εννεός και ενδοιάζων περί του πρακτέου, ότι ο Ιωάννης και η Ζωή δόντες αυτώ μεν πεντήκοντα λίτρας χρυσίου, εις δε τον κλήρον άλλας πεντήκοντα, κατέπεισαν αυτούς να τελέσωσι την ιεροπραξίαν. Η σκηνή αύτη είναι βεβαίως απ’ αρχάς μέχρι τέλους μια των οικτροτέρων της μεσαιωνικής ημών ιστορίας και μαρτυρεί μέχρι τίνος βαθμού προέβη η κακοήθεια των ανθρώπων και ο εμπαιγμός των ιερωτάτων θεσμών».
Εκείνο όμως που εξοργίζει κάθε νοήμονα άνθρωπο με τη Ζωή είναι η συμπεριφορά της, προκειμένου να πετύχει το γάμο της με τον εραστή της Μιχαήλ και τον εκβιασμό της απέναντι στον πατριάρχη που τον ανάγκασε να ευλογήσει το γάμο της και να στέψει το Μιχαήλ αυτοκράτορα στο βυζαντινό θρόνο, αντί ενός σεβαστού χρηματικού ποσού. Η αυτοκράτειρα εκβίασε τη Σύγκλητο, τους Άρχοντες και τον Πατριάρχη. Κατακριτέα η διαγωγή της. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τον Πατριάρχη και την ακολουθία του; Ενέδωσαν, μόλις πήραν τις 5ο λίτρες χρυσού η κάθε πλευρά. Έτσι τέλεσαν με περισσότερο κέφι την ιεροπραξία της στέψης. Φαίνεται πως η λάμψη του χρυσού είναι ισχυρότερη από κάθε άλλη και θαμπώνει τον άνθρωπο ακόμη κι έναν πατριάρχη με την ακολουθία του. Αλίμονο!.
Αν ήταν η μόνη περίπτωση χρηματισμού αυτή στο Βυζάντιο, ίσως θα μπορούσε να την προσπεράσει κανείς με περιφρόνηση. Τέτοιες όμως πράξεις (παράνομοι χρηματισμοί, δολοπλοκίες, δολοφονίες) ήταν φαινόμενα όχι σπάνια στο βυζαντινό παλάτι, αφού οι περισσότεροι αυτοκράτορες έχασαν τη ζωή τους όχι από φυσικό θάνατο αλλά δολοφονημένοι από τους αντιπάλους τους ακόμη και από τους πιο στενούς συγγενείς ή από πληρωμένους, χρυσοπληρωμένους δολοφόνους.
Φαίνεται πως η χρυσή κούπα στον Ερμή και οι 50 λίτρες χρυσού στον Πατριάρχη Αλέξιο και άλλες τόσες στην ακολουθία του, εξακολουθούν να κάνουν το θαύμα τους και να έχουν ισχύ και δύναμη σε κάθε εποχή. Εάν προσθέταμε στη δύναμη του χρήματος και την ανθρώπινη φιλοδοξία ως αιτίες όλων των εκτρόπων που μνημονεύσαμε-επιεικής η έκφραση-τότε νομίζουμε πως θα προλαβαίναμε κάθε νέα ερώτηση του αναγνώστη.



Είναι πολλές οι 100 λίτρες χρυσού στον Πατριάρχη για μια στέψη αυτοκράτορα; 
Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίον άργυρος / κακόν νόμισμ’ έβλαστε× τούτο και πόλεις / πορθεί, τόδ’ άνδρας εξανίστησι δόμων, / τόδ’ εκδιδάσκει και παραλλάσσει φρένας / χρηστάς προς αισχρά πράγμαθ’ ίστασθαι βροτών. (Σοφοκλή, Αντιγόνη.295-299).
Γιατί κανένα απ’ όσα συνηθίζονται στους ανθρώπους δε φύτρωσε τόσο κακό σαν το χρήμα. Αυτό κυριεύει και πόλεις, αυτό διώχνει και τους ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους, αυτό πλανεύει και γυρίζει τα μυαλά των φρονίμων, ώστε να παρασύρονται σε αισχρά πράγματα.
Αυτή ήταν η άποψη του Σοφοκλή, του μεγάλου τραγικού ποιητή της αρχαιότητας, για τη δύναμη του χρήματος. Μια άποψη η οποία έκτοτε επαληθεύεται, δυστυχώς, συνεχώς. Και δίκαια αναρωτιέται κανείς τι άραγε επί πλέον θα μπορούσε να πει ο ποιητής, αν γνώριζε και τα όσα εγκλήματα διαπράχτηκαν από την εποχή του ως σήμερα για το χρήμα.
Στην κωμωδία του Αριστοφάνη Ειρήνη, μια κούπα χρυσή ως δώρο από τον Τρυγαίο αναγκάζει το θεό Ερμή να αλλάξει γνώμη και να βοηθήσει το δωρητή να ανασύρει τη φυλακισμένη σε σπηλιά από τον Πόλεμο Ειρήνη και να τη φέρει στη Γη.
Μια χρυσή κούπα έκαμψε τον άτεγκτο Θεό, ενώ τριάντα αργύρια αργότερα οδήγησαν τον Ιούδα στην προδοσία και τη σταύρωση του Χριστού μαζί με δύο ληστές, γεγονότα που δείχνουν πως το χρήμα είναι ισχυρό και ουδείς μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή του.
Σε ένα τέτοιο περιστατικό της βυζαντινής περιόδου, δηλαδή της παντοδυναμίας του χρήματος θα αναφερθούμε, στηριζόμενοι στις μαρτυρίες δύο κυρίως συγγραφέων, του Κεδρηνού και του Μιχαήλ Ψελλού, για να απαντήσουμε και στην ερώτηση του τίτλου.
Όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Η΄ (1025-1028) αισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος του θέλησε να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής, γιατί η γυναίκα του Ελένη δεν του γέννησε παρά μόνον τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες ως τον καιρό εκείνο. Την Ευδοκία, η οποία ήταν μοναχή και δύο άλλες, τη Ζωή και τη Θεοδώρα. Σκέφτηκε, λοιπόν, να επιλέξει για γαμπρό του στη Ζωή το Ρωμανό Αργυρό, έπαρχο της Πόλης. Τον ανάγκασε μάλιστα να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του και να νυμφευθεί τη Ζωή, που ήταν τότε 48 χρόνων, ενώ ο Ρωμανός δέκα χρόνια μεγαλύτερός της (Ιω. Σκυλίτζης). Ο γάμος τελέστηκε στις 12 Νομβρίου1028, ενώ τρεις μέρες αργότερα πέθανε ο αυτοκράτορας και στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γαμπρός του Ρωμανός Γ΄ Αργυρός.
Στην αυλή όμως του παλατιού υπηρετούσε τότε ο ισχυρός άνδρας, ο παρακοιμώμενος του βασιλιά, ο γνωστός ευνούχος Ιωάννης, που είχε 4 αδέλφια και τα είχε τακτοποιήσει όλα σε σημαντικές διοικητικές θέσεις του κράτους
Ένας από τους αδελφούς του, ο Μιχαήλ, «όστις ήτο ωραιότατος την όψιν και εν ακμή της νεότητός του, όπως γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, έλαβεν εν τη αυλή αξίωμα, ως εκ του οποίου διετέλει συνεχώς παρά τη βασιλίσση.».
Ο Ρωμανός όμως, μια και η αυτοκράτειρα ήταν μεγάλη σε ηλικία, σε σχέση με το Μιχαήλ, δεν ήταν δυνατό να υποψιαστεί ότι η Ζωή θα μπορούσε να ερωτευθεί όψιμα ένα νεαρό αξιωματούχο του παλατιού.
«Εν τούτοις τούτο συνέβη, ο δε έρως αυτής απέβη τοσούτον δαιμονιώδης και μανικός, κατά Κεδρηνόν, ώστε εξαπτόμενος προσέτι υπό της φιλοδοξίας του Μιχαήλ και της φιλαρχίας του Ιωάννου παρέσυρεν αυτήν εις το να απαλλαγή του συζύγου της δια του δηλητηρίου βραδέως ενεργούντος. Αλλ’ ο ανυπόμονος Μιχαήλ δεν ηθέλησε να περιμένει τα τοιαύτα του δηλητηρίου αποτελέσματα, και μετ’ ου πολύ την 11η Απριλίου 1034 απελθόντος του βασιλέως εις το εν παλατίω βαλανείον (λουτρόν), απέπνιξε αυτόν εν τη κολυμβήθρα του λουτρού».
Αυτή είναι η άποψη του Κεδρηνού. Υπάρχει όμως και η άποψη του Μιχαήλ Ψελλού, ο οποίος ομολογεί ότι ήταν παρών κατά την κηδεία του αυτοκράτορα Ρωμανού, τον οποίο έθαψαν στις 11 Απριλίου του 1034, τη μεγάλη Παρασκευή, στη μονή της Περιβλέπτου, την οποία ο ίδιος είχε ανεγείρει. Ο Μ. Ψελλός υποστηρίζει πως δεν είναι σίγουρος αν ο αυτοκράτορας πέθανε από πνιγμό, γιατί λέει πως, ενώ βρισκόταν μέσα στο λουτρό, ξαφνικά άρχισε να καλεί σε βοήθεια.
«Και βοής επί τούτο γενομένης, άλλοι τε τινες παρήσαν και η βασιλίς αυτή αδορυφόρητος, ως επί πένθει δεινώ. Και ιδούσα αύθις απήλθε, το πιστόν της τελευτής ειληφυϊα δια της όψεως. Ο δε βαρύ τι στενάξας και βύθιον, τήδε κακείσε περιεβλέπετο, φωνήσαι μεν μη δυνάμενος, σχήμασι δε και νεύμασι δηλών το βούλημα της ψυχής. Ως δε συνελαμβάνετο έτι ουδείς, μύσας τους οφθαλμούς πυκνότερον αύθις επήσμαινεν. Είτα δη αθρόον αναρραγέντος υπεκχείται δια του στόματος μελάντερόν τι την χρόαν και πεπηγός, εφ’ ω δη δις και τρις ασθμάνας την ζωήν απολείπει....Και ευθύς μετακαλεσάμενη (η Ζωή) τον Μιχαήλ και την χρυσοϋφή στολήν υπειδύσασα, έπειτα δε και την βασιλικήν στεφάνην τη κεφαλή προσαρμόσασα, επεί τε πολυτελούς θρόνου καθίσασα και αυτή παρακαθισαμένη πλησίον εν ομοίω τω σχήματι, πάσιν επιτάττει όσοι το βασιλείον τηνικαύτα ώκουν άμφω κοινή προσκυνείν τε και ευφημείν. Οι μεν ουν ούτως εποίουν. Διαδόσιμον δε το πράγμα και τοις εκτός και των ανακτόρων καθίστατο, και πάσα η Πόλις παραλαβείν του συνθήματος την ευθυμίαν εβούλετο, τούτο μεν και ψευδομένων των πλειόνων την ευφημίαν και κολακευόντων τον βασιλεύσαντα και κούφως άμα και ελαφρώς συν ευθυμία και ηδονή εκδεξαμένων τον Μιχαήλ».Συνεχίζοντας ο Ψελλός προσθέτει και μερικές ακόμη πληροφορίες ότι δηλαδή το πρόσωπό του νεκρού αυτοκράτορα ήταν αλλοιωμένο από τα πολλά φάρμακα που έπαιρνε, ενώ λίγοι τον έκλαψαν. Οι περισσότεροι κρατούσαν στάση ψυχρή, γιατί ενθυμούντο τη σκληρότητά των μέτρων που έλαβε σε βάρος τους. 
Στο περιστατικό της δολοφονίας και της στέψης του Μιχαήλ ως αυτοκράτορα του Βυζαντίου αναφέρεται και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
«Επελθούσης δε της νυκτός, και ψαλλομένων των αγίων παθών, μηνύεται ο τότε πατριάρχης Αλέξιος, υπό του βασιλέως Ρωμανού δήθεν, να ανέλθη εις τα ανάκτορα. Ο πατριάρχης έσπευσε να έλθη, αλλ’ευρίσκει με απορίαν του νεκρόν μεν τον βασιλέα, την δε Ζωήν καθημένην επί θρόνου, έχουσαν πλησίον της τον Μιχαήλ, και μανθάνει ότι προσεκλήθη ίνα ομολογήση τούτον αυτή. Έκθαμβος δε γενόμενος ίστατο εννεός και ενδοιάζων περί του πρακτέου, ότι ο Ιωάννης και η Ζωή δόντες αυτώ μεν πεντήκοντα λίτρας χρυσίου, εις δε τον κλήρον άλλας πεντήκοντα, κατέπεισαν αυτούς να τελέσωσι την ιεροπραξίαν. Η σκηνή αύτη είναι βεβαίως απ’ αρχάς μέχρι τέλους μια των οικτροτέρων της μεσαιωνικής ημών ιστορίας και μαρτυρεί μέχρι τίνος βαθμού προέβη η κακοήθεια των ανθρώπων και ο εμπαιγμός των ιερωτάτων θεσμών».
Εκείνο όμως που εξοργίζει κάθε νοήμονα άνθρωπο με τη Ζωή είναι η συμπεριφορά της, προκειμένου να πετύχει το γάμο της με τον εραστή της Μιχαήλ και τον εκβιασμό της απέναντι στον πατριάρχη που τον ανάγκασε να ευλογήσει το γάμο της και να στέψει το Μιχαήλ αυτοκράτορα στο βυζαντινό θρόνο, αντί ενός σεβαστού χρηματικού ποσού. Η αυτοκράτειρα εκβίασε τη Σύγκλητο, τους Άρχοντες και τον Πατριάρχη. Κατακριτέα η διαγωγή της. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τον Πατριάρχη και την ακολουθία του; Ενέδωσαν, μόλις πήραν τις 5ο λίτρες χρυσού η κάθε πλευρά. Έτσι τέλεσαν με περισσότερο κέφι την ιεροπραξία της στέψης. Φαίνεται πως η λάμψη του χρυσού είναι ισχυρότερη από κάθε άλλη και θαμπώνει τον άνθρωπο ακόμη κι έναν πατριάρχη με την ακολουθία του. Αλίμονο!.
Αν ήταν η μόνη περίπτωση χρηματισμού αυτή στο Βυζάντιο, ίσως θα μπορούσε να την προσπεράσει κανείς με περιφρόνηση. Τέτοιες όμως πράξεις (παράνομοι χρηματισμοί, δολοπλοκίες, δολοφονίες) ήταν φαινόμενα όχι σπάνια στο βυζαντινό παλάτι, αφού οι περισσότεροι αυτοκράτορες έχασαν τη ζωή τους όχι από φυσικό θάνατο αλλά δολοφονημένοι από τους αντιπάλους τους ακόμη και από τους πιο στενούς συγγενείς ή από πληρωμένους, χρυσοπληρωμένους δολοφόνους.
Φαίνεται πως η χρυσή κούπα στον Ερμή και οι 50 λίτρες χρυσού στον Πατριάρχη Αλέξιο και άλλες τόσες στην ακολουθία του, εξακολουθούν να κάνουν το θαύμα τους και να έχουν ισχύ και δύναμη σε κάθε εποχή. Εάν προσθέταμε στη δύναμη του χρήματος και την ανθρώπινη φιλοδοξία ως αιτίες όλων των εκτρόπων που μνημονεύσαμε-επιεικής η έκφραση-τότε νομίζουμε πως θα προλαβαίναμε κάθε νέα ερώτηση του αναγνώστη.
Αριστοτέλης και Αλέξανδρος
Ομοιότητες και διαφορές στην πολιτική

Μια παροιμία λέει: με όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις. Επομένως, η αξία του δασκάλου στη αγωγή και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του μαθητή του είναι σημαντική, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς και τη σημαντική προσφορά των γονιών του προς την κατεύθυνση αυτή. Το παιδί, βέβαια, μαθαίνει πολλά από τους γονείς του, μα ακόμη περισσότερα μαθαίνει από τους δασκάλους του, όταν αυτοί είναι ικανοί και επιτελούν με υπευθυνότητα και αγάπη το λειτούργημά τους.
Γι’ αυτό ο Φίλιππος και η Ολυμπιάδα προσέλαβαν για τη σχολική αγωγή του Αλέξανδρου δύο φωτισμένους παιδαγωγούς, το Λεωνίδα και το Λυσίμαχο. Ο πρώτος ήταν αυστηρός στα ήθη, λιτοδίαιτος, λακωνικός και σκληραγωγημένος, αρετές που δίδαξε και στο μαθητή του. Ο δεύτερος ήταν άνθρωπος με μεγάλη μόρφωση και δίδαξε στο νεαρό μαθητή του την ιστορία των προγόνων του. Αργότερα στα 13 χρόνια του ο Αλέξανδρος είχε δάσκαλό του τον πιο σοφό άνδρα της εποχής του, τον Αριστοτέλη, πλησίον του οποίου φοίτησε στο σχολείο της Μίεζας επί τρία χρόνια και έμαθε πολλά.
Στο σχολείο αυτό ο Αλέξανδρος δε διδάχτηκε μόνον την Ιλιάδα του Ομήρου, την οποία είχε πάντοτε μαζί με το σπαθί του στο προσκέφαλό του, αλλά και πώς να συμπεριφέρεται στους άλλους, μια κι έμελλε να γίνει βασιλιάς της Μακεδονίας.
Ο σοφός δάσκαλος μετέδωσε στον Αλέξανδρο τον ενθουσιασμό για τη γνώση, την επιστήμη και τη φιλοσοφία. Του επισήμανε ότι άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό ζώο και βρίσκει τον προορισμό του σε μια αυτάρκη κοινωνία. Του δίδαξε την αρετή, το σεβασμό στα θεία, την αγάπη για την πατρίδα και του εξήγησε πως σκοπός του κράτους είναι η αγωγή όλων των πολιτών στην αρετή, που πρέπει να γίνει κτήμα όλων. Το ιδανικό κράτος, διευκρίνισε στον Αλέξανδρο και τους συμμαθητές του, πρέπει να είναι περιορισμένο εδαφικά και να μην έχει υπερβολικό αριθμό πολιτών, για να γίνεται άνετα η διακυβέρνησή του.(Αριστ.Πολιτικά)
Ο Αλέξανδρος άκουγε με προσοχή τα μαθήματα και τις συμβουλές του δασκάλου του. Τον σεβόταν και τον υπεραγαπούσε, ώστε να λέει γι’ αυτόν: αν στον πατέρα μου οφείλω το ζην στο δάσκαλό μου οφείλω το ευ ζην.
Κι ενώ θα ανέμενε κανείς ο Αλέξανδρος να τηρήσει πιστά τις πολιτικές ιδέες του δασκάλου του, εκείνος, όταν έγινε βασιλιά της Μακεδονίας και κίνησε για τη μεγάλη του εκστρατεία εναντίον των Περσών, φαίνεται πως άρχισε να παίρνει αποστάσεις από κάποιες ιδέες του δασκάλου του και να ακολουθεί το δικό του δρόμο. Να λοιπόν πως και οι παροιμίες δεν έχουν πάντοτε καθολικό κύρος, αλλά μερικό. Γι’ αυτό καλό θα είναι στις αλήθειες τους να είμαστε επιφυλακτικοί.
Τη διαφοροποίηση του από το δάσκαλό του επισημαίνει ο Πλούταρχος (Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής Α΄6): «ου γαρ ως Αριστοτέλης συνεβούλευεν αυτώ, τοις μεν Έλλησιν ηγεμονικώς τοις δε βαρβάροις, δεσποτικώς χρώμενος, και των μεν ως φίλων και οικείων επιμελούμενος, τοις δε ως ζώοις ή φυτοίς προσφερόμενος...»
«Γιατί δεν έπραξε, όπως τον συμβούλεψε ο Αριστοτέλης, να φέρεται δηλαδή ο Αλέξανδρος στους Έλληνες ως ηγεμόνας και στους βάρβαρους δεσποτικά, και στους πρώτους να δείχνει τέτοια συμπεριφορά σαν να ήταν φίλοι και συγγενείς του, ενώ στους άλλους σαν να ήταν ζώα ή φυτά. Γιατί, αν ενεργούσε έτσι ο Αλέξανδρος, τότε η βασιλεία του θα έβριθε από πολλούς πολέμους....».
Αν κάποιος από μας σήμερα έκρινε την άποψη του Αριστοτέλη, θα την απέρριπτε χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού οι άλλοι, οι βάρβαροι, όπως τους αποκαλούσε ο φιλόσοφος, δεν ήταν παρά άνθρωποι, όπως όλοι οι άνθρωποι του κόσμου. Αν και στην εποχή του την άποψή του για τους Βάρβαρους αποδέχονταν και υποστήριζαν οι περισσότεροι Έλληνες, ο Αλέξανδρος είχε διαφορετική γνώμη και απέρριπτε κατηγορηματικά την άποψη του δασκάλου του, αντιπαραθέτοντας μια άλλη, τη δική του, η οποία τελικά και τον δικαίωσε!
Ασφαλώς, δεν είναι η μόνη διαφοροποίηση του μαθητή από τις απόψεις του δασκάλου του. Όλη η δράση του Αλέξανδρου στη συνέχεια το αποδεικνύει περίτρανα με τους λόγους του αλλά προ παντός με τις πράξεις του απέναντι στους κατακτημένους λαούς της Ανατολής (Πέρσες, Αιγύπτιους, Ινδούς και άλλους). Η πρώτη τρανταχτή διαφοροποίησή του ήταν ασφαλώς η πολιτική του απέναντι στην έννοια πόλης-κράτους του δασκάλου του.
Αντέτεινε σ’ αυτήν τη δική του πρόταση, επιχειρώντας να ιδρύσει ένα ενιαίο κράτος, όπου θα μπορούσαν να ζουν όλοι οι λαοί ελεύθεροι υπό την προστασία ενός κοινού νόμου, σεβαστού από όλους, γιατί πίστευε πως οι κατακτημένοι λαοί δεν είναι ούτε ζώα ούτε φυτά. Είναι άνθρωποι όπως και οι νικητές τους. Έτσι οφείλουν να τους βλέπουν όλοι οι άνθρωποι, γιατί ο Μακεδόνας βασιλιάς πίστευε, και το έκανε πράξη, πως μια κατάκτηση δεν έχει καμιά αξία, αν δε συνοδεύεται από μεγαλοψυχία και αληθινή φροντίδα από το νικητή προς τους ηττημένους, ώστε να βελτιώσουν και οι λαοί αυτοί τη ζωή τους, να αποδεχτούν αβίαστα τα αγαθά του πολιτισμού και να γίνουν οι ίδιοι ένθερμοι υποστηρικτές της πολιτικής αυτής, πιστεύοντας ακράδαντα στην αναγκαιότητά της.
Ο Αριστοτέλης, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις επιτυχίες του Αλέξανδρου στην Ανατολή, σχολιάζοντας την πολιτική αυτή του Αλέξανδρου, με την οποία ο φιλόσοφος διαφωνούσε ριζικά, μια και δε συμβάδιζε με τις δικές του απόψεις, γράφει:
Εμείς συχνά μιλάμε για πράγματα της Ινδίας, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρόκειται να πράξουμε κάτι γι’αυτά...δε συλλογιζόμαστε για τις υποθέσεις των Ινδών, καθώς οι πρώτοι είναι πέρα από μας και δεύτερο πέρα από την ανθρώπινη δύναμη.
Η άποψη αυτή δε δηλώνει τίποτε άλλο παρά την αντίθεσή του προς το μαθητή, αφού ο φιλόσοφος τόνιζε πως οι Μακεδόνες θα εξουσίαζαν τους βάρβαρους αλλά όχι τους Έλληνες. Γιατί έλεγε πως, αν ήθελε ο Αλέξανδρος να κάνει κάτι παραπάνω για τους βάρβαρους, θα μπορούσε τουλάχιστον να φροντίσει για τον εξελληνισμό τους και τίποτε παραπάνω, ενώ στα Πολιτικά του προχώρησε και λίγο πιο πέρα, τονίζοντας πως, αν οι Έλληνες μπορούσαν να ενωθούν, τότε θα κυβερνούσαν τον κόσμο.
Το δε των Ελλήνων γένος...διόπερ ελεύθερόν τε διατελεί και βέλτιστα πολιτευόμενον και δυνάμενον άρχειν πάντων, μιας τυγχάνων πολιτείας..
Το Ελληνικό όμως γένος...που έχει πράγματι και θυμό και ανεπτυγμένη διανοητική δύναμη× για το λόγο αυτό ο Ελληνικός λαός παραμένει ελεύθερος και τακτοποιεί τα πολιτικά του πράγματα κατά τον καλύτερο τρόπο και είναι ικανός να άρχει όλως των άλλων λαών, εάν έχει κάποιο ενιαίο πολιτικό σύστημα. (Πολιτικά Ζ, κεφ. 6).
Η άποψή του είναι ορθή, αλλά δεν λέει το «πώς». Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή. Σ’ αυτό ακριβώς έδωσε απάντηση ο μαθητής του με το έργο του, που εντυπωσίασε φίλους και εχθρούς και έκανε τον Κορίνθιο Δημάρατο, φίλο του Φιλίππου Β΄ και του Αλέξανδρου Γ΄, όταν είδε το Μακεδόνα βασιλιά να κάθεται στο θρόνο του Δαρείου, να πει με δάκρυα στα μάτια : τι μεγάλη χαρά στερήθηκαν οι Έλληνες που είχαν πεθάνει πιο μπροστά, γιατί δεν είδαν τον Αλέξανδρο να κάθεται στο θρόνο του Δαρείου., ενώ στρεφόμενος νοερά προς τον Ξέρξη, το γνωστό μας πέρση βασιλιά, αναφώνησε:
«Ω βάρβαρε και ανόητε Ξέρξη, που μάταια καταπονήθηκες πολύ να γεφυρώσεις τον Ελλήσποντο, έτσι οι μυαλωμένοι βασιλείς συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη, χωρίς ξύλα, χωρίς σχεδίες ούτε με άψυχα κι ασυμπαθή δεσμά, αλλά ενώνοντας τα έθνη με έρωτα νόμιμο και σωστούς γάμους και αμοιβαία ευχαρίστηση, που καταλήγει σε παιδιά»(Πλουτ. Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής (Λόγος Α΄, 7)
Είναι συγκινητικές πράγματι οι σκηνές αυτές, αλλά, για να τις πραγματώσει ο Αλέξανδρος, έπρεπε να φέρει σε αίσιο πέρας έναν πόλεμο εναντίον των Περσών και να πάρει εκδίκηση από αυτούς για όσα αποτρόπαια εγκλήματα έπραξαν σε βάρος της Ελλάδας.
Μετά όμως από την ολοκλήρωση του έργου έπρεπε να βρει ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, διαφορετικό από εκείνο που γνώριζε ως τώρα, και μ’ αυτό να κυβερνήσει τους λαούς του αχανούς κράτους του. Το νέο κράτος ήταν απέραντο σε έκταση, πολυεθνικό, με ποικιλία λαών, που είχαν διαφορετική κουλτούρα και διαφορετικές θρησκευτικές αντιλήψεις και αρχές.
Γι’ αυτό προσπάθησε να πλησιάσει περισσότερο τους λαούς αυτούς, να τους απαλλάξει από προκαταλήψεις και ταμπού, να αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους και να τους επιβάλει την ειρήνη και την αρμονία στις μεταξύ τους σχέσεις μα και απέναντι στην υπέρτατη εξουσία, η οποία θα φρόντιζε για την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη και την πρόοδό τους. Η πολιτική του αυτή, παρά τις δυσκολίες, απέδωσε και πέτυχε να διευθετήσει σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στα χρόνια της βασιλείας του, την παλιά εχθρότητα ανάμεσα στους Έλληνες και τους βαρβάρους, να πολεμήσει την αντίληψη αυτή ανάμεσα στους αλλοεθνείς και να φέρει πιο κοντά τον ένα λαό στον άλλο.
Μ’ αυτή την πολιτική και τις ενέργειές του απέναντι στους κατακτημένους λαούς, ο Αλέξανδρος ξάφνιασε τους Έλληνες αλλά και τους ξένους, γιατί ίσως ήταν ο πρώτος που απέρριψε τη θεωρία της πόλης-κράτους, που πρέσβευε ο δάσκαλός του, και υιοθέτησε ένα άλλο σύστημα διακυβέρνησης των λαών. Θέλησε να ιδρύσει μια αυτοκρατορία, όπου θα ζούσαν οι άνθρωποί της ειρηνικά, υπακούοντας σε ένα κοινό νόμο, θα ήταν πολίτες μιας πολιτείας, ασφαλείς στον τόπο τους και ελεύθεροι να λατρεύουν τους θεούς τους.
Οι Έλληνες όμως, που παρακολουθούσαν την εξάπλωση του Μακεδονικού κράτους στα βάθη της Ανατολής, μακριά από τη θάλασσα, και να ιδρύει κάθε τόσο σε απόμακρα μέρη της Ανατολής τις «Αλεξάνδρειες», ξαφνιάστηκαν για μια ακόμη φορά, γιατί δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις ενέργειες του βασιλιά τους.
Μαζί τους, ασφαλώς, ξαφνιάστηκε και ο Αριστοτέλης, γιατί, διαπίστωνε πως κι εδώ ο μαθητής του δεν ακολουθούσε τη δική του θεωρία, η οποία υποστήριζε πως η πόλη-κράτος θα έπρεπε να έχει χώρο στο εσωτερικό της χώρας (ευρεία αγροτική περιοχή), παράλληλα να βρίσκεται και κοντά στη θάλασσα, όπως ακριβώς συνέβαινε με το κράτος των Ηρακλεωτών στη νότια περιοχή του Εύξεινου Πόντου κτλ.
«Είναι δε πάρα πολύ συμφέρον εις την πόλιν να έχει και ναυτικήν δύναμιν...διότι, εάν μεν η πόλις πρόκειται να ακολουθήσει πολιτικήν γραμμήν, αποβλέπουσα στο να ηγεμονεύσει άλλων πόλεων και να αναπτύξει πρακτική δραστηριότητα, είναι ανάγκη να έχει ναυτικήν δύναμιν ανάλογον προς τας πρακτικάς αυτάς επιδιώξεις της,...όπως επί παραδειγματι εις την πόλιν των Ηρακλεωτών. Η Ηρακλεώται καταρτίζουν τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων από γεωργούς και περιοίκους, διότι έχουν πόλιν, η οποία κατά το μέγεθος της ναυτικής δυνάμεως εφαρμόζει το μέτρον περισσότερον από άλλας πόλεις»(Πολιτικά Ζ, κεφ 5, 6)
Αυτή την πολιτική ανέτρεψε ο Αλέξανδρος και, ακολουθώντας δική του πρωτόγνωρη πολιτική, πορεύτηκε μ’ αυτήν, γιατί πίστευε ακράδαντα πως μια κατάκτηση δεν έχει αξία, αν δε βοηθά τους κατακτημένους λαούς να απολαύσουν τα αγαθά της ελευθερίας και του πολιτισμού, όπως αυτός τα εννοούσε και τα υποστήριζε την εποχή εκείνη. Ήταν αυτός που επεσήμανε πως δεν μπορεί να γίνει κανένας άλλος χωρισμός μεταξύ των Ελλήνων και των Βαρβάρων ούτε από τη χλαμύδα ούτε από την ασπίδα μήτε από το σπαθί, αλλά μόνο να συμπεραίνουν το Ελληνικό από την αρετή και το Βαρβαρικό από την κακία.
Γι’ αυτό ο Πλούταρχος θεωρεί ευτυχισμένους εκείνους που υποτάχθηκαν στον Αλέξανδρο από εκείνους που ξέφυγαν την υποταγή σ’ αυτόν.
Ο Αλέξανδρος μπορεί να κατέκτησε ένα μεγάλο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, πλην όμως δεν μπόρεσε να δει υλοποιημένο στην εντέλεια το εκπολιτιστικό του έργο και το μεγάλο του όραμα, γιατί τη δύναμη κι το μεγαλείο του ζήλεψε ο Χάρος και μόλις στα 33 χρόνια τον πήρε από τη ζωή, στερώντας από ανθρωπότητα μια μεγαλοφυία.
Ο Αλέξανδρος υπήρξε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική προσωπικότητα. Το τίτλο Μέγας, που του απένειμε η ιστορία, τον έλαβε επάξια, γιατί ποτέ άλλοτε ένας μόνον άνθρωπος δεν πέτυχε τόσα πολλά και σημαντικά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Άλλαξε τον κόσμο και φρόντισε να τον κάνει καλύτερο. Υπήρξε ένα φως που φώτισε την ανθρωπότητα. Έδωσε πολλές ελπίδες στον άνθρωπο για ελευθερία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. (Δ. Αραμπατζή, Αλέξανδρος ο Μέγας, Εκδ. Γράμμα, σελ176)
Μεγάλους ονόμασε η ιστορία και πολλούς άλλους. Αληθινά όμως ο πιο μεγάλος απ’ όλους, ο μέγιστος, υπήρξε μόνον ο Αλέξανδρος Γ΄ο Μακεδών, ο Μεγαλέξανδρος!
Δ. Κ. Αραμπατζής

ΑΙΣΧΥΛΟΥ:ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ
(458 π.Χ)

ΠΑΡΟΝ (στ. 1 -192).Το αλυσοδέσιμο του Προμηθέα στο βράχο.
Ι. Πρόλογος (στ.1-127). Πρόταση ή εισβολή.
Ο Προμηθέας οδηγείται από το Κράτος, τη Βία και τον ΄Ηφαιστο στα πέρατα της γης, όπου και τον αλυσοδένουν σε ένα βράχο. Αιτία της τιμωρίας :έκλεψε από τους θεούς και παρέδωσε τη φωτιά στον άνθρωπο.
Εξωτερική δράση: κίνηση του Προμηθέα με τους δημίους του προς την τοποθεσία του μαρτυρίου, οι ενέργειες για το δέσιμο του ήρωα στο βράχο, η αποχώρηση. Ο ήρωας υποφέρει σιωπώντας, ενώ το Κράτος είναι σκληρό απέναντι στον ήρωα και πιστό όργανο του Δία, του οποίου τις εντολές εκτελεί.
Ο Ήφαιστος είναι διστακτικός και συμπονετικός απέναντι στο συγγενή του, τον εξάδελφό του. Ο τιτάνας, όταν μένει μόνος στην ερημιά του κόσμου, βάζει τις φωνές. Επικαλείται τον αιθέρα, τη Γη, τον Ήλιο και διαμαρτύρεται για όσα πάσχει, επειδή έσωσε τους ανθρώπους από τον τύραννο που ήθελε να τους εξοντώσει. Τον πνίγει η κατάφωρη αδικία. Έκανε καλό και βρήκε κακό!
ΙΙ.Πάροδος (στ.128-192).
Ακούγοντας τις κραυγές του οι Ωκεανίδες επισκέπτονται με το φτερωτό άρμα τους τον πάσχοντα τιτάνα. Είναι γεμάτες συμπόνια και λύπη για τον Προμηθέα και αποδοκιμάζουν την πράξη του Δία.
Οι Ωκεανίδες με τη στάση τους σημειώνουν την πρώτη αντίδραση στην απόφαση του Δία, αλλά και την πρώτη ηθική ενίσχυση του τιτάνα στο μαρτύριό του. (προϊδεασμός για την περαιτέρω στάση του χορού).

ΠΑΡΕΛΘΟΝ (στ.193 - 561) .Τα περασμένα θεών και ανθρώπων
Επίταση του δράματος
ΙΙΙ. Α' Επεισόδιο (στ.193 - 396)
Υπηρεσίες του Προμηθέα στους θεούς.
Ο Προμηθέας, στην παράκληση των Ωκεανίδων να αποκαλύψει το μυστικό του, αντί να απαντήσει ευθέως, κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν και αναφέρεται στη βοήθεια που έδωσε στο Δία να νικήσει τους Τιτάνες, και πως τώρα η ανταμοιβή του είναι η τιμωρία για εκούσιο αμάρτημα. Παρακαλεί τις Ωκεανίδες να κατεβούν από το όχημά τους, για να ολοκληρώσει τη διήγηση του.
Κατεβαίνουν από το άρμα τους οι Ωκεανίδες και το σκηνικό έχει ολοκληρωθεί, έτοιμο για την όλη δράση του δράματος.
Εμφανίζεται ο Ωκεανός και προτείνει να μεσολαβήσει ο ίδιος στο Δία για την άρση της ποινής του. Ο Προμηθέας απορρίπτει την πρόταση και λέγει στον Ωκεανό πως θα ’ρθει η στιγμή αυτή αλλά όχι σύντομα. Φεύγει άπρακτος ο Ωκεανός.
ΙV. Α' Στάσιμο (στ. 397-435)
Θρήνος για τον Προμηθέα.
Οι Ωκεανίδες παρηγορώντας τον Προμηθέα θλίβονται για τον τρόπο που κυβερνά ο νέος τύραννος του κόσμου, ενώ όλοι οι άνθρωποι από την Κολχίδα ως τη Σκυθία και την Μαιώτιδα λίμνη θρηνούν τη συμφορά του. Η άδικη τιμωρία του έχει συνταράξει το σύμπαν.
Κατάσταση
V.Β' Επεισόδιο (στ.436-525).
Υπηρεσίες του Προμηθέα στους ανθρώπους.
Ο Προμηθέας με την πράξη του πρόσφερε ένα μέσο στον άνθρωπο να βελτιώσει τη ζωή του. Αυτές τις υπηρεσίες στους ανθρώπους ανιστορεί ο θεός. Οι άνθρωποι ήταν σαν τα μωρά και εκείνος τους προίκισε με λογικό, με σκέψη, τους δίδαξε να ξεχωρίζουν τις εποχές, τους αριθμούς, την τέχνη και τα γράμματα, τους δίδαξε τη μουσική, τον τρόπο να βάζουν στο ζυγό τα ζώα κτλ.. Για όλα αυτά δε ζητά παρά μόνο την κατανόηση και τη συμπάθεια των ανθρώπων.
VI.Β΄Στάσιμο (στ.526-560)
Οι γυναίκες του χορού, επηρεασμένες από τα συμβάντα, εύχονται να μη γνωρίσουν ποτέ την παντοδυναμία ενός αντίπαλου Δία, να μην παραλείψουν κάτι από τις προσφορές του, ή να ξεστομίσουν παράτολμα λόγια. Αναπολούν τις ευτυχισμένες ημέρες, όταν παντρέψανε την αδελφή τους Ησιόνη με τον Προμηθέα. (Ξαφνική μεταβολή του Χορού που τονίζει την πλήρη εγκατάλειψη του Προμηθέα).
Τρίτο μέρος.
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ (Προφητεία στ. 562 - 907).
Κορύφωση.
VII. Γ΄ Επεισόδιο (στ. 561 -886).
Η Ιώ, θύμα του Δία, σε έξαλλη κατάσταση εισβάλλει στη σκηνή, γιατί την καταδιώκει η Ήρα. Ο Προμηθέας εξιστορεί τις περιπλανήσεις της Ιώς και προφητεύει το δικό της μέλλον: θα γεννηθεί από τους απογόνους της ένας ήρωας που θα σώσει και τον Προμηθέα από το μαρτύριο.
VIII. Γ΄ Στάσιμο (στ. 887-907).
Ο Χορός απεύχεται έναν αταίριαστο γάμο και δηλώνει πως ποτέ δε θα ήθελε να φτάσει στο σημείο να βρεθεί αντίπαλος του Δία.
ΠΑΡΟΝ (στ. 908-1093).
Καταστροφή
ΙΧ. Έξοδος (στ.908-1093). Εμφανίζεται ο Ερμής στη σκηνή και προσπαθεί με απειλές να αποσπάσει από τον ήρωα το μεγάλο του μυστικό. Ο Προμηθέας αρνείται να το πράξει και φεύγοντας άπρακτος ο Ερμής, ο Δίας, οργισμένος, κατακεραυνώνει τον Προμηθέα που χάνεται μέσα στα συντρίμμια μαζί με τις Ωκεανίδες που έμειναν δίπλα του.

Ο καθένας, που παίρνει την εξουσία στα χέρια του, δείχνεται σκληρός απέναντι των άλλων.Ο Δίας είχε αποκτήσει την εξουσία του κόσμου, αλλά δεν την είχε ακόμη εξασφαλίσει από κάθε κίνδυνο. Καταδιώκει και τιμωρεί τον Προμηθέα, γιατί αντιστάθηκε και δεν υπέκυψε στις εντολές του, δίνοντας τη φωτιά στον άνθρωπο, θεϊκό αγαθό, ενώ τον απειλούσε και με ένα μυστικό που γνώριζε ως γιος της Θέμιδας και της Γαίας, που έχουν συνενωθεί σε μία μορφή.
Η τραγωδία αποτελεί μια κραυγή έντονης διαμαρτυρίας κατά της αυθαιρεσίας, της τυραννίας, της ανάλγητης εξουσίας, της βίας και της αδικίας.
Δύο πανίσχυροι Θεοί, ο Δίας και η Ήρα, καταδιώκουν και τιμωρούν τον Προμηθέα και την Ιώ, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Τον Προμηθέα, τιμωρεί ο Δίας, γιατί έδωσε στον άνθρωπο τη φωτιά και γιατί δεν του αποκαλύπτει το μυστικό που ξέρει από τη μάνα του για την ανατροπή του.Την Ιώ, καταδιώκει η Ήρα υπό μορφή οίστριυ ,γιατί τη μισεί.
Ο Προμηθέας είναι αλυσοδεμένος στο βράχο και υποφέρει αδίκως,, ενώ η Ιώ, είναι κυνηγημένη σ’ όλη τη γη από τη ζήλεια μια θεάς και περιπλανάται παντού. Πληροφορείται όμως πως από τη δική της γενιά θα γεννηθεί αυτός που θα ρίξει από το θρόνο το πανίσχυρο ζευγάρι το Δία και τη ζηλόφθονη Ήρα.
Κέντρο δράσης του δράματος ο βράχος με τον αλυσοδεμένο Προμηθέα, όπου καταφθάνουν πρόσωπα που τον συμπονούν, αλλά και πρόσωπα μη επιθυμητά στον Τιτάνα, όπως είναι ο Ωκεανός ιδίως όμως ο Ερμής, το όργαντου Δία, η δειλία της νόησης.
Τον συμπαραστέκουν οι Ωκεανίδες και η βασανισμένη Ιώ.
Ο Προμηθέας για τη γενναία του πράξη να δώσει τη φωτιά στο ανθρώπινο γένος, έως τότε αγαθό μόνο των θεών, αντιμετωπίζει την εκδικητική μανία της Ολύμπιας εξουσίας, η οποία τον καταδικάζει και τον καρφώνει σε ένα βράχο να τον σπαράξουν τα όρνια. Μεσολαβητής της παντοδυναμίας του Δία για μια δήλωση μετάνοιας ο Ωκεανός και ο ακόμα σκληρότερος Ερμής, ο υποτακτικός του Δία. Ο γενναίος τιτάνας υποφέρει, αλλά παραμένει σαν το βραχο που τον έχουν καρφωμένο σταθερός και ανυποχώρητος. Αρνείται τον εξευτελισμόκαι την υποταγή στη βία. Κρατά την αξιοπρέπειά του και συνειδητά προτιμά το θάνατο από την ταπείνωση. Μαζί του στο θάνατο οδηγούνται οικειοθελώς και οι Ωκεανίδες, που έχουν ασπαστεί τις ιδέες του. Ο Προμηθέας μπορεί να θεωρείται το ητηημένο δίκιο, αλλά συμβολίζει την ελευθερία του πνεύματος, τις αρχές της δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας. Στα μάτια του θεατή και του κόσμου νικητής δεν είναι η ανελέητη τυραννία, αλλά η γενναία και συνεπής με αρχές και υψηλές ιδέες πράξη.