Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Η δράση του Αχιλλέα στην περιοχή της Τρωάδας πριν από τη ρήξη του με τον Αγαμέμνονα

Ο Όμηρος αρχίζει την αφήγηση των γεγονότων της Ιλιάδας με τη ρήξη(μήνις) Αγαμέμνονα-Αχιλλέα για μια γυναίκα, τη Βρισηίδα. Ο Αχιλλέας, γιος της Θέτιδας, οργισμένος με τον Αγαμέμνονα, γιατί του πήρε με βία από τη σκηνή του τη Βρισηίδα, αποσύρεται με το στρατό του από τον πόλεμο και αναμένει τους Αχαιούς και τον Αρχιστράτηγο να βρεθούν στην ανάγκη, ώστε να ζητήσουν ταπεινωμένοι τη βοήθειά του.
Με την πράξη του αυτή ο γιος της Θεάς θέτει το προσωπικό του ζήτημα πάνω από το κοινό, χωρίς όμως να είναι άμοιρος ευθύνης και ο Αγαμέμνων, που πρώτος δίνει αφορμή στη ρήξη. Η αποχώρηση του Αχιλλέα από τον πόλεμο οδηγεί σε δύσκολη θέση τους Αχαιούς, οι οποίοι στη συνέχεια δοκιμάζονται σκληρά από τους Τρώες. Στον κάμπο συνάπτονται μεταξύ των εμπολέμων φονικές μάχες.
Οι Αχαιοί αγωνίζονται να εδραιώσουν, τον πρώτο καιρό, την εξουσία τους στην περιοχή της Τρωάδες και στη συνέχεια να εκπορθήσουν την πόλη του Πρίαμου, ενώ οι Τρώες, με επικεφαλής τον Έκτορα, πολεμούν γενναία, για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς.
Ο ποιητής, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ως το θάνατο και την ταφή του Έκτορα, αφηγούμενος με θαυμάσιο τρόπο τα πολεμικά γεγονότα, δεν παύει να μνημονεύει-πάνω από 360 φορές- το όνομα του Αχιλλέα, φέρνοντάς τον παρόντα σε όλες τις ραψωδίες του έπους, αποδεικνύοντας και με τον τρόπο αυτό την αξία και την προσφορά του ηγέτη αυτού στον πόλεμο.
Κι ενώ ο αναγνώστης αναμένει να επανέλθει στον πόλεμο ο Αχιλλέας, ύστερα μαλιστα και από τις θερμές παρακλήσεις των Αχαιών-αν και οι προσπάθειες που έγιναν δεν τελεσφόρησαν- εκείνος κατεβαίνει στον πόλεμο μόνον ύστερα από το φόνο του επιστήθιου φίλο του, για να λάβει προσωπικά ο ίδιος εκδίκηση από τον Έκτορα, το φονιά του Πάτροκλου. Η συμμετοχή του Αχιλλέα στον πόλεμο ενθαρρύνει τους φοβισμένους Αχαιούς, ενώ αντίθετα προξενεί φόβο και τρόμο στους Τρώες. Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνει και ο ποιητής:
Οσο οι θεοί ακόμα βρίσκονταν απ' τους θνητούς μακριά,
οι Αχαιοί το είχαν καύχημα, που φάνηκε ξανά ο Αχιλλέας-
τόσον καιρό είχε αποτραβηχτεί από την άγρια μάχη.
Των Τρώων όμως τα γόνατα τρεμούλα τα είχε πιάσει
από το φόβο τους που έβλεπαν το γρήγορο Αχιλλέα
να αστράφτει μες στα όπλα του, ίδιος ο Άρης φονικός"(Υ 41-46).
Βέβαια, είναι γνωστό πως ο Αχιλλέας δεν ανήκει στους μνηστήρες της Ελένης. Ακολουθεί τους Αχαιούς στην Τροία, γιατί επιθυμεί να συνδράμει στην προσπάθειά τους να τιμωρήσουν του Τρώες για την αρπαγή της από το παλάτι του Μενέλαου. Το ομολογεί ο ίδιος, όταν συγκρούεται με τον Αγαμέμνονα για τη Βρισηίδα, την παλλακίδα που του έδωσαν οι Αχαιοί, όταν κυρίεψαν τη Λυρνησσό.
"Οι Τρώες οι πολεμιστές δεν ήταν αφορμή μου
να 'ρθω ν' αγωνιστώ εδώ. Ναι, δε μου έχουν φταίξει,
δεν άρπαξαν τα βόδια μου ούτε τα άλογά μου
κι ούτε ποτέ στην εύφορη, την αντροθρέφτρα Φθία
ρήμαξαν τα χωράφια μου, γιατί ανάμεσά μας
βρίσκονται σκιερά βουνά, θάλασσα αγριεμένη.
Για σένα αδιάντροπε, ήρθαμε, για χαρά σου
τους Τρώες να χτυπήσουμε, για σένα, σκυλομούρη,
και το Μενέλαο..."(Α 152-160).
Ο οργισμένος Αχιλλέας κατηγορεί τον Αγαμέμνονα για αδιαντροπιά και αχαριστία, γι' αυτό και τον "στολίζει" με τέτοιους χαρακτηρισμούς. Οι ηγέτες εμφανίζουν μια εικόνα άσχημη, όταν φτάνουν στη μοιρασιά των λαφύρων, μια εικόνα που ενοχλεί, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή.
Για να φτάσει όμως στο σημείο να οργιστεί τόσο πολύ ο Αχιλλέας εναντίον του Αγαμέμνονα, φαίνεται πως είχε και άλλοτε δυσαρεστηθεί μαζί του και τώρα βρίσκει την ευκαιρία να ξεσπάσει εναντίον του.
Γι' αυτό και ο ποιητής στο εξής θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στο πρόσωπο του Αχιλλέα και τη δράση του ίσαμε να στερεώσουν οι Αχαιοί την εξουσία τους στην περιοχή της Τρωάδας. Πρώτο μέλημα των εισβολέων στην ξένη γη είναι να αποκλείσουν την πόλη του Πριάμου από τις γύρω πόλεις, κυριεύοντάς τες, ώστε να εξασφαλίσουν τα νώτα τους από τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχαν απ' αυτές, μια και από τη θάλασσα προστατεύονταν οι ίδιοι από τα καράβια τους, τα αγκυροβολημένα στην ακτή.
Οι πρώτες πληροφορίες για τα πολεμικά γεγονότα στην περιοχή της Τρωάδας μας δίνονται από τον ίδιο τον Αχιλλέα, τον αρχηγό των πολεμικών επιχειρήσεων. Ομολογεί πως κυριεύει δώδεκα(12) πόλεις (νησιά) με τα καράβια του και (11) έντεκα πόλεις στη στεριά με τον πεζικό του στρατό.
Η μαρτυρία είναι σοβαρή και καταδεικνύει το πλήθος των εχθρικών πόλεων που είχε να αντιμετωπίσει έως ότου εδραιώσει την εξουσία του στη στεριά και τη θάλασσα της περιοχής της Τρωάδας.
"Με τα καράβια δώδεκα πόλεις έχω κουρσέψει
και με τα πόδια ένδεκα στην καρπερή Τρωάδα.
Διάλεγα λάφυρα πολλά και πλούσια απ' εκείνες
κι όλα στον Αγαμέμνονα τα έδινα. Κι εκείνος
τα έπαιρνε πίσω μένοντας στα γοργά τα πλοία πλάι" (Ι 328-332).
Ο Αχιλλέας, από τη μια, περηφανεύται για τις κατακτήσεις του και τα λάφυρα που αποκομίζει από τις κουρσεμένες εχθρικές πόλεις, και από την άλλη, θλίβεται για την απαράδεκτη συμπεριφορά του Αγαμέμνονα κατά τη μοιρασιά των λαφύρων, αφού ο αρχιστράτηγος παίρνει πάντα τα καλύτερα , αν και απέχει από τις μάχες, μένοντας αμέριμνος και ασφαλής στα καράβια του.
Η κατηγορία είναι σοβαρή και πλήττει κυριολεκτικά τον ίδιο τον αρχιστράτηγο, έναν ηγέτη αδιάφορο και συμφεροντολόγο. Δεν πρόκειται βέβαια για εξωπραγματική κατηγορία ενός εξοργισμένου νέου, αφού παρόμοια κατηγορία ακούγεται να εκστομίζεται και από τον πιο άσχημο άνδρα, που φτάνει στην Τροία, το Θερσίτη. Ο τελευταίος δε συμπαθεί ούτε τον Οδυσσέα μα ούτε τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα. Αυτός, λοιπόν, ο δύσμορφος άντρας, κατά τον αριστοκράτη ποιητή, καταφέρεται εναντίον τους κυρίως όμως εναντίον του Αγαμέμνονα και λέει κάποιες αλήθειες που πληγώνουν βαθιά.
"Ατρείδη, τι σου έλειψε, γιατί παραπονιέσαι;
Χαλκό γεμάτες οι σκηνές και μέσα τους γυναίκες
έχεις πολλές και διαλεχτές, που δίνουμε σε σένα
πρώτο, όταν κουρσέψουμε πάντοτε κάποια πόλη.
Χρυσάφι μη σου έλειψε, που απ' τους Τρώες κάποιος
τους αλογάρηδες λύτρα θα φέρει για το γιο του,
που δένοντας φέρνω εδώ εγώ ή κάποιος άλλος
ή κοπέλα κάποια νέα, να είναι συντροφιά σου
και μόνος να τη χαίρεσαι; Αυτό σωστό δεν είναι
άρχοντας συ τους Αχαιούς σε συμφορές να ρίχνεις"(Β 225-232).
Σοβαρές οι κατηγορίες του Θερσίτη. Δεν απέχουν καθόλου από εκείνες του Αχιλλέα. Μας ξαφνιάζουν αλλά ταυτόχρονα και μας αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές της ζωής των Αχαιών κατά την παραμονή τους στην περιοχή της Τρωάδας, αγωνιζόμενοι να εκπορθήσουν το Ίλιο. Μπορεί οι κατηγορίες να ελέγχονται για το στοιχείο της υπερβολής που περιέχουν εξ αιτίας του μίσους των δύο ανδρών απέναντι στον Αγαμέμνονα, όμως δεν παύουν να αποκαλύπτουν αλήθειες και να έχουν την αξία που έχουν. Φαίνεται πως η πρώτη πόλη που κουρσεύει ο Αχιλλέας, ύστερα από σκληρό αγώνα, είναι η Λυρνησσός. Στον αγώνα για την άλωσή της σκοτώνει δύο γενναίους αντιπάλους του, το Μύνητα και τον Επίστροφο, τέκνα του Εύηνου. Ακολούθως λεηλατεί την πόλη και, μεταξύ των άλλων λαφύρων, παίρνει ως σκλάβα την ωραία Βρισηίδα, την οποία κρατά ως παλλακίδα στη σκηνή του. Την κόρη αυτή θα αρπάξουν βίαια από τον Αχιλλέα οι άνθρωποι του Αγαμέμνονα, γεγονός που θα προκαλέσει την οργή(μήνις) του οξύθυμου γιου της Θεάς, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί οργισμένος από τον πόλεμο.
"Ο Αχιλλέας ο γοργός έμενε στα καράβια
μ' οργή για την ωριόμαλλη τη Βρισηίδα κόρη,
που πήρε απ' τη Λυρνησσό σε δύσκολο αγώνα,
την πόλη αυτή κουρσεύοντας..."(Β 688-691).
Ο Αχιλλέας, εκτός από το περιστατικό της Βρισηίδας, θυμάται και τη συνάντησή του στη Λυρνησσό με τον Αινεία, την οποία του υπενθυμίζει τώρα που τον συναντά, βγαίνοντας και πάλι στον πόλεμο, για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του Πάτροκλου.
"Στη Λυρνησσό μου ξέφυγες, κι αυτήν κούρσεψα όμως
με συνδρομή της Αθηνάς, του Δία του πατέρα,
γυναίκες αιχμαλώτισα και για σκλαβιά τις πήρα
εσένα σ΄'εσωσαν θεοί, ο Δίας και οι άλλοι.
Δε θα σε σώσουν τώρα πια..."( Υ 191-194).
Βέβαια, παρά την απειλή του Αχιλλέα, ο Αινείας δε θα σκοτωθεί από τον Αχιλλέα, θα επιζήσει του τρωικού πολέμου και θα γίνει γενάρχης των Ρωμαίων. Αυτή είναι η μοίρα του και ουδείς μπορεί να του την αλλάξει. Στην ίδια περιοχή ο Αχιλλέας έχει μία ακόμη επιτυχία. Κυρεύει την υψηλόπορτη Θήβα, όπου σκοτώνει τον Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης και τα εφτά της αδέρφια. Το αναφέρει η Ανδρομάχη στον Έκτορα, όταν προσπαθεί να τον πείσει να μείνει κοντά της και να απαρνηθεί τον πόλεμο.
"Σκότωσε τον πατέρα μου ο άξιος Αχιλλέας
και την καλόχτιστη πόλη κούρσεψε των Κιλίκων,
τη Θήβα την ψηλόπορτη. Δεν έγδυσε εκείνον,
ωστόσο, σαν τον σκότωσε, σεβάστηκε την ψυχή του,
με τα λαμπρά τα όπλα του έκαψε το σώμα,
τάφο σ' εκείνον έστησε...
Εφτά στο σπίτι αδελφούς είχα. Την ίδια μέρα
όλοι στον Άδη τράβηξαν, τους σκότωσε εκείνος" (Ζ 414-423).
Η Ανδρομάχη, και μέσα στο μεγάλο της πόνο, δεν παρασύρεται και δεν παύει να είναι αντικειμενική στη κρίση της απέναντι στον Αχιλλέα. Της έχει αφανίσει ολόκληρη την οικογένεια, μα ομολογεί πως ο Αχιλλέας δεν ατίμωσε τον πατέρα της. Τον τίμησε με την ταφή!
Η μόνη που γλίτωσε το θάνατο είναι η βασίλισσα μητέρα της, την οποία αιχμαλώτισε ο Αχιλλέας αλλά γρήγορα τη λευτέρωσε, παίρνοντας πολλά λύτρα.
Τη μητέρα της ".... που βασίλευε στη δασωμένη Πλάκο,
αφού την έφερε εδώ με τ' άλλα λάφυρά του,
τη λευτέρωσε, παίρνοντας λύτρα πολλά για κείνη,
μα η τοξεύτρα Άρτεμη τη σκότωσε στο σπίτι"( Ζ 425-428).
Οι Αχαιοί όμως, συνεχίζοντας τις επιθέσεις τους στις εχθρικές πόλεις της Τρωάδας, κυριεύουν τη Σκύρο και τη Λέσβο. Ανάμεσα στα λάφυρα που παίρνουν οι πορθητές των πόλεων αυτών συγκαταλέγεται και μια σκλάβα, η όμορφη Διομήδη, κόρη του Φόρβαντα. Σ' αυτήν την ωραία κόρη αναφέρεται ο ποιητής, όταν περιγράφει τη σκηνή του ύπνου του Αχιλλέα και του Πάτροκλου αμέσως μετά από την αποχώρηση της ελληνικής πρεσβείας από τη σκηνή του Αχιλλέα.
" Στο βάθος της καλόχτιστης σκηνής ο Αχιλλέας
κοιμόταν. Ήταν δίπλα του μια σκλάβα από τη Λέσβο
η Διομήδη η όμορφη, του Φόρβαντα η κόρη.
Αντίκρυ και ο Πάτροκλος πλάγιασε. Δίπλα είχε
την Ίφη, του Αχιλλέα δώρο, σαν του Ενυέα
την πόλη εκυρίευσε, την πετρωτή τη Σκύρο"( Ι 666-668).
Από όσα παραδείγματα παραθέσαμε γίνεται φανερό πως σε όλα πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο γενναίος γιος της Θέτιδας.
.Ο πόλεμος όμως συνεχίζεται σκληρός και αβέβαιος. Κάποτε η νίκη γέρνει με τους Αχαιούς άλλοτε πάλι με τους Τρώες. Βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο. Οι Τρώες στον κάμπο νικούν τους Αχαιούς και τους απειλούν σοβαρά. Ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, εκτιμώντας την κατάσταση ανησυχεί και αγωνιά για το τέλος της, γι' αυτό πείθει τον Πάτροκλο να προτρέψει τον Αχιλλέα να σταματήσει την οργή του και να βοηθήσει τους Έλληνες ή, αν δεν το πετύχει αυτό, να ζητήσει την πανοπλία του και να κατεβεί μ' αυτήν ο ίδιος στον πόλεμο, ίσως έτσι ανακόψουν την επιθετική ορμή των Τρώων.
Η πρώτη πρόταση απορρίπτεται απ' το γιο της Θεάς, γίνεται όμως δεκτή η δεύτερη. Γι'αυτό διατάζει τον ηνίοχο Αυτομέδοντα να ζέψει τα άλογα Βαλίο και Ξάνθο στο πολεμικό άρμα και δίπλα τους τον Πήδασο, ένα θαυμάσιο άλογο, λάφυρο του Αχιλλέα, όταν κούρσεψε την πόλη του Ηετίωνα, δηλαδή τη Θήβα στη Μ.Ασία.(Π.153-154). Ο Πάτροκλος, με την πανοπλία του Αχιλλέα και τους μυρμιδόνες βγαίνοντας στον πόλεμο, ανατρέπει για λίγο την κατάσταση και ανακουφίζει τους Αχαιούς.
Σε άλλη επιδρομή ο Αχιλλέας κυριεύει τη Λήμνο και συλλαμβάνει αιχμάλωτο το Λυκάονα, γιο του Πριάμου, βρίσκοντάς τον στο αμπέλι του πατέρα του. Με την επέμβαση όμως του Ηετίωνα τον απελευθερώνει. Ο Ηετίων ευχαριστημένος για τη σωτηρία του νέου, τον μεταφέρει στην Αρίσβη, πληρώνοντας πολλά λύτρα(Φ 34-44). Για κακή του όμως τύχη ο Λυκάονας συναντιέται με τον Αχιλλέα και αιχμαλωτίζεται από το γιο της θεάς. Ο νεαρός ικετεύει τον Αχιλλέα να του χαρίσει τη ζωή, ισχυριζόμενος πως ο Έκτορας δεν είναι αδελφός του από την ίδια μάνα. Ο Αχιλλέας αρνείται να δεχτεί την ικεσία και την ομολογία του νέου και τον σκοτώνει, εκδικούμενος το θάνατο του φίλου του.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ακόμη πως με την αναδρομή του Λυκάονα στο γενεαλογικό του δένδρο, ο ποιητής πλουτίζει τις γνώσεις του ακροατή και τον κατατοπίζει σε διάφορα ζητήματα, έστω και αν βρίσκονται έξω από το κύριο κορμό της αφήγησης του επικού μύθου.
"Με γέννησε η Λαοθόη, του γέρου Άλτη η κόρη
που και τους φιλοπόλεμους Λέλεγες κυβερνάει
πλάι στο Σατνιόεντα την Πήδασσο κρατώντας.
Την κόρη του είχε ο Πρίαμος, καθώς και πολλές άλλες.
Δυο γιοί της γεννηθήκαμε, θα σφάξεις και τους δύο.
Σκότωσες μέσα στους πεζούς πρώτη γραμμή τον ένα,
τον άξιο τον Πολύδωρο, χτυπώντας με κοντάρι.
Κι εμένα θα με βρει κακό τώρα. Δεν το ελπίζω τα χέρια σου,
όπου η μοίρα μ' έριξε, να ξεφύγω.
Μα κάτι άλλο θα σου πω και βάλε το στο νου σου.
Μήτε με σκοτώσεις! Δεν είμαι από την ίδια μάνα
με τον Έκτορα, που φίλο καλό σου έχει σκοτώσει"( Φ 85-96).
Αυτά είναι τα σημαντικότερα περιστατικά που έχουν σχέση με τη δράση του Αχιλλέα στην περιοχή της Τρωάδας, πριν από την αποχώρησή του από τον πόλεμο εξ αιτίας της μήνιος.
Με την επιστροφή του ο εξοργισμένος Αχιλλέας είναι ακόμη πιο σκληρός απέναντι στους εχθρούς του, ώσπου να συναντήσει και να σκοτώσει τον Έκτορα. Το όφειλε στον Πάτροκλο και στον όρκο που του έδωσε πως δε θα σταματήσει τον πόλεμο, αν δεν πάρει εκδίκηση από το φονιά του.
Ο πόλεμος εξαγριώνει τον άνθρωπο, τον φανατίζει, τον κάνει σκληρό και άπονο, τον οδηγεί χωρίς δισταγμό στο φόνο. Ως τώρα ο Αχιλλέας έχει στείλει στον Άδη μεγάλο αριθμό Τρώων. Σκότωσε τα δυο παιδιά του του Εύηνου, τα εφτά αδέλφια της Ανδρομάχης και τώρα, λίγο πριν σκοτώσει τον Έκτορα, φονεύει τα δύο αδέρφια, τον Πολύδωρο και το Λυκάονα, αλλά και αμέτρητους Τρώες κατά τις τρεις εξορμήσεις του ίσαμε να σκοτώσει τον Έκτορα. Εκείνο που φοβόταν ο φίλος του Έκτορα Πολυδάμας δεν το απέφυγαν οι Τρώες. Η είσοδος του Αχιλλέα στον πόλεμο άλλαξε το πολεμικό τοπίο. Τώρα τον πρώτο λόγο έχουν οι Αχαιοί. Με το θάνατο του Έκτορα, προαναγγέλλεται και το τέλος της Τροίας.
Το αξιοθαύμαστο όμως με τον Αχιλλέα είναι ότι, ενώ γνωρίζει καλά πως, αν σκοτώσει τον Έκτορα, και η δική του ζωή θα είναι μικρή, εκείνος προτιμά να επιτελέσει το καθήκον του απέναντι στον επιστήθιο φίλο του και να απορίψει την παράταση μιας χωρίς αξία ζωής.
Ο Αχιλλέας είναι γνωστό πως δε σκοτώνεται στην Ιλιάδα, αλλά σε άλλο έπος την "Αιθιοπίδα" από τον Πάρη και τον Απόλλωνα. Ο θεός κατευθύνει το βέλος του Πάρη, στο μοναδικό τρωτό σημείο του σώματός του, τη φτέρνα. Οι Αχαιοί τον κηδεύουν με τιμές και του στήνουν μνημείο σε μια προεξοχή της ακτής στην είσοδο του Ελλησπόντου, για να το βλέπουν οι ναυτικοί από μακριά.
Η μητέρα του, η Θέτιδα, κατά την παράδοση, φέρνει το νεκρό του σώμα στο Λευκό Νησί στα Ηλύσια Πεδία, όπου ζουν οι ήρωες.
Ο Αχιλλέας δεν είναι μόνο το πρότυπο του γενναίου πολεμιστη και του πιστού φίλου, αλλά, κυρίως, πρότυπο ανθρώπου, που ξεπερνά εμπόδια και σκληρές δικιμασίες με τον προσωπικό του αγώνα και κερδίζει τη δόξα και την Αθανασία.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Η ΑΡΑ (ΚΑΤΑΡΑ) ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

"Ώμοι πατρός δη νυν αραί τελέσφοροι".
"Αλίμονο, οι κατάρες του πατέρα πιάνουν".
(Αισχύλου, Επτά επί Θήβας, στ.655).
Η Αρά (κατάρα) για τους αρχαίους Έλληνες είναι συγγένισσα της τρομερής Ερινύας και σκληρή τιμωρός εκείνων που πράττουν ανόσια έργα. Είναι μια πίστη παγιωμένη στον άνθρωπο της εποχής εκείνης, γι' αυτό και η τραγωδία πολλές φορές μνημονεύει την κατάρα μαζί με την Ερινύα, μια και οι δύο καταδιώκουν και τιμωρούν τον παραβάτη. Ο Αισχύλος για παράδειγμα στις Ευμενίδες θεωρεί τις Ερινύες ως τα φοβερά παιδιά της Νύχτας, που στον τόπο τους ονομάζονται Κατάρες.
ΧΟ.(Ερινύες)"Με συντομία θα μάθεις όλα, κόρη του Δία. Είμαστε εμείς της Νύχτας τα φοβερά παιδιά, κάτω από τη γη, στον τόπο μας, μας ονομάζουν Κατάρες (Αραί)" (Αισχυλ.Ευμενίδες, στ.415-417).
Επομένως κατά τον Αισχύλο, Ερινύα και Κατάρα, είναι το ίδιο πράγμα με διαφορετικό όνομα. Αποστολή τους είναι να αγρυπνούν για την τήρηση των θεμελιωδών νόμων της κοινωνίας και της οικογένειας, ιδιαίτερα είναι φύλακες της ανθρώπινης ζωής και τιμωροί του φόνου. Είναι αυτές που καταδιώκουν το μητροκτόνο Ορέστη και τον δικάζουν στον Άρειο Πάγο, όπου καταφεύγει ο μιασμένος.
Γνωρίζουμε με το όνομά τους τρεις μόνον Ερινύες, τη Μέγαιρα, την Αληκτώ και την Τισοφόνη. Κάθε μια από αυτές επιτελεί το δικό της καθήκον. Η Μέγαιρα είναι η προσωποποίηση του μίσους, η Αληκτώ η ασταμάτητη οργή και η αδυσώπητη μανία, ενώ η Τισιφόνη η εκδικήτρα του φόνου.Είναι αυτή που εκφράζει την κύρια αποστολή τους.
Ο Αισχύλος στις Ευμενίδες του μας δίνει ξεκάθαρα την αποστολή τους, τη σκοτεινή γέννησή τους και τη σκληρότητά τους. Οι ίδιες μάλιστα ομολογούν πως είναι σκληρές και άτεγκτες και γι' αυτό αποκλείονται από την κοινωνία του Ολύμπου, όπου οι άλλες θεές γιορτάζουν ντυμένες σε πάλλευκους πέπλους.
ΧΟ."Γιατί η Μοίρα η αλύγιστη αυτό τον κλήρο μου έδωσε να έχω για πάντα, τους θνητούς που πέφτουν μάταια σε κακουργίες να τους ακολουθώ ως που να μπουν στη γη, μα κι ο θάνατος μη βάλει χέρι, ούτε κανείς στα δείπνα μας να παίρνει μέρος, αφού μου στέρησε η μοίρα πάλλευκους πέπλους να φορώ.Γιατί εγώ προτίμησα να καταστρέφω σπίτια, όταν σε φίλους πέσει πόλεμος σπιτικός. Επάνω στο φονιά ορμούμε, κι όσο κι αν είναι δυνατός τον αφανίζουμε μέσα στο αίμα, που έχυσε" (Αισχυλ.Ευμενίδες στ.332 και εξής).
Παράλληλα με τη δράση των Ερινύων ο ποιητής μας αποκαλύπτει και την καταστρεπτική δύναμη της πατρικής κατάρας.
" Τοιάσδ' Αράς πρόσθε ελθείν εμοί
και μη 'ξατιμάζητον, ει τυφλού πατρός
τοιώδ' έφυτον. Αίδε γαρ τάδ' ουκ έδρων"
(Σοφοκλ.Οιδίπους επί Κολωνώ,στ 1375-1379).
"Τέτοιες και πριν σας είπα κατάρες εγώ κι όμοια
σας λέω και τώρα, για να μάθετε πως πρέπει
τους γονιούς να τιμάτε κι όχι, αν σεις σπουδαίοι
έχετε γίνει, τον τυφλό σας τον πατέρα
να τον περιφρονάτε. Αυτές δεν έκαναν έτσι".
Τους προειδοποιεί ο βασανισμένος από την παλιά κατάρα Οιδίποδας, αλλά εκείνοι κωφεύουν στις πατρικές συμβουλές, αφού η κατάρα δεν αποτελεί απλώς ένα φόβητρο για τον ασεβή άνθρωπο, μα είναι και μια ακατάβλητη δύναμη που αργά ή γρήγορα εκπληρώνει στο ακέραιο την αποστολή της και τιμωρεί σκληρά τον παράνομο. Αυτή τη φοβερή κατάρα τρέμει ο Χορός στην τραγωδία του Αισχύλου Επτά επί Θήβας και και αναφωνεί γεμάτος αγωνία :
ΧΟ. "Ω μέλαινα και τέλεια γένεος Οιδίπου τ' Αρά.
Κακόν με καρδίαν τι περιπίτνει κρύος"(832-834).
ΧΟ. "Ω μαύρη, δυνατή Κατάρα του Οιδίποδα στους γιους του!
Απ' τη λαχτάρα την καρδιά μου περίζωσε κρυάδα".
Φοβερή η κατάρα που παγώνει την καρδιά του ανθρώπου από το φόβο μήπως τον τιμωρήσει αυστηρά για κάποιο αμάρτημά του. Έτσι την ονομάζει και ο ίδιος ο Οιδίπους, όταν λίγο πριν αποκαλυφθεί πως φονιάς του Λάιου είναι ο ίδιος.
ΟΙ."Οίμοι τάλας, έοικ'εμαυτόν εις αράς
δεινάς προβάλλω αρτίως ούκ ειδέναι" (Σοφοκλ.Οιδ. Τύρ.744-745).
ΧΟ. "Αλίμονο ο δυστυχής! Μου φαίνεται πως λίγο πριν κατάρες
φοβερές ξεστόμιζα για μένα, χωρίς να καταλάβω".
Από όσα παραθέσαμε γίνεται φανερό πως για τον αρχαίο Έλληνα η δύναμη της κατάρας είναι μεγάλη και τιμωρεί σκληρά εκείνον εναντίον του οποίου εκστομίζεται. Ο λαός φοβάται την κατάρα, γιατί πιστεύει πως η σύντομη αυτή φράση έχει μέσα της τη μαγική δύναμη να βγαίνει πάντοτε αληθινή, τιμωρώντας σκληρά τον ανόσιο. Αυτή είναι η πίστη του απλού ανθρώπου, γι' αυτό και δύσκολα καταριέται ανθρώπους στη ζωή του.
Αν θελήσουμε να ερευνήσουμε τη συχνότητα που μνημονεύεται η λέξη κατάρα απλή ή με επίθετο σε όλες τις τραγωδίες των τριών μεγάλων μας ποιητών, θα διαπιστώσουμε πως μόλις ξεπερνά τις πενήντα φορές. Συγκεκριμένα 18 φορές στον Αισχύλο, 15 φορές στο Σοφοκλή και 19 στον Ευριπίδη. Ειδικότερα, με επίθετο η λέξη κατάρα αναφέρεται αρκετές φορές:
Αισχύλος:Αρά μεγασθενής, μέλαινα Αρά, τέλεια αρά, δαιμόνιαι αραί, πολυκρατείς αραί.
Σοφοκλής: δεινόπους αρά, πικράς αράς, δεινάς αράς.
Ευριπίδης: τάλαινα αρά, ανοσιοτάτας αράς, δεινάς αράς.
Από τα επίθετα που συνοδεύουν τη λέξη αρά γίνεται αντιληπτό πως εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο ο μεγάλος ή μικρός αριθμός των επιθέτων που τη χαρακτηρίζουν, όσο η ποιότητά τους. Και όλα τα επίθετα, χωρίς εξαίρεση, δηλώνουν φόβο, δύναμη, πίκρα, μαυρίλα, δυστυχία, ενώ απουσιάζουν επίθετα που σημαίνουν χαρά, αισιοδοξία, ευτυχία.Η προτίμηση αυτή έχει το λόγο της. Ο λαός στο άκουσμα της λέξης κατάρα αισθάνεται φόβο, απογοήτευση και απελπισία, αφού αναμένει ως επακόλουθό της τη σκληρή τιμωρία του παραβάτη. Ο φόβος του όμως γίνεται μεγαλύτερος, αν είναι πατρική κατάρα ή αν προέρχεται από ιερωμένο ή γέροντα, γιατί πιστεύει ακράδαντα πως τα πρόσωπα αυτά, επειδή είναι πιο κοντά στο θάνατο, στο θεό, γι' αυτό οι ευχές ή οι Κατάρες τους οπωσδήποτε πιάνουν και τιμωρούν αυτούς εναντίον των οποίων εκστομίζονται Ο απλός άνθρωπος, που φοβάται τη δύναμή τους, φροντίζει να αποφεύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να επισύρουν σε βάρος του την Κατάρα αυτών των προσώπων.
Στη δύναμη της Κατάρας και της Ερινύας πιστεύει και Ετεοκλής.Παρακαλεί τις δύο θεές να μην καταστρέψουν την πόλη του, που ομιλεί γλώσσα ελληνική, σε αντίθεση με τη βαρβαρική γλώσσα του ξένου στρατού με τον Πολυνείκη που βαδίζει εναντίον της.
ΕΤΕ. "Ω Δία και Γη και πολιούχοι θεοί,
κι εσύ Κατάρα και Ερινύα η μεγαλοδύναμη,
μη μου την πόλη ξεχερσώστε από τις ρίζες της,
αυτή που γλώσσα ελληνική ομιλεί"(Αισχύλ.Επτά επί Θήβας, 69-71).
Άλλωστε, η τραγωδία Επτά επί Θήβας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο θρίαμβος της Αράς-Ερινύας, που εκστόμισε ο Οιδίπους εναντίον των παιδιών του, όπως ακριβώς και η Ορέστεια, όπου τα εγκλήματα του Αίγισθου -μοιχός και δολοφόνος- δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της κατάρας του Θυέστη, εξ αιτίας της οποίας τόσες συμφορές συσσωρεύτηκαν στον οίκο των Ατρειδών.
΄Οπως και να έχει όμως το ζήτημα η εκστόμιση μιας κατάρας προκαλεί τρόμο στον άνθρωπο και τίποτα δεν μπορεί να αιτιολογήσει μια τέτοια τρομερή πράξη. Το επιχειρεί ο Τειρεσίας στην τραγωδία Φοίνισσες του Ευριπίδη, θέλοντας να δικαιολογήσει τον Οιδίποδα για τις φοβερές κατάρες τις οποίες εκστόμισε εναντίον των παιδιών του.
ΤΕΙ. "...διότι καθώς ούτε τιμούσαν τον πατέρα τους ούτε τον άφηναν να βγει έξω από το σπίτι το δυστυχισμένο άντρα, τον εξαγρίωσαν και ξεστόμισε γι' αυτούς (Ετεοκλή και Πολυνείκη) κατάρες φοβερές (αράς δεινάς), καθώς ήταν κακοπαθημένος κι από πάνω περιφρονημένος" (Ευριπίδη, Φοίνισσες, στ.874-877).
Πόσο δίκιο ή άδικο έχει ο μάντης στην άποψή του αυτή θα αποφύγουμε να σχολιάσουμε, θα αφήσουμε όμως στον τραγικό να δώσει τη δική του απάντηση. Γι' αυτό, ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που οδήγησαν τον τυφλό πατέρα να καταραστεί τα παιδιά του.
Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του Οιδίπους επί Κολωνώ εμφανίζει τον Οιδίποδα εξορισμένο από τα παιδιά του στην Αττική, ικέτη του Θησέα. Τον έχουν εξορίσει ως ανόσιο από τη Θήβα και τώρα, χωρίς ντροπή θέλουν να τον επαναφέρουν σ' αυτήν, επειδή κάποιος χρησμός έλεγε πως, όποιος έχει μαζί του το γερο Οιδίποδα, εκείνου ο στρατός θα κερδίσει τον πόλεμο!
Πρώτος, λοιπόν, φτάνει στην Αττική ο Κρέων, ο νέος άρχοντας των Θηβών και αργότερα ο Πολυνείκης. Ο καθένας τους φτάνει εκεί, για να πάρει το δυστυχή Οιδίποδα μαζί του. Εκείνος όμως, που γνωρίζει το χρησμό, αγαναχτισμένος με το κατάντημά τους και βαθιά πληγωμένος από την ως τώρα απάνθρωπη συμπεριφορά των παιδιών του απέναντί του, διώχνει οργισμένος τον Κρέοντα, που έρχεται για λογαριασμό του Ετεοκλή, όσο και τον Πολυνείκη, που φθάνει λίγο αργότερα, για να τον πάρει μαζί του. Ο πατέρας του, εκτός εαυτού για την αδιαντροπιά του γιου του και το θράσος του, διώχνει τον Πολυνείκη με τον πιο σκαιό τρόπο.
ΟΙΔ."Γκρεμίσου, σύχαμα, απ' εμπρός μου και πατέρα
να μη με ξαναπείς, παγκάκιστε, και τούτες
να σε βρουν οι κατάρες μου. Μήτε να κυριέψεις
την πατρίδα σου, μήτε στ' Άργος να γυρίσεις
το βαθουλό, μα να θανατωθείς με χέρι
δικό, σκοτώνοντας αυτόν που σ΄έχει διώξει.
Αυτά σου καταριέμαι, και είθε να σε κλείσει
το πατρικό μισητό σκότος του Τάρταρου
και στις θεές το δέομαι τούτες και στον Άρη
που το φριχτό μίσος έμπηξε βαθιά σας"
(Σοφοκλ. Οιδ. επί Κολωνώ στ.1348-1392).
Το αποτέλεσμα της κατάρας είναι γνωστό. Τα δύο αδέλφια σε μονομαχία μεταξύ τους μπροστά στην έβδομη πύλη των Θηβών αφήνουν την τελευταία τους πνοή, πεσμένα το ένα δίπλα στο άλλο.
Οι θεοί, πράγματι, εισάκουσαν την προσευχή τους. Η πόλη τους σώθηκε από την καταστροφή, ενώ εκείνοι δεν κέρδισαν παρά δυο μέτρα γης!
Τους σκότωσε η κατάρα του οργισμένου και ταπεινωμένου πατέρα!
Ο λαός, επηρεασμένος από τέτοια γεγονότα, πιστεύει στη δύναμη της κατάρας και συχνά επαναλαμβάνει πως οι "Κατάρες πιάνουν". Τι εννοεί όμως ο λαός μ΄αυτή του τη φράση; Αν εννοεί όλες οι κατάρες, δίκαιες και άδικες, τότε σε τι διαφέρουν οι πρώτες από τις δεύτερες; Πώς είναι δυνατό μια δίκαιη κατάρα να εξισώνεται με μια άδικη, όταν τις χωρίζει μέγα χάος; Ο ποιητής όμως, που θέλει να απαλλάξει το θεατή από τέτοιες σκέψεις, τον προλαβαίνει και διευκρινίζει πως αν κάποιες άδικες κατάρες φαίνεται να πιάνουν, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αλλά σε ανθρώπινο λάθος, και για να το αποδείξει αναφέρεται στο θάνατο του Ιππόλυτου, που οφείλονταν σε μια πλάνη και όχι στην άδικη κατάρα του πατέρα του.
Ο Ιππόλυτος ζει με τη Φαίδρα, τη μητριά του, στο παλάτι του Θησέα, βασιλιά της Αθήνας. Η Φαίδρα, παρασυρμένη από την ομορφιά του νέου, τον ερωτεύεται παράφορα.Ο νέος αδιαφορεί για τον έρωτα της Φαίδρας και προτιμά την ανέμελη ζωή και τη λατρεία της Άρτεμης, περιφρονώντας ταυτόχρονα προκλητικά και την Αφροδίτη, τη θεά του έρωτα.Η Φαίδρα, μην μπορώντας να ανεχτεί την αδιαφορία του νέου απέναντί της, μα ούτε να δαμάσει το πάθος της γι' αυτόν, αυτοκτονεί, αφήνοντας ένα γράμμα δίπλα της. Ο Θησέας, που φτάνει εσπευσμένα στο παλάτι, βρίσκει τη Φαίδρα νεκρή και δίπλα της το γράμμα. Το διαβάζει και έκπληκτος πληροφορείται πως η αιτία του θανάτου της ήταν ο γιος του, ο Ιππόλυτος, που θέλησε να επιβουλευτεί την τιμή της!Αυτά του γράφει.Ο Θησέας, οργισμένος από το περιεχόμενο της επιστολής, χωρίς καμιά άλλη ενέργεια, για να διακριβώσει την αλήθεια ή μη της κατηγορίας, απευθύνεται στον πατέρα του Ποσειδώνα και ζητά να τιμωρήσει το γιο του.
ΘΗ."Ω πόλη. Ο Ιππόλυτος με βία τόλμησε να θίξει το γάμο το δικό μου, το σεβάσμιο μάτι του Δία αψηφώντας. ΄Ω πατέρα Ποσειδώνα, από τις τρεις ευχές που κάποτε είχες τάξει σε με να δώσεις, με μια απ' αυτές το γιο μου να ξολοθρέψεις, πριν να σβήσει τούτη η μέρα" (Ευριπίδη, Ιππόλυτος στ.893-898)
Ο Ιππόλυτος, όταν πλησιάζει ανήσυχος τον πατέρα του να του μιλήσει για την αθωότητά του, εκείνος φρενιασμένος διώχνει το γιο του από την Αθήνα, χωρίς να του επιτρέψει να απολογηθεί. Συμπεριφορά που δε συνάδει με τη φήμη του συνετού Θησέα.
Μετά από λίγο καταφτάνει στο παλάτι ένας αγγελιαφόρος και αναγγέλλει στο Θησέα το σοβαρό τραυματισμό σε ιπποδρομία του Ιππόλυτου, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη του βασιλιά για τον τραυματισμό του γιου του.
ΑΓΓ."Απ' το δικό του αμάξι πάει αυτός χαμένος,
κι απ' τις κατάρες τις δικές σου, που στου Πόντου
τον άρχοντα (Ποσειδώνα), πατέρα σου, είπες για το γιο σου"
(Ιππόλυτος, στ.1166-68).
Ο Αγγελιαφόρος επισημαίνει την ευθύνη που έχει ο Θησέας και αποδίδει κατά ένα μέρος στις δικές του κατάρες τον τραυματισμό του γιου του. Πιστεύει κι αυτός, όπως ο λαός, πως η πατρική κατάρα σκοτώνει. Ο Θησέας ακούει τον Αγγελιαφόρο ψύχραιμα έως αδιάφορα. Στο τέλος, το μόνο που έχει να πει είναι να θίξει και πάλι την ηθική υπόσταση του γιου του.
ΘΗ."Μήπως χτυπήθηκε από το χέρι κάποιου που με βία ντρόπιασε τη γυναίκα του, όπως τη δικιά μου;"
Η φράση αυτή, γεμάτη μίσος και εμπάθεια, οδηγεί τον αγγελιαφόρο σε νέο ξέσπασμα.
ΑΓΓ."Από το δικό του αμάξι πάει αυτός χαμένος, κι απ' τις δικές σου κατάρες". Κι εκείνος, που αποφεύγει να δώσει μια απάντηση στη μομφή του άγγελου, στρέφεται και ευχαριστεί τον πατέρα του Ποσειδώνα, γιατί εισάκουσε την προσευχή του.
Σε λίγο φέρνουν βαριά τραυματισμένο τον Ιππόλυτο. Η Άρτεμη, που συμπαθεί τον ενάρετο νέο και δε θέλει να πεθάνει στιγματισμένος, αποκαλύπτει στο Θησέα όλη την αλήθεια για το φιάσκο της Φαίδρας σε βάρος του αθώου νέου. Τον Ιππόλυτο, του λέει, τον τιμώρησε σκληρά η Αφροδίτη για την ασέβειά του απέναντί της και όχι οι δικές σου κατάρες, για τις οποίες επιχαίρεις.
ΑΡΤ. "ΣΕ τον ευπατρίδηνΑιγέως κέλομαι
παίδ' επακούσαι.
Λητούς δε κόρη σ' ΄Αρτεμις αυδώ.
Θησεύ, τι τάλας τοίσδε συνήδη,
παίδ' ουχ' οσίως σον αποκτείνας,
ψευδέσι μύθοις αλόχου πεισθείς
αφανή φανεράν δ' έσχεθες άτην κτλ."
ΑΡΤ. "Εσένα, τον ευπατρίδη γιο
του Αιγέα, καλώ ν' ακούσεις.
Η κόρη της Λητώς, η Άρτεμη, σου μιλάω.
Θησέα κακότυχε, τι χαίρεσαι γι' αυτά; Ανόσια σκότωσες το γιο σου, δίνοντας πίστη στης γυναίκας σου τις ψεύτικες γραφές. Αβέβαιο αμάρτημα για βέβαιο δέχτηκες...'Επραξες απαίσια...ωστόσο μπορείς ακόμη να συγχωρηθείς. Η Κύπρη θέλησε να χορτάσει την οργή της. Γιατί μες στους θεούς υπάρχει τέτοιος νόμος. Κανείς δε στέργει πρόσκομμα να φέρει στου άλλου το θέλημα, αλλά πάντα απέχουμε. Κι εσύ απ' το κρίμα σου μια και ήσουνα σε πλάνη γλιτώνεις. Βαριά σε σένα τούτα τα δεινά ξέσπασαν. Κι εγώ λυπάμαι, γιατί οι θεοί δε νιώθουν χαρά, όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς. Μα καταστρέφουν τους άσεβους με τα παιδιά τους και τα σπίτια" (Ευριπ.Ιππόλυτος 1286 και εξής).
Με την απάντησή της η θεά Άρτεμη αποκαθιστά την αλήθεια για τον Ιππόλυτο, το πιο λαμπρό αστέρι της Αθήνας, που λυτρωμένος τελειώνει την άψογη ζωή του στη ζεστή αγκαλιά του μετανιωμένου πατέρα του. Ο θησέας, συντριμμένος από το τραγικό του λάθος, αναφωνεί:
"Αχ, ας πεθάνω εγώ στη θέση σου, παιδί μου, μακάρι την κατάρα μου ποτέ να μην είχα εκστομίσει...Οι θεοί με πλάνεψαν απ' την ορθή τη γνώμη"(1410).
Με την αποκάλυψη της αλήθειας από την Άρτεμη ο ποιητής προφυλάσσει το θεατή από την εξαγωγή λαθεμένων συμπερασμάτων, ταυτόχρονα όμως βγάζει και από την πλάνη το Θησέα και ελεφρύνει κάπως το βάρος της ευθύνης του για τη στάση του απέναντι στον ενάρετο γιο του. Κατανοεί ότι η Αφροδίτη θανάτωσε το γιο του και όχι οι δικές τους κατάρες, γιατί ήταν άδικες!
Αν θελήσουμε να σχολιάσουμε τη στάση του Οιδίποδα και του Θησέα απέναντι στα παιδιά τους, τότε θα συμφωνούσαμε πιστεύω πως ο Θησέας εκστόμισε την πατρική κατάρα από άγνοια, γιατί παρασύρθηκε από το γράμμα της Φαίδρας με την ψεύτικη κατηγορία, ενώ ο Οιδίποδας ενήργησε ενσυνείδητα, γιατί η διαγωγή και η συμπεριφορά των παιδιών του ήταν απάνθρωπη. Το αποτέλεσμα στην περίπτωση του Οιδίποδα ο θάνατος των δύο παιδιών του. Η πατρική κατάρα έπιασε.
Κατάρα και Ερινύα.
Η κατάρα στην αρχαία ελληνική τραγωδία είναι φοβερή και πανίσχυρη δύναμη. Ζει και αιωρείται απειλητική πάνω από τα κεφάλια των θνητών, ως άλλη Ερινύα. Την επικαλείται ο Ετεοκλής και την παρακαλεί να μην ξεθεμελιώσει την πατρίδα του που κραίνει την ελληνική γλώσσα. Η Κατάρα όμως και η Ερινύα, όπως αναφέραμε, αποτελούν το ίδιο πράγμα, μια και οι δυο συγγενεύουν ως προς την αποστολή τους, να τιμωρούν δηλαδή το κακό, όπου κι αν εμφανίζεται αυτό στη ζωή του ανθρώπου. Ερινύες είναι τα κακά πνεύματα που εκδικούνται με σκληρό τρόπο τους παραβάτες των κανόνων της ζωής. Είναι σκληρές και τρομερές, γι' αυτό η Αθηνά φροντίζει να τις πείσει να αλλάξουν στάση και να γίνουν από θεές της Νύκτας και του κακού, σε ευεργετικές θεές, σε θεές του καλού (Ευμενίδες).
Γι' αυτό, εφόσον οι κατάρες για τον αρχαίο Έλληνα είναι οι προσωποποιημένες Ερινύες, τότε η δύναμή τους παίρνει άλλη διάσταση, θεϊκή, και γίνονται θεματοφύλακες της παράδοσης και τιμωροί των ασεβών ανθρώπων, των δολοφόνων και όσων βαρύνονται από την πατρική κατάρα. Ο Χορός στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου, έχοντας υπόψη του το ρόλο των Ερινύων, επισείει την αναπόφευκτη συμφορά που αναμένει τον Αίγισθο, για τις καυχησιές του και το έγκλημά του, όταν διαλαλεί ανοήτως πως όχι μόνο ο ίδιος σχεδίασε αλλά και σκότωσε τον Αγαμέμνονα. Κι ενώ ο χορός τον συμβουλεύει να μην λέει μεγάλα λόγια, γιατί το κεφάλι του δε θα αποφύγει το λιθοβολισμό, ο Αίγισθος τελικά αποφεύγει, βέβαια, το δημόσιο λιθοβολισμό, όχι όμως και την εκδίκηση του Ορέστη, που τον σκοτώνει μαζί με τη μητέρα του την Κλυταιμήστρα, παίρνοντας εκδίκηση για το φόνο του πατέρα του.
Η κατάρα είναι παντοδύναμη. Το επαναλαμβάνει ο Χορός στην τραγωδία του Αισχύλου Επτά επί Θήβας(831).
ΧΟ. "Ω μέλαινα και τέλεια γένεος Οιδίπους Αρά κτλ"
"ΧΟ."Ω μαύρη, δυνατή Κατάρα του Οιδίποδα στους γιους του!
Το είπε και το έκανε ως πέρα η κατάρα του πατέρα
και το παλιό το αμάρτημα του Λάιου βάσταξε ως τα τέλη"
Σε άλλη τραγωδία του ο Αισχύλος εξηγεί, γιατί η Ερινύα αντιμετωπίζει τόσο σκληρά τα θύματά της.
ΧΟ."Μα είναι νόμος. Όταν χυθεί σταγόνα φονική στο χώμα, να γυρεύει κι άλλο αίμα, γιατί ο φόνος καλεί την Ερινύα κι αυτή φέρνει απ' όσους πριν σκοτώθηκαν μια συμφορά ύστερα από την άλλη"
Το ίδιο απελπισμένος είναι και ο Ορέστης, που βλέπει γύρω του τόση καταστροφή.
ΟΡΕ."Αλίμονο, του Άδη άρχοντες, κατάρες παντοδύναμες των πεθαμένων, δείτε ό,τι απέμεινεν απ' τους Ατρείδες, σε ποιες στενοχώριες βρίσκονται διωγμένοι απ' τα παιδιά τους. Πού να στραφεί κανείς, θεέ μου!(Χοηφόροι 400-409).
Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο Προμηθέας, τονίζοντας την παντοδυναμία της Κατάρας στην περαστική Ιώ, κυνηγημένη από τη ζήλεια της Ήρας. Ο τιτάνας, καρφωμένος στο βράχο, αναφερόμενος στο μέλλον του Δία, του νέου σκληρού τύραννου του Ολύμπου, επισημαίνει:
"Κι όμως παρ' όλη την έπαρσή του ο Δίας θα έλθει μια μέρα που θα γίνει ταπεινός, γιατί ετοιμάζεται να κάμει γάμο, που θα τον γκρεμίσει απ' το θρόνο και την εξουσία, και τότε θα συντελεστεί πέρα για πέρα η κατάρα του πατέρα του Κρόνου, την οποία ξεστόμισε, όταν έπεφτε από της πανάρχαιης βασιλείας του το θρόνο. Και τη μέρα που θα πέσει στη συμφορά αυτή θα μάθει πόση διαφορά χωρίζει τον αφέντη από το δούλο"(Προμηθεύς Δεσμώτης).
Ύστερα, λοιπόν, από όσα φοβερά και τρομερά αναφέραμε για τη δύναμη της πατρικής κατάρας, νομίζουμε πως πρέπει να σταθούμε στη φράση του Ετεοκλή και να κατανοήσουμε κι εμείς το φόβο και τον τρόμο του ανθρώπου της εποχής εκείνης, ταυτόχρονα όμως και να παραδεχτούμε πως οι κατάρες σκοτώνουν και περισσότερο από όλες οι πατρικές.
ΕΤΕ."Ωιμέ, οι κατάρες του πατέρα τώρα τελεσφορούν".
Δημήτρης Κ. Αραμπατζής

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Αισχύλου: Επτά επί Θήβας. Οι άνθρωποι αθύρματα στη θέληση των Θεών

H τραγωδία Επτά επί Θήβας του Αισχύλου διδάχτηκε το 467 π.Χ. "επί Θεαγενίδου άρχοντος ολυμπιάδι οη. Ενίκα Λαίω, Οιδίποδι, Επτά επί Θήβας, Σφιγξ σατυρική". Η παράσταση εντυπωσίασε το αθηναϊκό κοινό και ο ποιητής τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο.
Ο μύθος της είναι αντλημένος από το "θηβαϊκό κύκλο" και αναφέρεται στη διαμάχη μεταξύ των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη για τη διαδοχή στο θρόνο των Θηβών. Τα δύο αδέλφια, μετά την αυτοτύφλωση του πατέρα τους, τον απομονώνουν με πρόθεση να τον διώξουν από τη Θήβα. Εκείνος, που αντιλαμβάνεται την πρόθεσή τους, πάνω στην οργή του, καταριέται τους δύο γιους του να τους καταστρέψει η Ερινύα.
Μετά την τύφλωση του Οιδίποδα, ο Κρέοντας, που αναλαμβάνει την εξουσία της πόλης, δίνει εντολή να ενταφιαστεί με όλες τις τιμές ο Ετεοκλής, που υπήρξε υπερασπιστής της πατρίδας του, ενώ απαγορεύει να ταφεί ο Πολυνείκης, που υπήρξε εχθρός και προδότης της χώρας του, επειδή ήρθε με ξένο στρατό εναντίον της. Η Αντιγόνη, παρά την απαγορευτική διαταγή του Κρέοντα, αποφασίζει να θάψει το άταφο κουφάρι του αδελφού της!
Το δράμα αρχίζει με τη ρήση του Ετεοκλή, που παρουσιάζεται στη σκηνή και προβάλλει με περηφάνια ξεχωριστή τον εαυτό του ως νόμιμο υπερασπιστή της Θήβας, γιατί δεν επιθυμεί να δει την πόλη του να παραδίνεται σε ξενόγλωσσο στρατό, ετεροφώνω στρατώ. Προτρέπει τους Θηβαίους να υπερασπιστούν τους θεούς, τους βωμούς και τη λατρεία τους, και διαπιστώνει με ικανοποίηση πως, ως τώρα, το έπραξαν με επιτυχία. Σήμερα όμως, που ο αλάθητος μάντης τους προειδοποίησε πως ο εχθρός σχεδιάζει ύπουλη νυχτερινή επίθεση στην πόλη, τους καλεί όλους στις επάλξεις.
"Κάδμου πολίται...
αλλ' ες επάλξεις και πύλας πυργωμάτων
ορμάσθε πάντες, σούσθε συν παντευχία,
πληρούτε θωρακεία, καπί σέλμασιν
πύργων στάθητε, και πυλών επ' εξόδοις
μίμνοντες θαρσείτε, μηδ' επηλύδων
ταρβείτ' άγαν όμιλον, ευ τελεί θεός"(30-35).
" Πολίτες της Θήβας...
Εμπρός! Σε πύλες πύργων και σε επάλξεις
ορμάτε όλοι, πάνοπλοι ριχτήτε!
Πιάστε τις ντάπιες και στις πολεμίστρες στυλωθείτε,
και στων κάστρων τα ξεπόρτια ριζώστε
με άσειστο θάρρος! Το πλήθος του επιδρομέα
μη φοβάστε. Είναι μαζί μας ο θεός".
Ένας Αγγελιαφόρος, που φτάνει τη στιγμή εκείνη, επιβεβαιώνει τη μαντεία. Είδε, λέει, με τα μάτια του τους έξι στρατηγούς του εχθρού, μαζί τους και τον Πολυνείκη, να ορκίζονται ότι θα κατασκάψουν συθέμελα τη Θήβα ή θα πεθάνουν. Ο Ετεοκλής, που πληροφορείται την απειλή, προσφεύγει στους θεούς και ζητά από αυτούς αλλά και από την πατρογονική κατάρα να προστατέψουν την ελεύθερη γη του Κάδμου.
Ο εχθρικός στρατός πλησιάζει την πόλη και ο Χορός βλέπει μικριά να σηκώνεται σκόνη στον αέρα, να ακούει τον κρότο των ασπίδων και των αρμάτων των Αργείων.Τρέμει από το φόβο του και προσεύχεται στους θεούς να απομακρύνουν τον κίνδυνο από την πόλη.
Ο Ετεοκλής ενθαρρύνει τις φοβισμένες γυναίκες του Χορού, προτείνοντάς τες ψυχραιμία και πειθαρχία, γιατί η πειθαρχία, τονίζει, είναι μητέρα της σωτηρίας και της νίκης.
Βιάζεται να φύγει, γιατί θέλει να στήσει τους έξι πολέμαρχους, και με τον ίδιο εφτά, στις εφτά πύλες του κάστρου, γερούς αντίμαχους στους εχθρούς της πόλης(282).
Μετά από την κίνηση αυτή του Ετεοκλή ο φόβος του Χορού μεγαλώνει και ζητά από τους θεούς να σώσουν την πόλη.
Ο Αγγελιαφόρος στο διάστημα αυτό σκιαγραφεί τους αρχηγούς των δύο αντιπάλων στρατευμάτων, που αντιπαρατάσσονται στις εφτά πύλες Αναφέρεται και στον έβδομο αρχηγό, τον Πολυνείκη, που, με τη στρογγυλή ολοκαίνουργη ασπίδα του στα χέρια, καυχιέται πως, αν κυριέψει τη χώρα και στεφανωθεί άρχοντάς της, θα τρέξει να αναμετρηθεί με τον αδερφό του Ετεοκλή και ή θα τον σκοτώσει και θα πέσει και ο ίδιος νεκρός δίπλα του, ή, αν μείνει ζωντανός, θα τον εκδικηθεί για την ατιμία της εξορίας του, διώχνοντάς τον, όπως κι εκείνος τον έδιωξε από την πόλη(632-638).
Αγανακτισμένος και εξοργισμένος με όσα ακούει από τον Αγγελιαφόρο ο Ετεοκλής καταριέται τη μοίρα του και είναι έτοιμος για έναν αγώνα ζωής ή θανάτου.
ΕΤ."Ω θεομίσητη, πολυκαταραμένη
γενιά μου, η πολύκλαφτη του Οιδίποδα.
Αλίμονο, οι κατάρες του πατέρα τώρα πιάνουν.
....
Όσο για τον Πολυνείκη θα δούμε
αν θα τον φέρουν πίσω άρχοντα στη χώρα...
Άρχοντας μ' όλο το δίκιο,
αδελφός με αδελφό, εχθρός με εχθρό του
θα χτυπηθώ..." (653-675).
Η αμοιβαία αλληλοκτονία πυργώνει στη σκέψη του Ετεοκλή και αναφωνώντας:
"Θεών διδόντων ουκ αν εκφύγοις κακά'.
"Κακό που οι θεοί προσφέρουν είναι αδύνατο να το αποφύγεις"(719), προχωρεί προς το οικτρό από τη μοίρα του τέλος.
Ο Χορός, που παρακολουθεί με τρόμο και αγωνία τα όσα συμβαίνουν, θυμάται την κατάρα του πατέρα τους, "σιδήρω την πατρώαν ουσίαν κατανείμαι"(788), και οδηγείται στη σκέψη μήπως έφτασε η ώρα να πραγματοποιηθεί αυτή.
"Φοβάμαι τη φρικτή θεά που αφανίζει
τα σπιτικά, χωρίς θεούς να μοιάζει
την κακομάντευτη της συμφοράς σημάδι
την Ερινύα, που η κατάρα του γονιού του,
μήπως μας βγάλει αληθινές όσες κατάρες
ξεστόμισ' ο Οιδίποδας, σαν σάλεψε ο νους του,
γιατί η κατάρα τούτη σπρώχνει τα παιδιά του
στα αναπόφευκτα δίχτυα του θανάτου"(720-726).
Δεν προλαβαίνει να εκφράσει τους φόβους του, και ο Αγγελιαφόρος φέρνει μια νέα είδηση:
ΑΓΓ."Χαρείτε εσείς παιδιά καλών μανάδων
κι η πόλη γλίτωσε από τα βρόχια της σκλαβιάς της.
Πάνε τα φουσκωμένα κούφια λόγια
που φαφλάτιζαν οι τρανοί. Η μπόρα πάει
και το καράβι δεν πλημμύρισε απ' τη φουρτούνα.
Η πόλη σώθηκε, μα οι άρχοντες τ' αδέλφια...
Νεκροί κι οι δυο...
Πάνε και δυό απο το ίδιο χέρι....
Η πόλη μας τη νίκη κέρδισε, μα οι δυό αρχηγοί μας
με σκυθικό σπαθί τα κτήματά τους τώρα
μοιράσανε, και θάχουνε για κλήρο
όση έκταση θα πάρουν γης μέσα στον τάφο
όπου τους έχουν κατεβάσει οι κατάρες
ενός τυφλού πατέρα"(815-819).
Στη ρήση του Αγγελιαφόρου αντιπαραβάλλονται άλλη μια φορά οι δύο όψεις του γεγονότος: Αγαλλίαση για τη σωτηρία της πόλης, οδύνη για την τραγική μοίρα των γιων του Οιδίποδα. Ο θρήνος του Χορού, που ακολουθεί, είναι μεγάλος σε έκταση και έμμεσα σημασιοδοτεί το τέλος μιας οδυνηρής πράξης, της αδελφοκτονίας.
ΧΟ."Εξέπραξεν, ουδ' απείπεν
πατρόθεν ευκταίας φάτις.
βουλαί δ' άπιστοι Λαίου διήρκεσαν,
μέριμνα δ' αμφί πτόλιν,
θέσφατ' ουκ αμβλύνεται"(840-844).
"Το είπε και το έκανε ως πέρα ο αφορεσμός ενός πατέρα.
Το παλιό αμάρτημα του Λάιου βάσταξε ως το τέλος.
Έγνοια περισφίγγει την πόλη
και δε θέλει ο άγριος χρησμός να ημερέψει".
Τελικά, ο Ετεοκλής, τον οποίο προβάλλει ο ποιητής ως υπαρασπιστή της πόλης, στο τέλος αποδεικνύεται ένας άνθρωπος με διπλό ρόλο: του πιστού υπερασπιστή της πόλης κα του καταραμένου γιου του Οιδίποδα, ο οποίος, μην μπορώντας να κατανοήσει την πατρική κατάρα, ξεκινά με δική του ευθύνη τον αδελφοκτόνο αγώνα, επειδή, όπως διατείνονταν, τον ήθελε ο ίδιος και τον ωθούσαν σ' αυτόν και οι θεοί.
Η Ζaklin de Romilly, που αναφέρεται στο βαθύτερο νόημα της τραγωδίας αυτής, γράφει: "Στην τραγωδία αυτή ο Αισχύλος είδε στην υπόθεση δύο πράγματα: κατ' αρχήν την ατμόσφαιρα μιας πολιορκημένης πόλης, κατατρεγμένης αλλά έτοιμης να αμυνθεί με ανδρεία. ΄Επειτα είδε το δράμα ενός ανθρώπου, που θα επιτεθεί κατά του αδελφού του, θα τον σκοτώσει και θα σκοτωθεί από αυτόν, έτσι και μόνο επειδή μια κατάρα, συνέπεια μακράς σειράς λαθών και δυστυχιών, τον βαραίνει και τον υποχρεώνει...Το παράξενο είναι πως και οι δύο αντίπαλοι επικαλούνται τη βοήθεια των ίδιων θεών και οι θεοί θα εισακούσουν τις παρακλήσεις τους. Η Θήβα τουλάχιστον θα σωθεί!"
Η Θήβα, πράγματι, σώζεται από την καταστροφή, δεν την αποφεύγουν όμως τα δύο αδέρφια. Τους σκοτώνει η πατρική κατάρα. Και αναρωτιέται ο θεατής. Πόσο ευθύνονται τα δύο αδέρφια για το θάνατό τους και τι έπραξαν, για να αποφύγουν την πατρική κατάρα; Από όσα εκθέσαμε σχεδόν τίποτα. Οχυρώθηκαν πίσω από μια τακτική, η οποία δεν οδηγούσε παρά στη ρήξη και το θάνατο. Ο Πολυνείκης, ο αδικημένος αδελφός- που δεν εμφανίζεται στη σκηνή, παρά μόνο γίνεται μνεία του ονόματός του-κατηγορούσε τον Ετεοκλή ως επίορκο και σφετεριστή του βασιλικού θρόνου της Θήβας, ενώ ο Ετεοκλής χαρακτήριζε τον αδερφό του εχθρό και προδότη της πατρίδας, γεγονός που όξυνε την αντίθεσή τους και δυνάμωνε το μίσος του ενός απέναντι του άλλου, ώστε τελικά μόνοι τους να οδηγηθούν στο θάνατό τους, επαληθεύοντας την πατρική κατάρα. Οι ίδιοι έγιναν αθύρματα της μοίρας τους και επαλήθευσαν, δυστυχώς, τη σοφή φράση: Ον ο θεός βούλεται απολέσαι μωραίνει. Έτσι συνέβη τότε και έτσι θα συμβαίνει στους αιώνες, εφόσον οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα και τις διαφορές τους με πνεύμα μίσους και εχθρότητας και όχι με πνεύμα κατευνασμού, σύνεσης και νηφαλιότητας.
Και ο τραγικός κλείνει το πρώτο μέρος της τραγωδίας με τη δήλωση του Χορού:
ΧΟ."Και πήρε τέλος η έχθρα τους
στα χώματα τα πατρικά
με το δικό τους αίμα ποτισμένα.
Οι δύο ζωές τους σμίξανε,
γιατί και οι δύο είναι ένα αίμα.
Μαύρος, πικρός ξεδιαλυτής
το σίδερο το ξενικό...
Πικρός και κακομοιραστής
στο βιος ο Άρης ο τρανός,
αυτός που τώρα βγάζει πέρα
τη φοβερή κατάρα του πατέρα!" (938-946).
Ο χορός, παρά την προσπάθειά του, δεν μπόρεσε να προλάβει το κακό και τώρα το σχολιάζει, θέλοντας να τονίσει στο θεατή πως οι άνθρωποι είναι αδύναμα πλάσματα και γίνονται αθύρματα στις θελήσεις των θεών. Τα παιδιά πληρώνουν για τα αμαρτήματα των γονιών τους. Ο Ετεοκλής γνωρίζει το βάρος της πατρικής κατάρας αλλά το μίσος για τον αδελφό του τον τυφλώνει και δεν του επιτρέπει να μετριάσει την οργή του, ενώ την ίδια στιγμή η Ερινύα, πανευτυχής, βλέπει να συνεχίζεται η τιμωρία ανθρώπων της τρίτης γενιάς, όπως είναι η αλληλοκτονία των δύο αδελφών.
Με το θάνατό τους η σκηνή αδειάζει. Η γενιά του Λάιου έχει ηττηθεί και η Άτη υψώνει το τρόπαιό της.Το πάθος της εξουσίας και η περιφρόνηση της πατρικής κατάρας τυφλώνουν τον άνθρωπο και τον οδηγούν ακόμη και στο φόνο του αδελφού! Γι' αυτό οι άνθρωποι οφείλουν να είναι περισσότερο προσεκτικοί, περισσότερο ψύχραιμοι, λογικοί και δίκαιοι. Επιπλέον να δείχνουν σεβασμό στους θεούς και στους γονείς τους, ώστε να αποφεύγουν την κατάρα τους, αφού αυτή αργά ή γρήγορα τιμωρεί τον ασεβή και μάλιστα θανάσιμα, όπως συνέβη με τα δύο αδέλφια, που από την όλη διαμάχη τους δεν κέρδισαν παρά δυό μέτρα γης!


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Αριστοφάνη: Ειρήνη.Ο Ερμής και η χρυσή κούπα

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ:ΕΙΡΗΝΗ
(Μεγάλα Διονύσια 421 π.Χ.)
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) μαίνεται εδώ και δέκα χρόνια και οι Αθηναίοι, αποκλεισμένοι στην πόλη τους από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους, υποφέρουν τα πάνδεινα. Το φθινόπωρο του 422 π.Χ., στη μάχη της Αμφίπολης, σκοτώνονται οι δύο φολοπόλεμοι ηγέτες: ο αθηναίος δημαγωγός Κλέων και ο βασιλιάς της Σπάρτης Βρασίδας.Τους διαδέχονται στην εξουσία δύο ειρηνόφιλοι άνδρες, ο Νικίας και ο Πλειστοάνακτας, αντίστοιχα.
Ο Αριστοφάνης, φανατικός ειρηνόφιλος και ακούραστος πολέμιος των πολεμοκάπηλων της εποχής του, αγωνίζεται με πάθος να πετύχει την ειρήνευση μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Η συγκυρία και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ευνοεί μια τέτοια προσπάθεια, γι' αυτό και ο ποιητής, τη στιγμή που αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη μεταξύ των εμπολέμων, γράφει και ανεβάζει στη σκηνή την κωμωδία του Ειρήνη. Απαιτεί, μέσω αυτής, όχι μόνον από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες αλλά και από τους Πανέλληνες να σταματήσουν τον εμφύλιο πόλεμο και να συνάψουν μεταξύ τους ειρήνη.
Πρωταγωνιστής της προσπάθειας για ειρήνη είναι ένας απλός αμπελουργός από την Αθήνα, ο Τρυγαίος. Ανησυχεί και αγωνιά κι αυτός, όπως και οι περισσότεροι από τους συμπατριώτες του για τη συνέχιση του πολέμου, και αποφασίζει με ένα κοπροσκαθάρι να ανεβεί στον Όλυμπο, για να φέρει τη φυλακισμένη εκεί από τον Πόλεμο Ειρήνη, αλλά και για να ρωτήσει το Δία, γιατί σκοτώνονται οι Έλληνες μεταξύ τους.
Φτάνοντας με το κοπροσκαθάρι του έξω από το παλάτι του Δία, συναντά τον Ερμή, φρουρό του παλατιού. Ο Θεός, βλέποντας μπροστά του τον Τρυγαίο, ένα βρωμιάρη άνθρωπο, παραξενεύεται και αναφωνεί αηδιασμένος από την μπόχα που αναδίδουν τα ρούχα του.
( στίχ.180).
ΕΡΜ.Ηρακλή μου, τι τέρας είναι τούτο δω;
ΤΡΥΓ.Ιπποκάνθαρος. Αλογοσκαθάρι.
ΕΡΜ.Βρε κάθαρμα, ξετσίποτε κι αποκοτιάρη
βρε βρωμερέ, βρωμοκοπρίτη, αρχιβρωμιάρη
πώς ήρθες εδώ επάνω, χιλιοβρωμισμένε;
Ποιο είναι το όνομά σου;
ΤΡΥΓ. Αρχιβρωμιάρης.
Είμαι ο Τρυγαίος από της Αθμονίας το Δήμο
καλός αμπελοδουλευτής, όχι κανένας ρουφιάνος
που τα ανακατώματα του αρέσουν.
ΕΡΜ.Και γιατί ήρθες;
ΤΡΥΓ. Τα κρέατα τούτα να σου φέρω.
O πονηρός αμπελουργός του προσφέρει αμέσως τα νόστιμα κρέατα και ο σκληρός θεός αρχίζει να μαλακώνει. Αλλάζει κάπως διάθεση και στάση απέναντι στο μέχρι τώρα βρωμιάρη Τρυγαίο και του λέει.
ΕΡΜ.Ω καημενούλη, πώς ήρθες;
ΤΡΥΓ. Αχ, λιχούδη, βλέπεις τώρα πως πια δε σου φαίνομαι βρωμιάρης; Πήγαινε τώρα και κάλεσέ μου το Δία( ίθι νυν κάλεσόν μοι τον Δία).
Ο Ερμής, ξαφνιασμένος με την απαίτηση του Τρυγαίου, του λέει ότι ο Δίας και οι θεοί εγκατέλειψαν τον Όλυμπο και έφυγαν εξοργισμένοι με τους Έλληνες, γιατί, ενώ τους έδωσαν τόσες ευκαιρίες για ειρήνη, εκείνοι αδιαφόρησαν και συνέχισαν τον αδελφοκτόνο πόλεμο. Τώρα τη θέση τους κατέχει ο Πόλεμος και κυβερνά ανεμπόδιστα. Έχει μάλιστα φυλακίσει σε μια σπηλιά την Ειρήνη και την κρατά εκεί αλυσοδεμένη.
Ο Τρυγαίος, που ακούει την είδηση, δεν απογοητεύεται. Επιμένει και θερμοπαρακαλεί τον Ερμή, όπως και ο Χορός, να βοηθήσει, ώστε να λευτερώσουν την Ειρήνη. Ο Ερμής όμως, θέλοντας να τους αποτρέψει, επειδή φοβάται και την τιμωρία από το Δία, τους τονίζει πως ψες το βράδι μάλιστα ο Πόλεμος έφερε ένα μεγάλο γουδί, όπου ρίχνει και στουμπίζει σαν σκόρδα τις πόλεις.
ΠΟ. Μέγαρα, Μέγαρα, θα σας κοπανίσω
τώρα κι εσάς και σκορδαλιά όλα θα σας κάνω.
Συνεχίζοντας τις απειλές τους αναφέρει πως θα συντρίψει τη Σικελία και άλλες πόλεις.
Ο Τρυγαίος είναι κρυμμένος σε μια γωνιά και γεμάτος φόβο και αγωνία ακούει τις απειλές του Πολέμου, που ζητά να του φέρουν το γουδοχέρι από την Αθήνα ή τη Σπάρτη, για να κοπανίσει κι άλλες πόλεις, πλην όμως παίρνει την απάντηση από το δούλο του Κυδοιμό πως το έχασαν οι πόλεις αυτές. Εκείνος τότε νευριασμένος αποχωρεί, απειλώντας πως θα κατασκευάσει ένα δικό του γουδοχέρι, για να μη δανείζεται ξένα.(Φεύγει).
Ο Τρυγαίος, ανακουφισμένος από τη τροπή που πήραν τα πράγματα, βγαίνει από την κρύπτη του και καλεί τους Πανέλληνες να λευτερώσουν την Ειρήνη.
(στίχ.292)
ΤΡΥΓ.Έλληνες, τώρα είναι η ώρα, από μπελάδες
και μάχες γλιτωμένοι, ν' ανασύρουμε
την κοσμαγάπητη έξω την Ειρήνη,
πριν μπει στη μέση κι άλλο γουδοχέρι(δοίδυξ).
Ξωμάχοι εσείς, έμποροι και μαστόροι
και δουλευτάδες, μέτοικοι και ξένοι,
κι εσείς νησιώτες, όλοι οι λαοί τρεχάτε,
με σχοινιά, λοστούς και τσάπες, γρήγορα
και ήρθε η στιγμή να πάνε όλα καλά.
ΧΟ.Πανέλληνες, ας τρέξουμε για βοήθεια περισσότερο από κάθε φορά,
γλιτώνοντας από στρατεύσεις και από αιματόβρεχτα κακά,
γιατί έλαμψε εδώ η μέρα που το Λάμαχο μισεί.
Ο Έρμης όμως, που θέλει να βοηθήσει, αλλά φοβάται την τιμωρία από το Δια, προσπαθεί να εμποδίσει τον Τρυγαίο, και του λέει:
ΕΡΜ.Δεν ξέρεις ότι ο Δίας προειδοποίησε ότι θα θανατωθεί
όποιος πιαστεί να ξεθάβει την Ειρήνη;
ΤΡΥΓ. Για όνομα των θεών μην το μαρτυρήσεις Ερμή.
ΕΡΜ. Δεν μπορώ να κρατήσω κλειστό το στόμα μου.
ΤΡΥΓ. Στο όνομα των κρεάτων που σου έδωσα, κάνε μου αυτή τη χάρη.
Τον παρακαλεί και ο Χορός.
ΧΟ.Σε παρακαλούμε πάψε,τώρα αντίδικός μας να 'σαι
και θυσίες ιερές και μεγάλες προσφορές
πάντα θα σου κάνουμε και θα σε δοξάζουμε,
κύριέ μας.
Ο Τρυγαίος, βλέποντας την αντίσταση του Ερμή, θέτει σε ενέργεια την πονηριά του. Του αποκαλύπτει δήθεν μια συνωμοσία του Ήλιου και της Σελήνης εναντίον των θεών του Ολύμπου. Ο Ήλιος και η Σελήνη του λέει, καταδίνουν στους βαρβάρους την Ελλάδα, επειδή αυτοί προσφέρουν θυσίες στους θεούς και οι βάρβαροι στον Ήλιο και τη Σελήνη. Γι' αυτό παρακαλεί τον Ερμή να γίνει βοηθός τους, αφού αυτοί αυτόν προσκυνούν και λατρεύουν.
(στίχ. 406-427)
ΤΡΥΓ.Ναι, μα το Δία. Γι' αυτό, φίλε Ερμή, γίνε
βοηθός μας, πρόθυμα κι έλα να τραβήξεις
τώρα εσύ μαζί μας έξω την Ειρήνη.
Και τότε όλα τα θεϊκά μας πανηγύρια
θα τα γιορτάζουμε μονάχα στ' όνομά σου.
Παντού θα θυσιάζουν
στον αλεξίκακο Ερμή. Μα και πολλά άλλα
καλά θα δεις. Και πρώτα πρώτα πάρε ετούτο
το δώρο κι έχε το να κάνεις τις σπονδές σου.
(Του προσφέρει μια ολόχρυση κούπα)
Ο Ερμής, βλέποντας τη χρυσή κούπα, αλλάζει τακτική και διάθεση. Μαλακώνει και ευχαριστημένος αναφωνεί:
ΕΡΜ.Ω πώς με κάνουν σπλαχνικό οι χρυσές οι κούπες;
Τώρα εμπρός λοιπόν, λεβέντες, τη δουλειά σας κάμετε.
Μπείτε αμέσως με τις τσάπες και τις πέτρες βγάλτε,
λευτερώστε την Ειρήνη".
Η χρυσή κούπα έκανε το θαύμα της τη στιγμή που δεν μπόρεσαν να το πετύχουν ούτε τα παρακάλια των ανθρώπων ούτε και η προσφορά νόστιμων κρεάτων στο θεό. Η θέα της χρυσής κούπας άλλαξε τη διάθεση, την ιδεολογία, τις αξίες που υπηρετούσε ο Ερμής, λησμόνησε την αυστηρή τιμωρία του Δία, που επικαλούνταν, για να δικαιολογήσει την άρνησή του να βοηθήσει. Το χρήμα διαφθείρει συνειδήσεις, ιδεολογίες, αρχές ακόμη κι αν πρόκειται και για θεούς, όπως ο Ερμής. Γι΄αυτό δίκαια αναρωτιέται ο σημερινός θεατής, που παρακολουθεί μία παράσταση της Ειρήνης. Τι άλλαξε από τότε ως σήμερα στον κόσμο; Τίποτε. Γι' αυτό και η κωμωδία του Αριστοφάνη εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και σήμερα, όπως και τότε, αφού στην ουσία τίποτε δεν άλλαξε στην ανθρώπινη φύση.
Στο τέλος, ο φτερωτός θεός, ταυτίζεται κι αυτός με τον Τρυγαίο και το Χορό και αγωνίζεται μαζί τους να λευτερώσουν την Ειρήνη από τη σπηλιά. Και όταν, με τη συνεργασία όλων, το πετυχαίνουν, τότε ο θεοσεβής Τρυγαίος προσφέρει σπονδές στους θεούς για την ευόδωση του έργου του, ενώ την ίδια στιγμή θυμίζει στους ανθρώπους πόσο άχρηστες είναι οι ασπίδες και τα όπλα. Τελικά, πέρα από τη δύναμη του χρυσού, ο αναγνώστης κατανοεί πως η ειρήνη είναι πάντοτε καλύτερη από τον πόλεμο. Γι' αυτό και οφείλει να αγωνίζεται γι' αυτήν, να την προστατεύει και να την υπερασπίζεται, όταν κινδυνεύει.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ειδυλλιακά τοπία στα έπη του Ομήρου

Ο Όμηρος, αν και τυφλός, κατά την παράδοση, μας έχει δώσει στα δύο έπη του αριστουργηματικές περιγραφές ειδυλλιακών τοπίων, τις οποίες μόνον ένας λογοτέχνης με όραση, παρατηρητικότητα και ευαισθησία μεγάλη θα μπορούσε να περιγράψει. Με τις θαυμάσιες περιγραφές του ο ποιητής, όχι μόνο σαγηνεύει τον αναγνώστη ή τον ακροατή, αλλά ταυτόχρονα ποικίλλει και ομορφαίνει την αφήγησή του. Για τον ποιητή η Φύση άλλοτε είναι όμορφη και μαγευτική και άλλοτε φοβερή και τρομερή. Στην πρώτη περίπτωση χαροποιεί τον άνθρωπο, του στάζει δροσιά και βάλσαμο στην ψυχή, τον λυτρώνει από τις καθημερινές του έγνοιες και τον συγκινεί, ενώ στη δεύτερη, τον τρομάζει, τον προβληματίζει και τον πανικοβάλλει.
Πάντως, και οι δύο περιπτώσεις απεικονίζουν την πραγματικότητα της ζωής με τις χαρές και τις λύπες της. Γι' αυτό ο άνθρωπος πάντα θα προτιμά τις πρώτες από τις δεύτερες.
Η Φύση στη ματιά του Ομήρου είναι καθαρή, παρθενική και όμορφη. Αξίζει να ζει κανείς μέσα σ' αυτήν και να δημιουργεί, να αισθάνεται χαρούμενος και να αντιλαμβάνεται πως δεν είναι γι' αυτόν μόνον τροφός και δάσκαλος, αλλά και σημαντική πηγή ψυχικής αγαλλίασης, στοχασμού, ελευθερίας και καλλιτεχνικής έμπνευσης, ώστε να ταυτίζεται πολλές φορές μαζί της, να την αγαπά, να τη σέβεται και να τη θεοποιεί!
Αυτή τη Φύση προσπαθεί να μας γνωρίσει ο ποιητής με το χρωστήρα του λόγου του και να μας κάνει κοινωνούς της ομορφιάς της, αφού αντιλαμβάνεται ότι, ζώντας κανείς μέσα σ' αυτήν, δεν εξαγνίζει μόνο την ψυχή του αλλά ταυτόχρονα εμπνέεται από αυτήν και γίνεται υμνητής, ζωγράφος και ποιητής.
Αν, επομένως, η παράδοση θέλει τον ποιητή των δύο επών, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, τυφλό, η πραγματικότητα το διαψεύδει περίτρανα. Αποδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο λαθεμένη την αντίληψη αυτή και την απορρίπτει, κάτι που θα φανεί και από τα κείμενα που ακολουθούν.
Οι θεοί στον Όλυμπο έχουν αποφασίσει να επιστρέψει ο Οδυσσέας στην Ιθάκη και στέλνουν τον Ερμή στην Καλυψώ, για να μεταφέρει την απόφασή τους αυτή στη θεά. Ο φτερωτός θεός, με ένα του άλμα, φτάνει στο νησί. Στέκεται μαγεμένος έξω από τη σπηλιά της Θεάς και θαυμάζει την ομορφιά της γύρω φύσης.
" Σ' αυτό το σπήλαιο μέσα η Νύμφη
κατοικούσε η λαμπροπλέξουδη και μέσα εκεί τη βρήκε.
Φωτιά μεγάλη έκαιγε στη στια και μια ευωδιά απ' αλάργα
μοσκοβολούσε στο νησί, κέδρου κι αφράτης θούγιας
που καίγονταν. Κι η Καλυψώ μ' ολόχρυση σαΐτα
στον αργαλειό της ύφαινε και γλυκοτραγουδούσε.
Φούντωνε γύρω στη σπηλιά δροσολουσμένο δάσος
με κυπαρίσσια ευωδιαστά, με λεύκες και με σκλήθρα,
όπου πλατύφτερα πουλιά φωλιάζανε εκεί πάντα,
γεράκια κι ανοιχτόφωνες κουρούνες, βαρδαλούπες,
θαλασσοπούλια που αγαπούν τα πέλαγα να σκίζουν.
Κι ολόγυρα στην κουφωτή σπηλιά ήταν απλωμένη
κληματαριά πολύβλαστη σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερες βρύσες στη σειρά γλυκό νερό αναβρύζαν,
κοντά-κοντά, κι άλλη απ' αλλού κυλούσε τα νερά της.
Κι ανθούσαν γύρω στη στεριά λιβάδια με γιοφύλια
και σέλινα, που αν τα 'βλεπε κι αθάνατος ακόμα,
θα σάστιζε και μέσα του θα ξάνοιγε η καρδιά του.
Εκεί στεκότανε ο Ερμής και θαύμαζε θωρώντας"(ε 58-75)

Η περιγραφή συναρπάζει τον αναγνώστη.
Ο ποιητής αρχίζει την αναφορά του με το κεντρικό πρόσωπο, την καλοπλέξουδη Καλυψώ, που μέσα στη λαμπρή σπηλιά της, η οποία ευωδιάζει από πεύκο και θούγια, υφαίνει ευτυχισμένη στον αργαλειό της και τραγουδά, μοτίβο γνωστό στον Όμηρο, για να ακολουθήσει η περιγραφή του ειδυλλιακού τοπίου και αμέσως μετά η δυσάρεστη είδηση, που ανατρέπει όλη εκείνη την ομορφιά. Η χαρούμενη διάθεση μετατρέπεται σε λύπη, όταν μαθαίνει πως πρέπει να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα να φύγει για την πατρίδα του.
Το τοπίο γύρω από την σπηλιά της θεάς είναι θαυμάσιο. Μια απλωμένη κληματαριά με τα γλυκά της σταφύλια καλύπτει τη γύρω περιοχή, τέσσερες βρύσες χύνουν τα άφθονα δροσερά νερά τους και και γύρω τους ανθίζουν λιβάδια με γιοφύλια και σέλινα. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν το ειδυλλιακό τοπίο, που βλέπει και θαυμάζει όχι μόνο ο φτερωτός θεός αλλά και ο κάθε επισκέπτης. Ικανοποιούν την όραση, την ακοή, τη γεύση και την όσφρηση. Μαζί με το θεό χαίρεται και ο σύγχρονος αναγνώστης, νοερά έστω, γιατί ένα τέτοιο θαυμάσιο τοπίο τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα πιο σπάνιο και επομένως περισσότερο αναγκαίο στον άνθρωπο των μεγαλουπόλεων και του τσιμέντου.
Ο ποιητής όμως, πέρα από τη φυσική ομορφιά του τοπίου, ξέρει να βλέπει και να εκτιμά και την ομορφιά που απλώνεται μέσα σε ένα κήπο, καθαρό δημιούργημα της φιλοπονίας του ανθρώπου, που αγαπά τη Φύση. Πρόκειται για τον κήπο στο παλάτι του Αλκίνοου, που είναι προστατευμένος με φράκτη και είναι φυτεμένος με διάφορα οπωροφόρα δέντρα, που καρποφορούν δύο φορές το χρόνο, ενώ δύο βρύσες, η μια ποτίζει με τα νερά της τον κήπο, ενώ η άλλη προσφέρει τα νερά της για τις ανάγκες του κόσμου.
"έκτοσθεν δ' αυλής μέγας όρχατος άγχι θυράων
τετράγυος, περί δ' έρκος ελήλαται αμφοτέρωθεν.
ένθα δε δένδρα μακρά πεφύκασι τηλεθόωντα,
όγχναι και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι κτλ."
"Στ' απόξω μέρος της αυλής, κοντά στις πόρτες, είχε
μεγάλο κήπο, τεσσάρων στρεμμάτων, κι ένας φράχτης
γύρω τον έφραζε παντού. Κι εκεί μεγάλα δέντρα,
φύτρωναν δροσερά, αχλαδιές, ροδιές, μηλιές με μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές επάνω στον ανθό τους,
που δεν τους έλειπε ο καρπός χειμώνα καλοκαίρι,
μήτε ποτές τον έχαναν, μον' άπαυτα φυσώντας
ο Ζέφυρος άλλον γεννά κι άλλον τον ωριμάζει.
Μετά απ' τ' αχλάδια, αχλάδια ανθούν, μετά απ' τα μήλα, μήλα,
σύκο το σύκο γίνεται, σταφύλι το σταφύλι.
Είχε κι ένα πολύκαρπο αμπέλι φυτεμένο.
Άλλες του λιάστρες ξήραινε σε γη στρωμένη ο ήλιος
κι άλλα σταφύλια που τρυγούν κι άλλα πατούν ξοπίσω.
.......................... και στους στερνούς τους όργους,
λογής με τέχνη φύτρωναν πρασιές πάντα ανθισμένες.
Δύο βρύσες έτρεχαν, κι μια πότιζε όλο τον κήπο,
κι απ' το κατώφλι της αυλής, η άλλη απ' τ' άλλο μέρος,
προς το παλάτι πήγαινε, όθε έπαιρνε ο κόσμος.
Τέτοια χαρίσανε οι θεοί δώρα λαμπρά του Αλκίνοου"( η 112-132
)
Ο ποιητής, περιγράφοντας το τοπίο γύρω από τη σπηλιά της Καλυψώς, μας παρουσιάζει ένα φυσικό τοπίο, ενώ στον κήπο του Αλκίνοου, ένα τοπίο (κήπο), καθαρό δημιούργημα της ανθρώπινης φιλοπονίας και αγάπης στη Φύση.
Στην "Κυκλώπεια" ο Όμηρος, ακολουθώντας το γνωστό του μοτίβο, πλάθει με τη φαντασία του ένα όμορφο νησάκι απέναντι από το νησί των Κυκλώπων, το οποίο φαντάζεται ως προθάλαμος, ως δόλωμα της Φύσης, για να προσελκύσει τον ταξιδιώτη σ' αυτό και από εκεί η περιέργειά του να τον ρίξει στα σαγόνια του ανθρωποφάγου τέρατος, του Κύκλωπα, που ζει στο διπλανό νησί, βόσκοντας τα γιδοπρόβατά του με τους ομοίους του.Το ευχάριστο και χαρούμενο συναίσθημα που νιώθει ο επισκέπτης αυτού του ήρεμου νησιού σε λίγο μετατρέπεται σε συμφορά, σε φόβο και σε θλίψη μεγάλη με το θάνατο των συντρόφων του Οδυσσέα, από το μονόφθαλμο Πολύφημο (Κύκλωπα), γιο του Ποσειδώνα
" Κι ένα νησάκι απλώνεται πιο πέρα απ' το λιμάνι,
ούτε κι αλάργα ούτε κοντά στη χώρα των Κυκλώπων,
πολύδεντρο, όπου αμέτρητα τα άγρια γίδια βόσκουν
γιατί πατήματα ποτές ανθρώπων δεν τα σκιάζουν,
μήτε συχνάζουν κυνηγοί, που στα πυκνά λαγκάδια
και στις ψηλές βουνοκορφές παν και τσακούν τα πόδια.
Κοπάδια απάνω στο νησί δεν έχει ούτε χωράφια,
μον' άσπαρτο κι ανόργωτο χρόνο καιρό είναι έρμο
και μόνο θρέφει στις βοσκές βελαζολάλες γίδες.
Δεν έχουν κοκκινόπλωρα οι Κύκλωπες καράβια
μήτε τεχνίτες καραβιών πλεούμενα να φτιάσουν
σε κάθε χρήσιμη δουλειά, να πάνε σ' άλλους τόπους,
όπως συχνά τις θάλασσες περνώντας τρέχουν άλλοι,
να φέρουν στ' αφροχώματο νησί να τους δουλέψουν.
Ξερό δεν είναι. Θα 'φερνε κάθε καρπό στην ώρα.
Γιατί από την άκρη του γιαλού αρχίζουν τα λιβάδια
δροσάτα απαλοχώματα. Τα αμπέλια αιώνια θα 'ταν.
Η γη στρωτή για όργωμα. Παντού βαθιά χωράφια,
με χώμα αφράτο, που ο καιρός σαν έρθει, θα θερίσεις.
Κι έχει λιμάνι απάνεμο, που μήτε παλαμάρια
θέλεις εκεί,μήτε άγκυρες, μήτε σχοινιά να δέσεις,
μον' αραγμένος κάθεσαι καιρό, όσο το πρίμο αγέρι πάρει.
Και μια πηγή στου λιμανιού το βάθος αναβρύζει
νεράκι, κάτω απ' τη σπηλιά και γύρω ανθίζουν λεύκες"( ι 115-141
).
Ο ποιητής, απ' το ωραίο τοπίο της Καλυψώς και το θαυμάσιο κήπο του Αλκίνοου, μας μεταφέρει στο ερημικό νησί και περιγράφει όχι μόνο τις ομορφιές που έχει το νησί αλλά και τι του λείπει. Έτσι, την αρνητική διατύπωση στην περιγραφή, τη διαδέχεται η καταφατική, η θετική.
Πάντως, πρόκειται για ένα μαγευτικό παρθένο ερημονήσι, κατάλληλο για ξεκούραση στον περαστικό ναυτικό.
Μήπως με τον ίδιο τρόπο δεν παρουσιάζει ο ποιητής και το νησί της Κίρκης, όπου φτάνει ο Οδυσσέας με το καράβι του; Από μακριά προβάλλει το μαρμαροχτισμένο παλάτι της θεάς μάγισσας, που προκαλεί την επίσκεψη μιας ομάδας ανδρών του Οδυσσέα. Οι άνδρες, περίεργοι όπως είναι, φτάνουν και θαυμάζουν το παλάτι της Κίρκης. Τους βλέπει η θεά, τους υποδέχεται με ναζιάρικη προσποίηση και αμέσως με το μαγικό της ραβδί τους μεταμορφώνει σε χοίρους. Η θεά εξοντώνει τους ανεπιθύμητους επισκέπτες με το ραβδί της και τους μεταμορφώνει σε ζώα. Στο παλάτι υπάρχουν και άλλοι που είχαν την τύχη των συντρόφων του Οδυσσέα και είναι αυτοί που είναι μεταμορφωμένοι σε ήρεμα λιοντάρια και άλλοι σε άκακους λύκους. Το παραμύθι καλά κρατεί.Η περιγραφή είναι εντυπωσιακή και εξυπηρετεί τους σκοπούς της θεάς μάγισσας, ενώ, ως ένα σημείο, ικανοποιεί και τον επισκέπτη ή αναγνώστη.
"Μες στο λαγκάδι βρήκανε της Κίρκης το παλάτι
σε μια κορφούλα αγναντερή, με μάρμαρα χτισμένο.
Λιοντάρια λαγκαδόθρεφτα και λύκους είχε γύρω,
που με βοτάνια μαγικά τα 'χει όλα μερωμένα
μηδ' ορμήσαν απάνω τους, μον' τις μακρές ουρές τους
κουνούσαν κι όρθια σταθήκαν...
......Κι όλοι ετρέμαν τέτοια θεριά σαν είδαν.
Κι άκουσαν μέσα με γλυκιά φωνή που τραγουδούσε,
την Κίρκη κι έφαινε άφθαρτο πανί μεγάλο, ως είναι
όλα τα έργα των θεών, ψιλά, χαριτωμένα"(κ 213-226).
Οι άνδρες του Οδυσσέα, αντί να υποψιαστούν με τα όσα είδαν, αφέθηκαν στην τύχη τους και η κακιά μάγισσα τους μεταμόρφωσε κι αυτούς σε ζώα. Τα φαινόμενα, δυστυχώς, εξαπατούν και οι άνθρωποι οφείλουν να είναι περισσότερο προσεκτικοί και δύσπιστοι, αν δε θέλουν να γίνονται θύματα σε τέτοιους διπρόσωπους ανθρώπους.
Θα κλείσουμε το σημείωμά μας με δύο χωρία από την Ιλιάδα. Το πρώτο αναφέρεται στην τρυφερή σκηνή Δία-Ήρας, ενώ το δεύτερο στην περιγραφή μιας σκηνής που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος στην ασπίδα του Αχιλλέα.
Η Ήρα, για να προκαλέσει ερωτικά το Δία, στολισμένη με λαμπρά φορέματα και λάμποντας από ομορφιά, επισκέφτεται το σύζυγό της με το πρόσχημα ότι πηγαίνει να δει τα πέρατα του κόσμου. Εκείνος, ξαφνιασμένος από την ομορφιά της, θέλει να την πείσει να μείνει και να κοιμηθούν μαζί, ενώ εκείνη αρνείται με την πρόφαση ότι δεν είναι κατάλληλο το μέρος και η ερωτική τους συνεύρεση θα γίνει ευχάριστο θέαμα σε όλους του θεούς. Τότε ο γυναικοκατακτητής Δίας βάζει τα δυνατά του και προσπαθεί να την πείσει ότι θα δημιουργήσει τέτοια φωλίτσα για τον έρωτά τους, ώστε και οι ακτίνες του ήλιου να μην μπορούν να τους εντοπίσουν! Η προσποίηση της Ήρας τελεσφόρησε και ο μεγάλος γυναικοκατακτητής έπεσε στα πλοκάμια της.
"Είπε, κι ο Δίας πήρε τη γυναίκα του στην αγκαλιά του.
Για χάρη τους η θεία γη έβγαλε κάτωθέ τους χλωρό χορτάρι
και δροσερό αγριοτρίφυλλο και κρόκους και υακίνθους
πυκνούς και απαλούς, κρατώντας τους ψηλά απ' το χώμα.
Πλάγιασαν μέσα εκεί κρυμμένοι σε όμορφο σύννεφο
χρυσό, κι έπεφταν στη γη στιλπνές δροσοσταλίδες"( Ξ 346-361).

Το δεύτερο χωρίο αναφέρεται στην ασπίδα του Αχιλλέα, έργο της τέχνης του θεού Ήφαιστου. Ο ποιητής στο χωρίο αυτό περιγράφει μια σκηνή τρύγου, όπου, νέοι και νέες, τραγουδώντας το τραγούδι του Λίνου, τρυγούν τ' αμπέλια χαρούμενοι με τη συνοδεία του ήχου γλυκιάς κιθάρας και των τραγουδιών τους. Η σκηνή είναι γεμάτη από χρώμα, ζωντάνια, κίνηση και ήχο, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα στην Ελλάδα σε όσα, βέβαια, μέρη εξακολουθεί να γίνεται ο τρύγος
..
"Σχεδίασε κι αμπέλι σταφύλια φορτωμένο,
πανέμορφο, χρυσό. Μαύριζαν πάνω τα σταφύλια του,
κι ως πέρα στήριζαν τα κλήματα διχάλες ασημένιες.
Άνοιξε πλάι χαντάκι βαθυγάλαζο υψώνοντας ολόγυρα,
φράχτη από καλάμι, μόνο ένα μονοπάτι στο αμπέλι οδηγούσε,
από εκεί περνούσαν οι κουβαλητές την εποχή του τρύγου.
Και κουβαλούσαν το γλυκό καρπό, όλο χαρά, νέες
και παλικάρια μες σε πλεχτά καλάθια.
Ανάμεσά τους ένα αγόρι 'επαιζε γλυκιά μελωδική κιθάρα
και γλυκοτραγουδούσε απαλά του Λίνου το τραγούδι,
οι άλλοι, όλοι μαζί τα πόδια τους χτυπώντας, ακολουθούσαν
χοροπηδώντας με φωνές και με τραγούδια"(Ξ 501-572
).
Ασφαλως, με τα χωρία που παραθέσαμε από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, δεν εξαντλήσαμε το θέμα, μια και υπάρχουν πολλά άλλα χωρία στα έπη του Ομήρου, μικρότερα σε έκταση ή και μεγαλύτερα, αλλά νομίζουμε πως και μ' αυτά που επιλεκτικά σας παρουσιάσαμε, όχι μόνο αποδεικνύουν την ικανότητα του ποιητή να περιγράφει με αριστουργηματικό τρόπο σκηνές μονομαχιών, τραυματισμών ή σκοτομών στα έπη του, αλλά παράλληλα και να φιλοτεχνεί με μοναδικό τρόπο σκηνές και εικόνες χαρούμενες, ζωντανές, πολύχρωμες και ανθρώπινες. Ο ποιητής περιγράφει με την ίδια ικανότητα και αυτάρκεια σκηνές φόβου αλλά και σκηνές χαρούμενες, τρυφερές ανθρώπινες. Είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος. Προκειται, ασφαλώς, για έναν μεγάλο καλλιτέχνη, ποιητή και ζωγράφο, που θαύμασε και θαυμάζει ο κόσμος όλος, για τον οποίο όμως ουδείς μπορεί πια να ισχυριστεί ότι υπήρξε τυφλός.
[Ο ΄Ομηρος δεν ήταν άνθρωπος που ετοιμολογούν πολλοί το όνομά του από το (ο+μη+ ορών), ούτε και ένας αιχμάλωτος (αιχμή+ αλίσκομαι), όπως τον θέλουν άλλοι (Όμηρος=σκλάβος πολέμου). Ο μεγάλος ποιητής ήταν ελεύθερος άνθρωπος από την Ιωνία, έβλεπε και παρατηρούσε τον κόσμο όσο λίγοι άνθρωποι. Έγραψε τα έπη του στην πατρογονική του γλώσσα, την ιωνική, γιατί αυτήν μιλούσε ο ίδιος και οι συμπατριώτες του και σ΄αυτήν ήταν γραμμένα και άλλα πριν από αυτόν κείμενα!]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Αντήνωρ Ικετάονος, μία μετριοπαθής φωνή στο στρατόπεδο των Τρώων

Ο πόλεμος μεταξύ Αχαιών και Τρώων, ο τρωικός πόλεμος, διαρκεί δέκα ολόκληρα χρόνια. Αρχίζει με την εγκατάσταση των Αχαιών στην παράκτια περιοχή της Τρωάδας και τελειώνει με το θάνατο και την ταφή του Έκτορα, αφού η άλωση της Τροίας θα συμβεί λίγο αργότερα και την φηγείται ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος στο έπος του "Αιθιοπίς".
Ο δεκαετής φονικός πόλεμος αναστατώνει την περιοχή της Τρωάδας, επιφέρει ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές και στέλνει χιλιάδες ψυχές ανθρώπων στον Άδη. Προξενεί πολλή θλίψη και απογοήτευση αλλά ταυτόχρονα και δικαιολογημένη οργή εναντίον του επιπόλαιου πριγκιπόπουλο, του Πάρη, που, καταπατώντας το θεσμό της φιλοξενίας, αρπάζει την Ελένη, τη βασίλισσα της Σπάρτης και την οδηγεί στην Τροία. Η όλως αψυχολόγητη πράξη του γίνεται αιτία πολέμου και ξεσηκώνει ένα πλήθος ελληνικών πόλεων εναντίον των Τρώων, για να λάβουν εκδίκηση για την προσβολή που τους έγινε.
Ο σημερινός αναγνώστης του έπους της Ιλιάδας είναι φυσικό να μένει έκπληκτος με τις διαστάσεις που έλαβε μια αρπαγή γυναίκας, της Ελένης, αφού ήταν ένα ζήτημα που δε δικαιολογούσε πολεμική σύρραξη και το δίχως άλλο θα μπορούσε να λυθεί με διαπραγματεύσεις. Και όμως, ένα τόσο απλό ζήτημα έμεινε άλυτο και κατέληξε σε πόλεμο.
Τι τέλος πάντων συνέβη και οι δύο λαοί έφτασαν στον αλληλοσπαραγμό;
Μήπως έλειπε η διάθεση από τους δύο λαούς για συνεννόηση;
Μήπως απουσίαζαν οι συνετές φωνές από τα δύο στρατόπεδα, που με τη μεσολάβηση και το κύρος τους θα μπορούσε να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση και να αποφευχθεί ο φονικός πόλεμος;
Η αλήθεια είναι πως ο ποιητής έχει λάβει υπόψη του πριν από μας τα τέτοιου είδους ερωτήματα και φρόντισε να δώσει μέσα από τις σελίδες του έπους τη δική του απάντηση.
Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς πως οι δύο λαοί φτάνουν στον πόλεμο, γιατί λείπουν οι συνετές φωνές από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ποιητής, αρνείται κι αυτός την άποψη αυτή, γι' αυτό και φροντίζει να δώσει τη δική του απάντηση στο ζήτημα αυτό.
Δεν είναι μόνο λίγες οι τέτοιου είδους φωνές στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά, δυστυχώς, σε καιρό πολέμου οι τέτοιου είδους φωνές δεν ακούγονται, γιατί πνίγονται στον ορυμαγδό των όπλων, στο κλίμα του φανατισμού και του μίσους.
Το πιο παράξενο όμως απ' όλα είναι πως και οι θεοί δε φαίνεται να δείχνουν διάθεση να βοηθήσουν στην αποφυγή του πολέμου. Αντίθετα μάλιστα είναι χωρισμένοι κι αυτοί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και κατεβαίνουν από τον Όλυμπο με ορμή και πάθος, κονταροχτυπιούνται με αντίπαλους θεούς ακόμη και με θνητούς! ( Υ 20 και εξής).
Θα ισχυριζόταν κανείς πως ενεργούν έτσι, γιατί αυτοί, ως αθάνατοι που είναι, δε γεύονται τον τρόμο του θανάτου, ασφαλώς όμως δε συμβαίνει το ίδιο και με τον αν νιώθουν τον πόνο του τραυματισμού, αφού τραυματισμένος Άρης από το δόρυ της Αθηνάς βγάζει κραυγή πόνου και, ανεβαίνοντας στον Όλυμπο, διαμαρτύρεται στον πατέρα του, Δία. (Ε 850-901).
Παρόλα αυτά, συνετούς ανθρώπους διαθέτουν και τα δύο στρατόπεδα, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη μιας, έστω και μικρής μειοψηφίας, που αντιδρά στον πόλεμο και τη φιλοσοφία του.
Μια τέτοια ισχυρή ξεχωριστή και θαρραλέα φωνή στο στρατόπεδο των Τρώων είναι και η φωνή του συνετού Αντήνορα, ενός συμπαθούς ανθρώπου με άσπρα μαλλιά, με πείρα ζωής και μεγάλη επιρροή στους συμπατριώτες του. Είναι γιος του Ικετάονα και της Κλεομήστορας. Μετέχει στον πόλεμο μαζί με τα έξι παιδιά του, που έχει αποκτήσει από το γάμο του με τη Θεανώ, κόρη του Κισσέα, ιέρεια στο ναό της Αθηνάς στην ακρόπολη της Τροίας, και είναι περήφανος γι΄αυτά, γιατί το καθένα έχει τη δική του διαδρομή και προσφορά στον πόλεμο (Αρχέλοχος, Ακάμας, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Δημολέων).
Ο Αντήνορας είναι συνετός και δίκαιος. Κατέχει ανάμεσα στους Τρώες τη θέση που κατέχει ο Νέστορας στους Αχαιούς. Διαφωνεί με το αιματοκύλισμα των δύο λαών για χάρη του Πάρη και το φωνάζει δυνατά σε κάθε περίσταση, πλην όμως μάταια. Τους περισσότερους από τους συμπατριώτες του διακατέχει το μίσος και το πάθος του πολέμου.
Ανάλογες συνετές φωνές όμως διαθέτει και το άλλο στρατόπεδο, των Αχαιών. Ζητούν κι αυτές να βρεθεί συμβιβαστική λύση, ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία.
Η πρωτοβουλία όμως φαίνεται πως ανήκει στο Μενέλαο και στον Οδυσσέα, που μαζί αποφασίζουν και μεταβαίνουν στην Τροία, πριν ακόμη αρχίσουν οι εχθροπραξίες, για να βολιδοσκοπήσουν τους ηγέτες της Τροίας αν είναι διατεθειμένοι για μια συμβιβαστική λύση, γιατί κατανοούν τις οδυνηρές επιπτώσεις που θα έχει ένας πόλεμος για τους δύο λαούς. Οι δύο άνδρες, φτάνοντας στην Τροία, βρίσκουν εκεί θερμό υποστηρικτή τους το γερο- Αντήνορα, ο οποίος μάλιστα τους φιλοξενεί στο σπίτι του. Το ομολογεί ο ίδιος στο διάλογό του με την Ελένη, όταν εκείνη ανεβαίνει στα κάστρα της πόλης και παρουσιάζει στον Πρίαμο και στους άρχοντες της Τροίας, τους αρχηγούς των Αχαιών, που κινούνται κάτω στον κάμπο μπροστά από τις τάξεις του στρατού τους.
" Στις Πύλες πάνω κάθονταν ο Πρίαμος και μαζί του
ο Πάθοος, ο Θυμοίτης, ο Λάμπος, ο Κλυτίος
και ο γενναίος Ικετάονας, κι ακόμα ο Ουκαλέγων
κι ο Αντήνορας, κι οι δυο τους μυαλωμένοι, των Τρώων σύμβουλοι.
Απόμαχοι από τα γηρατειά, ωστόσο ρήτορες λαμπροί,
μοιάζανε με τζιτζίκια, που καθισμένα στου δρόμου τα δέντρα
σκορπούν τριγύρω τους το απαλό τραγούδι.
Τέτοιοι των Τρώων οι σύμβουλοι καθόντανε στον πύργο" (Γ 146-153).
Η Ελένη, σε όλους αυτούς και στον Πρίαμο, παρουσιάζοντας τους αρχηγούς των Αχαιών, μόλις φτάνει στον Οδυσσέα, τονίζει πως αυτός είναι ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο βασιλιάς της Ιθάκης.
" Ο πολυμήχανος γιος του Λαέρτη είναι αυτός, ο Οδυσσέας,
που μεγάλωσε στη χώρα της Ιθάκης, έναν πετρότοπο,
μα η σκέψη του είναι βαθιά κι οι πονηριές πολλές"(Γ 200-202).
Τότε ο Αντήνορας, που γνώριζε τον άνδρα από παλιά, επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της Ελένης και λέει:
"Κοπέλα μου, σωστός, αλήθεια είναι ο λόγος σου!
Γιατί παλιά ήρθε κι εδώ ο θεϊκός Οδυσσέας,
φέρνοντας μήνυμα για σένα μαζί με το γενναίο Μενέλαο.
Κι εγώ τους φιλοξένησα, τους φίλεψα στο σπίτι,
και το παράστημά τους γνώρισα και τις βαθιές τους σκέψεις.
Όταν μια μέρα βρέθηκαν σε σύναξη των Τρώων,
καθώς οι δυο τους στέκονταν, τον ξεπερνούσε ο Μενέλαος
με τους φαρδιούς τους ώμους, μα όταν κάθονταν κι οι δυο,
πιο μεγαλόπρεπος φαινόταν ο Οδυσσέας" (Γ 204-223).
Ας μη μας εκπλήσσει η λέξη παλιά, γιατί τα γεγονότα της Ιλιάδας είναι γεγονότα του τελευταίου έτους του τρωικού πολέμου, του δέκατου.
Επομένως, η επίσκεψη του Οδυσσέα και του Μενέλαου έγινε πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Το επιβεβαιώνει και ο Αντήνορας, ο άνθρωπος που ήρθε σε επαφή μαζί τους, για να βρεθεί μια λύση στο ζήτημα της Ελένης, γεγονός που δείχνει το σοβαρό ενδιαφέρον από την πλευρά των επιδρομέων Αχαιών για έναν έντιμο συμβιβασμό.
Με τη λύση του συμβιβασμού και της αποφυγής του πολέμου φαίνεται πως συμφωνεί και ο Πρίαμος, γιατί αλλιώς πώς μπορεί να ερμηνευτεί η επικύρωση με όρκο από τον ίδιο των όρων της μονομαχίας, μιας μονομαχίας που αποφασίζεται και με την έγκριση του Έκτορα;
Γι' αυτό, όταν κατεβαίνει ο Πρίαμος στον κάμπο,για να επικυρώσει τη συμφωνία με όρκο, δε συνοδεύεται μόνο από τον Ιδαίο τον αμαξηλάτη του , αλλά τον συνοδεύει και ο συνετός Αντήνορας.
" Ανέβηκε ο Πρίαμος και τράβηξε τα χαλινάρια πίσω
πλάι του ανέβηκε ο Αντήνορας στο πανέμορφο αμάξι
και τα γοργά άτια κεντούν απ' τις Σκαιές πύλες προς τον κάμπο (Γ 261-263).
Μετά την επιβεβαίωση της συμφωνίας με όρκο, ο Πρίαμος αποχωρεί και επιστρέφει στην πόλη, προσποιούμενος ότι δεν μπορεί να βλέπει το γιο του να χτυπιέται με το Μενέλαο. Η επικύρωση και μόνο της συμφωνίας μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι στο βάθος συμφωνεί κι αυτός με την ιδέα του τερματισμού του πολέμου, έστω και με τον τρόπο αυτό, μια και η μονομαχία θα μπορούσε να προλάβει μια περαιτέρω αιματοχυσία.
Όταν όμως η μονομαχία μεταξύ τω δύο ανδρών δεν έδωσε νεκρό, όπως ήταν συμφωνημένο, παρά μόνο ήττα και τραυματισμό του Πάρη, ο Αγαμέμνων, όλως πέρα από τους όρους της συμφωνίας, απαιτεί να επιστρέψει ο Πάρης την Ελένη και τους θησαυρούς που άρπαξε από το παλάτι του Μενέλαου, πλην όμως εισπράττει αρχικά την άρνηση του Πάρη, αλλά στη συνέχεια, ύστερα από πιεστική επέμβαση του Αντήνορα, υποχωρεί και δέχεται να επιστρέψει μόνο τους θησαυρούς, όχι όμως και την Ελένη!
"Ακούστε με, Τρώες και Δάρδανοι και σύμμαχοι, να σας πω
όσα μου λέει μες στα στήθη μου η καρδιά:
ελάτε, ας δώσουμε στους γιους του Ατρέα την Αργίτισσα Ελένη
και τους θησαυρούς της, γιατί τους πολεμούμε, αφού αθετήσαμε
τους όρκους τους πιστούς. Καλό να δούμε μην το ελπίζετε, αν δεν ακούσετε τη συμβουλή μου αυτή"( Η 348-353).
Ο Πάρης, θέλοντας να είναι συνεπής προς την υπόσχεσή του, στέλνει τον Ιδαίο στους Αχαιούς και μέσω αυτού ανακοινώνει την απόφαση του να επιστρέψει μόνον τους θησαυρούς.
Οι Αχαιοί, κυρίως όσοι δε θέλουν τη διευθέτηση του ζητήματος ειρηνικά, αντιδρούν δυναμικά. Η πρώτη αντίδραση εκδηλώνεται από το γενναίο Διομήδη, ο οποίος προτείνει να μη δεχτούν τις προτάσεις των Τρώων τώρα που η ώρα του ολέθρου για τους Τρώες είναι κοντά(Η 400-410).
Τελικά, η πρόταση του Πάρη απορρίπτεται και οι δύο θεές Ήρα και Αθηνά, που θέλουν τη συνέχιση του πολέμου και την καταστροφή της Τροίας, ενεργώντας υστερόβουλα, πείθουν τον Πάνδαρο και τοξεύει εν ψυχρώ το Μενέλαο, τον οποίο τραυματίζει.
Από τη στιγμή εκείνη το σκηνικό αλλάζει και φουντώνει ο πόλεμος. Τα θύματα πολλαπλασιάζονται από τα δύο μέρη, ώσπου ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, το γενναίο υπερασπιστή της πόλης του, γεγονός που προδιαγράφει και το τέλος της Τροίας.
Μετά την άλωση του Ιλίου, λέγεται πως οι νικητές Αχαιοί, όταν άρχισαν να καίνε την πόλη του Πρίαμου, σεβάστηκαν τον Αντήνορα και την οικογένειά του, ενώ οι φιλοπόλεμοι Τρώες τον χαρακτήρισαν προδότη. Στον πόλεμο οι λέξεις, δυστυχώς, χάνουν το νόημά τους. Ο συνετός Αντήνορας χαρακτηρίζεται από τον Πάρη άμυαλος γέρος, ο πατριώτης χαρακτηρίζεται προδότης, ο ηθικός ανήθικος, ο ειλικρινής ψεύτης κτλ.
Πάντως, από όσα έχουν εκτεθεί γίνεται φανερό πως συνετές φωνές υπήρχαν και στα δύο στρατόπεδα και επεσήμαιναν την αναγκαιότητα του συμβιβασμού και της ειρηνικής διευθέτησης ενός όχι και τόσου σοβαρού ζητήματος, πλην όμως τις έπνιξαν οι περισσότερες και ισχυρότερες φωνές των φιλοπόλεμων, η μισαλλοδοξία, η εκδικητικότητα και η απερισκεψία. Αλίμονο!

Δημήτρης Κ. Αραμπατζής

[Ομήρου Ιλιάδα. Μετάφραση: Γιάννης Κόραβος- Χρυσάνθη Δρόσου. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2008]
.