Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ο ξένος και το έθιμο της φιλοξενίας στην Οδύσσεια του Ομήρου

Η φιλοξενία από ανάγκη έγινε θεία επιταγή

Η ανάγκη του ανθρώπου για γνώση και επικοινωνία με τους συνανθρώπους του είναι σύμφυτη με την ύπαρξή του, γι’ αυτό και τον απασχόλησε σοβαρά από τα πολύ παλιά χρόνια. Αν και στην προσπάθειά του αυτή τον βοήθησε πρωτίστως ο γλωσσικός κώδικας, το τελειότερο μέσο επικοινωνίας του ανθρώπου, δεν ήταν αμελητέοι και άλλοι τρόποι επικοινωνίας που επινόησε, όπως ένα ταξίδι, μια επαφή με ανθρώπους άλλης πόλης ή χώρας κτλ. Γι’ αυτό οι άνθρωποι άρχισαν να ταξιδεύουν με κάθε πρόσφορο μέσο, παραβλέποντας πολλές φορές ακόμη και τους κινδύνους που είχε ένα ταξίδι τον καιρό εκείνο.
Επειδή όμως δεν υπήρχαν ξενοδοχεία να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ταξιδιώτη σε άλλη πόλη ή χώρα, επινοήθηκε η συνήθεια της φιλοξενίας του ξένου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί θετικά το πρόβλημα του καταλύματος, της τροφής και της ασφάλειας.
Με τον τρόπο αυτό είχε πια εξασφαλισμένο ένα χώρο να στεγαστεί. Όταν όμως η συνήθεια αυτή έγινε αποδεκτή από την πλειονότητα των ανθρώπων, τότε αυτό, που αρχικά εμφανίστηκε ως ανάγκη, μεταβλήθηκε σε ηθικό θεσμό και κατέληξε σε θεία επιταγή. Ο ξένος έγινε πια σεβαστό πρόσωπο, γιατί ήταν προστατευόμενος του Θεού!
Με τον όρο ξένος(ξείνος*, απαντάται πάνω από 70 φορές στην Οδύσσεια) εννοούμε τον αλλοδαπό, τον άνθρωπο από άλλο μέρος, τον άγνωστο, τον αδύναμο, που φτάνει στην πόρτα κάποιου και ζητά προσωρινά στέγη και βοήθεια. Πρόκειται, βέβαια, για μεμονωμένους ανθρώπους ή θεούς μεταμορφωμένους σε θνητούς. Στο σημείο αυτό οφείλουμε νε διευκρινίσουμε πως φιλοξενία παρείχαν οι Έλληνες μόνο στους Έλληνες, κάτι που επιβεβαιώνει και ο καυγάς μεταξύ του Σκύθη Ανάχαρση που έφτασε στην Αθήνα και ζητούσε από το Σόλωνα να τον φιλοξενήσει. Ο Σόλων αρνήθηκε, γιατί δεν ήταν Έλληνας. Όταν όμως ο Ανάχαρσης απέδειξε πως η μητέρα του ήταν ελληνίδα, ο Σόλων υποχώρησε στην αξίωσή του (Διογ. Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων Α΄101-1102).

Μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων δέχτηκε με ενθουσιασμό το θεσμό της φιλοξενίας και τον υπηρέτησε πιστά, ενώ υπήρξαν και άλλοι, ευτυχώς λίγοι, που αντιτάχθηκαν σ’ αυτόν και τον πολέμησαν με αγριότητα. Για τους τελευταίους οι ξένοι, οι ταξιδιώτες σε ξένη χώρα, δεν ήταν καλοδεχούμενοι. Τους έβλεπαν όλους ως εχθρούς και αντιδρούσαν με βίαιο τρόπο απέναντί τους. Ο ποιητής κατονομάζει τους ανθρώπους αυτούς και τους χαρακτηρίζει άγριους, υπερφίαλους, ανθρώπους που δε γνωρίζουν το δίκαιο. Οι άνθρωποι αυτοί, κρίνοντας ίσως από τον εαυτό τους, υποψιάζονταν κάθε άνθρωπο που συναντούσαν, γι’ αυτό και η πρώτη τους σκέψη πήγαινε στο κακό μήπως δηλαδή είναι ληστές που γυρνούν στις χώρες και προξενούν καταστροφές. Πρέπει να σημειώσουμε πως η ληστεία, η πειρατεία την εποχή εκείνη ήταν αρκετά διαδεδομένη. Γι’ αυτό και ο Κύκλωπας Πολύφημος, όταν βλέπει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του μέσα στη σπηλιά του, τους ρωτά:

ω ξείνοι, τίνες εστέ; πόθεν πλειθ’υγρά κέλευθα;

ή τι κατά πρήξιν ή ψαμιδίως αλάλησθε

οίά τε ληιστήρες υπείρ άλα; τοί τ’αλόωνται

ψυχάς παρθέμενοι, κακόν αλλοδαποίς φέροντες.(ι 252-255)

Ποιοι είστε, ορέ ξένοι, κι από πού στης θάλασσας τους δρόμους

γυρνάτε; Μήνα για δουλειές ή πάτε έτσι στην τύχη,

όπως οι κλέφτες που γυρνούν στα πέλαγα και φέρνουν

στους ξένους τόπους συμφορές και τη ζωή τους παίζουν ;

Έτσι έβλεπαν τους ξένους οι άνθρωποι σαν τον Κύκλωπα ή τον Αντιφάτη, τον αρχηγό των Λαιστρυγόνων. Αν και τα δύο αυτά πρόσωπα είναι πλάσματα της φαντασίας του ποιητή, υπάρχουν όμως και πρόσωπα πραγματικά, όπως οι μνηστήρες στο παλάτι του Οδυσσέα, που έχουν εχθρική στάση απέναντι στους ξένους. Το επισημαίνει ο ποιητής στη υ ραψωδία (μτφρ.375-383), όταν ο Τηλέμαχος οδηγεί, υπό την προστασία του, στο παλάτι δύο ξένους, οι οποίοι δέχονται την εχθρότητα των μνηστήρων.

Κι έτσι ένας νιος (μνηστήρας) απότομος το λόγο πήρε κι είπε.

Τηλέμαχε, ο πιο άτυχος στους ξένους είσαι απ’ όλους.

Ένας, μα που τον διάλεξαν αυτόν το γυρολόγο,(τον Οδυσσέα)

που τρώει και πίνει αχόρταγα κι από δουλειά δεν ξέρει

μήτ’είναι άξιος για πόλεμο, έτσι της γης γομάρι.

Κι ο άλλος (Θεοκλύμενος) που σηκώθηκε να κάμει τον προφήτη.

Μον’ άκου εμένα να σου πω και πιο όφελος σου θα ’ναι.

Τους ξένους σε πολύκαρμο καράβι να τους βάλεις

και στείλε τους στους Σικελούς, την τύχη σου να κάμεις.

Η πρόταση του νεαρού μνηστήρα θυμίζει ανάλογες ακραίες απόψεις σημερινών πολιτικών ανδρών για τους ξένους, τους μετανάστες αλλά και για τη λύση του μεταναστευτικού προβλήματος στην πατρίδα μας, αν και ο ξένος της αρχαιότητας δεν μπορεί να ταυτιστεί με το σύγχρονο μετανάστη, μια και ο ξένος τότε ήταν Έλληνας, περαστικός, μεμονωμένος, και δεν έμενε μόνιμα στον τόπο φιλοξενίας για πολύ χρόνο κτλ. σε αντίθεση με τους σημερινούς μετανάστες.

Ο ξένος στην αντίληψη των συνετών ανθρώπων

Έτσι έβλεπαν, λοιπόν, κάποιοι τους ξένους, ενώ όλως αντίθετη ήταν η στάση των απλών και συνετών ανθρώπων απέναντί τους. Υποδέχονταν τον ξένο με εγκάρδιο τρόπο και τον εξυπηρετούσαν με ευχαρίστηση. Με την ίδια προθυμία τον φιλοξενούσαν ακόμη κι αν μάθαιναν πως διώκεται για φόνο ή για άλλη αιτία.
Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό και δείχνει το επίπεδο πολιτισμού των ανθρώπων της ομηρικής εποχής είναι όχι μόνον ο σεβασμός που έδειχναν απέναντι στους ξένους και απέναντι στους νεκρούς της πατρίδας τους, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο φέρονταν και ενεργούσαν απέναντι στους νεκρούς των ξένων. Τους έστελναν όλους, με κάθε μέσο, πίσω στην πατρίδα τους, για να ταφούν εκεί από τους δικούς τους ανθρώπους!

Οι δ’ άρ’ ομώς αίοντες εφοίτων άλλοθεν άλλος

μυχμώ τε στοναχή τε δόμων προπάροιθ’Οδυσσήος,

εκ δε νέκυς οίκων φόρεον και θάπτον έκαστοι,

τους δ’ εξ αλλάων πόλιων οίκον δε έκαστον

πέμπον άγειν αλιεύσι θοής επί νηυσί τιθέντες.(ω 415-419)

Κι έτρεχαν άλλος απ’ αλλού με κλάματα, με θρήνους,

σαν άκουσαν την είδηση, μπρος στου Δυσσέα το σπίτι.

Παίρνουν να θάψουν τους νεκρούς, καθένας το δικό του

και κείνους που ήτανε απ’ αλλού τους έβαλλα στα πλοία

κι οι ναύτες στην πατρίδα τους τους πήγαν να τους θάψουν.

Ο ομηρικός άνθρωπος ήταν θεοφοβούμενος, ευσεβής και έδειχνε στον ξένο την ίδια αγάπη και φροντίδα είτε ήταν ζωντανός είτε πεθαμένος!
Όποιος ξένος χτυπούσε την πόρτα του και ζητούσε τη βοήθειά του, του την παρείχε πρόθυμα, χωρίς να τον ρωτά από την αρχή ποιος είναι ή από πού είναι και ποια ανάγκη τον έφερε στο σπιτικό του. Όλα αυτά θα τα ρωτούσε αργότερα, αφού προηγουμένως θα είχε περιποιηθεί τον ξένο ή τους ξένους με εγκαρδιότητα.
Η φιλοξενία αποτελούσε πια μια προσφορά στον πλησίον και επιπλέον ήταν σύμφωνη με τη θεία επιταγή, γιατί γνώριζε πως ο ικέτης και ο ξένος ήταν σεβαστά πρόσωπα και προστατεύονταν από τους Θεούς.
Είναι χαρακτηριστική η ικεσία του ξένου προς τον ξενιστή, στην περίπτωσή μας του Οδυσσέα προς τον Κύκλωπα.

Αλλ’αιδείο, φέριστε, θεούς ικέται δε τοι ειμεν,

Ζευς δ’ επιτιμήτωρ ικετάων τε ξείνων τε,

ξείνιος, ος ξείνοισιν άμ’ αιδοίοισιν οπηδεί.(ω 269-271)

Σεβάσου, πανίσχυρε, τους Θεούς, μια χάρη σου ζητούμε.

Ο Δίας ο φιλόξενος τους ξένους προστατεύει,

κι όπου να πάνε η χάρη του μαζί τους συνοδεύει.

Οι Έλληνες πίστευαν πως ο ξένος, ο πιο αδύναμος άνθρωπος σε ξένη γη, προστατευόταν από τον πιο ισχυρό θεό, τον ξένιο Δία. Η πίστη αυτή τον καθιστούσε πρόσωπο καλοδεχούμενο, σεβαστό και άξιο βοήθειας. Γι’ αυτό και η φιλοξενία θεωρήθηκε πράξη αρετής με κοινωνική σημασία, αφού έφερνε κοντά ανθρώπους οποιασδήποτε τάξης ή χώρας, ανθρώπους απλούς και φτωχούς με άρχοντες ή και βασιλιάδες ακόμη. Συντελούσε στη γνωριμία τους, στην αλληλοεκτίμηση, στη φιλία, που μπορούσε να κρατήσει και να επηρεάσει θετικά ακόμη και τις σχέσεις των παιδιών τους.
Με το θεσμό αυτό ο οικοδεσπότης πρόσφερε τα θετικά στοιχεία από τον πολιτισμό του και έπαιρνε τα αντίστοιχα από τον πολιτισμό του ξένου. Το κέρδος ήταν σημαντικό, γιατί, εκτός των άλλων, εξουδετέρωνε και την αμοιβαία καχυποψία.
Βέβαια, η φιλοξενία δεν αποτελούσε επιβράβευση καλής συμπεριφοράς, ούτε παρεχόταν για ανταπόδοση, αν και στην πραγματικότητα επέβαλλε την ανταπόδοση. Ήταν περισσότερο εκδήλωση σεβασμού προς το θείο. Ας μη λησμονούμε και τούτο, ότι δηλαδή οι αρχαίοι πίστευαν πως οι θεοί, πολλές φορές έπαιρναν τη μορφή κάποιου ξένου και γύριζαν στις πόλεις, για να δοκιμάζουν κατά πόσο τηρούνταν από τους θνητούς η θεία επιταγή τους.

ΤΗΛ. Αντίνοε, καλό δεν ήταν το φτωχό ζητιάνο να χτυπήσεις.

Γιατί μπορεί κάποιος θεός απ’ τους ουράνιους να ’ναι.

Συχνά οι αθάνατοι θεοί μ’ ανθρώπους ξένους μοιάζουν,

κι αλλάζουν άπειρες μορφές και τριγυρνούν τις χώρες,

και βλέπουν όλα τ’ άδικα και τους καλούς νόμους.(μτφρ. ρ 488-492)

Από αυτό το πνεύμα διακατέχονταν και οι βασιλιάδες της Πύλου και της Σπάρτη. Εντυπωσιακή είναι η υποδοχή και η φιλοξενία, που γνωρίζει ο Τηλέμαχος και ο Μέντης(Αθηνά) από το Νέστορα, το βασιλιά της Πύλου, όταν οι δύο ξένοι φτάνουν στην Πύλο. Ο Νέστορας, αδιαφορώντας για το ποιόν τους, τις καλές ή κακές προθέσεις τους, πρώτα τους καλωσορίζει και τους φιλοξενεί στο παλάτι του και μόνον την άλλη μέρα ρωτά να μάθει την ταυτότητα τους, οπότε ενθουσιάζεται, όταν πληροφορείται πως φιλοξενεί στο παλάτι του τον Τηλέμαχο, γιο του φίλου του Οδυσσέα και συμπολεμιστή του στην Τροία.
Ανάλογη πίστη στο θεσμό της φιλοξενίας δείχνει και ο Μενέλαος, ο βασιλιάς της Σπάρτης. Η πίστη του αυτή αντικατοπτρίζεται στην επίπληξη προς τον υπηρέτη του Ετεωνιά, όταν εκείνος ερωτά, αν θα πρέπει να βοηθήσει τους δύο ξένους(Τηλέμαχος-Πεισίστρατος) που έχουν φτάσει στο παλάτι. Η ερώτηση εξοργίζει το Μενέλαο και του απαντά:

Γιε του Βοήθου Ετεωνιά, χαμένα πριν δεν τα’χες

μα τώρα μου μωρολογάς σαν το μικρό παιδάκι.

Άλλοι κι εμάς μας φίλεψαν στα ξένα το ψωμί τους

κι ήρθαμε εδώ με το καλό, αν δε μας δώσει ο Δίας

κι άλλες ακόμα συμφορές να ιδούμε στα στερνά μας.

Μον’ τρέχα αμέσως τ’ άλογα των ξένων να ξεζέψεις,

κι οδήγα αυτούς πρωτύτερα να κάτσουν στο τραπέζι (δ μτφρ.32-38)

Μετά καλεί τους ξένους, πριν ακόμη γνωρίσει την ταυτότητά τους ή την καταγωγή τους κτλ., στο τραπέζι. Τη στιγμή εκείνη προέχει η υποδοχή. Τα άλλα θα ακολουθήσουν. Πιστεύει κι αυτός, όπως και άλλοι, πως η φιλοξενία ενώνει τους ανθρώπους, εξουδετερώνει το δισταγμό και το φόβο, κάνει τους ανθρώπους περισσότερο ειλικρινείς με τον εαυτό τους και τους άλλους.
Έτσι αντιλαμβάνονταν το θεσμό της φιλοξενίας τότε και έτσι τον υπηρετούσαν βασιλιάδες αλλά και απλοί άνθρωποι, για να θυμηθούμε και να μην αδικήσουμε και τη φιλοξενία του Εύμαιου, του χοιροτρόφου του Οδυσσέα, προς τον κουρελή άγνωστο (Οδυσσέα), που ζήτησε κατάλυμα και τροφή στο καλύβι του.
Ο Εύμαιος, μόλις βλέπει τον κουρελή ξένο να πλησιάζει το καλύβι του, χωρίς καθυστέρηση και δισταγμό, σπεύδει κοντά του, τον προστατεύει από τα σκυλιά και του λέει:

Γέρο, από λίγο τα σκυλιά να σε καταξεσκούσαν,

τότε μπροστά θα μ’ έστρωνες με τα ξεφωνητά σου,

μα φτάνουν όσες οι θεοί μου δώσανε άλλες πίκρες.

Γιατί όλο κλαίω και θρηνώ το θεϊκό μου αφέντη

...........

Κι εκείνος κάπου το ψωμί θα λαχταρά, σε χώρες

γυρίζοντας αλλόγλωσσων ανθρώπων, αν ως τώρα

βρίσκεται ακόμα στη ζωή, το φως του ήλιου αν βλέπει.

Μόν’ έλα, γέρο, ακλούθα με να πάμε στο καλύβι,

κι εκεί μου λες, σαν φας ψωμί, και πιεις ένα ποτήρι.(ξ μετφρ.46-47).

Από την πρώτη στιγμή του εξηγεί τη συνήθεια του τόπου. Πρώτα θα φιλοξενήσει τον ξένο και μετά θα ρωτήσει να μάθει ποιος είναι και ποιος ο λόγος της επίσκεψής του.
Η φιλοξενία ήταν πια θεσμός και ο ξένος μπορούσε να την επικαλεστεί σε δύσκολες στιγμές της ζωής του. Μας το επιβεβαιώνει, έστω και με τις πλαστές τους αφηγήσεις ο Οδυσσέας, όταν, για να μην αποκαλύψει την ταυτότητά του στον ξενιστή του, δηλαδή στον οικοδεσπότη του, αφηγείται κάθε φορά από μια τέτοια ιστορία.
Έξι συνολικά πλαστές ιστορίες αφηγείται ο Οδυσσέας σε διάφορους ανθρώπους ή και θεούς, όπως στον Κύκλωπα, στην Αθηνά, στον Εύμαιο, στον Αντίνοο στην Πηνελόπη, στον πατέρα του Λαέρτη. Στην πρώτη και την έκτη αφήγηση εμφανίζεται ως ικέτης στις άλλες τέσσερις: δύο φορές ως ξένος και δύο ως ξένος φυγάς

1η: Οδυσσέας(ικέτης)- Κύκλωπας ι 260,

2η: Οδυσσέας( ξένος)- Αθηνά ν 256

3η: Οδυσσέας(ξένος φυγάς)- Εύμαιος ξ 199

4η: Οδυσσέας(ξένος φυγάς)-Αντίνοος ρ 420

5η: Οδυσσέας(ξένος)-Πηνελόπη τ 172

6η: Οδυσσέας(ταξιδιώτης)-Λαέρτης ω 303

Αυτό και μόνο δείχνει πόσο σημαντικό ήταν το έθιμο της φιλοξενίας και ο πολυμήχανος Οδυσσέας, στις πλαστές αφηγήσεις του εκμεταλλεύεται το θεσμό της φιλοξενίας και σώζει τη ζωή του, αλλά ταυτόχρονα προστατεύει και την ανωνυμία του ίσαμε να προδοθεί από το κλάμα του στο νησί των Φαιάκων και να αποκαλύψει την ταυτότητα του, αφήνοντας άναυδους τους υψηλούς του οικοδεσπότες, τον Αλκίνοο και τη σεβαστή Αρήτη.
Οι σχέσεις φιλίας στην ομηρική εποχή φαίνεται πως δεν ήταν επιδερμικές ή επιφανειακές. Ήταν στέρεες και δυνατές. Πολλές φορές διαρκούσαν μεταξύ των ατόμων που γνωρίστηκαν όχι μόνο όσο ζούσαν, αλλά και μετά θάνατο, μεταφερόμενες στις επόμενες γενιές.
Οι γνωριμίες μεταξύ των ανθρώπων συνδέονταν και με ανταλλαγή δώρων, τα οποία φύλαγαν ως κειμήλια στα σπίτια τους οι άνθρωποι αυτοί.
Η Πηνελόπη, όταν αποφασίζει πια να παντρευτεί έναν από τους μνηστήρες, που την πιέζουν αφόρητα και κατεβάζει το τόξο του Οδυσσέα από την αποθήκη, όπου το είχε φυλαγμένο εκείνος, μας θυμίζει πως ήταν δώρο του Ίφιτου.

Κι ένα δοξάρι λυγιστό και μια σαϊτοθήκη,

γεμάτη πολυστέναχτες σαίτες (του ’δωσε ο ΄Ιφιτος),

...............................

που πρώτα το κρατούσε

ο θεριομάχος Εύρυτος κι ύστερα στο παιδί του

του τ’ άφησε, όταν πέθανε...

Κοντάρι του έδωσε γερό κι ένα σπαθί ο Οδυσσέας,

αρχή φιλίας τρυφερής....( μτφρ. φ 11-35)

Εντυπωσιακή υπήρξε και η περίπτωση του Αγαμέμνονα στον Κάτω κόσμο, όπου ο Ερμής έφερε τις ψυχές των μνηστήρων, τους οποίους λίγο πριν είχε σκοτώσει ο Οδυσσέας. Αυτές, όταν είδαν τις άλλες ψυχές, πήγαν κοντά τους.

Γνώρισε αμέσως η ψυχή του βασιλιά Αγαμέμνονα,

του Μελανέα το παιδί, τον ξακουστό Αμφιμέδοντα,

γιατί τον φιλοξένησε στο σπίτι του στο Θιάκι (ω,114-117),

Ο Αγαμέμνων ακόμη θεωρούσε το Μελανέα φίλο του από τη φιλοξενία εκείνη, που του θυμίζει τώρα στον Κάτω κόσμο η παρουσία του Αμφιμέδοντα.
Οι γνωριμίες ενώνουν τους ανθρώπους, σφίγγουν τους δεσμούς φιλίας μεταξύ τους, προσφέρουν ελπίδα πως, κάποτε θα ξανανταμώσουν, για να αποδείξουν πως η φιλία τους μένει σταθερή όπως και τότε.

Ο θεσμός της φιλοξενίας γνωστός και στους θεούς

Το θέμα όμως της φιλοξενίας φαίνεται πως δεν ήταν μόνο έθιμο και θεσμός των θνητών αλλά και των αθανάτων. Και οι θεοί φιλοξενούσαν στα σπίτια τούς θεούς. Απτό παράδειγμα η φιλοξενία της Καλυψώς στον αγγελιαφόρο των θεών Ερμή, όταν ο τελευταίος την επισκέπτεται, για να της αναγγείλει την αναπότρεπτη απόφαση των θεών να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα, που επί εφτά χρόνια τον κρατά κοντά της, παρά τη θέλησή του. Ο Ερμής της επισημαίνει: είναι καιρός να επιστρέψει ο Οδυσσέας στην Ιθάκη. Το απαιτούν οι θεοί, αλλά το ορίζει και η μοίρα του ήρωα.(ε 91-93μτφρ115-116).

ΕΡΜΗΣ: Τώρα να φύγει(ο Οδυσσέας) στη στιγμή ζητά να τον αφήσεις.

Γιατί δε γράφει η μοίρα του, αλάργα απ’ τους δικούς του

να κλείσει εδώ τα μάτια του, μόν’ είναι ριζικό του

να ιδεί πατρίδα και δικούς και τ’ αρχοντόσπιτό του.

Η Καλυψώ, μπορεί να πάγωσε από την αναπάντεχη είδηση και να διαμαρτυρήθηκε για τη στάση των θεών απέναντί της, τελικά όμως, μην μπορώντας να αθετήσει την απόφαση των θεών, αναγκάζεται να υποχωρήσει και να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα να επιστρέψει στην Ιθάκη.
Έτσι, η φιλοξενία παρέχεται από θεούς και ανθρώπους απλόχερα στον ξένο είτε θεός είναι αυτός είτε απλός άνθρωπος, χωρίς διάκριση. Ο οικοδεσπότης χωρίς διακρίσεις φιλοξενεί τους ξένους που θα χτυπήσουν την πόρτα του σπιτιού του και θα του ζητήσουν τη βοήθειά του. Οι πόρτες του σπιτιού του είναι ανοιχτές για όλους και σε κάθε στιγμή.
Ένα χτυπητό παράδειγμα τέτοιας σημαντικής ξενίας, που δίνει απαντήσεις σε πολλές μας απορίες, είναι αυτή που προσφέρει ο Αλκίνοος και η Αρήτη στον Οδυσσέα, όταν ναυαγός φτάνει στο νησί τους και ως τέτοιο τον βρίσκει η Ναυσικά και τον οδηγεί στο παλάτι (ζ). Η φιλοξενία αυτή ακολουθεί το γνωστό τυπικό της φιλοξενίας, πλην όμως δίνεται από τον ποιητή με λεπτομέρειες πολλές, με πλούσιο γεύμα, με αθλητικούς αγώνες, με προσφορά πλούσιων δώρων και άλλα, που κρατούν αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και εκτείνεται η αφήγηση σε μάκρος. Είναι μοναδική και ξεχωριστή( η-ν)

Τα κυριότερα στάδια της φιλοξενίας

Τα στάδια της φιλοξενίας θα ανιχνεύσουμε μέσα από την προσεκτική αφήγηση του ποιητή. Αρχίζουμε από το πρώτο στάδιο, τη φιλοξενία του Μέντη (Αθηνά) από τον Τηλέμαχο. Ο Μέντης στέκεται στην πόρτα του παλατιού. Τον βλέπει ο Τηλέμαχος

βη δ’ ιθύς προθύροιο, νεμεσσήθη δ’ενί θυμώ

ξείνον δηθά εφεστάμεν εγγύθι δε στας

χείρ’ έλε δεξιτερήν και εδέξατο χάλκεον έγχος,

και μιν φωνήσας έπεα πτερόεντα προσηύδα

Χαίρε, ξείνε παρ’ άμμι φιλήσεαιαυτάρ έπειτα

δείπνου πασσάμενος μυθήσεαι όττεο σε χρη.(α119-124)

Στην πόρτα ολόισα τρέχει,

γιατί του φάνηκε βαρύ να στέκει απ’ ώρα ο ξένος.

Κοντά του πήγε στάθηκε και του’πιασε το χέρι,

του πήρε και το χάλκινο κοντάρι που κρατούσε,

κι έτσι με λόγια πεταχτά του μίλησε και του’πε

Ω ξένε, καλώς όρισες. Το σπίτι μας δικό σου,

κι όταν δειπνήσεις έπειτα λες την ανάγκη πόχεις.(μτφρ.α 123-129)

Με το καλωσόρισμα κιόλας ο οικοδεσπότης του αποκαλύπτει την καλή του διάθεση. Το σπίτι μας να το θεωρείς και δικός σου.
Αμέσως τον οδηγεί στην αίθουσα, αφού προηγουμένως του παίρνει το δόρυ και το ακουμπά στον τοίχο. Μετά μπαίνουν στην αίθουσα και του προσφέρει γεύμα και μετά τον ρωτά ποιος είναι και ποια ανάγκη τον οδήγησε στη στο σπιτικό του.

Μόν’ έλα πες μου τώρα αυτό και την αλήθεια μίλα.

Ποιος είσαι; Ποιος ο τόπος σου;Πού κάθονται οι γονιοί σου;

Με τι καράβι ήρθες εδώ; Πώς σ’ έφεραν οι ναύτες

στο Θιάκι;Ποια παινεύονταν πως ήταν παλικάρια;

......................

αν είσαι φίλος πατρικός και τώρα μόλις ήρθες. (μτφρ. α 176-184)

Τότε του απαντά ο Μέντης.

Μέντης Αγχιάλοιο δαϊφρονος εύχομαι είναι

υιός, ατάρ Ταφίοισι φιληρέτμησιν ανάσσω.

νυν δ’ ώδε ξυν νηί κατήλυθον ήδ’ετάροισι,

πλέων επί οίνοπα πόντον επ’ αλλοθρόους ανθρώπους,

ες Τεμέσην μετά χαλκόν, άγω δ’ αίθωνα σίδηρον.

........

ξείνοι δ’ αλλήλων πατρώιοι ευχόμεθ’ είναι

εξ αρχής....(α 180-188)

Ο Μέντης του Αγχιάλου ο γιος παινεύομαι πως είμαι

και τους Ταφιώτες κυβερνώ τους θαλασσοδαρμένους

τώρα, και πάω σ’ αλόγλωσσους ανθρώπους, στην Τεμέση,

τη θάλασσα αρμενίζοντας, χαλκό να πάρω εκείθε,

μεταφέροντας στιλπνό σίδηρο.

................................

Είμαστε φίλοι πατρικοί κι οι δυο μας από πρώτα...

Την ίδια τακτική στη φιλοξενία βλέπουμε να ακολουθεί ο ποιητής και στη σκηνή με το Νέστορα, όταν οι άνθρωποι του βασιλιά της Πύλου βλέπουν δύο ξένους να πλησιάζουν στην ακρογιαλιά ακριβώς στο σημείο που τελούσε ο Νέστορας θυσία στον Ποσειδώνα, τον απώτατο γενάρχη του. Οι άνθρωποί του τρέχουν και πλησιάζουν τους δύο νέους.

Κι ως είδαν ξένους έτρεξαν κοντά τους μαζεμένοι

και τους καλωσορίζανε, τους έδειχναν να κάτσουν.

Κι απ’ όλους ο Πεισίστρατος, ο γιος του γέρου πρώτος

πήγε κοντά τους κι έπιασε τους ξένους απ’ το χέρι

και στο τραπέζι στη στεριά τους έβαλε να κάτσουν

...Κοντά με τον πατέρα του και με το Θρασυμήδη

...κι ευτύς κρασί τους κέρασε σε ένα χρυσό ποτήρι (μτφρ. γ 35-43).

Η διαδικασία της φιλοξενίας είναι σχεδόν η ίδια. Επαναλαμβάνεται από όλους τους οικοδεσπότες πάντα με τον ίδιο τρόπο.

Ο ξένος οδηγείται από τον οικοδεσπότη στο σπίτι που τον τοποθετεί ανάμεσα στα πρόσωπα της οικογένειας, ενώ πολλές φορές τον λούζουν, τον αλείβουν με λάδι, τον ντύνουν με καθαρά ρούχα., του φέρουν νερό σε κανάτι να πλύνει τα χέρια του στο νιπτήρα και αμέσως μετά ακολουθεί το γεύμα με άφθονο φαγητό και κρασί σε χρυσά ή μη κύπελλα.

Κι έπειτα αφού χορτάσανε τα μάτια τους να βλέπουν

σε μαρμαρένιο μπήκανε λουτρό για να λουστούνε

Κι οι σκλάβες σαν τους έλουσαν, τους έτριψαν με λάδι

και με σγουρές τους έντυσαν χλαμύδες και χιτώνες,

πήγαν να κάτσουν σε θρονιά κοντά στο γιο τ’ Ατρέα.(μτφρ δ 48-53) .

Στη συνέχεια μια παρακόρη από πεντάμορφο λαγήνι νερό τους χύνει να πλύνουν τα χέρια τους σε αργυρή λεκάνη και αμέσως ακολουθεί το γεύμα με άφθονο φαγητό και κρασί σε χρυσά ή μη κύπελλα.
Μετά κοιμίζουν τον ξένο σε κρεβάτι με καλά σκεπάσματα και μόνο την άλλη μέρα ο οικοδεσπότης διακριτικά τον ερωτά να μάθει ποιος είναι, ποια η πατρίδα του, η γενιά του, οι γονείς του, με τη μέσο ταξίδεψε, γιατί ήρθε, μήπως είναι ναυαγός. έμπορας, διωκόμενος, αν έχει συνοδούς, πού και ποιοι είναι, αν πρώτη φορά επισκέπτεται τον τόπο, αν είναι πατρικός φίλος, ποια είναι η μητέρα ο πατέρας του και άλλα.
Μόνο στο τέλος θα τον ρωτήσει ποιος είναι ο σκοπός του ταξιδιού του και φυσικά τι μπορεί να κάνει ο οικοδεσπότης να τον βοηθήσει αποτελεσματικά.
Μετά από αυτή τη διαδικασία και τις απαντήσεις που παίρνει του παρέχει βοήθεια και φροντίζει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του όσο μπορεί. Ο Αλκίνοος π.χ. ετοιμάζει, μετά από ένα αποχαιρετιστήριο πλούσιο δείπνο με πολλά δώρα, ένα καράβι και μετά από ευχές και αποχαιρετισμούς, ο ξένος αποπλέει με καράβι που του παρέχει ο βασιλιάς του νησιού, που κοιμισμένο τον φέρνει και τον αφήνει σε μια ακρογιαλιά του νησιού του.
Ο νόστος του ήρωα έχει πραγματοποιηθεί. Το ταξίδι του Οδυσσέα μπορεί να τελειώνει με αίσιο τρόπο, μα η καλή ανάμνηση που αποκόμισε από όσους τον βοήθησαν θα μένει, όσο ζει, ανεξίτηλη στη μνήμη του.

Η κακοποίηση του ξένου

Αναφέραμε πως στη ζωή δεν υπάρχουν μόνον οι καλοί, οι συμπονετικοί και οι ενάρετοι άνθρωποι, υπάρχουν και οι άλλοι οι κακοί, οι σκληροί, οι βίαιοι. Το γνωρίζει ο Οδυσσέας, γι’ αυτό, όταν ετοιμάζεται να πάει στο νησί του Κύκλωπα, δικαιολογεί την επίσκεψή του αυτή, γιατί θέλει να διαπιστώσει αν κατοικούν εκεί άνθρωποι φιλόξενοι και σέβονται τους θεούς (πολιτισμένοι) ή είναι υβριστές, άγριοι και αγνοούν το δίκιο (απολίτιστοι).

Αυτάρ εγών....

ελθών τώνδ’ ανδρών πειρήσομαι, οι τινές εισιν,

ή ρ’ οι γ’ υβρισταί τε και άγριοι ουδέ δίκαιοι,

ήε φιλοξενοι και σφίσιν νόος εστί θεουδής.( ι173-176)

Κι εγώ αμέσως ...

θα πάω να μάθω ποιοι είναι αυτοί που κατοικούν τον τόπο,

άγριοι αν είναι κι άπιστοι και δίκιο αν δεν κατέχουν,

ή τους θεούς αν σέβουνται κι άντρες φιλόξενοι είναι.

Ο ποιητής, θέλοντας να δώσει μιαν εικόνα του απολίτιστου, του άγριου ακόμη ανθρώπου, όχι μόνο τους εμφανίζει ως αποκρουστικά στην όψη τέρατα, αλλά και σκληρά, βίαια και ανθρωποφάγα. Πανύψηλος και βλοσυρός ο Αντιφάτης, ο βασιλιάς των Λαιστρυγόνων, ογκώδης, χεροδύναμος και με ένα μάτι στο μέτωπο, ο Κύκλωπας.
Πρώτους στην σκληρότητα και την απανθρωπιά παρουσιάζει ο ποιητής τους Λαιστρυγόνες του Αντιφάτη, που έφαγαν τους συντρόφους του Οδυσσέα και κατέστρεψαν τα 11 από τα 12 καράβια του, όταν κατέφυγαν στο λιμάνι, για να αποφύγουν τον κίνδυνο της φουρτουνιασμένης θάλασσας. Οι σύντροφοι των 11 καραβιών του Οδυσσέα που σώθηκαν ως τώρα από την οργή του Ποσειδώνα, χάθηκαν οριστικά από την απανθρωπιά και τη βία των Λαιστρυγόνων.

Ασήκωτες απ’ τις κορφές κοτρόνες μας πετούσαν,

κι άξαφνα κρότοι φοβεροί κατά τα πλοία αχούσαν,

ανθρώπων που σκοτώνονταν και καραβιών που σπούσαν.

Σαν ψάρια τους καμάκιαζαν, φριχτό φαϊ να φάνε.(μτφρ. κ 123-126)

Ασφαλώς ο αναγνώστης δε λησμονεί και την κτηνώδη συμπεριφορά του τέρατος με το ένα μάτι, του Κύκλωπα, που ο πατέρας του Ποσειδώνας τον φώναζε Πολύφημο.. Ο τεράστιος αυτός γίγαντας, φαίνεται πως βρήκε εύγευστο το ανθρώπινο κρέας των συντρόφων του Οδυσσέα, γι’ αυτό κάθε τόσο κατασπάραζε και έτρωγε μερικούς από αυτούς, που τους είχε εγκλωβισμένους στη σπηλιά του. Ο Οδυσσέας που του πρόσφερε γλυκό κρασί το μόνο που μπόρεσε να αποσπάσει από το τέρας ήταν ότι θα τον έτρωγε τελευταίο! Ευτυχώς, ο Κανένας έδρασε αμέσως και τύφλωσε το ωμοφάγο τέρας, σώζοντας τον εαυτό του και τους εναπομείναντες στη ζωή συντρόφους του.Το πιο παράξενο όμως και το πιο αναπάντεχο περιστατικό εχθρότητας και περιφρόνησης του εθίμου της φιλοξενίας υπήρξε εκείνο του Ηρακλή, που κάποτε οι Θεοί για τα κατορθώματά του τον τίμησαν ως ισόθεο και ζούσε μαζί τους. Αυτόν τον Ηρακλή ο ποιητής εμπλέκει σε ένα αδικαιολόγητο φόνο, στο φόνο του Ίφιτου, του νέου εκείνου που, αν και λίγο πριν φιλοξένησε στο σπιτικό του ο Ηρακλής, μετά τον σκότωσε, όταν ο Ίφιτος του ζήτησε να του επιστρέψει τις κλεμμένες φοράδες του. Ο ποιητής είναι σκληρός απέναντι στον Ηρακλή και τον αποκαλεί σχέτλιο (άσεβο)

Ος μιν ξείνον εόντα κατέκτανεν ω ενί οίκω,

σχέτλιος ουδέ θεών όπιν ηδέσατ’ ουδέ τράπεζαν

την, ην οι παρέθηκεν έπειτα δε πέφνε και αυτόν

ίππους δ’ αυτός έχε κρατερώνυχας εν μεγάροισι .(φ 27-30)

Στο σπίτι του που τον φιλοξενούσε τον σκότωσε (τον Ίφιτο)

ο άσεβος, κι ούτε θεών φοβήθηκε το μάτι

και το ψωμί που του΄δωσε, μόν’ τη ζωή του πήρε

και κράτησε στο σπίτι του τις γλήγορες φοράδες.

Θα αναφερθούμε σε δύο ακόμη περιπτώσεις. Η πρώτη έχει σχέση με την αποπομπή του Οδυσσέα με τους συντρόφους από τον Αίολο, όταν τους βλέπει ο θεός των ανέμων μπροστά του για δεύτερη φορά. Επειδή θεωρεί τον ίδιο και τους συντρόφους του ένοχους απέναντι στο θείο, τους διώχνει με σκαιό τρόπο.

Γκρεμίσου αμέσως , σίχαμα του κόσμου, απ’ το νησί μου

γιατί είναι κρίμα να δεχτώ και να τον στείλω πίσω

άντρα που κι οι μακαριστοί θεοί τον κατατρέχουν.

Τσακίσου, αφού κι από των θεών οργή ήρθες πίσω πάλε(μτφρ. κ 73-76)

Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται στη συμπεριφορά των αναιδών μνηστήρων. Αυτοί μόλις είδαν την επίσκεψη ενός νέου κουρελή ζητιάνου (Οδυσσέας), στο παλάτι, βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν όλα τα άγρια αισθήματά τους απέναντί του, γεγονός που θα δικαιολογήσει αργότερα το φόνο τους (μνηστηροφονία) από τον Οδυσσέα.
Ο κουρελής ζητιάνος(Οδυσσέας), στις προκλήσεις του Αντίνοου, απαντά οργισμένος.

Οιμέ, κοντά στην ομορφιά δεν έχεις κι ίδια γνώση.

Κι αλάτι εσύ απ’ το σπίτι σου φτωχού δε θα του δώσεις,

που κάθεσαι στα ξένα εδώ και δε βαστά η ψυχή σου

να με φιλέψεις μια μπουκιά ψωμί που πλήθιο το’χεις.

Ο Αντίνοος, οργισμένος με την κατηγορία του κουρελή ζητιάνου, ρίχνει με δύναμη ένα σκαμνί και χτυπά τον επισκέπτη στην πλάτη, ενώ ο Ευπείθης, άλλος μνηστήρας, επικροτώντας τη στάση του Αντίνοου, απειλεί τον ξένο.

Ήσυχα, ξένε, κάθισε να τρως ή σ άλλους πάνε,

μήπως οι νιοι μ’ αυτά που λες σε σύρουν απ’ τα πόδια,

κι όξω βρεθείς κατάδρομα και το κορμί σου γδάρουν.(μτφρ. ρ 483-485)

Καθώς φαίνεται κακοποιήσεις των ξένων είχαμε και στην ομηρική εποχή, αλλά τα φαινόμενα ήταν λίγα. Αν υπήρξε και στο χώρο των θεών αποπομπή ξένου, αυτή ήταν κάπως δικαιολογημένη από το θεό Αίολο, γιατί εκτίμησε πως για να ξαναγυρίσουν πίσω στο νησί του ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του, ήταν μια τιμωρία που τους επέβαλαν οι θεοί και έπρεπε να συμμορφωθεί μ’ αυτήν. Οπωσδήποτε όμως ουδείς θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ξένος δεν ήταν σεβαστό πρόσωπο και η φιλοξενία θεία επιταγή για τον άνθρωπο.

Ο ξένος της ομηρικής εποχής και ο σημερινός μετανάστης

Λαμβάνοντας όμως κάποιος υπόψη τη φιλοξενία που γνωρίζουν οι ξένοι σήμερα στην Ελλάδα, αναρωτιέται τι έγινε η περίφημη πολυθρύλητη ελληνική φιλοξενία των ξένων, των αλλοδαπών, που ως πρόσφατα όλοι την αναγνώριζαν και την επαινούσαν; Τι άραγε συνέβη και οι Έλληνες, αυτοί που οι πρόγονοί τους παρείχαν με τόση αγάπη και στοργή στον ξένο τη φιλοξενία και τη συνέχιζαν και οι νεότεροι ως τα τελευταία χρόνια; Μήπως τους κατέλαβε κι αυτούς η ξενοφοβία, ώστε να βλέπουν στο πρόσωπο κάθε ξένου κι έναν εχθρό, έναν κλέφτη ή και έναν αδίστακτο εγκληματία;
Μια τέτοια γενίκευση και μομφή αδικεί το σύγχρονο Έλληνα. Η Ελλάδα και ο Έλληνας δε λησμόνησαν την πατροπαράδοτη φιλοξενία, ούτε περιφρόνησαν τον ξένιο Δία, αντίθετα, έδειξαν επί χρόνια τώρα μεγάλη ανεκτικότητα και ανθρωπιά απέναντί τους, ώστε και αυτή να συμβάλει, στο μέτρο που την αναλογεί, στη διόγκωση του αριθμού των μεταναστών που βρίσκονται νόμιμα ή παράνομα στην Ελλάδα, ώστε να φτάσουμε σε ένα σημείο, που, αν θέλαμε να συνεχίσουμε την καλή μας διάθεση απέναντί τους, θα έπρεπε η κάθε οικογένεια να φιλοξενεί περισσότερους από ένα ξένους. Κι αν ήταν για δύο τρεις μέρες, όπως συνέβαινε κατά τη αρχαιότητα, ήταν δυνατό να γίνει χωρίς κανένα δισταγμό. Τώρα όμως έτσι που διαμορφώθηκε η κατάσταση είναι παράλογο και ταυτόχρονα αδύνατο να φιλοξενεί κανείς κάποιον για δύο, πέντε και δέκα χρόνια. Αυτό ξεπερνά κάθε λογική.
Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει; Οπωσδήποτε τα προβλήματα αυτά δε λύνονται με τη βία. Χρειάζεται διαβούλευση, συναίνεση, αλλά και την ουσιαστική συνδρομή και άλλων λαών ή κρατών, γιατί σε λίγο το δικό μας πρόβλημα θα γίνει και δικό τους. Μπορεί να προταθούν πολλά και διάφορα μέτρα, αλλά το σπουδαιότερο όλων είναι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες στις πατρίδες των μεταναστών, ώστε να ευνοούν την επιστροφή τους και να τους εγγυώνται πως θα ζήσουν καλύτερα από τη ζωή που κάνουν σήμερα στην Ελλάδα ως νόμιμοι ή παράνομοι μετανάστες. Ο αριθμός τους είναι μεγάλος και η παραμονή στη χώρα διαρκεί για χρόνια, χωρίς καμιά προοπτική για τους ξένους. Η χώρα δεν έχει τη οικονομική δυνατότητα να τους φιλοξενεί για χρόνια. Πρέπει να γυρίσουν πίσω όλοι και να ζήσουν στον τόπο τους αξιοπρεπώς. Μπορεί η πρόταση να είναι αυτονόητη, αλλά είναι αναγκαία και πρέπει να δοθεί μια λύση και μάλιστα γρήγορα. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια πρέπει να προστατευθεί με κάθε τρόπο. Πρώτα ο άνθρωπος και η αξιοπρέπειά του.
Αν στην ομηρική εποχή τον ξένο προστάτευε ο Δίας σήμερα πρέπει να αναλάβει την υποχρέωση αυτή ο άνθρωπος. Είναι ανάγκη. Το επιβάλλει η ανθρωπιά μας και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου σε όποια πλευρά κι αν ανήκει είτε στη μεριά του ξένου είτε του ξενιστή.
*Παραθέτω όλες τις παραπομπές στη λέξη ξείνος (ξείνον, ξείνω, ξείνων, ξείνοις, ξείνους) προς διευκόλυνση κάποιου που θα θελήσει να ασχοληθεί περαιτέρω με το θέμα του ξένου και της φιλοξενίας στην Οδύσσεια του Ομήρου.

(ξείνος α 105, 120, γ 34, 70,355, δ 26, 36, 301, ζ 209, 246, η 32, 160, 162, 166, 190, 227, θ 42, 133,402, 438, ι 268, 270, 478, ν 48, 52, 57, 60 ,ξ 209, 246, 361,414, 443, 489, ο 73, 74, 542 ,π 70, 78, 108, ρ 10, 93, 72, 84, 345, 382, 398, 642, 508, 544,584, σ 106, 222, 416,423, τ 94. 191, 134, 316, 351, 371, υ 129, 295, 305,318, 324 , 382, φ 27, 288, 313, 349 , ω 263, 268, 282. Ξενίη ξ 158, ρ 155, ω 296, 314, 489)



                                                       Δ. K.  ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ











Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Οι Αγριάνες, ελληνοθρακικό φύλο, στο Μακεδονικό στρατό του Αλέξανδρου


Οι Αγριάνες, ελληνοθρακικό φύλο, ζούσαν στην περιοχή της Ροδόπης. Κτηνοτρόφοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, σκληραγωγημένοι και ανυπόταχτοι, ήρθαν γρήγορα σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, διδάχτηκαν την ελληνική γλώσσα και στα χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄(359-336 π.Χ.) υπήρξαν σύμμαχοι πιστοί και φίλοι του. Αργότερα ακολούθησαν το Μ. Αλέξανδρο στις εκστρατείες του και διακρίθηκαν για τη γενναιότητα και τις πολεμικές τους αρετές. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται με κολακευτικά λόγια σ’ αυτούς και σημειώνει πως μόνον οι Αγριάνες, οι Δόβηρες και οι Οδομαντοί δεν υποτάχτηκαν στη δύναμη του Μεγάβαζου:
«οι δε περί το Παγγαίον όρος και Δόβηρες και Αγριάνες και Οδομαντοί και αυτήν την λίμνην Πρασιάδα ουκ εχειρώθησαν αρχήν υπό Μεγαβάζου».
Ο Στράβων τους χαρακτήρισε ελληνοθρακικό φύλο, που κατοικούσε νοτιοδυτικά της Ροδόπης, δηλαδή στο βόρειο τμήμα του Νομού Ξάνθης, ενώ ο Θεόπομπος τους θεωρούσε ως επιδέξιους ακοντιστές και ιππακοντιστές. Τέλος, ο ιστορικός Θουκυδίδης, Θραξ από τον πατέρα του ΄Ολορο, χαρακτήριζε το λαό αυτό μαχητικό.
Οι Αγριάνες, ως γενναίοι μαχητές, γρήγορα προσήλκυσαν το ενδιαφέρον διαφόρων πόλεων-κρατών, ώστε να τους προσλαμβάνουν ως μισθοφόρους στο στρατό τους. Γι’ αυτό τους βρίσκουμε να υπηρετούν, ως μισθοφόροι, στο στρατό των Οδρυσσών, των Αθηναίων, των Μακεδόνων και αργότερα των Ρωμαίων.
Ο Φίλιππος Β΄ γνώρισε την ανδρεία τους στα χρόνια που οργάνωνε και εκπαίδευε το μακεδονικό στρατό για τη μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Περσών. Τους προσεταιρίστηκε και ενέταξε έναν αριθμό από αυτούς στο στρατό του, αφού τους εκπαίδευσε κατάλληλα.
Πόσο σημαντική ήταν η προσφορά τους στους Μακεδόνες οι Αγριάνες καταφαίνεται και από τις αναφορές του Αρριανού. Τους αναφέρει στην ιστορία του Αλεξάδρου ανάβασις πάνω από 50 φορές και μας δίνει αρκετές χρήσιμες πληροφορίες για τη σχέση τους με το Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, για τις ικανότητές τους στον πόλεμο και τη σημαντική προσφορά τους.
«Ο Λάγγαρος, γράφει ο Αρριανός, ο βασιλεύς των Αγριάνων, ενώ ακόμη έζη ο Φίλιππος, φιλοφρόνως υπεδέχετο τον Αλέξανδρον και απέστειλε πρέσβεις πλησίον του. Ο ίδιος δε προσήλθε πλησίον του μετά των σωματοφυλάκων, οι οποίοι ήσαν ωραιότατοι εις το παράστημα και καλώς ωπλισμένοι» (Αρρ. Αλεξ. ανάβ. Α,5,2)
Αυτοί οι άνδρες γρήγορα θα γίνουν το έμπιστο σώμα των ακοντιστών, που θα υπηρετεί πιστά τον Αλέξανδρο σε όλες του τις πολεμικές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό, από την ημέρα που έγινε βασιλιάς των Μακεδόνων, δείχνει έμπρακτα την εκτίμησή του προς τους Αγριάνες, εντάσσοντας χίλιους από αυτούς στο μακεδονικό στρατό. Τους έχει πάντα δίπλα του στις πιο δύσκολες στιγμές του πολέμου εναντίον των ποικίλων εχθρών του τόσο στη Βαλκανική όσο και στην Ανατολή.
Συγκεκριμένα, στην προληπτική του εκστρατεία κατά των Ιλλυριών, των Γετών και άλλων, ο Αλέξανδρος είχε πάντοτε μαζί του και δίπλα του το σώμα των Αγριάνων πολεμιστών. Μετά τη νίκη του επί των εχθρών αυτών, θέλησε να πολεμήσει και τους Αυταριάτες, ένα βάρβαρο λαό, και αναζητούσε πληροφορίες γι’ αυτούς πριν τους επιτεθεί. Τότε τον πλησίασε ο βασιλιάς των Αγριάνων ο Λάγγαρος και του είπε πως δεν πρέπει να τους υπολογίζει, γιατί ήταν οι πλέον απόλεμοι από αυτούς που κατοικούν στην περιοχή και ότι ο ίδιος θα εισβάλει στη χώρα τους να τους αναγκάσει να ασχολούνται μόνο με τις δικές τους υποθέσεις. Ο Αλέξανδρος τον άκουσε με προσοχή και αμέσως του έδωσε εντολή να τους τιμωρήσει. Ο Λάγγαρος, χωρίς καθυστέρηση, εισέβαλε στη χώρα των Αυταριατών και τους υποχρέωσε να ασχολούνται μόνο με τις δικές τους υποθέσεις και να ησυχάζουν.
Ο νεαρός βασιλιάς, εκτιμώντας την προσφορά των Αγριάνων, τίμησε το Λάγγαρο με πολλά δώρα και το σπουδαιότερο του πρότεινε να τον κάνει γαμπρό του!
«Ο Λάγγαρος μεγάλως ετιμήθη υπό του Αλεξάνδρου. Έλαβε δώρα όσα θεωρούνται από τον βασιλέα των Μακεδόνων ως πολυτιμότατα και την αδελφήν του Αλέξανδρου Κύναν, υπεσχέθη, ότι θα του παραχωρήσει ως σύζυγον μετά την άφιξιν των εις Πέλλαν...αλλά ο Λάγγαρος μετά την επιστροφήν αυτού εις την πατρίδα του απέθανεν από ασθένειαν». (Αρρ. Α 5,4),
Δεν είναι μικρότερης σημασίας η προσφορά των Αγριάνων στον πόλεμο εναντίον των Ιλλυριών, που ήταν οχυρωμένοι στην πόλη Πήλιο, κοντά στη σημερινή Κορυτσά. Ο Αλέξανδρος, με ένα έξυπνο σχέδιο, πέρασε στη αντίπερα όχθη του Μοράβα ποταμού (Δεβόλη), χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους εχθρούς του και, εισβάλλοντας με το στρατό του στο στρατόπεδο τους, τους αιφνιδίασε και τους εξόντωσε όλους.
Μετά ο Αλέξανδρος αφού εξασφάλισε τα νώτα του από τους λαούς της Βαλκανικής εστράφη εναντίον των Περσών, αφού αυτή την εντολή του έδωσε το Κοινό των Ελλήνων στην Κόρινθο.
Και στην εκστρατεία αυτή ο Αλέξανδρος κράτησε κοντά του τους γενναίους Αγριάνες ακοντιστές και τους χρησιμοποιούσε σε όλες τις δύσκολες επιχειρήσεις του είτε ως ακοντιστές είτε ως τοξότες είτε ως ιππακοντιστές. Οι Αγριάνες αποδεικνύονταν ικανοί κάθε φορά με όποιον τρόπο κι αν πολεμούσαν.
Στη μάχη του Γρανικού(334 π.χ.) το σώμα των Αγριάνων βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μαζί με το μακεδονικό ιππικό και τους άλλους Έλληνες. Ο Αρριανός, περιγράφοντας τη διάταξη του στρατού τόσο της αριστερής όσο και της δεξιάς πτέρυγας, σημειώνει: «στη δεξιά πτέρυγα τοποθετήθηκαν έμπροσθεν, πλησίον του Αλεξάνδρου, ο Φιλώτας, ο υιός του Παρμενίωνος, με τους βαρέως ωπλισμένους ιππείς, τους τοξότας και τους ακοντιστάς Αγριάνας. Μετά από αυτόν παρετάχθη ο Αμύντας, ο υιός του Αρραβαίου, με τους σαρισσοφόρους ιππείς, τους Παίονας και την ίλην ιππικού του Σωκράτους. Εν συνεχεία παρατάχθηκαν οι ασπιδοφόροι κτλ...Της αριστερής πτέρυγος, πρώτοι στο άκρον παρετάχθησαν οι Θεσσαλοί ιππείς, με αρχηγό τους τον Κάλα, ακολουθούσαν οι σύμμαχοι ιππείς, με αρχηγό τους το Φίλιππο του Μενελάου, κτλ». (Αλεξ.ανάβ.Α.14,1, 2,3, 4).
Με αυτήν τη διάταξη του στρατού του επιχείρησε να διαβεί το βαθύ με τις απόκρημνες όχθες Γρανικό ποταμό ο Αλέξαδρος, και τα κατάφερε παρά τις δυσκολίες που συνάντησε. Μετά προχώρησε στο εσωτερικό της χώρας και απελευθέρωσε τη Μίλητο, την Αλικαρνασσό καθώς και τις περιοχές της Λυκίας και Παμφυλίας(333) και έφθασε ως το Γόρδιο.
Κατεβαίνοντας όμως από Άλυ ποταμό και φθάνοντας στα στενά, δηλαδή τις Πύλες της Κιλικίας, που στέκονταν σοβαρό εμπόδιο στη διελευσή του, ο Αλέξανδρος, «αφού πήρε μαζί του τους ασπιδοφόρους, τους τοξότες και τους Αγριάνες, προήλασε υπό το σκότος της νυκτός έως τας κλεισωρείας, διότι δεν ανέμενον οι φρουροί ότι θα τους επιτεθεί».(Β 4,3). Όταν όμως οι φρουροί τον είδαν να πλησιάζει, πανικοβλήθηκαν, εγκατέλειψαν τα στενά και τράπηκαν σε φυγή. Την άλλη μέρα, ανενόχλητος πια ο Αλέξανδρος βάδιζε προς την Κιλικία, κυριεύοντας τις πόλεις που εύρισκε μπροστά του. Έτσι, κατέλαβε τους Σόλους και την Ταρσό, όπου όμως, κάνοντας μπάνιο στα κρύα νερά του Κνύδου ποταμού, αρρώστησε.
Μετά την ανάρρωσή του, έσπευσε να συναντήσει το Δαρείο που είχε παραταχθεί με πολύ στρατό στην Ισσό και τον ανέμενε ανήσυχος. Φτάνοντας ο Αλέξανδρος εκεί και βλέποντας την παράταξη του εχθρικού στρατού, αντιπαρέταξε και εκείνος το δικό του, ασυγκρίτως μικρότερο σε πλήθος, αλλά με υψηλό ηθικό και σιγουριά στο βασιλιά του. Παρέταξε στη δεξιά πτέρυγα πριν από τους ιππείς τους προδρόμους ιππείς, δηλαδή το ελαφρό ιππικό, τους Παίονες, με αρχηγό τους τον Αρίστωνα, ενώ δίπλα τους τοποθέτησε τους τοξότες υπό τη διοίκηση του Αντίοχου και δίπλα σ΄αυτούς τους Αγριάνες ακοντιστές υπό την αρχηγία του Άτταλου. Τους άλλους από τους ιππείς των εταίρων παρέταξε προς την πλευρά του όρους σε σχηματισμό γωνίας.
Αργότερα όμως, όταν είδε την οριστική παράταξη των Περσών, προέβη σε κρυφές μετακινήσεις στρατευμάτων. Ετσι, μετακίνησε από την αριστερά πτέρυγα στη δεξιά, τη δική του, τοποθετώντας τους στην πρώτη γραμμή τους τοξότες, το τμήμα των Αγριάνων και μερικούς από τους Έλληνες μισθοφόρους. Με τη διάταξη αυτή, όταν νόμισε πως ήταν καιρός, επιτέθηκε με μεγάλη ορμή εναντίον του Δαρείου στην Ισσό (333π.Χ). Η ορμή του πανικόβαλε το μεγάλο βασιλιά και αμέσως, στρέφοντας το άρμα του, τράπηκε σε άτακτη φυγή, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης τη σκηνή του και την οικογένειά του!(Αρρ. Β ,11,9).
Ο Αλέξανδρος δε συνέχισε την καταδίωξή του πριν υποτάξει και την ισχυρή Τύρο, η οποία παρά τις προσπάθειές του, τον ταλαιπώρησε γύρω στους οχτώ μήνες, αλλά το καλοκαίρι του 332 κυρίεψε την πόλη και την κατέσκαψε εκ θεμελίων. ΄Ενας ακόμη μύθος κατέρρευσε για την απόρθητη πόλη.
Μετά ο Αλέξανδρος, εισχωρώντας στην καρδιά της περσικής αυτοκρατορίας, αναζητώντας το Δαρείο, τον νίκησε για δεύτερη φορά στα Γαυγάμηλα (331 π.Χ.) και ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Ασίας. Είχε προκαλέσει η νίκη του αυτή τόσο τρόμο στον περσικό στρατό, ώστε να παραδοθούν αμαχητί η Βαβυλώνα και τα Σούσα. Όταν όμως ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε την ανατροπή και το θάνατο του Δαρείου, κατεδίωξε τους φονιάδες του, στέλνοντας τους Αγριάνες με το Φιλώτα και άλλη δύναμη να συλλάβουν το Βήσσο, σατράπη των Βακτρίων, το Βαρσαέντη των Αραχωτών και το Ναβαραζάνη, (Αρρ. Γ΄ 29, 7), ενώ λίγο αργότερα οι Αγριάνες αναμεμιγμένοι με τους ιππείς και τους τοξότες, υπό τη διοίκηση του Βάλακρου, εφόρμησαν κατά των Σκυθών και τους έτρεψαν σε φυγή, αφήνοντας νεκρό και τον αρχηγό τους Σατράκη (Αρρ.Δ΄4, 6, 7).
Πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν οι Αγριάνες και όταν ο Αλέξανδρος βρίσκεται στην περιοχή της Αόρνου Πέτρας. Επειδή όμως από την πρώτη ματιά ο βασιλιάς αντιλαμβάνεται πόσο δύσκολη είναι η κατάληψη του βράχου αυτού, αμέσως επιλέγει τους Αγριάνες και άλλα ευκίνητα και ελαφρώς οπλισμένα σώματα (Αρρ.Δ΄28,8), για να αρχίσει την πολιορκία του. Κι ενώ αρχίζει την επιχωμάτωση για την κατάληψη του οχυρού, που ως τώρα δεν μπόρεσε να το κυριεύσει κανείς, ούτε και ο ημίθεος Ηρακλής, αναζητεί πληροφορίες από αιχμαλώτους για τον τρόπο αναρρίχησης.
«Την άλλη μέρα υπό τη διοίκηση του Νεάρχου οι Αγριάνες θα φρόντιζαν να κατοπτεύσουν τις οχυρές θέσεις και να συλλάβουν μερικούς εκ των βαρβάρων, δια να εξακριβώσουν τα αφορώντα εις την χώραν πράγματα, ενδιαφερόμενοι συγχρόνως να μάθουν περί των άλλων και ιδίως περί των ελεφάντων».(Αρρ. Δ΄30, 5, 6). Τον ίδιο χρόνο Αλέξανδρος με τη βοήθεια κάποιων ντόπιων οδηγών επιχειρούσε την κατάληψη του βράχου. Ειδικά εκπαιδευμένοι στις αναρριχήσεις άνδρες του Αλέξανδρου με τη βοήθεια των ντόπιων οδηγών κατορθώνουν ανεβούν, με πολύ δυσκολία βέβαια, απαρατήρητοι στο Βράχο και να τον καταλάβουν, αιφνιδιάζοντας τους υπερασπιστές του, οι οποίοι τρομοκρατημένοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και τρέπονται σε φυγή, για να σωθούν. Όσοι από αυτούς δεν πρόλαβαν να φύγουν συνελήφθησαν από του 700 περίπου άνδρες που ανέβηκαν αμέσως με τον Αλέξανδρο στο βράχο και πλήρωσαν με τη ζωή τους. Η Άορνος Πέτρα, που κατά την παράδοση δεν μπόρεσε να κυριεύσει ούτε ο Ηρακλής μα ούτε και ο Κρίσνα, βρισκόταν στα χέρια του Αλέξανδρου και των Μακεδόνων (326 π. Χ.).
Η προσφορά των Αγριάνων δεν τελειώνει εδώ, γιατί είναι παρόντες στις πολεμικές επιχειρήσεις του Υδάσπη ποταμού, όπου η στρατιωτική ιδιοφυία του Αλέξανδρου νικά τη δύναμη και τη γενναιότητα του Πώρου, του Ινδού βασιλιά της περιοχής.
Ευρισκόμενος στην περιοχή αυτή ο Αλέξανδρος, μετά την ήττα του Πώρου και την κηδεία του πιο έμπιστου στρατηγού και φίλου του, του Κοίνου, που πέθανε από ασθένεια, προέβη στην αναδιάρθρωση του στρατού του. Χώρισε το στράτευμά του σε τρία τμήματα.
«Ο ίδιος άγων μεθ’ εαυτού όλους γενικώς τους ασπιδοφόρους, επεβιβάσθη των πλοίων μαζί με τους τοξότας, τους Αγριάνας και το επίλεκτο τάγμα των ιππέων.
Ο Κρατερός οδηγούσε ένα μέρος των πεζών και των ιππέων παραλλήλως του στόλου, παρά την δεξιάν όχθην του Υδάσπου (ποταμού).
Ο Ηφαιστίων οδηγούσε επί της αριστεράς όχθης το μέγιστον και ισχυρότατον της στρατιάς μαζί με τους ελέφαντες» ( Αρρ. ΣΤ΄ 2, 2).
Με το χωρισμό αυτό ο Αλέξανδρος εμπιστεύεται το στρατό του στους δύο καλύτερους φίλους του. Στον Κρατερό, τον φιλοβασιλέα, όπως τον αποκάλεσε κάποτε που ρωτήθηκε σχετικά, και τον Ηφαιστίωνα, τον Φιλαλέξανδρο.
Βαδίζοντας από εκεί προς την περιοχή των Μαλλών και θέλοντας να μη λάβουν γνώση οι συμπατριώτες τους Ινδοί το πλησίασμά του στην περιοχή, έδωσε εντολή στον Περδίκα να πάρει τους Αγριάνες και με τη δική του ιππαρχία και εκείνη του Κλείτου να αποτρέψουν να συμβεί αυτό.
Είναι η τελευταία αναφορά του Αρριανού στο όνομα και τη δράση των Αγριάνων. Από το σημείο αυτό και μετά ο ιστορικός στρέφει το φακό του στις εσωτερικές διεργασίες, ύστερα μάλιστα από την άρνηση των Μακεδόνων στην Ώπη (324 π. Χ.) να ακολουθήσουν το βασιλιά τους σε νέα εκστρατεία.
Συνοψίζοντας τα όσα αναφέραμε διαπιστώνουμε πως οι Αγριάνες είναι πρωταγωνιστές σε πολλές κρίσιμες φάσεις του πολέμου τόσο στη Βαλκανική όσο και στην Ανατολή. Υπηρετούν πάντα δίπλα στον Αλέξανδρο αλλά και υπό τη διοίκηση ικανών Μακεδόνων στρατηγών, όπως είναι: ο Φιλώτας, δύο φορές, ο Άτταλος, ο Βάλακρος, ο Περδίκκας και ο Νέαρχος. Με τη γενναιότητά τους και τις πολεμικές τους αρετές συντελούν στο μέρος που τους αναλογεί κι αυτοί στο μεγάλο θρίαμβο του αήττητου Μακεδόνα στρατηλάτη και εκπολιτιστή του κόσμου.
Γι’ αυτό ήταν περήφανοι, όπως και όσοι Μακεδόνες και άλλοι Έλληνες μετείχαν στην ένδοξη εκείνη εκστρατεία, που, από όπου πέρασε με τον οραματιστή στρατηλάτη, σκόρπισε φως και ελληνικό πολιτισμό.
Σήμερα οι Αγριάνες ταυτίζονται με τους Πομάκους της Θράκης και φέρονται ως μακρινοί τους πρόγονοι (Αγριάνες ιππομάχοι>ιπ-πομάχ-οι>πομάκοι).
Πρόκειται, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές, για ένα ελληνοθρακικό λαό, τον οποίο δυστυχώς το ελληνικό κράτος περιφρόνησε και αδιαφόρησε για τη μοίρα του, επιτρέποντας στην Τουρκία να τους εναγκαλιστεί ως δικό της λαό, γιατί πολλοί από αυτούς, αν και αισθάνονται Έλληνες, είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Το ατόπημα της Ελλάδας είναι σοβαρό και δεν τιμά τους Έλληνες που επέτρεψαν τις κατά καιρούς Ελληνικές Κυβερνήσεις να περιφρονούν ανθρώπους δικούς τους, αντί να τους βοηθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους και ως Έλληνες πολίτες που είναι, να απολαμβάνουν κι αυτοί τα αγαθά που απολάμβαναν και απολαμβάνουν όλοι οι Έλληνες.
Γι’ αυτό σήμερα, αν η Γοργόνα, η αδελφή του Μ. Αλέξανδρου, μάθει την εγκληματική στάση μας απέναντι στο λαό αυτό, τότε, ασφαλώς, δε θα πλήξει με την ουρά της τους Πομάκους αλλά τους Έλληνες και τις Ελληνικές κυβερνήσεις που αδιαφόρησαν για την τύχη πολλών χιλιάδων Ελλήνων πολιτών, όπως ήταν και είναι οι Πομάκοι, και ίσως με τον τρόπο αυτό μας συνετίσει να μην επαναλάβουμε το μέγα λάθος μας.
Το να μαθαίνει κανείς από τα σφάλματά του είναι καλό, καλύτερο όμως είναι να διδάσκεται από τα σφάλματα των άλλων.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ
(405 π.Χ.)

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΟΓΟΥ(στίχοι: 1-315)

Η παράσταση των Βατράχων του Αριστοφάνη πραγματοποιείται με τη φροντίδα του Φιλωνίδη στη γιορτή των Ληναίων το 405 π.Χ, όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα είναι ο Καλλίας. Διαγωνίζονται μαζί του ο Φρύνιχος με τις Μούσες και ο Πλάτων με τον Κλεοφώντα. Το πρώτο βραβείο απονέμεται στον Αριστοφάνη, το δεύτερο στο Φρύνιχο και το τρίτο στον Πλάτωνα.
Η κωμωδία αναφέρεται στο λογοτεχνικό διαγωνισμό (αγώνα) μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδη, που γίνεται στον Κάτω Κόσμο, για τα πρωτεία στην τέχνη τους, με αγωνοθέτη τον Πλούτωνα, το θεό του Άδη, και κριτή το Διόνυσο, θεό του θεάτρου. Ο Σοφοκλής δεν παίρνει μέρος στον αγώνα, γιατί αναγνωρίζει την ανωτερότητα του Αισχύλου.
Τελικά, ο Διόνυσος επιλέγει τον Αισχύλο, γιατί αυτόν χρειαζόταν η Αθήνα την εποχή εκείνη, για να επανέλθει στην παλιά της ακμή και δόξα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ (στίχοι 1-315)
Στην Αθήνα, την πόλη της Παλλάδας, δε ζουν πια οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές. ΄Εχουν πεθάνει όλοι. (Αισχύλος+455, Ευριπίδης+406 Σοφοκλής+ 405), ενώ ο Διόνυσος, γιος της Σεμέλης, θεός του θεάτρου, θέλει να κατεβεί στον Άδη να φέρει στη γη το φίλο του Ευριπίδη, για να μπορεί και πάλι η πόλη να οργανώνει τραγικούς Χορούς.
Επειδή όμως αγνοεί το δρόμο για τον Άδη, επισκέπτεται τον αδελφό του Ηρακλή, γιο της Αλκμήνης, για να πάρει πληροφορίες για τη δική του κάθοδο. Τον συνοδεύει ένας δούλος, ο Ξανθίας, καβάλα σε γάιδαρο και σηκώνοντας στον ώμο του, κρεμασμένες από ένα ραβδί, τις αποσκευές του αφεντικού του. Ο Διόνυσος, μεταμφιεσμένος σε Ηρακλή, κρατά στο χέρι του το ρόπαλο του ήρωα και φορεί τη λεοντή. Θεωρεί πως το ταξίδι στον Άδη δεν είναι ακίνδυνο, γι’ αυτό σκέφτεται ότι καλό θα είναι να το παίζει και λίγο παλικαράς, παριστάνοντας τον Ηρακλή.
Αυτά τα δύο πρόσωπα βλέπει ο θεατής να εισέρχονται από τη δεξιά πάροδο στην Ορχήστρα και ακούει να συνομιλούν μεταξύ τους με τόση οικειότητα σαν να πρόκειται για δύο φίλους συνοδοιπόρους. Αμέσως όμως διαπιστώνει ότι πρόκειται για δούλο και αφέντη ή αν θέλετε για άνθρωπο και θεό, γιατί ο Διόνυσος έχει και τις δύο ιδιότητες, του θεού και του αφέντη(πλήρης ανθρωπομορφισμός του θεού). Ο θεατής δεν ξαφνιάζεται, γιατί είναι εξοικειωμένος με την οικειότητα αυτή, η οποία δε διαφέρει από εκείνη των προσώπων που μετέχουν στα δρώμενα των διονυσιακών λαϊκών γιορτών στην πόλη του.
Η συνομιλία αφέντη και δούλου είναι ενδιαφέρουσα όχι τόσο από τα υψηλά της νοήματα όσο από το περιεχόμενό της και τη στάση του δούλου προς τον αφέντη του, χωρίς να αναφέρεται καθόλου στο θέμα της κωμωδίας στους πρώτους 35 στίχους। Το κύριο θέμα που τους απασχολεί σ’ αυτούς τους στίχους είναι η στάση του Διόνυσου απέναντι στα κοπρολογικά χωρατά, που συμβαίνει να τα υιοθετούν άλλοι ποιητές. Γι’ αυτό, και απαγορεύει αυστηρά στο δούλο να πει κάποιο απ’ αυτά, ενώ λίγο πιο κάτω, πριν ακόμη κλείσει ο Πρόλογος, ό,τι είχε απαγορεύσει στο δούλο του, το πράττει ο ίδιος. Δάσκαλε που εδίσκες...πέφτει στο ίδιο παράπτωμα και ο ίδιος, χρησιμοποιώντας κι αυτός χυδαίες λέξεις, για να προκαλέσει, όσο το δυνατό, περισσότερο γέλιο!
Ο Πρόλογος εκτείνεται σε 315 στίχους (μεγάλος πρόλογος) και αναφέρεται θα μπορούσαμε να πούμε σε τέσσερις χαρακτηριστικές εικόνες που προκαλούν το γέλιο και το ενδιαφέρον του θεατή, ενώ ταυτόχρονα τον προετοιμάζουν για όσα σημαντικά και αξιόλογα θα παρακολουθήσει στην εξέλιξη της παράστασης.
(Πορεία προς το σπίτι του Ηρακλή. Συνάντηση Διόνυσου-Ηρακλή. Συνομιλία με ένα νεκρό. Διόνυσος-Χάρων. Διάβαση της Αχερουσίας)

Εικόνα πρώτη. Διόνυσος-Ξανθίας. Πορεία προς το σπίτι του Ηρακλή(στ.1-35)

Ο Διόνυσος και ο Ξανθίας προχωρούν για το σπίτι του Ηρακλή. Ο δρόμος είναι μακρύς και ο Ξανθίας, για να σπάσει λίγο τη μονότονη πορεία, ζητά με ευγένεια την άδεια από τον αφέντη του να του επιτρέψει να πει κανένα χωρατό απ’ αυτά που λέει και γελούν οι θεατές τους.
Ξανθίας
«Είπω τι των ειωθότων, ω δέσποτα,
αφ’ οις αεί γελώσιν οι θεώμενοι;»
« Αφεντικό, να πω κανένα από τα συνηθισμένα
χωρατά μας, που μ’ αυτά πάντα γελούνε οι θεατές μας;»
Διόνυσος
«Νη τον Δί’, ο τι βούλει γε πλην «πιέζομαι»,
τούτο δε φυλάξαι, πάνυ γαρ εστ’ ήδη χολή».
«Μα τον Δία, πες ότι θέλεις, εκτός βέβαια απ’ το «σφίγγομαι».
Κρατήσου μακριά απ’ αυτό, γιατί παράγινε αηδία αυτό».
(Έμμεση αποστροφή προς τα τέτοιου είδους χωρατά, τα κοπροχωρατά).
Ξανθίας
«Μήδ’ έτερον αστείον τι;»
«Μήτε κάποιο άλλο χωρατό;»
Διόνυσος
«Πλην γ’ «ως θλίβομαι».
«Εκτός από το να μου πεις «μου έρχονται».
Ξαν. «Αμ τι να πω για χωρατό που φέρνει γέλιο;»
Διο.«Μα το Δία, πες το με θάρρος.Μόνο εκείνο μην πεις».
Ξαν «Σαν τι δηλαδή;»
Διο. «Μην πεις καθώς αλλάζεις ώμο στο φορτίο ότι «σου έρχεται να τα κάνεις».
Ξαν. «Ούτε να πω ότι τόσο βάρος πάνω στους ώμους κουβαλώ,
που αν δε μου το κατεβάσει κάποιος, θα ρίξω πορδές;».
Ο Ξανθίας, παρά την απαγόρευση του αφεντικού του δεν μπορεί να συγκρατηθεί, αδιαφορεί για την απαγόρευση και λέει το κοπροχωρατό του (πορδές). Και σαν να μην έφτανε αυτό διαμαρτύρεται κιόλας. Ο Διόνυσος θεωρεί τη διαμαρτυρία του υπερβολική, γιατί, αν έπρεπε κάποιος να διαμαρτύρεται είναι ο ίδιος που πεζοπορεί και κουράζεται και όχι εκείνος που, καβάλα στο ζώο, πορεύεται μαζί του. Αντιδρώντας ο Ξανθίας του λέει:
«Δεν είμαι φορτωμένος;»
Διο.. «Πώς είσαι, αφού καβαλικεύεις;»
Ξαν. «Μα κουβαλάω αυτά».
Διο. «Με ποιο τρόπο;»
Ξαν. «Με κόπο πολύ».
Διο «Λοιπόν δεν κουβαλάει ο γάιδαρος το φορτιό που κουβαλάς;»
Ξαν. « Όχι».
Διο «Πώς όχι, όταν εσένα σε κουβαλά άλλος; Αν ακόμη ισχυρίζεσαι πως ο γάιδαρός σου δε σου δίνει ωφέλεια, τότε φορτώσου το γάιδαρο και κουβάλα τον».
Ξαν.«Αλίμονο ο κακορίζικος! Γιατί δεν έπαιρνα μέρος στη ναυμαχία; Τότε, αλήθεια, θα σ’ έκανα να τσιρίζεις για πολύ».
Ο Ξανθίας έχει μετανιώσει που δεν πολέμησε στη ναυμαχία των Αργινουσών, γιατί θα ήταν σήμερα λεύτερος και δε θα επέτρεπε στο αφεντικό του να του συμπεριφέρεται έτσι.(θράσος δούλου).
Οι δύο άνδρες, με την κουβέντα και τον τσακωμό τους, φτάνουν στο σπίτι του Ηρακλή.

Εικόνα δεύτερη: Συνάντηση Ηρακλή – Διόνυσου(στίχ. 35 κεξ)

Ο Διόνυσος προστάζει τον Ξανθία να κατεβεί από το ζώο και να χτυπήσει την πόρτα του Ηρακλή. Ο δούλος, υπακούοντας, χτυπά δυνατά την πόρτα του Ηρακλή. Σε λίγο βγαίνει ο Ηρακλής. Και, αντί να δεχτεί τον αδελφό του στο σπίτι του, στέκεται στην πόρτα και ξεσπά σε γέλια από το μασκάρεμα του Διόνυσου. Εκείνος προσπαθεί να του εξηγήσει το λόγο αλλά δυσκολεύεται. Κάποτε του εξηγεί το λόγο του μασκαρέματός του αλλά και το σκοπό της επίσκεψής του. Λαχταρά, του λέει, να πάει στον Άδη και να φέρει στον Απάνω Κόσμο τον Ευριπίδη. Είναι η πρώτη αναφορά στο θέμα της κωμωδίας για την ενημέρωση των θεατών.
Ηρ. «Τι τάχα θέλοντας;»
Διο. «Χρειάζομαι έναν άξιο ποιητή. Γιατί οι άξιοι δε ζουν πια, κι όσοι υπάρχουν είναι κακοί».
Ο Ηρακλής απορεί με την απόφαση του Διόνυσου και, για να τον αποτρέψει, του λέει: Γιατί δεν πας στον Αγάθωνα ή στον Ξενοκλή ή στον Πυθάγγελο ή ακόμη σε τόσους νέους που γράφουν στίχους καλύτερους από εκείνους του Ευριπίδη;
Ο Διόνυσος τους απορρίπτει όλους.
Διο. «Δε μου αρέσει κανένας από αυτούς, γι’ αυτό σε παρακαλώ δείξε μου το συντομότερο δρόμο για τον Άδη».
Ο Ηρακλής, περιγελώντας τον, τον ερωτά ποια από τις συμβουλές θέλει να ακούσει πρώτη.
Ηρ. «Γιατί υπάρχει μια από σχοινί κι από σκαμνί καμωμένη, να κρεμάσεις τον εαυτό σου!»
Διο. «Πάψε να μιλάς για στράτα πνιγμού».
Ηρ. «Υπάρχει όμως κι ένα μονοπάτι σύντομο και τριμμένο, αυτό με το γουδοχέρι».
Διο. «Άραγε μου μιλάς για το κώνειο;»
Ηρ.«Θέλεις να σου πω και μια κατηφορική στράτα; Κατρακύλα ίσια στον Κεραμεικό. Κι από εκεί ανέβα πάνω στον πύργο τον ψηλό…».
Διο. «Για να κάνω τι;»
Ηρ. «Βλέπε από εκεί το ξεκίνημα της λαμπαδηφορίας κι έπειτα, όταν πουν οι θεατές «εμπρός βουτιά», τότε κι εσύ κάνε τη βουτιά σου».
Ο Διόνυσος, βέβαια, τον ακούει σκεφτικός και προβληματισμένος. Αντιλαμβάνεται τη διάθεση του Ηρακλή και αμέσως αποφασίζει να πάρει άλλο δρόμο για τον ‘Αδη, δηλαδή αυτόν που πήρε και εκείνος, ο Ηρακλής, και έφτασε στον Κάτω Κόσμο, για να κλέψει τον Κέρβερο.
Στο δεύτερο μέρος οι συμβουλές του Ηρακλή προκαλούν το γέλιο στο κοινό αλλά προβληματίζουν το Διόνυσο, που κατανοεί ότι ο Ηρακλής θέλει να τον εμποδίσει από το εγχείρημά του, γι’ αυτό και του λέει ότι ο δρόμος αυτός είναι μακρύς και επικίνδυνος. Του επισημαίνει υπό τύπον ενημέρωσης πως πρώτα θα φτάσει στην Αχερουσία λίμνη, όπου ένας γέροντας με ναύλο δύο όβολα θα τον μεταφέρει με τη βάρκα του στην απέναντι όχθη, ενώ παράλληλα κατά τη διαδρομή θα τον συνοδεύει το τραγούδι των Βατράχων που θα τραγουδούν σαν τους κύκνους.
Στην άλλη άκρη θα αντικρίσει φίδια κι αγρίμια, λάσπες και ακαθαρσίες, εκεί μέσα ακριβώς, του λέει, βρίσκονται οι κολασμένοι. Λίγο πιο πέρα η εικόνα θα είναι διαφορετική. Στα αυτιά του θα φτάνουν ήχοι ευχάριστοι από αυλούς, θα βλέπει μυρτιές, θα συναντά ευτυχισμένους ανθρώπους-άντρες και γυναίκες-αυτοί είναι οι μακάριοι, που στον απάνω κόσμο είχαν μυηθεί στα μυστήρια. Κατοικούν κοντά στο παλάτι του Πλούτωνα και μπορεί από αυτούς να μάθει ό,τι θα χρειαστεί. Αυτά του λέει και τον αποχαιρετά. Κι όμως αυτός επιμένει. Έχει μάθει μερικά πράγματα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον και την επιθυμία του να φτάσει οπωσδήποτε στο σκοπό του. Χαιρετά το αδερφό του και συνεχίζει την πορεία του.
Ηρ.« …έχε γεια, αδελφέ μου»
Διο.«Μα το Δία, κι εσύ έχε γεια, και συ Ξανθία φορτώσου τις αποσκευές που μόλις απόθεσες κάτω».
Ξαν. «Τις κουβαλώ».

Εικόνα τρίτη: Η συνομιλία με έναν νεκρό!

Διο. Σωστά μιλάς. Και να, κουβαλούν αυτόν εδώ, κάποιον που είναι πεθαμένος. Ε, συ ,σ’ εσένα μιλώ, σε σένα που είσαι πεθαμένος. Άνθρωπέ μου, θέλεις να κουβαλήσεις τις αποσκευές μου στον Άδη;»
Νεκρ «Πόσες είναι οι αποσκευές;»
Διο. «Αυτές».
Νεκρ « Μου δίνεις δύο δραχμές;»
Διο. «Μα το Δία, ζήτα λιγότερα».
Νεκρ. «Τραβάτε με λοιπόν στο δρόμο μου».
Διο. «Περίμενε ευλογημένε, να δούμε αν μπορούμε κάπως να συμφωνήσουμε».
Νεκρ. «Αν δε μου πληρώσεις δύο δραχμές μη συνεχίζεις να μου μιλάς».
Διο. « Πάρε μιάμιση δραχμή».
Νεκρ «Λοιπόν, καλύτερα να γυρίσω πάλι στη ζωή».
Οργισμένος ο Ξανθίας ξεσπά:
Ξαν. «Άμε να πας στ’ ανάθεμα καταραμένε. Τα πάω εγώ».
Διο. «Καλό είσαι κι άξιο παλικάρι. Δρόμο τώρα, για το πλεούμενο να πάμε».
Η σκηνή ξαφνιάζει. Σηκώνεται ο νεκρός και μιλά. Διαπραγματεύεται την πρόταση του Διόνυσου. Τα κόμιστρα που του προτείνει, για τη μεταφορά των αποσκευών είναι λίγα και ασύμφορα, τα παζάρια δεν ευδοκιμούν και συνεχίζουν ο καθένας το δρόμο του. Συνήθειες του Άνω κόσμου επαναλαμβάνονται και στον Κάτω. Τι αλλάζει;
Ο Ξανθίας, λυπημένος, γιατί δεν μπόρεσε να ξεφορτωθεί το βάρος των αποσκευών του θεού, συνεχίζει την πορεία με το βάρος στην πλάτητου.
Εικόνα τέταρτη: Διόνυσος –Χάρων. Η διάβαση της Αχερουσίας(στ.183 κεξ)

Οι δύο άνδρες φτάνουν στην Αχερουσία λίμνη και βλέπουν να τους πλησιάζει η βάρκα του Χάροντα.
Χαρ. «Ποιος είναι για ξεκούραση απ’ τα βάσανά του κι απ’ τους καημούς;
Ποιος είναι για τον κάμπο κάτω της λησμονιάς;
Ποιος για τις τρίχες του γαιδάρου, και του Ταινάρου τη σπηλιά, την είσοδο του Άδη;»
(Θυμίζει τους σημερινούς κράχτες στα λιμάνια των τουριστικών νησιών μας που αναμένουν το καράβι προς άγρα πελατών)
Διο. «Εγώ!»
Χάρ. « Έμπα μέσα».
Διο «.Έλα, παιδί».
Χάρ. «Δεν παίρνω δούλο, αν για το τομάρι του δεν είχε ναυμαχήσει».
Ο Χάρων δέχεται πρόθυμα στη βάρκα του το Διόνυσο όχι όμως και το δούλο, γιατί δεν πολέμησε στις Αργινούσες να απελευθερωθεί. Τον υποχρεώνει να κάνει το γύρο της λίμνης με τα πόδια
Ξαν. «Πού, λοιπόν, θα σας περιμένω;»
Χαρ.«Κοντά στο ξερόβραχο, εκεί όπου αναπαύονται».
Διο. «Κατάλαβες;»
Ξαν. «Κατάλαβα».
(Ως τώρα κουβαλούσε ο γάιδαρος τον Ξανθία στην πλάτη του, ενώ πεζοπορούσε ο Θεός. Τώρα οι συνθήκες άλλαξαν. Πεζοπορεί ο Ξανθίας, για να κάνει το γύρο της Αχερουσίας λίμνης, ενώ ταξιδεύει σε βάρκα ο Θεός, αν και τραβά ο ίδιος κουπί και κουράζεται).
Ξεκινά η βάρκα και ο Χάρων υποχρεώνει το Διόνυσο, παρά τι διαμαρτυρίες του, να τραβά κουπί. Εκείνος διαμαρτύρεται ότι δεν πήγε στη Σαλαμίνα, για να ξέρει, ενώ ο Χάρων του λέει ότι θα τα καταφέρει, γιατί, μόλις θα πιάσει το κουπί, θα ακούει ωραία τραγούδια από τους Βατράχους που τραγουδούν σαν κύκνοι.
Κι ενώ η βάρκα πλέει στα νερά της λίμνης ακούγεται από τις όχθες της το τραγούδι των βατράχων, που αθέατοι τραγουδούν και ίσως συντονίζουν το ρυθμό της κίνησης των κουπιών, γεγονός που κάποτε εκνευρίζει το θεό, γιατί έχει αποκάμει από την κούραση.
«Βρεκεκέξ κοάξ, κοάξ. Εμείς των κεφαλόβρυσων τα βαλτινά παιδιά, βοερά ύμνους ας πούμε αρμονικούς ας πούμε το γλυκόφωνο τραγούδι μας, κοάξ κοάξ που για το Διόνυσο από τη Νύσα, του Δία το γιο, λαλήσαμε κάτω στο Λήναιο ναό, που στων αγίων Χύτρων τη γιορτή, για το μετόχι του τραβά μες στο μεθύσι του γλεντιού τ’ ανθρωπολόι τ’ αμέτρητο. Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ…Και φέρνω ακόμη τη χαρά και στο λυράρη Απόλλωνα, γιατί εγώ τρέφω δροσερά στις λίμνες καλαμόκλωνα, της λύρας του πίφερα».
Ο θεός είναι κατάκοπος από την προσπάθειά του και οργισμένος απαντά:
Διο. «΄Εχω κι εγώ πρηξίματα και πισινοσφίγματα, και σκύψε- σκύψε στο κουπί, στο τέλος πια κι αυτός θα πει».
( Εκείνο που ως τώρα απαγόρευε να λέει ως χωρατό ο Ξανθίας το φωνάζει με αγανάχτηση ο ίδιος)
Βάτρ. «Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ».
Διο. «Σκασμός, βρε τραγουδογενιά».
Οι Βάτραχοι συνεχίζουν για λίγο ακόμη το τραγούδι, αλλά, όταν η βάρκα φτάνει στην αντίπερα ακτή της Λίμνης, σταματούν.
Ο Διόνυσος πληρώνει τους δύο οβολούς στο βαρκάρη και απομακρύνεται για τον τόπο του ραντεβού με τον Ξανθία, τον οποίο βλέπει να τον πλησιάζει, αφού έχει κάνει το γύρο της λίμνης με τα πόδια.
Διο. «Τι είναι αυτός ο τόπος;»
Ξαν. «Σκοτάδι, βούρκος».
Διο. «Είδες λοιπόν κάπου εδώ τους πατροκτόνους και τους ορκαπάτες, όπως μας έλεγε εκείνος;»
Ξαν.«Δεν τους βλέπεις Εσύ; (Δείχνει τους θεατές). Ναι, τώρα τους βλέπω. Όταν κατά την πορεία τους ο Ξανθίας του μιλά για τη Λάμια που είδε, Εκείνος, τρομοκρατημένος από την άγρια όψη της, εξορκίζει τον Ξανθία να του πει αν τη βλέπει ακόμη. Ο Ξανθίας με όρκο τον βεβαιώνει πως εξαφανίστηκε. Η ένορκη βεβαίωση καθησυχάζει τον παλικαρά θεό.
Κι ενώ προχωρούν προς το παλάτι του Πλούτωνα, φτάνει από μακριά στα αυτιά τους ήχος αυλού. Προέρχεται από τους Μύστες που πλησιάζουν και αποτελούν τον κύριο χορό της κωμωδίας.
Το παραχορήγημα των Βατράχων έχει τελειώσει την αποστολή του, αφού συνόδεψε ως την αντίπερα ακτή το Διόνυσο και έδωσε το όνομά του στην κωμωδία.
Ο Διόνυσος προτείνει να ζαρώσουν κάπου και να ακούσουν το τραγούδι των Μυστών προσεχτικά.
Έτσι τελειώνει ο Πρόλογος των Βατράχων όχι όμως και οι δυσκολίες του Διόνυσου, που επιμένει να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Τελικά, παρά τις φοβίες του και τους παλικαρισμούς του ο Διόνυσος θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα πετύχει του σκοπού του, μόνο που θα αλλάξει το πρόσωπο του ποιητή που θα ανεβάσει στη γη. Η επιλογή ανάμεσα σε δύο σημαντικούς ποιητές, Αισχύλο και Ευριπίδη, είναι δύσκολη. Το ομολογεί ο ίδιος.
Δύσκολη η κρίση, μα το Δία Σωτήρα,
ο ένας σοφά, σταράτα τα είπε ο άλλος.(1433-34).
Τη σοφία διεκδικεί ο Αισχύλος, ενώ το σταράτο λόγο ο Ευριπίδης.
Ο Διόνυσος προτιμά τη σοφία, τον Αισχύλο, και αυτόν φέρνει στον Απάνω Κόσμο, γιατί αυτόν είχε ανάγκη εκείνη τη στιγμή η Αθήνα, για να ξαναβρεί την παλιά της αίγλη και δόξα.

Γενικές παρατηρήσεις

Η Παράβαση στην κωμωδία διακόπτει τη θεατρική δράση, για να επαινέσει ο Χορός συνήθως τον κωμικό ποιητή ή να προβεί σε άλλες σκέψεις και παροτρύνσεις, ενώ στον Πρόλογο ο ποιητής οφείλει να ενημερώνει το θεατή για το περιεχόμενο της κωμωδίας,, ώστε με τον τρόπο αυτό να δυνηθούν οι θεατές να παρακολουθήσουν και κατανοήσουν καλύτερα τα επί σκηνής δρώμενα.
Πολλούς τρόπους επινοεί ο κωμικός ποιητής, για να αρχίσει τον πρόλογο στην κωμωδία. Ένας από αυτούς είναι και του διαλόγου μεταξύ δύο προσώπων, όπως ακριβώς συμβαίνει και στους Βατράχους( Όρνιθες, Ιππείς, Ειρήνη…).
Στους Βατράχους το κοινό ενημερώνεται για την υπόθεση της κωμωδίας με το σταγωνόμετρο θα λέγαμε, γιατί ο θεατής αντιλαμβάνεται την ουσία του περιεχομένου της κωμωδίας, όχι τόσο από τον πρόλογο, όπου έχει μια γενική ενημέρωση, αλλά το πώς και το γιατί θα το πληροφορηθεί στο δεύτερο μέρος της κωμωδίας, που αποτελεί και το πλέον ενδιαφέρον από άποψη ουσίας και γέλιου, όταν αρχίζει ο λογοτεχνικός αγώνας μεταξύ Ευριπίδη και Αισχύλου για το ποιος από τους δύο ποιητές είναι ο καλύτερος.
Ο Πρόλογος των Βατράχων, αν και αποτελεί τον προθάλαμο της κωμωδίας, αναφέρεται λιγότερο στο θέμα της και περισσότερο στην περιπετειώδη πορεία του Διόνυσου και του δούλου του Ξανθία στον Άδη, με εμπλουτισμό μερικών χαρακτηριστικών σκηνών, όπου ο ποιητής με την εναλλαγή τους προετοιμάζει το θεατή για όσα παράξενα θα ακολουθήσουν, αφού έχει σκιαγραφήσει ένα Θεό λίγο πολύ ανθρώπινο και αποφασιστικό, ταυτόχρονα όμως φοβιτσιάρη και περίεργο. «Στην περίπτωση αυτή ο ανθρωπομορφισμός του θεού έχει φτάσει στο έσχατο όριο και ζητά την προστασία του ιερέα του, που παρακολουθεί την παράσταση του έργου σε πρωτοκαθεδρία μεταξύ των θεατών» Θ. Μαυρόπουλος.
Αναφέρεται, έστω και με τον τρόπο του, στον Άδη, στα τέρατα, στην Αχερουσία λίμνη, στο σκληρό βαρκάρη που δεν υπολογίζει κανένα ούτε θεό ούτε άνθρωπο. Τονίζει ότι δεν περνά κανείς την Αχερουσία λίμνη αν δεν έχει δύο όβολα για περατίκι. Οι δούλοι κάνουν το γύρω της λίμνης με τα πόδια. Πρόκειται για πράγματα λίγο πολύ γνωστά στο κοινό της εποχής.
Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει και κινεί το ενδιαφέρον του θεατή είναι ο τρόπος που τα παρουσιάζει ο κωμικός στη σκηνή, μια σκηνή που βγάζει γέλιο και προβληματισμό μαζί. Και αυτό είναι το σημαντικότερο από όλα τα άλλα γεγονότα που διανθίζουν τον κορμό της κωμωδίας και την καθιστούν ενδιαφέρουσα, αλλά προπαντός ωφέλιμη και διδακτική.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

1. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΟΛΥΜΠΙΟΣ
(Λιβάδι 1772- Μονή Σέκου 1821)

"Η ζωή του αληθούς πολίτου πρέπει να τελειώνει ή διά την ελευθερίαν του ή με την ελευθερίαν του"
" Ελληνική Νομαρχία"

Ο Γεωργάκης Νικολάου, η καταγωγή του, τα παιδικά του χρόνια

Ο Γεωργάκης Νικολάου, Ολύμπιος, υπήρξε ο επιφανέστερος αγωνιστής του Ολύμπου κατά την επανάσταση του 1821.
"Ο άνδρας αυτός τα είχε όλα: τον αδάμαστο και ίσιο χαρακτήρα, το υψηλό φρόνημα, το μεγάλο και σταθερό ενθουσιασμό, τη βαθιά πείρα του πολέμου, την άφταστη τόλμη και την επιβολή στους άλλους...Η μεγάλη αυτή ψυχή κατοικούσε το πιο κοινό κουφάρι. Ανάστημα μέτριο, αδύνατος, χλωμός, πρόσωπο κανονικό, σαγόνι μάλλον λεπτό, μύτη αετού: ήταν όλος δύο μάτια, μεγάλα, μυγδαλωτά. Ήτανε μάτια φλογερά και όμως γεμάτα σαν από παιδιάστικη αθωότητα και καλοσύνη. Λεβέντικο μουστάκι τούδινε το στρατιωτικό αέρα" (Σπύρος Μελάς).
"Ήτο καμωμένος από την ευγενή ύλη των εξαιρετικών ανδρών... αγνός άνθρωπος, χριστιανός, άψογος, ένθερμος πατριώτης και ήρως", συμπληρώνει ο Δ. Κόκκινος στην ιστορία του "Ελληνική Επανάστασις", σελ. 245.
Ο Γεωργάκης καταγόταν από τη μεγάλη γενιά των Λαζαίων, τους οποίους με δόλο κάλεσε στον Τίρναβο ο Βελή πασάς δήθεν να τους συμβουλευτεί και έτσι τους θανάτωσε. Φαίνεται πως, εκτός των άλλων και αυτή την εκδίκηση, και όχι μόνο, ορκίστηκε να πάρει πίσω ο νέος, όταν έγινε κλέφτης στην περιοχή του Ολύμπου.
Ο Γεωργάκης γεννήθηκε στο Λιβάδι της Ελασσόνας το Μάρτιο του 1772. Ο πατέρας του λεγόταν Νικόλαος Λάζος, ενώ η μητέρα του, γόνος επιφανούς οικογένειας του Λιβαδίου, Νικολέτα, την οποία έχασε νωρίς. Πέθανε από επιδημική ασθένεια λίγα χρόνια μετά τη γέννηση του. Την φροντίδα του ανέλαβε ο στοργικός πατέρας του και η δυναμική γιαγιά του Αγνή, που του στάθηκε δεύτερη μητέρα και φιλόστοργη γιαγιά. Δίπλα στη γυναίκα αυτή έζησε τα παιδικά του χρόνια και διδάχτηκε πολλά και χρήσιμα για τη μετέπειτα ζωή του. Ζώντας κοντά στον πατέρα του και τους δικούς του ανθρώπους ο νεαρός γόνος των Λαζαίων διδάδχτηκε πολλά και ωφέλιμα πράγματα, που σημάδεψαν αργότερα την ηρωική του παρουσία στα τεκτενόμενα της περιοχής του και όχι μόνο. Κοντά τους απόκτησε τις πρώτες εμπειρίες της ζωής. Άκουσε με προσοχή τους μύθους και τις παραδόσεις του τόπου του, αφουγκράσθηκε τους καημούς και τους πόνους των συγχωριανών του, συγκλονίστηκε από το πνεύμα του ηρωισμού και της παλικαριάς των κλεφτών του Ολύμπου και έκανε όνειρα για το δικό του μέλλον.
Για την καταγωγή του ήρωα ερίζουν κι άλλες πόλεις όπως η Φτέρη και η Μηλιά. Ο Γιωργάκης Ολύμπιος δεν ανήκει μόνο στον τόπο που γεννήθηκε αλλά και στα μέρη όπου πολέμησε και δοξάστηκε, ανήκει σε όλους τους Έλληνες, ανήκει στην ιστορία. Αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων ανδρών και ο Γεωργάκης, παρά το υποκοριστικό του όνομα, υπήρξε μεγάλος! Ένας γενναίος αγωνιστής της ελευθερίας που έκανε περήφανους τους Έλληνες!
Ζώντας στο Λιβάδι και σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 1100 μέτρων, συνήθισε να βλέπει σαν από αεροπλάνο κάτω την πεδιάδα χρυσοκίτρινη το καλοκαίρι από τα ώριμα σπαρτά και κατάλευκη το χειμώνα από τα πολλά χιόνια, γεγονός που του δημιουργούσε ένα αίσθημα υπέροχο, το οποίο όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια ακόμη μέσα του. Ζούσε με δέος αλλά και ανακούφιση μαζί, όταν κάθε τόσο έβλεπε την αστραπή στον Όλυμπο να μεταβάλλεται σε μπόρα και σε λίγο πάλι να γαληνεύει ο καιρός και ο ήλιος λαμπρός να χρυσώνει τις πλαγιές του.
Πέρασε την παιδική του ηλικία κοντά στη φύση. Ξάπλωσε κι αυτός μικρό παιδί κάτω από το δροσερό ίσκιο των πλατανιών το καλοκαίρι, όπως και όλα τα παιδιά της ηλικίας του, άφησε την παιδική του φαντασία να πετάξει, να ονειρευτεί δόξες και κατορθώματα για τον εαυτό του, ανάλογα με εκείνα των συγγενών και συγχωριανών του. Δροσίστηκε στα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά, πού έτρεχαν άφθονα παντού, ανέπνευσε το ζωογόνο αέρα του βουνού και ένιωσε λεύτερος κι ευτυχισμένος.
Η ζωή του κοντά στη φύση ή καλύτερα μέσα στη φύση διαμόρφωσε και το χαρακτήρα του. Έγινε γενναίος, ειλικρινής με τους άλλους και δίκαιος, ποτέ άδικος και σκληρός. Υπήρξε ανήσυχος, επινοητικός και θαρραλέος. Αναδείχτηκε εραστής της ελευθερίας και τρομερός πολέμιος της τυραννίας. Αγάπησε τη φύση και τον τόπο του. Κατανόησε πόσο σημαντική είναι η λευτεριά για έναν άνθρωπο, για ένα λαό, και όλα αυτά, θητεύοντας δίπλα σε τρεις μεγάλους δασκάλους, δηλαδή τη φύση, την οικογένειά του και το σχολείο.
Όταν μεγάλωσε και άρχισε να ασχολείται κι αυτός με τα όπλα, όπως τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του, οι δικοί του άνθρωποι του έδωσαν τις συμβουλές τους. Του είπαν με κάθε ειλικρίνεια πως τα όπλα που κρατά στα χέρια του πρέπει να μάθει να τα χρησιμοποιεί σωστά, γιατί μ' αυτά θα υπερασπιστεί τη ζωή του, αν κινδυνέψει, αλλά και θα πολεμήσει τον Τούρκο για τη λευτεριά της πατρίδας( από προσωπική μαρτυρία ενός των γερόντων της παρέας του Πολέζου). Παρακαταθήκη σημαντική, την οποία δε θα λησμονήσει ποτέ ο νεαρός Λιβαδιώτης.
Δεν ήταν όμως μικρότερης σημασίας και η προσφορά του σχολείου στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του νέου. Μαθήτευσε στην ονομαστή για την εποχή της σχολή του Λιβαδίου και ευτύχησε να έχει δασκάλους δύο σοφούς άνδρες: τον Ιωάννη Πέζαρο και τον Ιωνά Σπαρμιώτη. Οι λαμπροί αυτοί δάσκαλοί του δε δίδαξαν στο μικρό μαθητή τους μόνο γραφή, ανάγνωση και αριθμητική, αλλά και κάτι άλλο πιο σημαντικό και πιο σπουδαίο, του δίδαξαν την ένδοξη ελληνική ιστορία. Ενεφύσησαν στην τρυφερή ψυχή του την αγάπη για την πατρίδα και τη λευτεριά. Η λευτεριά, του τόνισαν, δεν είναι αγαθό ουρανόσταλτο και ούτε δωρίζεται σε κανέναν από κανένα. Κατακτιέται από τον καθένα με αγώνες, θυσίες και αίμα. Γι' αυτό βλέπεις τους καπεταναίους και όλους τους αρματολούς να κρατούν όπλα. Μ’ αυτά πολεμούν τον τούρκο, το δυνάστη και υπερασπίζονται τη ζωή τους, την πατρίδα, τη λευτεριά τους, την αξιοπρέπειά τους.
Ο νεαρός Γεωργάκης κράτησε βαθιά στην καρδιά του τις συμβουλές των γονιών και των δασκάλων του και τις έκανε πράξη, όταν μεγάλωσε. Αναδείχτηκε γενναίος πολεμιστής, θερμός πατριώτης και μέγας αγωνιστής της ελευθερίας. Τη μεγάλη του φιλοπατρία και το απαράμιλλο θάρρος του ομολογεί και ο Άγγλος ιστορικός Φίνλεϋ, ο οποίος είναι γνωστό πόσο μισούσε τους Έλληνες.
Γι’ αυτό και η μαρτυρία του έχει αξία.
"Ο Γεωργάκης, γράφει, υπήρξε ειλικρινής πατριώτης... άνθρωπος θαρραλέος και λογικός, είχε αποκτήσει στρατιωτική πείρα στη ρωσική υπηρεσία, και ήταν με ενθουσιασμό αφοσιωμένος στην υπόθεση της Ελλάδας...".

Ο Γεωργάκης αρχικαπετάνιος του Ολύμπου
Μεγαλώνοντας μέσα σε μια οικογένεια κλεφταρματολών ο μικρός Γεωργάκης γρήγορα έκανε τις αγωνίες και τις φιλοδοξίες των συγγενών του και δικές του. Χειροκροτούσε περήφανος και χαρούμενος τους κλέφτες, όταν τους έβλεπε να επιστρέφουν από τις μάχες αρματωμένοι. Χάιδευε με τα παιδικά του χέρια τα μπαρουτοκαπνισμένα καριοφίλια, άκουε με προσοχή και θαυμασμό τα κατορθώματά τους και η παιδική του ψυχή σκιρτούσε μέσα του, γιατί ήθελε κι αυτός μια μέρα να φορέσει τα άρματα και να πολεμήσει τον εχθρό, όπως όλοι οι συντοπίτες του.
Τα παιδικά χρόνια πέρασαν γρήγορα και ο Γεωργάκης εικοσάχρονο πια παλικάρι, λιγνό και ωραίο, με μάτια που έδειχναν αποφασιστικότητα και τόλμη, εντάχθηκε στο ασκέρι του συγγενή του Έξαρχου Λάζου, για να γίνει σε λίγο ένας ονομαστός κλέφτης και πρωτοπαλίκαρο στο ασκέρι του θείου του, Τόλιου Λάζου, ξακουστού κλέφτη του Ολύμπου. Ο θείος τον δέχτηκε με χαρά στο ασκέρι του, γιατί πίστευε πως ο αγώνας θα ήταν μακροχρόνιος και θα χρειαστεί νέο αίμα και νέους ανθρώπους.
Η ημέρα εκείνη υπήρξε σημαντική και ορόσημο στη ζωή για το νεαρό κλέφτη. Δε θα λησμονήσει ποτέ τη στιγμή που έπαιρνε τα άρματα από τα χέρια του συγγενή του, μπροστά στα άλλα παλικάρια του ασκεριού του. Ο νεαρός, συγκινημένος βαθιά αλλά ταυτόχρονα και περήφανος για την εμπιστοσύνη του έμπειρου καπετάνιου στο πρόσωπό του, ορκίστηκε πίστη και αφοσίωση στους σκοπούς και επιδιώξεις της κλεφτουριάς. Και όσον καιρό έμεινε στο ασκέρι του ποτέ δε λησμόνησε τον όρκο του. Φρόντιζε καθημερινά με λόγια και έργα να τον επιβεβαιώνει.
Κοντά στον έμπειρο πολέμαρχο και τους άλλους γνωστούς για την ανδρεία τους καπετάνιους του Ολύμπου το μικρό κλεφτόπουλο διδάχτηκε την τέχνη του κλεφτοπόλεμου, διδάχτηκε πώς θα αντιμετωπίζει τον εχθρό ή πώς θα τον παραπλανά, για να πετύχει το σκοπό του με λιγότερες απώλειες. Ο θείος του, βλέποντας το νέο να προσαρμόζεται στο περιβάλλον του κλέφτη και να μεταμορφώνεται γρήγορα σε έναν ανδρειωμένο πολεμιστή, τον προήγαγε σε πρωτοπαλίκαρό του. Η προαγωγή ήταν δίκαια, αλλά συνεπαγόταν περισσότερες ευθύνες, αφού μια τέτοια πράξη υπονοούσε διαδοχή στο καπετανάτο του Ολύμπου, αν εκείνος, για οποιονδήποτε λόγο, έφευγε από τη ζωή.
Δεν πέρασαν ούτε πέντε χρόνια από τότε που έγινε κλέφτης ο Γεωργάκης και η ανελέητη μοίρα σημάδεψε και τη ζωή του γενναίου θείου του. Το 1798, σε μια μάχη κοντά στη Μονή Πέτρας του Ολύμπου, εναντίον των Τούρκων, όπου έλαβε μέρος και ο Γεωργάκης, ένα θανατερό βόλι βρήκε το γενναίο αρματολό Τόλη Λάζο και του έκοψε πρόωρα το νήμα της ζωής του. Όπως ήταν το έθιμο των κλεφτών, αρχηγός του ασκεριού έγινε το πρωτοπαλίκαρό του, ο Γεωργάκης, Αργότερα ανακηρύχτηκε και επίσημα από τους συμπολεμιστές του καπετάνιος του Ολύμπου και από τότε του προστέθηκε το παρεπίθετο "ολύμπιος". Ήταν τότε ο Γεωργάκης μόλις 26 χρόνων.
Από τη στιγμή εκείνη ο Γεωργάκης Νικολάου πρόσθεσε στο όνομά του και το "ολύμπιος", με το οποίο πέρασε στην ιστορία και την αθανασία. Το χρησιμοποιούσε σχεδόν σε όλες ή τις περισσότερες επιστολές που έστελνε σε διάφορα πρόσωπα. Υπόγραφε συνήθως ως Γεωργάκης Νικολάου Ολύμπιος, σπανιότερα όμως και ως Γεωργάκης Νικολάου.

Η δράση του Γ. Ολύμπιου στην Ελλάδα, στη Σερβία και το ρωσικό στρατό
Η δράση του στην Ελλάδα
Ο Γιωργάκης, ως αρματολός του Ολύμπου, πολέμησε τον εχθρό στην περιοχή του μαζί με τους άλλους καπετάνιους για αρκετά χρόνια.Έδειξε θάρρος και αποφασιστικότητα μοναδική και σημείωσε αρκετές επιτυχίες στον πόλεμο αυτό. Το 1798, ήταν μοιραία χρονιά και για τον Ολύμπιο, όπως και για τον αγώνα των συμπολεμιστών του στην περιοχή του Ολύμπου, της Πιερίας και του ευρύτερου χώρου, γιατί ο πασάς των Ιωαννίνων, Αλής Τεπενλελής, θέλοντας να εξασφαλίσει τα νώτα του και να επεκτείνει την εξουσία του στην περιοχή, αποφάσισε να εξοντώσει τους καπετάνιους του Ολύμπου και να αφανίσει από την περιοχή τους κλέφτες που ενοχλούσαν την οθωμανική αυτοκρατορία και τον ίδιο προσωπικά. Επιχείρησε αρκετές φορές ο ίδιος να εξοντώσει τους κλέφτες του Ολύμπου, αλλά οι προσπάθειές του απέτυχαν. Τότε ανέθεσε το δύσκολο αυτό έργο στο φιλόδοξο γιο του Μουχτάρ Πασά. Ο τελευταίος, οδηγώντας είκοσι χιλιάδες επίλεκτους Αλβανούς στρατιώτες, κινήθηκε εναντίον των κλεφτών του Ολύμπου, αποφασισμένος να δώσε ένα τέλος στην υπόθεση αυτή.
Ακολούθησαν πολλές σκληρές και αιματηρές μάχες. Οι αρματολοί του Ολύμπου(Λάζος, Τζαχείλας, Ρομφέης, Γεωργάκης Ολύμπιος), μην μπορώντας να αντιμετωπίσουν την τεράστια τουρκική δύναμη, επειδή βρέθηκαν σε δεινή θέση, εγκατέλειψαν την περιοχή τους και άλλοι κατέφυγαν με τις οικογένειές τους στη Σκόπελο, άλλοι στη Σκιάθο και σε άλλα νησιά.
Ο Ολύμπιος, παρά τη φυγή των συμπολεμιστών του, παρέμεινε στο αρματολίκι του και με τους άνδρες του συνέχισε τον κλεφτοπόλεμο κατά των στρατευμάτων του Μουχτάρ, έναν πόλεμο άνισο και δύσκολο.
Λέγεται πως, κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου, επισκέφτηκε το Γεωργάκη Ολύμπιο στην περιοχή του ο Σέρβος αρματολός Βέλκος Πέτροβιτς (Άνοιξη 1804) και ζήτησε από τους καπεταναίους να βοηθήσουν τη σερβική επανάσταση, που είχε ξεσπάσει εναντίον της καταπίεσης των Γενιτσάρων στη Σερβία. Ο Γιωργάκης θεώρησε κατάλληλη την ευκαιρία της σύμπραξης Ελλήνων και Σέρβων σε κοινό κατά των τούρκων αγώνα, γιατί μόνον έτσι θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα το όνειρο του Ρήγα Φεραίου αλλά και το δικό του που ταυτιζόταν με εκείνο του Ρήγα. Όταν όμως σε λίγο διαπίστωσε κι αυτός πως ήταν αδύνατο να ανατρέψει την κατάσταση στον Όλυμπο, όπως είχε δημιουργηθεί, μετά τη φυγή των κλεφτών στα νησιά, αποφάσισε μαζί με το Νικοτσάρα και τον Καρατάσο να μεταβούν στη Σερβία και να πολεμήσουν εκεί στο πλευρό των Σέρβων επαναστατών.
Με τους 550 περίπου άντρες τους διέσπασαν τον κλοιό των τουρκικών στρατευμάτων του Μουχτάρ και πέρασαν, μέσω Μακεδονίας, στην επαναστατημένη Σερβία, για να συνεχίσουν τον αγώνα τους κατά των Τούρκων στο σερβικό έδαφος.

Η δράση του στη Σερβία (Μάιος 1804)
΄Οταν έφθασαν στη Σερβία, διαπίστωσαν πως οι επαναστάτες υπό τον Καραγεώργη βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, γιατί ήταν περικυκλωμένοι από τα τουρκικά στρατεύματα. Οι Γενίτσαροι από την πλευρά τους, όταν πληροφορήθηκαν την άφιξή τους, θορυβήθηκαν, πλην όμως ο Ολύμπιος, φερόμενος έξυπνα απέναντί τους, καθησύχασε τους Γενίτσαρους, λέγοντας πως η παρουσία τους στη Σερβία είχε σκοπό να βοηθήσει τον Πασά, ο οποίος πολεμούσε να καταστείλει τη σερβική εξέγερση.
Γι’ αυτό στην αρχή εντάχθηκαν οι άνδρες του Ολυμπίου και των άλλων αγωνιστών στην υπηρεσία του Πασά ως μισθοφόροι. Με τον τρόπο αυτό ξεπέρασαν τις πρώτες δύσκολες ημέρες στη Σερβία, παράλληλα όμως απόκτησαν πραγματική γνώση των όσων συνέβαιναν στη χώρα, αφού ο αγώνας των Σέρβων πατριωτών συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση.
Ο Ολύμπιος, στο χρονικό διάστημα που βρισκόταν στην υπηρεσία του Πασά, βρήκε τον τρόπο και επικοινώνησε με τον αρχηγό των Σέρβων Καραγεώργη, που ήταν κυκλωμένος από τα τουρκικά στρατεύματα και η κατάστασή του ήταν απελπιστική. Η επικοινωνία οδήγησε σε μυστική συμφωνία μεταξύ τους. Συναποφάσισαν την από κοινού επίθεση κατά των Τούρκων την ημέρα του Μπαϊραμιού (1804). Η πίεση ήταν ισχυρή που δέχτηκαν τα τουρκικά στρατεύματα και οι πολιορκημένοι Σέρβοι, εκμεταλλευόμενοι τη σύγχυση που επικράτησε, διέσπασαν τον τουρκικό κλοιό και σώθηκαν. Μαζί τους σώθηκε και ο αρχηγός τους, ο Καραγεώργης.
Ο Καραγεώργης Πέτροβιτς, μετά τη σωτηρία του, γνωρίστηκε με το Γ. Ολύμπιο, εκτίμησε τις ικανότητές του και συνδέθηκε μαζί του με άρρηκτη φιλία, η οποία κράτησε ως τη δολοφονία του από τον πολιτικό του αντίπαλο Μίλος Οβρένοβιτς (1817).
Στη Σερβία ο Ολύμπιος είχε την ευτυχία να συναντήσει ίσως για δεύτερη φορά το Σέρβο αρματολό Βέλκο Πέτροβιτς, του οποίου την πλούσια χήρα, Στάνα, νυμφεύτηκε αργότερα, όταν για δεύτερη φορά επέστρεψε στη Σερβία, το 1814, εκτελώντας μυστική αποστολή του Τσάρου Αλέξανδρου της Ρωσίας, στην υπηρεσία του οποίου βρισκόταν τότε ο Γεωργάκης, Ο Ολύμπιος, όταν έγινε γνώστης του σκοπού της σερβικής επανάστασης και των ιδεών των ανθρώπων που την καθοδηγούσαν, σκέφτηκε πως ήρθε η ώρα να λάβει σάρκα και οστά το σχέδιο του Ρήγα, που προέβλεπε κοινή εξέγερση όλων των λαών της βαλκανικής κατά της τουρκικής αυτοκρατορίας. Πίστευε πως μπορεί να γίνει πραγματικότητα το σχέδιο αυτό, αν συντρέξει την επανάσταση των λαών της βαλκανικής και η τσαρική χριστιανική Ρωσία. Ο Ολύμπιος δεν έκανε επιλογή χώρου. Πολεμούσε τον Τούρκο, όπου τον συναντούσε. Πίστευε πως πολεμώντας στη Σερβία, ήταν σαν να πολεμούσε για την Ελλάδα και τη λευτεριά της. Ο αγώνας για τη λευτεριά, έλεγε, όπου και αν διεξάγεται είναι ιερός, πολύ δε περισσότερο, εάν αυτός έχει ως στόχο τον αντίχριστο τούρκο δυνάστη. Έτσι σκεφτόταν ο γενναίος αγωνιστής και μόνον έτσι δικαιολογούνται οι μάχες που έδωσε σε διάφορα μέρη μέσα στην Ελλάδα και έξω από αυτήν.
Πολεμούσε τον Τούρκο και οραματιζόταν τη λευτεριά των Ελλήνων αλλά και των άλλων λαών της βαλκανικής. Οι καταπιεσμένοι έχουν υποχρέωση να αγωνίζονται για τη λευτεριά τους και μόνοι και μαζί με άλλους. Η λευτεριά είναι αγαθό που πρέπει να απολαμβάνει ο κάθε άνθρωπος, χωρίς καμιά διάκριση ή εξαίρεση. Αυτή ήταν η βαθιά του πίστη και αυτή τον οδηγούσε στον αγώνα του κατά της τουρκικής τυραννίας. Επειδή όμως πιστεύει στη συνεργασία των λαών της Βαλκανικής για αγώνα εναντίον της τουρκικής σκλαβιάς, γι’ αυτό απευθύνεται στον ηγεμόνα της Βλαχίας Κωνσταντίνο Υψηλάντη και τον ικετεύει να βοηθήσει την επανάσταση και να οργανώσει κι αυτός στη Βλαχία ένα κίνημα παρόμοιο μ΄ αυτό της Σερβίας. Με τον τρόπο αυτό πίστευε πως θα εξαναγκάσει την τουρκία να επέμβει, για να καταστείλει την εξέγερση, οπότε ήταν πολύ πιθανό να εκραγεί ένας ρωσοτουρκικός πόλεμος, γεγονός που θα βοηθούσε την επανάσταση και τους σκοπούς της. Δυστυχώς για τους σκλάβους το σχέδιο απέτυχε όπως και Σερβική εξέγερση.

Η δράση του Γ. Ολύμπιου στο ρωσικό στρατό
Όταν, λοιπόν, ατόνισε η σερβική επανάσταση, ο Γεωργάκης Ολύμπιος πέρασε στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν πολυπληθές και παρουσιάστηκε στον ηγεμόνα του Βουκουρεστίου Κ. Υψηλάντη, μέσω του οποίου αργότερα γνώρισε και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που ήταν γιος του ηγεμόνα.
Με τον Κ. Υψηλάντη κατέστρωσαν ένα φιλόδοξο σχέδιο, που απέβλεπε να ξεσηκώσουν τους ΄Ελληνες και τους Σέρβους σε κοινό κατά των Τούρκων αγώνα. Ο Κ.Υψηλάντης, που εκτίμησε την προσωπικότητά του, τον κράτησε κοντά του και τον διόρισε Λοχαγό της Αλβανικής Φρουράς του Βουκουρεστίου.
Κάποια στιγμή φάνηκε πως το όραμα του Ρήγα Φεραίου θα γινόταν πραγματικότητα. Το σχέδιο όμως αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ, γιατί ο Κ. Υψηλάντης, λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου(1806), διαφώνησε με το στρατηγό Κουτούζωφ, εγκατέλειψε το αξίωμά του και έφυγε για το Κίεβο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα.
Για το Γεωργάκη δυσκόλεψαν τα πράγματα, γιατί ή έπρεπε να εγκαταλείψει τη Βλαχία ή να βρει κάποια άλλη λύση. Γι' αυτό, το 1806, όταν ο ρωσικός στρατός εισέβαλε με το στρατηγό Κουτούζωφ στη Βλαχία, ο Ολύμπιος, με αρκετούς άνδρες(1300), ύψωσε τη σημαία της επανάστασης και προσχώρησε στη ρωσική δύναμη. Στη μεγάλη μάχη του Οστρόβου μεταξύ Ρώσων και Τούρκων, όχι μόνο νίκησε τους Τούρκους, αλλά κατάφερε να συλλάβει 3200 αιχμαλώτους και να τους προσφέρει δώρο στο στρατηγό του. Για την επιτυχία του αυτή, με έγγραφο που φέρει ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 1807 και υπογράφεται από τον υποστράτηγο Ι. Σμολένσκυ, του ανακοινώθηκε η απονομή του βαθμού του συνταγματάρχη.
"Τω κυρίω συνταγματάρχη Νικολάου Ολυμπίω,
"Η αυτού Εκλαμπρότης ... δια διατάγματος της πρώτης Νοεμβρίου, με ειδοποίησεν ότι υμείς κατά το της Α. Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος Διάταγμα, το εκδοθέν εις το Αυτοκρατορικόν Στρατιωτικόν Υπουργείον τη τριακοστή του παρελθόντος Αυγούστου δια την εξαίρετον ανδρείαν υμών, εκδηλωθείσαν εν τη μάχη κατά του τουρκικού στρατού εν τω χωρίω Οστρόβω, μετωνομάσθητε από Αλβανόν λοχαγόν ( αυτός ήταν ο τίτλος του Γεωργάκη στο στρατό του ηγεμόνα Κ.Υψηλάντη), συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού. Το Υψηλόν τούτο Διάταγμα δια του αυτού εγγράφου αναγγέλλεται ήδη εις Υμάς, διέταξα δε να ορκισθήτε δια τον βαθμόν τούτον......"
τη 3 Δεκεμβρίου 1807 Κραγιόβα
Ο υποστράτηγος: Ι. Σμολένσκυ
Έτσι, ο Γεωργάκης πέρασε στο ρωσικό στρατό και πολέμησε πολλές φορές με απαράμιλλο θάρρος μαζί του τους Τούρκους.
Ανήσυχος, όπως πάντα, ο Ολύμπιος, μόλις κηρύχτηκε ο νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος (1811) έφυγε από τη Ρωσία και με εθελοντικό σώμα έφθασε στον κόλπο του Ξηρού και από εκεί με πλοιάρια στην Τένεδο. Αφού κατέλαβε το νησί με άλλους Μακεδόνες, έπλευσε στην ακτή της Πιερίας, όπου νίκησε την τουρκική φρουρά του Πλαταμώνα και κήρυξε την επανάσταση για μια ακόμη φορά στην περιοχή του Ολύμπου και των Πιερίων, ανεπιτυχώς βέβαια, αφού εντός ολίγου η συναφθείσα ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας ματαίωσε το ρωσικό ενδιαφέρον για την ελληνική εξέγερση.
Ο Ολύμπιος, με την καρδιά βαριά και το κορμί γεμάτο πληγές, γύρισε στις ηγεμονίες, όπου συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ρωσικό στρατό. Στη μάχη μάλιστα του Βιδινίου ανδραγάθησε και πάλι. Για την πράξη του αυτή απέσπασε όχι μόνον το θαυμασμό αλλά και την εκτίμηση των Ρώσων συμπολεμιστών του και του στρατηγού Ισάιεφ. Ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας, τον τίμησε για το κατόρθωμά του και του απένειμε το παράσημο των Ιπποτών του Τάγματος της Αγίας ΄Αννης
Το έγγραφο του Αυτοκράτορα έχει ως εξής:
"Ημείς ελέω θεού Αλέξανδρος Α΄ Ιμπεράτορ και Αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών,
Τω Κ. Αλβανώ συνταγματάρχη Γεωργίω Ν. Ολυμπίω
Προς αμοιβήν της ενζήλου υπηρεσίας υμών και της διακρίσεως, επιδειχθείσης εν τω πολέμω του 1811 κατά των Τούρκων και ιδίως εν τη μάχη της 9ης Οκτωβρίου εις την δεξιάν όχθην του Δουνάβεως παρά το Βιδίνι, όπου υμείς ευρισκόμενοι μεταξύ εθελοντών, πρώτος ερρίφθητε εις το εχθρικόν ιππικόν και εδηλώσατε την σπανίαν ανδρείαν, το θάρρος και τον ζήλον, πανευμενέστατα αναγορεύομεν υμάς τη 12 Ιουνίου 1812, ιππότην του τάγματος της Αγίας ΄Αννης τετάρτης τάξεως...'
Τη 9η Οκτωβρίου 1812
Εξεδόθη εν τω γραφείω των Αυτοκρατορικών Ταγμάτων
Πετρούπολις31 Ιανουαρίου1818
Η φήμη του Ολύμπιου και τα λαμπρά του κατορθώματα συγκίνησαν τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ώστε, το 1812, τον προσέλαβε στην ιδιαίτερη υπηρεσία του, ενώ λίγο αργότερα, το 1814, γνωρίζοντας καλά τις ικανότητές του, την αφοσίωσή του και το θάρρος του, τον πήρε μαζί του ως στρατιωτικό ακόλουθο και σύμβουλό του στο Συνέδριο της Βιέννης. Από εκεί τον έστειλε με εμπιστευτικά έγγραφα- ίσως για τον Καραγεώργεβιτς της Σερβίας-στη Βεσσαραβία.
Ο Γεωργάκης όμως περνώντας από τη Μπέλλα Τσέροβα της Αυστρίας, όπου έμενε η χήρα του αδελφοποιτού του Βέλκο Πέτροβιτς, και πριν μεταβεί στη Βεσσαραβία, προέβη στην εκτέλεση μιας άλλης εντολής, της εντολής της καρδιάς του. Ζήτησε σε γάμο την ωραία Στάνα. Η πρότασή του έγινε δεκτή. Δυστυχώς, δεν έμεινε πολύ μετά το γάμο του εδώ, γιατί το καθήκον τον καλούσε σε νέους αγώνες.
Μαζί της απέκτησε τρία παιδιά: το Μιλάνο, τον Αλέξανδρο και την Ευφροσύνη, που γεννήθηκε μετά το θάνατό του.
Ο Ολύμπιος ήταν γαλουχημένος με υψηλές ηθικές αρχές και φαίνεται πως αισθανόταν υποχρέωση και καθήκον ιερό για το γάμο αυτό. Γι' αυτό μόλις του δόθηκε η ευκαιρία τον πραγματοποίησε πρόθυμα. Υπήρξε συνεπής και τίμιος άνδρας τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους, τους φίλους του και τους συναγωνιστές του.
Η Στάνα αγάπησε τον Ολύμπιο και τον αγώνα του, γι' αυτό αργότερα δε δίστασε να δανείσει στη Φιλική Εταιρία 5500 φλουριά. Λίγο μετά το θάνατό του η Στάνα, εκτελώντας την επιθυμία του άντρα της, εγκατέλειψε την πατρίδα της και εγκαταστάθηκε με τα τρία παιδιά της στην Αθήνα, όπου και πέθανε(;).

Ο Γεωργάκης μέλος της Φιλικής Εταιρίας και αρχιστράτηγος των στρατευμάτων του Δουνάβεως
Ό,τι με επιμονή και αγώνες προσπάθησε να πετύχει ο γενναίος αγωνιστής και φλογερός πατριώτης μέσα και έξω από τη γαλάζια πατρίδα του, ας μη χαρακτηρισθεί ως τυχοδιωκτισμός, αλλά ως διακαής πόθος για δράση και ελευθερία, γεγονός που του πρόσφερε η μύησή του στη Φιλική Εταιρία.
Ένας από τους πρώτους Έλληνες της περιοχής αυτής, που μυήθηκε στους σκοπούς της Φιλικής Εταιρίας, ήταν και ο Γεωργάκης Ολύμπιος.
Ο Τ. Κανδηλώρος υποστηρίζει πως ο Γεωργάκης μυήθκε στην Φ. Εταιρία από το φιλικό Γ. Λεβέντη το 1817, ο οποίος τότε διηύθυνε το Ρωσικό Προξενείο στο Ιάσιο και ήταν παλιός γνώριμος και φίλος του. (Το περιστατικό της μύησης αναλυτικά στην Ιστορία του Τ. Βουρνά,Φιλική Εταιρία , Αθήνα 1959).
Ο ίδιος συμπληρώνει: " Ο Γ. Ολύμπιος δεν είναι απλός εταίρος, αλλά ένας εκ των 12 αποστόλων, προορισμένος δια την Σερβίαν, βάσει καταλόγου, τον οποίον ο Σκουφάς "επί κλίνης θανάτου κείμενος κατήρτισεν". Ο Γεωργάκης αναφερόταν στον κρυπτογραφικό κώδικα της Εταιρίας με τον αριθμό ΙΙΙ. Η Εταιρία τον προόριζε για τη Σερβία και τούτο, γιατί είχε πολλούς φίλους εκεί, αλλά και γιατί απολάμβανε την αγάπη και εκτίμηση του σερβικού λαού, για την προσφορά του στον αγώνα του για τη λευτεριά και ανεξαρτησία του από τον τουρκικό ζυγό. Όλοι γνώριζαν την προσφορά του στον αγώνα των Σέρβων εναντίον των Τούρκων. Αυτό οι Σέρβοι δεν το λησμόνησαν ποτέ.
Η μύησή του στη Φιλική Εταιρία γέμισε με χαρά και ελπίδα τον Ολύμπιο, γιατί επιτέλους το γένος έχει πάρει την τύχη στα χέρια του και εργαζόταν μυστικά μεν, αλλά οπωσδήποτε αποφασιστικά για το μεγάλο ξεσηκωμό. Ενεργώντας κι αυτός για λογαριασμό της Οργάνωσης, επωμίστηκε την ευθύνη να μυήσει στα μυστικά της Φιλικής Εταιρίας τον Καραγεώργη της Σερβίας, παλαιό γνώριμο και καλό φίλο του, που βρισκόταν εξόριστος στη Βεσσαραβία, αλλά δεν έπαυε να ενδιαφέρεται για την πατρίδα του. Ο Γεωργάκης, εκτός από τον Καραγεώργη, μύησε και τον ελληνικής καταγωγής γραμματέα του Ναούμ, καθώς και το Σέρβο Πατριάρχη, ευρισκόμενο τότε στη Βεσσαραβία.
Παρά τις καλές διαθέσεις του Καραγεώργη και των συνεργατών του για μια συνεργασία μεταξύ Σέρβων και Ελλήνων εναντίον της τουρκικής σκλαβιάς, αυτή ματαιώθηκε, γιατί δολοφονήθηκε ο Καραγεώργης και ο γραμματέας του την ώρα που κοιμόταν, από τον δήθεν μεσολαβητή Βουλίσεβιτς, που αποδείχτηκε όργανο του Μίλος Οβρένοβιτς, πολιτικού αντιπάλου του Καραγεώργη (13 Ιουλίου 1817).
Ο Μίλος Οβρένοβιτς, που συνέχισε την εξέγερση και τον αγώνα των Σέρβων για ελευθερία και ανεξαρτησία, παρά τις προτάσεις του Γεωργάκη για συνεργασία, εκείνος, όντας "πονηρός και καιροσκόπος", όπως τον χαρακτήρισε ο Ολύμπιος, απέφυγε να απαντήσει ευθέως και κράτησε στάση αναμονής. Πίστευε πως με τη στάση του αυτή θα πετύχει την ανεξαρτησία της Σερβίας με συναίνεση της Πύλης.
Ήταν η πρώτη σοβαρή προσπάθεια στη νεότερη ελληνική ιστορία, για να επιτευχθεί συμμαχία Ελλήνων και Σέρβων, την οποία τόσο πολύ επιθυμούσε η Φιλική Εταιρία και ασφαλώς θα βοηθούσε πολύ στην εξέλιξη των πραγμάτων στη Βαλκανική.
Ύστερα όμως από την τροπή αυτή που πήραν τα πράγματα στη Σερβία, ο Γεωργάκης, θλιμμένος για την αποτυχία του σχεδίου αλλά και τον τραγικό θάνατο του φίλου του, πήρε το δρόμο της επιστροφής. Με τους λίγους άνδρες του έφτασε στο Βουκουρέστι, όπου ο Μιχαήλ Σούτσος, ηγεμόνας της Βλαχίας, που ήθελε να οργανώσει το πυροβολικό της ηγεμονίας του, βρήκε στο πρόσωπο του τον κατάλληλο άνθρωπο. Τον διόρισε αρχιστράτηγο των ενόπλων δυνάμεων των Παραδουνάβιων ηγεμονιών.
Το Φεβρουάριο του 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός πια της Φιλικής Εταιρίας, επισκέφτηκε το Κίεβο, όπου άρχισε με τους Φιλικούς, που συγκεντρώθηκαν στην πόλη αυτή, τις πρώτες του επαφές και συζητήσεις για την καλύτερη οργάνωση του Αγώνα. Στη συνάντηση του Κιέβου συζητήθηκαν πολλά θέματα και ελήφθησαν ορισμένες σοβαρές αποφάσεις. Μια από αυτές ήταν και ο διορισμός του Γεωργάκη Ολυμπίου ως αρχιστρατήγου των στρατευμάτων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών.
Τη γνωστοποίηση στον Ολύμπιο ανέθεσε ο Υψηλάντης στους Φιλικούς Ξάνθο και Περραιβό, οι οποίοι επρόκειτο να κατέλθουν στην Ελλάδα. Έτσι, οι δύο Φιλικοί, περνώντας από το Βουκουρέστι, όπου βρισκόταν ο Γεωργάκης, παρουσία του Γ. Λεβέντη, του ανακοίνωσαν την απόφαση του Αρχηγού. Ο Γεωργάκης από την αναπάντεχη είδηση έμεινε για λίγο άναυδος. Όταν συνήλθε από την έκπληξη και συγκίνηση ορκίστηκε ενώπιον όλων πίστη και αφοσίωση μέχρι θανάτου στον Αρχηγό και τους σκοπούς του Αγώνα.
Η αναγνώριση αυτή ήταν η μεγαλύτερη που του έγινε από ελληνικής πλευράς και ήταν δίκαια, αφού ο Γεωργάκης ήταν πράγματι ικανός για τη θέση αυτή. Από την άλλη μέρα άρχισε να κινείται για την καλύτερη οργάνωση των στρατευμάτων, τον εξοπλισμό και την εκπαίδευσή τους, ώστε να τα καταστήσει ικανά για τη μεγάλη αναμέτρηση, την οποία υπολόγιζε ότι θα έλθει και μάλιστα πολύ σύντομα.
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να παραθέσουμε την απαντητική επιστολή του Γεωργάκη προς τον Αλέξανδρο Υψηλάντη για τη μεγάλη τιμή που του έκανε.

Βουκουρέστι 24 Σεπτεμβρίου1820
Εκλαμπρότατε
Με άκραν ευχαρίστησιν και σέβας ήκουσα τα όσα οι κύριοι Ξάνθος και Περραιβός μοι ωμίλησαν συμφώνως εκ μέρους της εκλαμπρότητάς σας. Τώρα δεν μένει άλλο να σας ειπώ παρά να σας διαβεβαιώσω και εγγράφως την γνώμη μου, ότι οπόταν κριθή αρμόδιος ο καιρός να μας δοθή η αποφασιστική σας προσταγή, υπόσχομαι να την εξακολουθήσω με την υστερνή ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάση καμία ανθρώπινος περίστασις. Και με όλον το προσήκον και ειλικρινές σέβας υποσημειούμαι.
Της Υμετέρας εκλαμπρότητος ταπεινότατος δούλος και αδελφός.
Γεωργάκης Ν. Ολύμπιος

Ο Γεωργάκης βοηθός του Υψηλάντη. Οι πρώτες μέρες και οι πρώτες δυσκολίες της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία

"Την 22 Φεβρουαρίου του 1821, γράφει ο Δ. Κόκκινος στην ιστορία του, ο Υψηλάντης, συνοδευόμενος από τους αδελφούς του Γεώργιον και Νικόλαον, Γεώργιον Μάνον, Γεώργιον Κατακουζινόν και τον Πολωνόν αξιωματικόν Γαρνόβσκυ, επέρασεν ως ιδιώτης τον Προύθον. Εις τας όχθας του ποταμού τον ανέμενεν η φρουρά του ηγεμόνος Μιχαήλ Σούτσου, η οποία τον συνώδευσεν εις το Ιάσιον... Εκεί αμέσως εκάλεσε τον Πρόξενον της Ρωσίας και του εδήλωσεν ότι δεν έχει σκοπόν την κατάλυσιν του καθεστώτος, δηλαδή της ηγεμονίας του Μιχαήλ Σούτσου, αλλά την οργάνωσιν του Ελληνικού στρατού και την κάθοδον εις Ελλάδα… Ανυψώθη εις την οικίαν του Ρίζου, όπου έμεινεν ο αρχηγός, η σημαία του, και ταυτοχρόνως ηνοίχθη κατάλογος εγγραφής εθελοντών. Μετά δύο ημέρας ο Υψηλάντης προέβη στην προκήρυξιν δια της οποίας εκαλούσε τους ΄Ελληνας εις επανάστασιν, υπενθυμίζων το ελληνικόν παρελθόν και ομιλών περί του ελευθέρου μέλλοντος".
Ο Γεωργάκης, όταν πληροφορήθηκε την είσοδο του Υψηλάντη στο Ιάσιο, ενήργησε αμέσως όπως προέβλεπε το σχέδιο. Κατάργησε τη Διοίκηση του Βουκουρεστίου, σήκωσε τη σημαία της επανάστασης και εγκατέστησε φρούραρχους το Σάββα Καμινάρη και το ρουμάνο οπλαρχηγό Βλαδιμηρέσκου, μυημένο στη Φιλική Εταιρία, και αναχώρησε με τους 1500 άνδρες του, για να συναντήσει τον Αρχηγό της Φιλικής εταιρίας και της Επανάστασης, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Στο διάστημα αυτό έφθασαν στο Ιάσιο και άλλες μικρότερες σε αριθμό δυνάμεις. Ενώθηκαν με τα στρατεύματα του Υψηλάντη και ο αριθμός τους ανήλθε σε 3500 πεζούς, 260 κοζάκους και 70 Ουλανούς του Γαρνόφσκυ, 4 πυροβόλα και 70 Έλληνες σπουδαστές, που σχημάτισαν αρχικά τον περίφημο "Ιερό Λόχο".
Στη σύσκεψη που ακολούθησε με όλους τους οπλαρχηγούς, κρίθηκε σκόπιμο να ζητηθεί εκ νέου η σύμπραξη στον αγώνα του Σέρβου ηγέτη Μίλος Οβρένοβιτς.
Για το σκοπό αυτό στάλθηκε στη Σερβία ο Φιλικός Αριστείδης Παπάς. Η αποστολή απέτυχε. Ο Αριστείδης, πηγαίνοντας να συναντήσει τον Οβρένοβιτς, συνελήφθη από τα όργανα του Σεκήρ Πασά, τα οποία, ύστερα από φοβερά βασανιστήρια, για να αποκαλύψει το σκοπό της αποστολής του, τον σκότωσαν.
Λέγεται πως οι Τούρκοι βρήκαν επάνω του κάποια έγγραφα, τα οποία παρέδωσαν στον ηγεμόνα Σούτσο να τα μεταφράσει, αλλά ο καλός πατριώτης, όπως τον αποκαλεί ο Παπαρρηγόπουλος, παρερμήνευσε σκόπιμα το περιεχόμενό τους και παραπλάνησε τους Τούρκους, ώστε να μη δώσουν μεγάλη σημασία σ' αυτά.
Ο Μίλος Οβρένοβιτς, που πληροφορήθηκε την πρόταση της Φιλικής Εταιρίας, από επιστολή, την οποία του έστειλε μυστικά ο Γεωργάκης Ολύμπιος, αρνήθηκε στην ουσία τη σύμπραξη, γιατί νόμισε πως έτσι πρόσφερε υπηρεσία στους Τούρκους, οι οποίοι σε αντάλλαγμα της στάσης του θα αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της ηγεμονίας του. Η καιροσκοπική στάση του πονηρού Οβρένοβιτς, χωρίς ποσώς να ωφελήσει τη σερβική υπόθεση, έβλαψε τον ελληνικό αγώνα, γιατί μια ταυτόχρονη εξέγερση των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής, όπως την οραματίστηκε ο Ρήγας, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στους Τούρκους και αναμφισβήτητα θα ωφελούσε το ελληνικό κίνημα.

Οι πρώτες δοκιμασίες του Αγώνα. Η προδοσία του Καμινάρη και του Βλαδιμηρέσκου
Η επανάσταση του Υψηλάντη από τις πρώτες ημέρες άρχισε να συναντά πολλά και ποικίλα εμπόδια. Η πρώτη πικρία που δοκίμασε ο Αρχηγός ήταν η αποκήρυξη του Αγώνα και η διαγραφή του από τις τάξεις του ρωσικού στρατού από τον Τσάρο της Ρωσίας στο συνέδριο του Λάυμπαχ (Μάρτιος 21). Λίγο αργότερα, 8 Απριλίου, έφτασε η πληροφορία ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε, για να διαφυλάξει το ποίμνιό του από την τουρκική θηριωδία, αφόρισε την Ελληνική Επανάσταση και τον Αρχηγό της.
Σαν να μην έφταναν οι πικρίες αυτές ήρθαν και άλλες.
Πρόκειται για την προδοσία του Σάββα Καμινάρη και του Φιλικού Βλαδιμηρέσκου, του ρουμάνου αρχηγού των Πανδούρων. Ο πρώτος, μόλις είδε την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, δείλιασε, εγκατέλειψε τον Υψηλάντη και αυτομόλησε στο τουρκικό στρατόπεδο, ενώ ο δεύτερος ήρθε σε συνεννόηση με τους Τούρκους και υποσχέθηκε να εξουδετερώσει τον Αρχηγό της Επανάστασης, Αλέξανδρο Υψηλάντη και το φίλο του Γεωργάκη Ολύμπιο! Την προδοσία και δολιότητα του Βλαδιμηρέσκου κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Γεωργάκης, Η επιχείρηση στέφθηκε από επιτυχία.
Γρήγορα ο Γεωργάκης με τους ανθρώπους του συνέλαβε τον ταχυδρόμο του αυστριακού πρέσβη Ουδρίσκυ, ο οποίος μεταξύ των άλλων επιστολών κόμιζε στον Πασά της Σιλίστριας και επιστολή του Βλαδιμηρέσκου, στην οποία ο ρουμάνος οπλαρχηγός έγραφε πως αναλάμβανε ο ίδιος την ευθύνη να εξουδετερώσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και το Γεωργάκη Ολύμπιο ή να τους αιχμαλωτίσει.
Οι πληροφορίες αποδείχτηκαν αληθινές. Ο Βλαδιμηρέσκου ήταν προδότης και έπρεπε να εξουδετερωθεί, πριν προλάβει να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του στον Πασά, αλλά πώς; Ο Βλαδιμηρέσκου τη στιγμή αυτή ήταν αρχηγός 3000 Πανδούρων που ήταν στρατοπεδευμένοι έξω από το Βουκουρέστι, έτοιμοι για καθετί. Επομένως, η όποια εναντίον του προσπάθεια δεν ήταν εύκολη και χρειαζόταν πείρα, ψυχραιμία, σκέψη και τόλμη.
Το εγχείρημα ανατέθηκε από τον Υψηλάντη στο Γεωργάκη Ολύμπιο. Έπρεπε με κάθε τρόπο να συλλάβει τον προδότη και να τον οδηγήσει στον Αρχηγό. Χωρίς χρονοτριβή ο Γεωργάκης και με συνοδεία 300 διαλεχτών ανδρών έφθασε στο στρατόπεδο του Βλαδιμηρέσκου, προχώρησε στο εσωτερικό του, συνάντησε το Βλαδιμηρέσκου και χωρίς περιστροφές και δισταγμούς τον κατηγόρησε ευθέως μπροστά στους άνδρες του, ως επίορκο και προδότη. Παραθέτω τη σκηνή όπως μας τη διέσωσε στα απομνημονεύματά του ο Ηλίας Φωτεινός:
" Ω ανάξιε άνθρωπε του φωτός και της ημέρας, η ζωή σου πάντοτε ήτο εις τας χείρας μου, γνώρισον ότι με έν μόνον νεύμα ιδικόν μου, δύναται να κυλισθεί η κεφαλή σου προ των ποδών μου. Συ εις την ιεράν φιλίαν ύπουλος προδότης εδείχθης, τον τρομερόν σου όρκον αναιρέσας, την Πατρίδα σου ηρνήθης, τα ιερά δικαιώματα κατεπάτησες. Συ, πριν σε αξιώσει αυτή η χειρ μου, τι ήσουν: Σιωπείς:Ειπέ μοι τι ήσουν: Ενας ποταπός και ασήμαντος. Εγώ σε ανάστησα, σε εβοήθησα και σε εδέχθην οπαδόν μου, σε έκανα συνεταίρον μου και γι' αυτό λέγεσαι πλάσμα δικό μου. Ενθυμήσου και τι έπραξας μετά ταύτα: Σκυθρωπάζεις: Ας είναι όμως. Οι άνθρωποι από αδυναμίαν υποπίπτουν εις σφάλματα και οι ίδιοι μετά ταύτα κρίνοντας το καλόν και το κακόν και ελέγχοντας το ορθόν επιδιορθώνουν τα σφάλματά των. Το καλόν. το φως και η αλήθεια εξαρτώνται σήμερον από την θέλησίν σου και αντιστρόφως".
Ο Βλαδιμηρέσκου έμεινε άναυδος. Όταν όμως σε λίγο με μια του κίνηση έδειξε την ενοχή του, ο Γεωργάκης του πρότεινε:
"Ελθέ , λοιπόν, ας υπάγωμεν εις τον Αρχηγόν μας Υψηλάντην να ζητήσεις δια της μεσιτείας μου την συγχώρησιν την οποίαν έσο βέβαιος ότι θέλεις απολαύσει καθ' ότι είναι όλων ημών αγαθός πατήρ".
Στη συνέχεια στράφηκε στους συγκεντρωμένους στρατιώτες και τους ρώτησε
" Τι λέγετε, εσείς αδελφοί, εγκρίνετε να υπάγη:'.
Απάντησαν όλοι με μια φωνή:" Το δίχως άλλο, γιατί αλλοιώς είμεθα χαμένοι".
Στο Τιργοβίστι, όπου οδηγήθηκε ο Βλαδιμηρέσκου, έγινε η δίκη του. Καταδικάστηκε σε θάνατο για προδοσία. Την εκτέλεσή του πραγματοποίησε ο Βασίλης Καραβιάς στις 22- 23 του Μάη. Ο Γεωργάκης, όταν έγινε η εσπευσμένη δίκη και η καταδίκη του Βλαδιμηρέσκου, απουσίαζε από το Τιργοβίστι, βρισκόταν στο Πιτέστι, στο εκεί στρατόπεδο των Ελλήνων. Αυτό καταδεικνύεται από επιστολή που έστειλε ο Ολύμπιος σε απάντηση αυτής που έλαβε από κάποιο φίλο του, ο οποίος τον πληροφορούσε για το θάνατο του πρώην φίλου του, δηλαδή του Θεόδωρου Βλαδιμηρέσκου.
"Πιτέστι 23 Μαϊου/ 4 Ιουνίου 1821"
" Ελαβα την αδελφικήν σας επιστολήν και εχάρην πληροφορηθείς ότι υγιαίνεις. Παρατηρώ ότι μου γράφεις περί του Θεοδώρου. Αδελφέ, ο όρκος είναι βαρύ πράγμα, και η θεία οργή πάντοτε τιμωρεί την παραβίασίν του. Η δικαία του Υψίστου κρίσις και όχι ημείς, ετιμώρησε τον Θεόδωρον, διότι ο αιμοβόρος ούτος άνθρωπος ετόλμησε να χύσει το αίμα των αδελφών και τέκνων του...Ο ουρανός θα τιμωρήσει και ημάς, αν παραβιάσωμεν τον όρκον μας, ο μη γένοιτο! Αδελφέ, γνωρίζεις ότι ημείς ισχυροποιήσαμεν τον Θεόδωρον..Πώς ήτο δυνατόν εις άνθρωπον, όστις είχε λάβει τόσας χάριτας, να γίνη αγνώμων προς τον ευεργέτην του: Και εδώ πάλιν βλέπομεν ότι ο Θεός είναι δίκαιος και ανταμείβει τους ανθρώπους κατά τας πράξεις του. Η ιδία του κακία τον εκρήμνισεν, ούτω δε έγινε κρίσις και ανταπόδοσις".
Σας ασπάζομαι αδελφικώς
Γεωργάκης Ολύμπιος
Οι Πανδούροι, μετά το θάνατο του αρχηγού τους, οι περισσότεροι, κατατάχτηκαν στο σώμα του Ολυμπίου, ενώ άλλοι επέστρεψαν στα σπίτια τους. Ασφαλώς, παραξενεύει τον αναγνώστη ο τρόπος της σύλληψης του Βλαδιμηρέσκου και η μεταφορά του στον Υψηλάντη. Πολλά έχουν ειπωθεί, αλλά φαίνεται πως περισσότερο πειστική είναι η εξήγηση που έδωσε ο ρουμάνος ιστορικός Ν. Ιorga.
Αυτός ισχυρίζεται πως ο Βλαδιμηρέσκου βρισκόταν τον καιρό εκείνο σε διάσταση με μια μεγάλη ομάδα των Πανδούρων, η οποία εντάθηκε εξ αιτίας της εκτέλεσης ενός Πανδούρου, του Ουρντεάνου, γιατί διαφώνησε μαζί του.
Ο Μακεδόνσκυ, που παρακολουθούσε από κοντά την κατάσταση στο στρατόπεδο των Πανδούρων, ειδοποίησε το Γεωργάκη, και εκείνος, εκμεταλλευόμενος τη γενική δυσαρέσκεια που επικρατούσε σε βάρος του αρχηγού τους, τον συνέλαβε εύκολα, χωρίς καμιά αντίσταση και τον οδήγησε στον Υψηλάντη, με τον τρόπο που προαναφέραμε. Με την εκδοχή αυτή συμφωνούν και άλλοι ιστορικοί, όπως ο Gordon Thomas, o οποίος αναφέρεται στο γεγονός με πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως" 1832. Η εξουδετέρωση του Βλαδιμηρέσκου προκάλεσε δυσαρέσκεια στους ρουμάνους και από τη στιγμή εκείνη αρχίζει μια ψυχρότητα των ρουμάνων απέναντι στην ελληνική εξέγερση, επιζήμια για τον ελληνικό αγώνα.

Η αδράνεια του Υψηλάντη. Το σχέδιο αντιμετώπισης των τουρκικών στρατευμάτων
Ο Υψηλάντης από τις πρώτες μέρες της επανάστασης έδειξε μια αδικαιολόγητη αδράνεια στις αποφάσεις του. Καθυστερούσε άσκοπα μακριά από το Βουκουρέστι, ασχολούμενος με δευτερεύοντα θέματα. Στο Ιάσιο, όπου κήρυξε την Επανάσταση, έμεινε 4 ημέρες και μετά κινήθηκε αργά προς το Βουκουρέστι. Στη διαδρομή όμως για το Βουκουρέστι, όταν είδε τους κατοίκους έντρομους να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να φεύγουν, έστειλε επιστολή στο Μητροπολίτη, τους επισκόπους και τους άρχοντες της Βλαχίας τους οποίους καθησύχαζε και τους παρότρυνε να πείσουν τους κατοίκους να μένουν στα σπίτια τους, γιατί δε διατρέχουν κανένα κίνδυνο από το στρατό του.
Όταν έφτασε στο Φωξάνι, μια μικρή πόλη στο δρόμο του προς το Βουκουρέστι, φρόντισε να οργανώσει καλύτερα το στρατό του. Εδώ ίδρυσε τον "Ιερό Λόχο" από τους πρώτους ΄Ελληνες που έσπευσαν πρόθυμα να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών. Στις 13 Μαρτίου εγκατέλειψε το Φωξάνι και στις 18 του ίδιου μήνα βρισκόταν στο Μεντζίλι, όπου τον συνάντησε ο Γεωργάκης Ολύμπιος. Έφθανε εκεί προερχόμενος από το Βουκουρέστι με σκοπό να ενημερώσει τον Αρχηγό του για την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη με την είσοδο σ΄ αυτήν του ρουμάνου οπλαρχηγού Βλαδιμηρέσκου.
Την 1η Απριλίου ο Υψηλάντης μετακινήθηκε και έφτασε στο Τιργοβίστι, κωμόπολη της ορεινής Βλαχίας. Εδώ ανέπτυξε τα τμήματα του στρατού του από το Πιτέστι ως το Πλοέστι. Επισκεύασε παλαιά οχυρώματα, κατασκεύασε νέα, εξασφάλισε πολεμοφόδια και αποθήκευσε τρόφιμα. Είχε αντιληφθεί ότι ο καιρός πέρασε και όφειλε να προβεί σε κάποιες σοβαρές προετοιμασίες, ώστε να αντιμετωπίσει τον εχθρό με περισσότερη σιγουριά και από θέσεις που θα είχαν το τακτικό πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου.
Από την πρώτη όμως στιγμή ο Υψηλάντης διέπραξε ένα σφάλμα. Αφαίρεσε την αρχιστρατηγία του Αγώνα από το Γεωργάκη, τον κράτησε όμως δίπλα του ως σωματάρχη του, γιατί νόμιζε πως ο ίδιος θα ήταν ικανότερος να συντονίσει τον αγώνα και τις μάχες που θα ακολουθούσαν με τον εχθρό.
Ενεργώντας με βραδύ ρυθμό ο Υψηλάντης, πέρασε ο Απρίλιος και σχεδόν ο Μάιος και ο Αρχηγός, εκτός από τη θριαμβευτική είσοδο στο Ιάση και την κήρυξη της επανάστασης δεν έπραξε τίποτε άλλο σημαντικό. Γι’ αυτό το Μάϊο, όταν πληροφορήθηκε πως ο Κεχαγιάμπεης με πολύ τουρκικό στρατό πλησίαζε προς το Βουκουρέστι και η σύγκρουση φαινόταν αναπόφευκτη, έστειλε και προσκάλεσε τους αρχηγούς των τμημάτων στο Πιτέστι.
Στη συγκέντρωση των οπλαρχηγών ακούστηκαν πολλές γνώμες, αλλά και εκείνη με την οποία συμφώνησε και ο Υψηλάντης, δηλαδή οι επαναστάτες να ακολουθήσουν αμυντική τακτική κατά των επερχομένων τουρκικών δυνάμεων.
Ο Ολύμπιος, έκπληκτος από την πρόταση του αρχηγού του, ζήτησε και πήρε το λόγο. Ήταν σαφής. Χωρίς περιστροφές χαρακτήρισε την αμυντική τακτική "ολέθρια" και αντιπρότεινε να αναληφθεί μια συντονισμένη επιθετική ενέργεια κατά των τουρκικών στρατευμάτων της Μικράς Βλαχίας αρχικά, και μετά ο στρατός να στραφεί κατά του Κεχαγιάμπεη, την κύρια δύναμη του τουρκικού στρατού, όχι όμως στα πεδινά, όπως ζητούσε ο Υψηλάντης. Στα μέρη αυτά,(τα ορεινά) είπε, οπωσδήποτε οι άνδρες μας θα αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη επιτυχία τους Τούρκους, αφού στα βουνά οι Τούρκοι δε θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν το ισχυρό ιππικό τους. Ένας ακόμη λόγος, είπε, που πρέπει να παρασύρουμε εδώ τους Τούρκους είναι και τούτος. Οι στρατιώτες μας είναι συνηθισμένοι να πολεμούν σε τέτοιες περιοχές και όχι στον κάμπο. Έπειτα, οι Πανδούροι θα πολεμήσουν και αυτοί γενναία, γιατί θα υπερασπίζονται τα σπίτια τους, τις γυναίκες και τα παιδιά τους.
Μπροστά στην επιμονή του Ολυμπίου, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υποχώρησε και αποδέχτηκε την προτεινόμενη τακτική. ΄Ηταν λογική και είχε πολλά πλεονεκτήματα.

Η μάχη στο Δραγατσάνι. Η ήττα και η καταστροφή
Αμέσως έδωσε διαταγή να αρχίσουν οι προετοιμασίες και να λάβουν τις κατάλληλες θέσεις τα στρατεύματα. Από εκείνη τη στιγμή οι κινήσεις στο στρατόπεδο άρχισαν να γίνονται όλο και πιο έντονες. Τους πίεζαν τα γεγονότα. Οι τούρκοι απείχαν μερικά χιλιόμετρα και οχυρωνόταν στους λόφους πέρα από το Δραγατσάνι. Όλοι ετοιμαζόταν για τη μεγάλη στιγμή της αναμέτρησης.
Πράγματι, σε λίγο οι πληροφορίες έλεγαν πως ο τουρκικός στρατός του Καραφεήζ εφέντη με 800 ιππείς, προπομπός άλλου πολυάριθμου τουρκικού στρατού, έφτασε έξω από το Δραγατσάνι και οχυρωνόταν πάνω σε ένα λόφο, λαμβάνοντας έτσι τα μέτρα του μήπως του επιτεθούν οι ελληνικές δυνάμεις αιφνιδιαστικά, οι οποίες ήταν στρατοπεδευμένες σε αρκετή απόσταση από τις δικές του θέσεις.
Όταν ο Υψηλάντης βεβαιώθηκε για τις κινήσεις των Τούρκων και αξιολόγησε την κατάσταση, όπως αυτή διαμορφωνόταν τη στιγμή εκείνη, αποφάσισε κι αυτός να μετακινήσει σε θέσεις κατάλληλες τα στρατεύματά του, ώστε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον εχθρό.
Η κύρια δύναμη του Υψηλάντη τη στιγμή αυτή ήταν συγκεντρωμένη στο Ρίμνικο, αρκετά μακριά από το Δραγατσάνι, περίπου 8 ώρες. (Πεζοί 5000, ιππείς 500 και 4 τέσσερα κανόνια).
Με τη δύναμή του αυτή σκόπευε να επιτεθεί σε ένα τμήμα του τουρκικού στρατού, ώστε τα άλλα τουρκικά τμήματα να αναγκαστούν να αποσυρθούν από τις θέσεις τους, που τυχόν θα εμπόδιζαν την επιτυχία του σχεδίου του Υψηλάντη. Η επίθεση του Υψηλάντη θα εκδηλωνόταν κεραυνοβόλα στα τουρκικά τμήματα που βρίσκονταν έξω από το Δραγατσάνι.
Ο Γεωργάκης Ολύμπιος, σωματάρχης του Υψηλάντη, όταν πληροφορήθηκε τις θέσεις του τουρκικού ιππικού, μετακινήθηκε κι αυτός από τις θέσεις που κατείχε ως τώρα και στις 3 Ιουνίου κατέλαβε θέσεις πάνω σε ένα λόφο που δέσποζε μιας γέφυρας, η οποία βρισκόταν πάνω σε ένα τέλμα, ενώ τα σώματα του Ν. Υψηλάντη και του χιλίαρχου Βασίλη Καραβιά κατέλαβαν το χείλος της χαράδρας κοντά στη γέφυρα.
Το ίδιο έκανε και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης που στο διάστημα αυτό πιεζόμενος από τουρκικές δυνάμεις υποχώρησε, με 3000 άνδρες στο Ρίμνικο και από εκεί σε νέα τοποθεσία που βρισκόταν πιο κοντά στο Δραγατσάνι και η οποία δεν απείχε από αυτό περισσότερο από τρεις ώρες. Το Δραγατσάνι βρίσκεται σε πεδιάδα .
Έτσι ήταν διαμορφωμένη η στρατιωτική κατάσταση στην περιοχή γύρω από το Δραγατσάνι, λίγο πριν από τη μεγάλη αναμέτρηση ανάμεσα στους επαναστάτες και τους Τούρκους. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Η τύχη της έκβασης του αγώνα θα εξαρτιόταν από τον τρόπο που θα ενεργούσαν και θα εφάρμοζαν τις διαταγές του Αρχηγού τα επαναστατικά στρατεύματα, αλλά και από τη γενναιότητα που θα έδειχναν απέναντι σε αριθμητικά υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις και φυσικά περισσότερο εμπειροπόλεμες.
Ο Γεωργάκης, που αντελήφθη την κρισιμότητα της κατάστασης και επειδή ήθελε η επιχείρηση να διεξαχθεί όσο πιο συντονισμένα και πειθαρχημένα γινόταν, έφυγε από τη θέση του, ύστερα και από πρόσκληση του Υψηλάντη, να τον επισκεφτεί, ώστε να συντονίσουν καλύτερα τις ενέργειές τους
Πριν αναχωρήσει όμως για το στρατόπεδο του Υψηλάντη, ο Γεωργάκης κάλεσε το Ν. Υψηλάντη και το Βασίλη Καραβιά, χιλίαρχο, και τους συνέστησε να προσέχουν τις κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων, να μην αναλάβουν καμία δράση εναντίον τους, πριν επιστρέψει ο ίδιος. Άλλωστε, τους είπε, και μόνοι σας το καταλαβαίνετε πως οι στρατιώτες μας είναι κατάκοποι από την πορεία και την εντατική εργασία της προηγούμενης ημέρας, για να ετοιμάσουν τις θέσεις τους. Τους τόνισε ακόμη πως πρέπει να περιμένουν και την άφιξη νέων δυνάμεων που θα τους έστελνε ο Υψηλάντης.
Τα γεγονότα όμως εξελίχτηκαν με τέτοιο απρόβλεπτο τρόπο στο μικρό διάστημα της απουσίας του Ολύμπιου, ώστε να μην τελεσφορήσουν ούτε οι συμβουλές μα ούτε και οι διαταγές του Γεωργάκη προς τους αξιωματικούς του .
Γιατί "ο Βασίλης Καραβιάς, όπως γράφει ο Κόκκινος, βλέποντας τους καπνούς και τας φλόγας καιομένων υπό του Καραφεήζ σπιτιών του Δραγατσανίου προς εξυπηρέτησιν των οχυρωμάτων του, ενόμισεν ότι οι Τούρκοι ητοιμάζοντο να φύγουν και δια τούτο έκαιον το χωριό. Συνήθροισε τους ιππείς του και ετέθη επικεφαλής των δια να επιτεθή κατά των φευγόντων, όπως εσφαλμένως είχε σχηματίσει την γνώμην, δια να μη χάση την ευκαιρίαν μιας ευκόλου νίκης. Ματαίως προσεπάθησε να τον εμποδίση ο Ν. Υψηλάντης υπενθυμίζων εις αυτόν ότι ο αρχηγός (Γεωργάκης Ολύμπιος) είχεν απαγορεύσει οιανδήποτε ενέργειαν χωρίς την άδειάν του".
Ο Καραβιάς, φιλόδοξος όπως ήταν, δεν άκουσε κανένα και επιτέθηκε με το ιππικό του στους Τούρκους που ήταν οχυρωμένοι σε μια Μονή. Σε λίγο έφτασαν τουρκικές ενισχύσεις και ο Καραβιάς βρέθηκε σε δύσκολη θέση, πράγμα που ανάγκασε και το Ν. Υψηλάντη να κινηθεί σε βοήθειά του. Η συμπλοκή ήταν σφοδρή και τα πρώτα ντουφέκια και οι κανονιές των Τούρκων δόνησαν τον αέρα.
Σε λίγο στον αγώνα συνεπλάκη και ο Ιερός Λόχος, όταν ακόμη πολεμούσε απεγνωσμένα ο Καραβιάς με τους 60 εναπομείναντες ιππείς του. Οι Ιερολοχίτες, παρά τη βροχή, άρχισαν τον αγώνα υπό τους ήχους του εμβατηρίου των εταιριστών. Οι νέοι του Ιερού Λόχου, απειροπόλεμοι οι περισσότεροι, παρόλο ότι πολέμησαν γενναία, έπεσαν οι περισσότεροι στο πεδίο της μάχης,
Ο Γεωργάκης, μόλις άκουσε τους κρότους των κανονιών, πετάχτηκε έξω από τη σκηνή του Υψηλάντη φωνάζοντας
'Μας κατάστρεψε ο Καραβιάς'
Αμέσως, πήρε όσους ιππείς βρήκε έτοιμους στην περιοχή και ξεκίνησε για τη μάχη. Όταν έφτασε στο Δραγατσάνι το κακό είχε γίνει.
Η εμφάνιση όμως του Ολυμπίου στο πεδίο της μάχης ανέκοψε την ορμή των Τούρκων και πρόλαβε με κεραυνοβόλα επίθεση να σώσει τη ζωή 136 ιερολοχιτών από τους 373 που είχε ο Ιερός Λόχος και μαζί τους, ημιλιπόθυμο τον αρχηγό τους Ν. Υψηλάντη, το Γιώργο Λασσάνη, υπασπιστή του Αλέξανδρου Υψηλάντη και τον "πρωταρχηγό" της Φιλικής Εταιρίας και υπασπιστή του Ιερού Λόχου, Αθανάσιο Τσακάλωφ.
Η καταστροφική αυτή αναμέτρηση, θα είχε αποφευχθεί, εάν η άμετρη φιλοδοξία και επιπολαιότητα του Καραβιά δεν τον οδηγούσε στην άκαιρη και ασυντόνιστη επίθεση. Η μάχη υπήρξε μοιραία. ΄Εκρινε οριστικά την τύχη του Αγώνα. Γιατί στο Δραγατσάνι δε χάθηκε μόνον το άνθος της ελληνικής νεολαίας, αλλά μαζί τους χάθηκε και κάθε ελπίδα για την περαιτέρω συνέχιση του Αγώνα στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Η απροσδόκητη ήττα ματαίωσε οριστικά το σχέδιο του Υψηλάντη και προκάλεσε κατάρρευση του ηθικού του στρατού, που οδήγησε τελικά στη διάλυσή του.

Η αποχώρηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ο ηρωικός θάνατος του Ολυμπίου. Το τέλος του Αγώνα.
Η ανατολή της 8ης Ιουνίου βρήκε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη βαθιά θλιμμένο και απογοητευμένο από την απροσδόκητη συμφορά στο Δραγατσάνι να βαδίζει από το πεδίο της μάχης προς το Ρίμνικο. Το Ρίμνικο θα αποτελέσει και την τελευταία πόλη από όπου ο Υψηλάντης για τελευταία φορά ως γενικός Αρχηγός του Αγώνα, θα απευθύνει την τελευταία του προκήρυξη.
Σ' αυτήν εξήρε την ανδρεία των Ιερολοχιτών, ενώ ταυτόχρονα κατηγόρησε δριμύτατα για προδοσία μερικούς από τους συνεργάτες του και κυρίως το Σάββα Καμινάρη και το Βασίλη Καραβιά, τους οποίους αναθεμάτισε για τη διαγωγή τους. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα της προκήρυξής του.
" Σεις, σκιαί των γενναίων Ελλήνων εκ του Ιερού Λόχου, όλοι οι προδοθέντες επέσατε θύματα δια την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχθήτε δι' εμού τας ευχαριστήσεις των ομογενών σας! Ολίγος καιρός και στήλη θα αναγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας. Με φλογερούς χαρακτήρας είναι χαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδιάς μου τα ονόματα εκείνων, όσοι μέχρι τέλους μ' έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η θύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτόν της ψυχής μου".
Ήταν το μεγάλο "ευχαριστώ" του αρχηγού προς τους άνδρες του, οι οποίοι στάθηκαν δίπλα του και πολέμησαν για το μεγάλο σκοπό. Ο Ολύμπιος, που τον συνόδευε με το σώμα του, δε συνέχισε την πορεία του παραπέρα. Στο σημείο αυτό οι δύο άνδρες χωρίστηκαν. Η σκηνή του αποχωρισμού υπήρξε συγκινητική. Να πως την περιγράφει ο Κόκκινος:
"Οι δύο άνδρες, ο λεπτός πρίγκιψ και ο ηρωικός πολεμιστής του Ολύμπου, που είχαν συνενωθή δια τον μεγάλο Αγώνα της απολυτρώσεως της πατρίδος, με τόσην δόξαν παρελθόντος και οι δύο, με νωπήν την κοινήν ατυχίαν ενηγκαλίσθησαν αλλήλους και εφιλήθησαν ωσάν αδελφοί, με τα δάκρυα εις τα μάτια. Δεν ευρήκαν άλλην φράσιν ν' ανταλλάξουν. Καλήν αντάμωσιν εις την Πατρίδα. ΄Ηλπιζαν και οι δύο. Κάτω εις την Ελλάδα ερρίπτοντο νικηφόροι πυροβολισμοί και η ηχώ των έφθασεν εις την ψυχήν των".
Και ο μεν Υψηλάντης με τους αδελφούς του και μερικούς άλλους διάβηκε τα αυστριακά σύνορα και είχε τη γνωστή σε όλους μας τύχη, ο δε Γεωργάκης Ολύμπιος πήρε το δρόμο για την ορεινή Βλαχία, όπου τον ανέμενε με αγωνία η γυναίκα του Στάνα και τα παιδιά του, τους οποίους αποχαιρέτησε, αλίμονο, για τελευταία φορά. Έπειτα, με τα παλικάρια του προχώρησε προς τα σύνορα της Ρωσίας με την ελπίδα πως θα μπορούσε να σωθεί εκεί και να κατέλθει από εκεί στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, για να συνεχίσει με τους συμπατριώτες του το μεγάλο Αγώνα για τη λευτεριά της Πατρίδας.
Φτάνοντας στη Βλαχία συνάντησε το Γιάννη Φαρμάκη με τους δικούς του. Οι δυο οπλαρχηγοί ένωσαν τις δυνάμεις τους, για να αντιμετωπίσουν στο εξής κάθε παρουσιαζόμενο κίνδυνο, μέχρι να σωθούν στη Ρωσία.
Δυστυχώς, για το Γεωργάκη και το Φαρμάκη, η κατάσταση στη Ρουμανία είχε μεταβληθεί. Οι Ρουμάνοι είδαν τη διέλευσή τους με εχθρικό μάτι και πρόδωσαν τις κινήσεις των Ελλήνων στους Τούρκους, οι οποίοι άρχισαν την καταδίωξή τους, πριν προλάβουν να περάσουν στο ρωσικό έδαφος. Για κακή του τύχη ο Ολύμπιος όλο αυτό το χρόνο ήταν άρρωστος και μεταφερόταν σε φορείο.
Στο τέλος Αυγούστου έχει αναρρώσει και, μη θέλοντας να μείνει το χειμώνα στην ορεινή περιοχή, αποφάσισε να κατεβεί χαμηλότερα. Η κίνηση αυτή είχε ως συνέπεια να τον εγκαταλείψουν πολλοί σύντροφοί του, γιατί δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τα σπίτια τους. Έτσι, ο Γεωργάκης και ο Φαρμάκης, με 350 συνολικά άνδρες, έφτασαν στη Μονή Νάμτσου και από εκεί στις 8 Σεπτεμβρίου στη Μονή Σέκου, που απείχε 24 ώρες από το Ιάσιο.
Στις 7-8 Σεπτεμβρίου άρχισαν οι εχθροπραξίες, ενώ στις 9 του ιδίου μηνός η πολιορκία της Μονής. Οι επιθέσεις των Τούρκων αποκρούονταν η μια μετά την άλλη. Ο Φαρμάκης πολεμούσε γενναία κλεισμένος στη Μονή, ενώ είχε μεταφέρει πολεμοφόδια στο καμπαναριό, όπου ήταν οχυρωμένος με 11 άνδρες ο Γεωργάκης Ολύμπιος και απέκρουε απεγνωσμένα τις αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις. Οι Τούρκοι ήταν πολυάριθμοι και η μια επίθεση ακολουθούσε την άλλη. Ο Γεωργάκης, όταν διαπίστωσε πως δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να κρατήσει με τους συντρόφους του το καμπαναριό, λέγεται, πως απηύθυνε μια ανακοίνωση προς όλους τους Έλληνες, παραπονούμενος για τη στάση των ισχυρών απέναντι στο δίκαιο αγώνα τους και προέτρεψε τους έντεκα συναγωνιστές την πιο κρίσιμη στιγμή για τη ζωή τους να πεθάνουν για την πατρίδα.
«Ανδρείοι Έλληνες, όλοι μας υποκύψαμε σε μια τρομερή μοίρα… από τους ομοδόξους γείτονές μας κάποιοι με συκοφαντίες εχαρακτήρισαν σαν έγκλημα τους αιματηρούς αγώνες μας για τη θρησκεία μας και την ύπαρξή μας…Εσώσαμεν εντούτοις την τιμήν μας. Η Ευρώπη γνώρισε τους γιους της Ελλάδας! Η βοήθεια που υποσχέθηκε η Ρωσία έρχεται αργά για μας. Εμπρός, αδέρφια, ας πεθάνουμε κοιτάζοντας άφοβα το θάνατο στα μάτια. Ζήτω η Θρησκεία και η Ελευθερία της Ελλάδας, Θάνατος στους βαρβάρους’
( 11 Σεπτεμβρίου 1921.)
Πριν όμως προχωρήσει στην ανατίναξη του καμπαναριού, όταν υπήρχε ακόμη δυνατότητα κάποιοι να φύγουν και να σωθούν ο Γεωργάκης είπε στους συντρόφους του
"Παιδιά, εγώ θα μείνω εδώ να λειώσω, εσείς αν θέλετε, φύγετε. Σας ανοίγω την Πόρτα". Άνοιξε την πόρτα. Δεν έφυγε κανένας! Σε λίγο οι Τούρκοι πλησίασαν το καμπαναριό και προσπάθησαν να ανεβούν τα σκαλιά. Δεν πρόλαβαν. Γιατί μια ισχυρή βροντή ανατίναξε το καμπαναριό και αφάνισε υπερασπιστές και επιτιθεμένους. Έτσι ηρωικά άρχισε τον αγώνα κατά των Τούρκων ο γενναίος αγωνιστής του Ολύμπου και έτσι γενναία πέθανε για την πατρίδα.
Ο Φαρμάκης, μην μπορώντας να συνεχίσει τον άνισο αγώνα, παρόλο ότι αντιστάθηκε 14 ολόκληρες ημέρες στη Μονή, στις 23 Σεπτεμβρίου, ύστερα από συμφωνία που επιτεύχθηκε με εγγύηση του Αυστριακού Γενικού Προξένου Ουδρίσκη, παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι Τούρκοι όμως αθέτησαν το λόγο τους. Συνέλαβαν και έσφαξαν τους γενναίους αγωνιστές της Μονής, το γενναίο όμως αρχηγό τους, άτυχο Γιάννη Φαρμάκη, τον έστειλαν ζωντανό λάφυρο στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον εκτέλεσαν με τον αγριότερο τρόπο.
Η τελευταία τουφεκιά της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες ρίχτηκε το πρωινό της 23ης Σεπτεμβρίου, όταν ο Γιωργάκης πια είχε περάσει στην αθανασία εδώ και μέρες και ο Φαρμάκης παραδινόταν στα χέρια των Τούρκων, ενώ την ίδια στιγμή πολλοί συμπολεμιστές του γνώριζαν την εκδικητική μανία των αλλοθρήσκων μωαμεθανών.
Ο ήλιος κατακόκκινος κι αυτός από το πολύ αίμα έδυσε και σήμερα πίσω από τις ψηλές κορυφές των βουνών και αποχαιρέτησε για τελευταία φορά νεκρούς, αλλά δοξασμένους τους γενναίους αγωνιστές της Μονής Σέκου. Την ημέρα αυτή έσβηνε άδοξα μια επανάσταση, αλλά εδραιωνόταν μια άλλη, η επανάσταση στην Ελλάδα και ο γέρος του Μοριά έφιππος ανέβαινε νικητής και τροπαιούχος στην Ακρόπολη της Τριπολιτσάς!
Έτσι τελείωσε η ζωή των γενναίων ανδρών και ιδιαίτερα του γενναίου αρματολού του Ολύμπου, Γεωργάκη Νικολάου Ολύμπιου και των γενναίων συμπολεμιστών του.
Όλοι αργότερα, όσοι ασχολήθηκαν με την Ελληνική Επανάσταση- φίλοι και εχθροί- στάθηκαν με θαυμασμό και άπειρο σεβασμό μπροστά στη γενναιότητα, τη φιλοπατρία, την αγνότητα και την αυτοθυσία του ήρωα, ώστε να γράψει ο Φωριέλ για το Γεωργάκη ¨Ο Γεωργάκης Ολύμπιος είχε, εκείνα τα χρόνια μια φήμη, ιδιαίτερα στους Έλληνες του εξωτερικού, όση εμείς οι νεώτεροι δεν συγκρατήσαμε. Αρματολός του Ολύμπου, που από παλιότερα, αναδείχτηκε βαλκανικός ήρωας από το 1800, πολεμώντας πλάι στους Σέρβους, στους Ρουμάνους και στους Ρώσους, τον εχθρό. Με το κίνημα του Υψηλάντη το 1821 ο ελληνικός λαός έμαθε ή διαισθάνθηκε ότι αυτός ήταν η ψυχή του αγώνα στη Μολδοβλαχία. Κι έμεινε έτσι πραγματικός ως το ηρωικό ολοκαύτωμά του στο Μοναστήρι του Σέκου».(Δημ. Λουκάτου, Περιοδ Νέα, Τα πρώτα τραγούδια του ’21, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1970)
Τόση μεγάλη ήταν η απήχηση της μεγάλης προσφοράς του στον αγώνα του έθνους, ώστε να αναγκάσει κι αυτόν το μισέλληνα Φίνλευ να ομολογήσει πως "ο Γεωργάκης Ολύμπιος υπήρξε άνδρας αγαθός, ενθουσιωδώς αφοσιωμένος εις τον Ελληνικό αγώνα και τρέφων μίσος άσπονδο κατά των Τούρκων".
Η ομολογία αυτή νομίζουμε πως αποτελεί την καλύτερη αναγνώριση της αξίας του άνδρα και της προσφοράς του στην Ελληνική υπόθεση.
Ο Γεωργάκης Ολύμπιος ευτύχησε να έχει θάνατο ηρωικό και να εκπληρώσει στο ακέραιο τα όσα υποσχέθηκε στον Υψηλάντη. "Υπόσχομαι να αγωνιστώ ως τη στερνή ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάσει καμιά ανθρώπινη περίσταση".
Το Έθνος των Ελλήνων τον ευχαριστεί και τον ευγνωμονεί αιωνίως. Μαζί του και όλους τους συμπολεμιστές του που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά της Πατρίδας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ