Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Αντήνωρ Ικετάονος, μία μετριοπαθής φωνή στο στρατόπεδο των Τρώων

Ο πόλεμος μεταξύ Αχαιών και Τρώων, ο τρωικός πόλεμος, διαρκεί δέκα ολόκληρα χρόνια. Αρχίζει με την εγκατάσταση των Αχαιών στην παράκτια περιοχή της Τρωάδας και τελειώνει με το θάνατο και την ταφή του Έκτορα, αφού η άλωση της Τροίας θα συμβεί λίγο αργότερα και την φηγείται ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος στο έπος του "Αιθιοπίς".
Ο δεκαετής φονικός πόλεμος αναστατώνει την περιοχή της Τρωάδας, επιφέρει ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές και στέλνει χιλιάδες ψυχές ανθρώπων στον Άδη. Προξενεί πολλή θλίψη και απογοήτευση αλλά ταυτόχρονα και δικαιολογημένη οργή εναντίον του επιπόλαιου πριγκιπόπουλο, του Πάρη, που, καταπατώντας το θεσμό της φιλοξενίας, αρπάζει την Ελένη, τη βασίλισσα της Σπάρτης και την οδηγεί στην Τροία. Η όλως αψυχολόγητη πράξη του γίνεται αιτία πολέμου και ξεσηκώνει ένα πλήθος ελληνικών πόλεων εναντίον των Τρώων, για να λάβουν εκδίκηση για την προσβολή που τους έγινε.
Ο σημερινός αναγνώστης του έπους της Ιλιάδας είναι φυσικό να μένει έκπληκτος με τις διαστάσεις που έλαβε μια αρπαγή γυναίκας, της Ελένης, αφού ήταν ένα ζήτημα που δε δικαιολογούσε πολεμική σύρραξη και το δίχως άλλο θα μπορούσε να λυθεί με διαπραγματεύσεις. Και όμως, ένα τόσο απλό ζήτημα έμεινε άλυτο και κατέληξε σε πόλεμο.
Τι τέλος πάντων συνέβη και οι δύο λαοί έφτασαν στον αλληλοσπαραγμό;
Μήπως έλειπε η διάθεση από τους δύο λαούς για συνεννόηση;
Μήπως απουσίαζαν οι συνετές φωνές από τα δύο στρατόπεδα, που με τη μεσολάβηση και το κύρος τους θα μπορούσε να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση και να αποφευχθεί ο φονικός πόλεμος;
Η αλήθεια είναι πως ο ποιητής έχει λάβει υπόψη του πριν από μας τα τέτοιου είδους ερωτήματα και φρόντισε να δώσει μέσα από τις σελίδες του έπους τη δική του απάντηση.
Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς πως οι δύο λαοί φτάνουν στον πόλεμο, γιατί λείπουν οι συνετές φωνές από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ποιητής, αρνείται κι αυτός την άποψη αυτή, γι' αυτό και φροντίζει να δώσει τη δική του απάντηση στο ζήτημα αυτό.
Δεν είναι μόνο λίγες οι τέτοιου είδους φωνές στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά, δυστυχώς, σε καιρό πολέμου οι τέτοιου είδους φωνές δεν ακούγονται, γιατί πνίγονται στον ορυμαγδό των όπλων, στο κλίμα του φανατισμού και του μίσους.
Το πιο παράξενο όμως απ' όλα είναι πως και οι θεοί δε φαίνεται να δείχνουν διάθεση να βοηθήσουν στην αποφυγή του πολέμου. Αντίθετα μάλιστα είναι χωρισμένοι κι αυτοί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και κατεβαίνουν από τον Όλυμπο με ορμή και πάθος, κονταροχτυπιούνται με αντίπαλους θεούς ακόμη και με θνητούς! ( Υ 20 και εξής).
Θα ισχυριζόταν κανείς πως ενεργούν έτσι, γιατί αυτοί, ως αθάνατοι που είναι, δε γεύονται τον τρόμο του θανάτου, ασφαλώς όμως δε συμβαίνει το ίδιο και με τον αν νιώθουν τον πόνο του τραυματισμού, αφού τραυματισμένος Άρης από το δόρυ της Αθηνάς βγάζει κραυγή πόνου και, ανεβαίνοντας στον Όλυμπο, διαμαρτύρεται στον πατέρα του, Δία. (Ε 850-901).
Παρόλα αυτά, συνετούς ανθρώπους διαθέτουν και τα δύο στρατόπεδα, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη μιας, έστω και μικρής μειοψηφίας, που αντιδρά στον πόλεμο και τη φιλοσοφία του.
Μια τέτοια ισχυρή ξεχωριστή και θαρραλέα φωνή στο στρατόπεδο των Τρώων είναι και η φωνή του συνετού Αντήνορα, ενός συμπαθούς ανθρώπου με άσπρα μαλλιά, με πείρα ζωής και μεγάλη επιρροή στους συμπατριώτες του. Είναι γιος του Ικετάονα και της Κλεομήστορας. Μετέχει στον πόλεμο μαζί με τα έξι παιδιά του, που έχει αποκτήσει από το γάμο του με τη Θεανώ, κόρη του Κισσέα, ιέρεια στο ναό της Αθηνάς στην ακρόπολη της Τροίας, και είναι περήφανος γι΄αυτά, γιατί το καθένα έχει τη δική του διαδρομή και προσφορά στον πόλεμο (Αρχέλοχος, Ακάμας, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Δημολέων).
Ο Αντήνορας είναι συνετός και δίκαιος. Κατέχει ανάμεσα στους Τρώες τη θέση που κατέχει ο Νέστορας στους Αχαιούς. Διαφωνεί με το αιματοκύλισμα των δύο λαών για χάρη του Πάρη και το φωνάζει δυνατά σε κάθε περίσταση, πλην όμως μάταια. Τους περισσότερους από τους συμπατριώτες του διακατέχει το μίσος και το πάθος του πολέμου.
Ανάλογες συνετές φωνές όμως διαθέτει και το άλλο στρατόπεδο, των Αχαιών. Ζητούν κι αυτές να βρεθεί συμβιβαστική λύση, ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία.
Η πρωτοβουλία όμως φαίνεται πως ανήκει στο Μενέλαο και στον Οδυσσέα, που μαζί αποφασίζουν και μεταβαίνουν στην Τροία, πριν ακόμη αρχίσουν οι εχθροπραξίες, για να βολιδοσκοπήσουν τους ηγέτες της Τροίας αν είναι διατεθειμένοι για μια συμβιβαστική λύση, γιατί κατανοούν τις οδυνηρές επιπτώσεις που θα έχει ένας πόλεμος για τους δύο λαούς. Οι δύο άνδρες, φτάνοντας στην Τροία, βρίσκουν εκεί θερμό υποστηρικτή τους το γερο- Αντήνορα, ο οποίος μάλιστα τους φιλοξενεί στο σπίτι του. Το ομολογεί ο ίδιος στο διάλογό του με την Ελένη, όταν εκείνη ανεβαίνει στα κάστρα της πόλης και παρουσιάζει στον Πρίαμο και στους άρχοντες της Τροίας, τους αρχηγούς των Αχαιών, που κινούνται κάτω στον κάμπο μπροστά από τις τάξεις του στρατού τους.
" Στις Πύλες πάνω κάθονταν ο Πρίαμος και μαζί του
ο Πάθοος, ο Θυμοίτης, ο Λάμπος, ο Κλυτίος
και ο γενναίος Ικετάονας, κι ακόμα ο Ουκαλέγων
κι ο Αντήνορας, κι οι δυο τους μυαλωμένοι, των Τρώων σύμβουλοι.
Απόμαχοι από τα γηρατειά, ωστόσο ρήτορες λαμπροί,
μοιάζανε με τζιτζίκια, που καθισμένα στου δρόμου τα δέντρα
σκορπούν τριγύρω τους το απαλό τραγούδι.
Τέτοιοι των Τρώων οι σύμβουλοι καθόντανε στον πύργο" (Γ 146-153).
Η Ελένη, σε όλους αυτούς και στον Πρίαμο, παρουσιάζοντας τους αρχηγούς των Αχαιών, μόλις φτάνει στον Οδυσσέα, τονίζει πως αυτός είναι ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο βασιλιάς της Ιθάκης.
" Ο πολυμήχανος γιος του Λαέρτη είναι αυτός, ο Οδυσσέας,
που μεγάλωσε στη χώρα της Ιθάκης, έναν πετρότοπο,
μα η σκέψη του είναι βαθιά κι οι πονηριές πολλές"(Γ 200-202).
Τότε ο Αντήνορας, που γνώριζε τον άνδρα από παλιά, επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της Ελένης και λέει:
"Κοπέλα μου, σωστός, αλήθεια είναι ο λόγος σου!
Γιατί παλιά ήρθε κι εδώ ο θεϊκός Οδυσσέας,
φέρνοντας μήνυμα για σένα μαζί με το γενναίο Μενέλαο.
Κι εγώ τους φιλοξένησα, τους φίλεψα στο σπίτι,
και το παράστημά τους γνώρισα και τις βαθιές τους σκέψεις.
Όταν μια μέρα βρέθηκαν σε σύναξη των Τρώων,
καθώς οι δυο τους στέκονταν, τον ξεπερνούσε ο Μενέλαος
με τους φαρδιούς τους ώμους, μα όταν κάθονταν κι οι δυο,
πιο μεγαλόπρεπος φαινόταν ο Οδυσσέας" (Γ 204-223).
Ας μη μας εκπλήσσει η λέξη παλιά, γιατί τα γεγονότα της Ιλιάδας είναι γεγονότα του τελευταίου έτους του τρωικού πολέμου, του δέκατου.
Επομένως, η επίσκεψη του Οδυσσέα και του Μενέλαου έγινε πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Το επιβεβαιώνει και ο Αντήνορας, ο άνθρωπος που ήρθε σε επαφή μαζί τους, για να βρεθεί μια λύση στο ζήτημα της Ελένης, γεγονός που δείχνει το σοβαρό ενδιαφέρον από την πλευρά των επιδρομέων Αχαιών για έναν έντιμο συμβιβασμό.
Με τη λύση του συμβιβασμού και της αποφυγής του πολέμου φαίνεται πως συμφωνεί και ο Πρίαμος, γιατί αλλιώς πώς μπορεί να ερμηνευτεί η επικύρωση με όρκο από τον ίδιο των όρων της μονομαχίας, μιας μονομαχίας που αποφασίζεται και με την έγκριση του Έκτορα;
Γι' αυτό, όταν κατεβαίνει ο Πρίαμος στον κάμπο,για να επικυρώσει τη συμφωνία με όρκο, δε συνοδεύεται μόνο από τον Ιδαίο τον αμαξηλάτη του , αλλά τον συνοδεύει και ο συνετός Αντήνορας.
" Ανέβηκε ο Πρίαμος και τράβηξε τα χαλινάρια πίσω
πλάι του ανέβηκε ο Αντήνορας στο πανέμορφο αμάξι
και τα γοργά άτια κεντούν απ' τις Σκαιές πύλες προς τον κάμπο (Γ 261-263).
Μετά την επιβεβαίωση της συμφωνίας με όρκο, ο Πρίαμος αποχωρεί και επιστρέφει στην πόλη, προσποιούμενος ότι δεν μπορεί να βλέπει το γιο του να χτυπιέται με το Μενέλαο. Η επικύρωση και μόνο της συμφωνίας μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι στο βάθος συμφωνεί κι αυτός με την ιδέα του τερματισμού του πολέμου, έστω και με τον τρόπο αυτό, μια και η μονομαχία θα μπορούσε να προλάβει μια περαιτέρω αιματοχυσία.
Όταν όμως η μονομαχία μεταξύ τω δύο ανδρών δεν έδωσε νεκρό, όπως ήταν συμφωνημένο, παρά μόνο ήττα και τραυματισμό του Πάρη, ο Αγαμέμνων, όλως πέρα από τους όρους της συμφωνίας, απαιτεί να επιστρέψει ο Πάρης την Ελένη και τους θησαυρούς που άρπαξε από το παλάτι του Μενέλαου, πλην όμως εισπράττει αρχικά την άρνηση του Πάρη, αλλά στη συνέχεια, ύστερα από πιεστική επέμβαση του Αντήνορα, υποχωρεί και δέχεται να επιστρέψει μόνο τους θησαυρούς, όχι όμως και την Ελένη!
"Ακούστε με, Τρώες και Δάρδανοι και σύμμαχοι, να σας πω
όσα μου λέει μες στα στήθη μου η καρδιά:
ελάτε, ας δώσουμε στους γιους του Ατρέα την Αργίτισσα Ελένη
και τους θησαυρούς της, γιατί τους πολεμούμε, αφού αθετήσαμε
τους όρκους τους πιστούς. Καλό να δούμε μην το ελπίζετε, αν δεν ακούσετε τη συμβουλή μου αυτή"( Η 348-353).
Ο Πάρης, θέλοντας να είναι συνεπής προς την υπόσχεσή του, στέλνει τον Ιδαίο στους Αχαιούς και μέσω αυτού ανακοινώνει την απόφαση του να επιστρέψει μόνον τους θησαυρούς.
Οι Αχαιοί, κυρίως όσοι δε θέλουν τη διευθέτηση του ζητήματος ειρηνικά, αντιδρούν δυναμικά. Η πρώτη αντίδραση εκδηλώνεται από το γενναίο Διομήδη, ο οποίος προτείνει να μη δεχτούν τις προτάσεις των Τρώων τώρα που η ώρα του ολέθρου για τους Τρώες είναι κοντά(Η 400-410).
Τελικά, η πρόταση του Πάρη απορρίπτεται και οι δύο θεές Ήρα και Αθηνά, που θέλουν τη συνέχιση του πολέμου και την καταστροφή της Τροίας, ενεργώντας υστερόβουλα, πείθουν τον Πάνδαρο και τοξεύει εν ψυχρώ το Μενέλαο, τον οποίο τραυματίζει.
Από τη στιγμή εκείνη το σκηνικό αλλάζει και φουντώνει ο πόλεμος. Τα θύματα πολλαπλασιάζονται από τα δύο μέρη, ώσπου ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, το γενναίο υπερασπιστή της πόλης του, γεγονός που προδιαγράφει και το τέλος της Τροίας.
Μετά την άλωση του Ιλίου, λέγεται πως οι νικητές Αχαιοί, όταν άρχισαν να καίνε την πόλη του Πρίαμου, σεβάστηκαν τον Αντήνορα και την οικογένειά του, ενώ οι φιλοπόλεμοι Τρώες τον χαρακτήρισαν προδότη. Στον πόλεμο οι λέξεις, δυστυχώς, χάνουν το νόημά τους. Ο συνετός Αντήνορας χαρακτηρίζεται από τον Πάρη άμυαλος γέρος, ο πατριώτης χαρακτηρίζεται προδότης, ο ηθικός ανήθικος, ο ειλικρινής ψεύτης κτλ.
Πάντως, από όσα έχουν εκτεθεί γίνεται φανερό πως συνετές φωνές υπήρχαν και στα δύο στρατόπεδα και επεσήμαιναν την αναγκαιότητα του συμβιβασμού και της ειρηνικής διευθέτησης ενός όχι και τόσου σοβαρού ζητήματος, πλην όμως τις έπνιξαν οι περισσότερες και ισχυρότερες φωνές των φιλοπόλεμων, η μισαλλοδοξία, η εκδικητικότητα και η απερισκεψία. Αλίμονο!

Δημήτρης Κ. Αραμπατζής

[Ομήρου Ιλιάδα. Μετάφραση: Γιάννης Κόραβος- Χρυσάνθη Δρόσου. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2008]
.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Τα άλογα στο έπος της Ιλιάδας





Το άλογο, τα είδη του, οι περιοχές εκτροφής του και η αξία του

Ανάμεσα στα πρώτα άγρια ζώα που εξημερώνει ο άνθρωπος είναι και το άλογο (ίππος). Είναι ζώο όμορφο, γρήγορο, περήφανο, πιστό στον άνθρωπο και με ισχυρή μνήμη. Ζει κοντά του και τον συντροφεύει στη δουλειά, στο κυνήγι, στο ταξίδι, στον πόλεμο, στη χαρά και τη λύπη. Αγαπά τον άνθρωπο, αφοσιώνεται σ' αυτόν και γι΄αυτό βρίσκει και την αντίστοιχη ανταπόκριση από τον άνθρωπο. Η αγάπη και η εκτίμηση ανάμεσα στο άλογο και τον άνθρωπο είναι αμοιβαία.
Ο Όμηρος, θέλοντας να εξάρει τις αρετές του αλόγου, αναφέρεται συχνά σ' αυτό. Η λέξη ίππος, σε όλες τις πτώσεις, μνημονεύεται 250 φορές (ίππος:09, ίπποιο:01, ίππω:08, ίππον:47, ίπποι:65, ίππων :84, ίπποις: 05, ίππους:30).
Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής δείχνει όχι μόνο τη συμπάθειά του στα ωραία ζώα αλλά και το θαυμασμό του γι' αυτά. Αναφερόμενος στις κατηγορίες αλόγων που γνωρίζει, διακρίνει τα άλογα σε κοινά και σε αθάνατα, ενώ ταυτόχρονα προσδιορίζει και τις περιοχές εκτροφής των, που είναι: η Αργολίδα, από όπου προέρχονται τα άλογα του Εχέπωλου και του Διομήδη, η Θεσσαλία και η Πιερία, από όπου προέρχονται τα άλογα του Αχιλλέα και του Εύμηλου αντίστοιχα, η Θράκη, από όπου προέρχονται τα λαμπρά άλογα του Ρήσου, χωρίς, βέβαια, να λησμονεί την Ηλεία και τη Μεσσήνη(Λ 671-761), από όπου προέρχονται οι 150 ξανθές φοράδες, τις οποίες φέρνει πίσω στην Πύλο ο Νέστορας, μετά από νικηφόρα εκστρατεία στην περιοχή.
Κατά τον ποιητή, τα κοινά άλογα υπηρετούν τους θνητούς ανθρώπους, ενώ τα ξεχωριστά, τα αθάνατα τους θεούς και τους βασιλιάδες, όπως είναι τα άλογα του Αχιλλέα, δώρα του Ποσειδώνα στον Πηλέα, προικισμένα με ανθρώπινη λαλιά και συναισθήματα.
Ο Αχιλλέας μιλά με περηφάνια για τα δικά του άλογα και τα χαρακτηρίζει γρήγορα και αθάνατα, δώρα των θεών.
"Πόσο πιο γρήγορα είναι τα δικά μου άλογα, το ξέρετε,
γιατί είναι αθάνατα, δώρο του Ποσειδώνα στον Πηλέα,
τον πατέρα μου, κι εκείνος πάλι τα χάρισε σ' εμένα"(Ψ 276-278).

Η χρησιμοποίηση του αλόγου από τον άνθρωπο στην ομηρική εποχή θεωρείται άκρως αναγκαία και ωφέλιμη, γι' αυτό και ο ποιητής επισημαίνει την προσφορά του, τόσο στον καιρό της ειρήνης, όσο και στον καιρό του πολέμου. Κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από την υπόσχεση του Αγαμέμνονα στον Αχιλλέα, στον οποίο προσφέρει, εκτός των άλλων πλούσιων δώρων, και δώδεκα άλογα στεφανηφόρα που νίκησαν σε αγώνες, για να σταματήσει την οργή του και να κατεβεί στον πόλεμο.
".............δώδεκα δ' ίππους
πηγούς, αεθλοφόρους, οι αέθλια ποσσίν άροντο" (Ι 123-124)
" Θα του δώσω....και δώδεκα άλογα γερά,
αθλοφόρα, που έχουν κερδίσει στο τρέξιμο βραβεία".
Πρόκειται για αργίτικα άλογα με προϊστορία λαμπρή. Έχουν νικήσει σε αγώνες αρματοδρομίας. Πρόκειται για αξιόλογα άλογα και όχι για άλογα της σειράς. Κι όμως ο ποιητής δεν αποκαλύπτει όλη την αλήθεια γι΄αυτά, αφού δε διευκρινίζει σε ποιες αρματοδρομίες έλαβαν μέρος και νίκησαν τα άλογα αυτά. Γιατί, αν νίκησαν σε αρματοδρομίες που έγιναν στην Ελλάδα, τότε πρόκειται για γέρικα άλογα, άνω των δέκα ετών, για άλογα σχεδόν άχρηστα, αν όμως έλαβαν μέρος σε αγώνες που έγιναν στα χρόνια του τρωικού πολέμου, τότε τα άλογα είναι νεαρά στην ηλικία και επομένως αξιόλογα. Ο ποιητής όμως σιωπά!

Η δράση των αλόγων στον πόλεμο. Ο πολεμιστής και ο ηνίοχος
Τα άλογα στην Ιλιάδα περιγράφονται να παίρνουν κυρίως μέρος στον πόλεμο ζεμένα δύο μαζί σε δίτροχο πολεμικό άρμα, όπου επιβαίνουν ο πολεμιστής και ο ηνίοχος του άρματος, ή να σέρνουν το άρμα κάποιου θνητού ή θεού, όπως τα άλογα του Ποσειδώνα. Τα πολεμικά άρματα χρησιμοποιούνται κυρίως στον πόλεμο σε μέρη, όπου το έδαφος προσφέρεται, αφού σε αντίθετη περίπτωση η αποτυχία τους είναι δεδομένη. Κι όμως, ο γενναίος Έκτορας, χωρίς να λάβει υπόψη τη φύση του εδάφους, εκδηλώνει επίθεση με τα άρματά του στο καστροτείχι των Αχαιών και φυσικά γνωρίζει παταγώδη αποτυχία. Περιφρονεί τη βαθιά τάφρο, κάτι που υπολογίζουν σοβαρά τα άλογα τα ζεμένα στο άρμα.
Ετσι ο Έκτορας ορμώντας μες στο πλήθος παρακινούσε
τους συντρόφους του την τάφρο να διαβούνε, μα δεν τολμούσαν
τα γοργόποδα άλογα, μόνο στο χείλος άκρη στέκονταν
και δυνατά χλιμίντριζαν, γιατί τα τρόμαξε η τάφρος
με το πλάτος της..."(Μ 49-52).
Στην περίπτωση αυτή τα άλογα αποδεικνύονται πιο σοφά από τον αρχηγό τους, που τα προστάζει! (Έμμεση υποτίμηση των ικανοτήτων του Έκτορα).
Τα άλογα αντιλαμβάνονται το αδύνατο του εγχειρήματος και διαμαρτύρονται. Χλιμιντρίζουν δυνατά για την παράλογη διαταγή, γιατί φοβούνται να διαβούν την πλατιά και βαθιά τάφρο, που περιβάλλει προστατευτικά το καστροτείχι των Αχαιών και την καθιστά αδιάβατη.Ο Έκτορας, τελικά, αλλάζει τακτική, ύστερα όμως από την επέμβαση και τις συμβουλές του Πολυδάμα.Απομακρύνει τα άρματα από τη μάχη και ενεργεί επιθέσεις με τον πεζικό του στρατό.
Το πολεμικό άρμα είναι ισχυρό και αποτελεσματικό όπλο, όταν χρησιμοποιείται εκεί που πρέπει και την ώρα που πρέπει. Και σ' αυτό πάλι παίζουν ρόλο τόσο ο πολεμιστής, όσο και ο ικανός ηνίοχος. Ο πολεμιστής αγωνίζεται συνήθως πάνω από το άρμα, ενώ ο ηνίοχος το διευθύνει κατάλληλα την ώρα της μάχης. Η επιτυχία τους εξαρτάται από τη γενναιότητα του πολεμιστή και την ικανότητα του ηνίοχου να κατευθύνει το άρμα στο σημείο που πρέπει στη δεδομένη στιγμή. Γι' αυτό στο έπος, πάντοτε σχεδόν, δίπλα στα ονόματα των γενναίων πολεμιστών αναφέρονται και εκείνα των κυβερνητών των αρμάτων, όπως είναι το όνομα του Πάτροκλου, ηνίοχου του άρματος του Αχιλλέα, τον οποίο, μετά το θάνατό του, ο Αχιλλέας αντικαθιστά με τον ικανό ηνίοχο Αυτομέδοντα. Άλλοι ονομαστοί ηνίοχοι είναι ο Κοίρανος από τη Λύχτο(Ρ 410), κυβερνήτης του άρματος του Μηριόνη, ο Ηνιοπέας, ηνίοχος του άρματος του Έκτορα, που σκοτώνεται από το Διομήδη στη μονομαχία του με τον Έκτορα(Θ119), και ο τελευταίος τον αντικαθιστά με τον παράτολμο Αρχιπτόλεμο.
Ο πολεμιστής και ο ηνίοχος έχουν στενή σχέση, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα άλογα του άρματος. Μπορούν και συνεννοούνται καλύτερα σε δύσκολες στιγμές, ενώ πολλές φορές τα άλογα, με δική τους πρωτοβουλία, σώζουν τους αναβάτες τους.
Η επιβεβαίωση μας έρχεται από τη συνομιλία Λυκάονα και Αινεία, όταν ο δεύτερος ζητά από το Λυκάονα ή να οδηγήσει αυτός ως ηνίοχος το άρμα του εναντίον του Διομήδη ή να τον πολεμήσει ως πολεμιστής, ενώ το άρμα θα το διευθύνει ο ίδιος ο Αινείας. Τότε ο Λυκάων του λέει:
"Αινεία, εσύ ο ίδιος κράτα τα χαλινάρια των αλόγων σου,
με το γνωστό αμαξηλάτη τους καλύτερα θα σύρουν
το καμπύλο αμάξι, αν του Τυδέα ο γιος(Διομήδης) μας κυνηγήσει πάλι,
μήπως τρομάξουν κι απ' το φόβο τους δε θέλουν
να μας βγάλουν έξω απ' τη μάχη, ποθώντας τη φωνή σου"(Ε 230-234).

Τα άλογα υπακούνε στις εντολές των δικών τους ανθρώπων, γι' αυτό και η συνεργασία αναβατών και αλόγων ενός άρματος είναι στενή και η λύπη των αλόγων μεγάλη, αν σκοτωθεί στη μάχη ο ένας των αναβατών. Τα άλογα π.χ. του Αιακίδη νιώθουν βαθιά θλίψη και θρηνούν, όπως οι άνθρωποι, όταν ένιωσαν πως ο αγαπημένος τους αμαξηλάτης, Πάτροκλος, έπεσε νεκρός από το κοντάρι του Έκτορα.
"Στο μεταξύ του Αιακίδη (Αχιλλέα) τ' άλογα μακριά από τη μάχη
θρηνούσαν, απ' τη στιγμή που ένιωσαν πως ο αμαξηλάτης τους
έπεσε μες στη σκόνη απ' τον ανθρωποκτόνο Έκτορα.
..............
Με τα κεφάλια τους κάτω στη γη σκυμμένα, ζεστά τρέχαν
τα δάκρυα απ' τα βλέφαρα στο χώμα, καθώς θρηνούσαν
αποζητώντας τον ηνίοχο..."(Ρ 426-439).
Επομένως, δικαιολογημένη είναι η περηφάνια που νιώθει ο Αχιλλέας για τα αθάνατα άλογά του, γιατί αγωνίζονται και συμπάσχουν μαζί με τον άνθρωπο που αγαπούν.

Ο ρόλος των ξεχωριστών αλόγων
Εκτός από τον ξεχωριστό ρόλο των ανθρώπων στη μάχη, ο ποιητής επισημαίνει και τον ξεχωριστό ρόλο των αθάνατων αλόγων, όπως είναι τα άλογα του Αχιλλέα, του Έκτορα, του Ρήσου, του Ποσειδώνα της Ήρας και του Άρη. Τα άλογα αυτά έχουν τη δική τους ιστορία, αφού μπορούν με τη θέληση των θεών να μιλούν και να κλαίνε ακόμη, όταν προαισθάνονται τη συμφορά ή το θάνατο αγαπητού τους προσώπου.Γι' αυτό η Μούσα,που αξιολογεί ποια από τα ξεχωριστά άλογα των Αχαιών είναι τα καλύτερα, αποφαίνεται πως από τα πιο αξιόλογα άλογα των Αχαιών είναι του Φηρητιάδη, ενώ τα φημισμένα άλογα του Αινεία,δώρα του Δία στον Τρώα, υπερέχουν από όλα τα άλογα που βρίσκονται πάνω στη γη και προκαλούν τρόμο. Και μόνον από την αξιολόγηση αυτή είναι αρκετό να κατανοήσει κανείς την αξία των αλόγων αυτών.
Μούσα:
"Οι καλύτερες φοράδες ήταν του εγγονού του Φέρητα, του Εύμηλου,
κι αυτός τις οδηγούσε, γρήγορες σαν πουλιά,
με ίδιο χρώμα, της ίδιας ηλικίας και με το ίδιο ανάστημα.
Ο αργυρότοξος Απόλλων τις είχε μεγαλώσει στην Πηρεία,
και ήταν φοβερές στον πόλεμο, στις μάχες"(Β 762-767).
Τις περίφημες αυτές φοράδες που πετάνε σαν πουλιά τις ανέθρεψε ο Απόλλων και ήταν ικανότατες στον πόλεμο και στις μάχες. Είναι όλες της ίδιας ηλικίας, που σημαίνει μεγαλύτερες από δέκα χρόνων, αφού γεννήθηκαν στην Ελλάδα κάτω από τη φροντίδα του θεού Απόλλωνα και από εκεί έφτασαν στην Τροία. Οι φοράδες αυτές, αν και είναι μεγάλες στην ηλικία, είναι γρήγορες, έμπειρες και αξιόμαχες.

Αγώνες προς τιμήν του Πάτροκλου
Σημαντικές και πολλές πληροφορίες για τα άλογα μας παρέχει ο ποιητής στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας, όταν αφηγείται τον αγώνα αρματοδρομίας, που οργάνωσε ο Αχιλλέας, για να τιμήσει το νεκρό φίλο του, Πάτροκλο.
Στον αγώνα δηλώνουν συμμετοχή πέντε άνδρες:Εύμηλος, Διομήδης, Μενέλαος, Αντίλοχος και Μηριόνης. Αγωνοθέτης και κριτή είναι ο Αχιλλέας. Το σύνθημα για τον αγώνα δίνεται και
"Πρώτος απ' όλους σηκώθηκε ο βασιλιάς Εύμηλος,
του Άδμητου ο αγαπημένος γιος, που ξεχώριζε στην ιππική του τέχνη.
Κατόπι του Τυδέα ο γιος σηκώθηκε, ο δυνατός Διομήδης,
κι έζευε του Τρώα τ' άλογα, που κάποτε είχε αρπάξει
απ' τον Αινεία, μα τον ίδιο τον γλίτωσε ο Φοίβος.
Μετά σηκώθηκε ο ξανθός Μενέλαος ο διογέννητος γιος
του Ατρέα, κι έζεψε τα γρήγορα άλογά του,
τον δικό του Πόδαργο και την Αίθη, που την είχε κάνει δώρο
στον Αγαμέμνονα ο Εχέπωλος ο γιος του Αγχίση,
για να μην πάει μαζί του στο ανεμόδαρτο Ίλιο,
αλλά να μείνει εκεί, στη Σικυώνα την απλόχωρη, να χαίρεται
πλούτη αμύθητα, που του 'χε χαρίσει ο Δίας.
Αυτήν έφερε κάτω απ' το ζυγό, την ασυγκράτητη, να τρέξει.
Τέταρτος ετοίμασε τα ομορφότριχα άλογά του ο Αντίλοχος,
ο αρχοντογιός του Νέστορα, του αντρειωμένου βασιλιά,
εγγόνι του Νηλέα. Δύο άλογα γοργά στην Πύλο γεννημένα
έσερναν το άρμα του. Πήγε ο πατέρας του κοντά, του 'δινε
συμβουλές για το καλό του, κι ας ήτανε κι εκείνος συνετός"(Ψ 288-305)
............................
Πέμπτος ο Μηριόνης έζεψε τα καλλίτριχα άλογά του.
Ανέβηκαν τότε στις άμαξες και ρίξανε τους κλήρους"(Ψ 351-352).

Η περιγραφή του αγώνα που ακολουθεί είναι θαυμάσια. Οι άνδρες συναγωνίζονται με δύναμη και πάθος για τη νίκη. Τελικά, πρώτος τερματίζει ο Διομήδης και παίρνει δύο έπαθλα: τη γυναίκα και τον τρίποδα με λαβές. Δεύτερος τερματίζει ο Αντίλοχος, ο οποίος, αν και προσπερνά με δόλο το αμάξι το Μενέλαου, παίρνει το έπαθλο, μια εξάχρονη ετοιμόγεννη φοράδα. Ο Μενέλαος τερματίζει τρίτος και παίρνει ένα λέβητα, ενώ τον ακολουθεί στην τέταρτη θέση ο Μηριόνης, που είχε αργοκίνητα άλογα και σχετική απειρία. Αυτός παίρνει δύο τάλαντα χρυσάφι. Τελευταίος τερματίζει ο Εύμηλος, που σέρνει ο ίδιος το τσακισμένο αμάξι του.Ο Αχιλλέας όμως, εκτιμώντας την προσπάθειά του, του προσφέρει το δεύτερο βραβείο, την ετοιμόγεννη φοράδα. Στην ενέργεια αυτή του Αχιλλέα αντιδρά ο Αντίλοχος. Ο Αχιλλέας, τελικά, υποχωρώντας στις αξιώσεις του Αντίλοχου, αλλάζει το έπαθλο και προσφέρει στον Εύμηλο τον περίφημο χάλκινο θώρακα που άρπαξε από τον Αστεροπαίο, με λαμπερό κασσίτερο τριγύρω στολισμένο.
Ο Αχιλλέας στο τέλος τιμά και το Νέστορα για τη μεγάλη του προσφορά στον πόλεμο, χωρίς να αγωνιστεί, γιατί είναι γέρος. Ο Αχιλλέας πλησιάζει με σεβασμό τον αντρειωμένο Νέστορα και με αγάπη περισσή του προσφέρει ένα κύπελλο χρυσό, για να του θυμίζει την ταφή του Πάτροκλου.
Συγκινητική όμως είναι και η σκηνή Αντίλοχου-Μενέλαου. Ο Αντίλοχος, μετανιωμένος για τον τρόπο που προσπέρασε το Μενέλαο, πλησιάζει το βασιλιά της Σπάρτης και του ζητά συγγνώμη για τη συμπεριφορά του. Ο Μενέλαος, μεγαλόψυχος όπως είναι, τον συγχωρεί. Του αναγνωρίζει τη σύνεση και την προσφορά του στον πόλεμο και του ζητά να κρατήσει την όμορφη φοράδα κι ας ήταν δικό του έπαθλο.

Τα αθάνατα άλογα τουΑινεία και του Αχιλλέα είναι δώρα των θεών
Ο ποιητής, αναφερόμενος στα αθάνατα άλογα, φροντίζει να αιτιολογεί την ιδιότητά τους αυτή αλλά και τις φανταστικές ικανότητές τους. Συγκεκριμένα σημειώνει πως τα φημισμένα άλογα του Αινεία είναι δώρο του Δία στον Τρώα, αμείβοντάς τον για το γιο του Γανυμήδη, που τον πήρε στον Όλυμπο και υπηρετούσε ως οινοχόος στο παλάτι του.
"Γιατί είναι από τη γενιά που ο βροντόφωνος ο Δίας χάρισε
στο Τρώα ως πληρωμή για το γιο του Γανυμήδη,
τα πρώτ απ' όλα τ' άλογα σ' Ανατολή και Δύση.
Από αυτή τη ράτσα έκλεψε ο βασιλιάς Αγχίσης
και τα ζευγάρωσε, κρυφά απ' το Λαομέδοντα, με φοράδες,
κι απ' τη γενιά τους γεννήθηκαν έξι πουλάρια στο παλάτι του.
Τέσσερα απ' αυτά τ' ανέτρεφε στη φάτνη για δικά του,
τα άλλα δυο, φόβος και τρόμος των εχθρών, τα 'δωσε στον Αινεία.
Αν τώρα αυτά τ' αρπάξουμε, η φήμη μας θα μείνει στους αιώνες¨(Ε 265-272)
Αυτά τα περίφημα άλογα αρπάζει κάποτε ο Διομήδης, νικώντας τον Αινεία,χωρίς να τον σκοτώσει, γιατί τον έσωσε η έγκαιρη επέμβαση του θεού. Γι' αυτό αργότερα, όταν ο γερο-Νέστορας βρίσκεται σε κίνδυνο και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον εχθρό με τα αργοκίνητα άλογά του, ο Διομήδης σπεύδει αμέσως σε βοήθειά του. Τον ανεβάζει στο δικό του άρμα, για να πολεμήσουν μαζί τους Τρώες, που απειλούν να πάρουν την ένδοξη ασπίδα του Νέστορα και το θώρακα του Διομήδη.Τα άλογα του Διομήδη είναι γρήγορα και γνωρίζουν να κυνηγούν μα και να φεύγουν πίσω."Γέροντα, αλήθεια, πολύ σε βασανίζουν οι νέοι μαχητές,
τώρα που δύναμή σου χάθηκε και σ' έχουν βρει τα μαύρα γηρατειά,
κι ο ηνίοχος σου είναι αδύναμος, αργά τα άλογά σου.
Εμπρός, ανέβα στο αμάξι μου, να δεις τι αξίζουν
του Τρώα τ' άλογα, που μες στον κάμπο ξέρουν
μια εδώ, μια εκεί να κυνηγούνε γρήγορα ή να γυρίζουν πίσω.
Τα πήρα απ' τον Αινεία...." (Θ 102-108).

Εξίσου λαμπρά και ικανά είναι και τα άλογα του γενναίου Έκτορα, που λίγο πριν επιτεθεί στο Διομήδη, για να του πάρει την ασπίδα και το θώρακα, πλησιάζει τα άλογά του, τα εγκαρδιώνει και ζητά από αυτά να δειχτούν αντάξια της αγάπης της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τόσο πολύ τα αγαπούσε και τα φρόντιζε.
"Ξάνθε και εσύ Πόδαργε, και Αίθωνα και Λάμπε θεϊκέ,
είναι ώρα να μου ξεπληρώσετε την περισσή φροντίδα
που είχε για σας η Ανδρομάχη, η κόρη του μεγαλόψυχου Ηετίωνα,
που πρώτα έβαζε σε σας γλυκό σιτάρι και συγκερνούσε το κρασί
για σας, όποτε η καρδιά σας το ζητούσε,
παρά για μένα, που καμαρώνω πως είμαι ο λεβέντης άντρας της.
Εμπρός, ορμάτε γρήγορα να πάρουμε
την ασπίδα του Νέστορα, που η φήμη της στα ουράνια έχει φτάσει,
πως είναι ολόχρυση, κι αυτή κι ο σκελετός της,
κι από τους ώμους του ιπποδαμαστή Διομήδη
το θώρακά του τον περίτεχνο, που ο Ήφαιστος τον έφτιαξε με κόπο.
Αυτά τα δυο αν παίρναμε, θα 'χαμε ελπίδα ν' ανεβάσουμε
τη νύχτα αυτή τους Αχαιούς στα γοργοτάξιδα καράβια τους¨(Θ 185-197
).
Το άρμα του Έκτορα, όπως δηλώνεται στην αρχή, είναι τέθριππο, δηλαδή το σέρνουν τέσσερα άλογα, ενώ ως τώρα τα άρματα στα οποία αναφερθήκαμε σέρνονταν από δύο ίππους.
Ο ΄Εκτορας συνομιλεί με τα τέσσερα άλογά του και τα προτρέπει να κάνουν το καθήκον τους σαν να απευθύνεται σε στρατιώτες λίγο πριν από τη μάχη. Τονίζει σ' αυτά πως από τα ίδια εξαρτάται αν θα πάρουν οι Τρώες τη φημισμένη χρυσή ασπίδα του Νέστορα και το θώρακα του Διομήδη και αν θα τελειώσει ο πόλεμος. Με λίγα λόγια ο Έκτορας επιφορτίζει τα άλογά του με μεγάλη ευθύνη, γιατί στην επικείμενη μάχη πρόκειται να παίξουν σημαντικό ρόλο.
Η μάχη όμως που δίνεται έχει τα αντίθετα αποτελέσματα για τους Τρώες. Ο Δίας έδωσε τη φορά αυτή τη νίκη στους Αχαιούς και ματαίωσε τα σχέδια του Έκτορα. Στη μάχη πολεμά γενναία και θριαμβεύει ο Διομήδης, καθώς και άλλοι γενναίοι ηγήτορες, όπως είναι ο Αίας, ο Ιδομενέας και ο Μηριόνης.
Αθάνατα άλογα όμως διαθέτει και ο Αχιλλέας. Τα δικά του άλογα πετούν σαν πουλιά και ξεπερνούν κάθε εμπόδιο και κάθε κίνδυνο. Είναι άλογα που χάρισε, ως γαμήλιο δώρο, ο Ποσειδώνας στον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα.
"Πόσο γρήγορα είναι τα δικά μου άλογα, το ξέρετε,
γιατί είναι αθάνατα, δώρο του Ποσειδώνα στον Πηλέα,
τον πατέρα μου, κι εκείνος πάλι τα χάρισε σε μένα.
Στέκουν τώρα και κλαιν τον Πάτροκλο,
οι χαίτες τους ακουμπούν στη γη,
και μένουνε ασάλευτα με την καρδιά θλιμμένη"( Ψ 276-284).
Τα άλογα, που έχουν προαιστανθεί το θάνατο του Πάτροκλου, μένουν ασάλευτα, κλαίνε και θρηνούν τον σύντροφό τους.Έτσι νιώθουν τον Πάτροκλο, το γενναίο τους ηνίοχο, που δεν υπάρχει πια.
Ο ποιητής, αναφερόμενος στα θαυμάια αυτά άλογα, συμπληρώνει πως ήταν ατίθασα και ότι μόνον ο Αχιλλέας μπορούσε να τα δαμάσει. Το ομολογεί ο Οδυσσέας, όταν συλλαμβάνει το Δόλωνα να κατασκοπεύει το στρατόπεδο των Αχαιών και, μετά από ισχυρή πίεση, αναγκάζεται να αποκαλύψει πως για την αποστολή του αυτή ο Έκτορας του υποσχέθηκε να του δώσει τα ωραία άλογα του Αχιλλέα,αν κέρδιζε τον πόλεμο.
Γι' αυτό, απαντώντας με ειρωνεία ο Οδυσσέας, του λέει:
"Αλήθεια, η καρδιά μεγάλα δώρα πόθησε,
του αντρειωμένου Αιακίδη τ' άλογα, που δύσκολα οι θνητοί
μπορούν να τα δαμάσουν και να τα κυβερνήσουν
άλλος κανείς εξόν ο Αχιλλέας, που αθάνατη τον γέννησε μητέρα,"( Κ 400-403).

Ο Οδυσσέας, που αντιλαμβάνεται την άγνοια του Δόλωνα, γελώντας. του λέει πως μεγάλα δώρα πόθησε η ψυχή του. Τα άλογα αυτά δεν είναι για τις δικές του δυνάμεις. Είναι αθάνατα και ατίθασα και δύσκολα να τα τιθασεύσει θνητός.Πρόκειται για άλογα που διαφέρουν από τα άλλα, αφού έχουν και μαντικές ικανότητες. Προβλέπουν πράγματα, έστω κι αν είναι μακριά, γι' αυτό και προκαλούν το θαυμασμό. Θρηνούν απαρηγόρητα τα άλογα αυτά, όταν αντιλαμβάνονται το θάνατο του Πάτροκλου
"Στο μεταξύ του Αχιλλέα τ'άλογα μακριά από τη μάχη
θρηνουσαν, απ' τη στιγμή που ένιωσαν πως ο αμαξηλάτης τους
έπεσε μες στη σκόνη απ' τον ανθρωποκτόνο Έκτορα" .
Θρηνούσαν και δεν ήθελαν να να γυρίσουν στον πόλεμο.
" Μόνο, όπως μένει ασάλευτη μια στήλη, που στήθηκε
σε τύμβο ανδρός νεκρού ή γυναικός,
έτσι έμεναν ασάλευτα ζεμένα στο πανέμορφο αμάξι,
με τα κεφάλια τους κάτω στη γη σκυμμένα, ζεστά
τρέχαν
τα δάκρυα απ' τα βλέφαρα στο χώμα, καθώς θρηνούσαν
αποζητώντας τον ηνίοχο.....
Τα είδε να υποφέρουν ο Δίας και λυπήθηκε.
Κούνησε το κεφάλι του και είπε μονολογώντας:
" Δύστυχα, γιατί σας έδωσα στο βασιλιά Πηλέα, σ' ένα
θνητό, εσάς τ' αγέραστα κι αθάνατα;
Να βασανίζεστε κι εσείς με τους δύστυχους θνητούς;
Από τον άνθρωπο δεν είναι άλλο πλάσμα πιο δύσμοιρο
απ' όσα στη γη επάνω κινούνται και αναπνέουν.
Ωστόσο, δε θ' αφήσω να ανεβεί στο στολισμένο άρμα σας
ο γιος του Πρίαμου, ο Έκτορας¨(Ρ 426-449).

Η ομολογία λάθους από το Δία είναι σημαντική. Μετανοεί και αναρωτιέται αν ήταν ορθή η απόφασή του, να δώσει σε θνητό άνθρωπο τα αθάνατα άλογα, για να δηλώσει πως δεν υπάρχει δυστυχέστερο πλάσμα από όσα υπάρχουν στη γη, από τον άνθρωπο. Δηλώνει όμως πως δε θα επιτρέψει το γιο του Πρίαμου να ανεβεί στο άρμα των αθάνατων αλόγων του Αχιλλέα.
Τα ίδια άλογα έπραξαν το καθήκον τους, όταν διαπίστωσαν πως κινδύνευε ο νέος τους ηνίοχος, ο Αυτομέδων, οπότε με μια τολμηρή κίνηση διέσπασαν την εχθρική παράταξη και βγήκαν έξω από αυτή.
" ...εκείνον όμως μακριά
τον πήγαιναν τ' άθάνατα γρήγορα άλογα
δώρα λαμπρά που οι θεοί είχαν δώσει στον Πηλέα"(Π 865-867).

Ο ποιητής φαίνεται πως του άρεσε η σκηνή με τον Έκτορα, που συνομιλεί με τα άλογά του, γι' αυτό και την επαναλαμβάνει και σε άλλο σημείο του έπους, πλην όμως τώρα με τον Αχιλλέα και τα άλογά του. Ο Αχιλλέας απευθύνεται κι αυτός στα άλογά του και τα παρακινεί να φέρουν πίσω ζωντανό τον ηνίοχό τους, τον Αυτομέδοντα.
" Ξάνθε και Βαλίε, τέκνα της Ποδαργης ξακουστά,
προσέξετε να φέρετε σώο τον ηνίοχο πίσω
στους Δαναούς, αφού χορτάσουμε τον πόλεμο.
Μην αφήσετε, όπως τον Πάτροκλο, εκεί πέρα σκοτωμένο' ( Τ 400-403).
Η Ήρα δίνει λαλιά στον Ξάνθο κι εκείνος απαντά στο παράπονο του Αχιλλέα.
"Σίγουρα θα σε σώσουμε και τούτη τη φορά, κραταιέ Αχιλλέα,
..................
Δεν ήταν από βραδύτητα ή τεμπελιά δική μας
που οι Τρώες πήρανε τα όπλα σου απ' τους ώμους του Πάτροκλου,
απ' τους θεούς ο άριστος, που γέννησε η καλλίκομη Λητώ,
τον σκότωσε μες στους προμάχους κι έδωσε στον Έκτορα τη νίκη" ( Τ 408-4112).
Τα άλογα διαμαρτύρονται και υποστηρίζουν πως ένας θεός σκότωσε τον Πάτροκλο και όχι η δική τους βραδύτητα ή τεμπελιά.
Ο Κ. Καβάφης, που εμπνεύσθηκε στα νεότερα χρόνια από το περιστατικό αυτό των αλόγων που θρηνούν και βασανίζονται, συνέθεσε το γνωστό ποίημά του με τίτλο:"Τα άλογα του Αχιλλέως", όπου παρουσιάζει κι αυτός το Δία να ανρωτιέται αν έκανε καλά να δώσει τα αθάνατα άλογα στον Πηλέα, σε ένα θνητό, και να τα μπλέξει, αθάνατα αυτά,σε ανθρώπινα βάσανα.
" Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θεωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια τους και τις μακριές χαίτες κουνούσαν
τη γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που νιώθανε άψυχο-αφανισμένο
μια σάρκα τώρα ποταπή-το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο- χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' τη ζωή.
Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. ¨στου Πηλέως το γάμο
είπε" δεν έπρεπε έτσι άσκεπτα να κάμω.
Καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατε εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι".
Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφορά εχύνανε τα δύο τα ζώα τα ευγενή.
Τα αθάνατα άλογα των Θεών
Αθάνατα άλογα διαθέτουν και οι θεοί, όπως είναι: ο Ποσειδώνας, η Ήρα, η Αθηνά και ο Άρης.
Ο Ποσειδώνας ταξιδεύει με άρμα που το σέρνουν αθάνατα άλογα και φτάνει στο μέγα σπήλαιο ανάμεσα στην Τένεδο και Ίμβρο, όπου ξεζεύει τα άλογα από το άρμα και τα ταϊζει αθάνατη τροφή.
"Τα ξέζεψε απ' τ' άρμα, τα τάισε αθάνατη τροφή.
Περνάει μετά στα πόδια τους πέδικλα χρυσαφένια,
γερά και άλυτα, εκεί να περιμένουν το γυρισμό
του κύρη τους....." (Ν 35-38)

Το αντίθετο ακριβώς πράττει, όταν φτάνει στις Αιγές, όπου του έχουν χτίσει παλάτι αστραφτερό κι ολόχρυσο.
" Φτάνοντας εκεί, στ' αμάξι ζεύει δύο χαλκοπόδαρα άλογα
ταχύποδα, με μακριές και χρυσαφένιες χαίτες.
Ντύθηκε κι ο ίδιος στα χρυσά, πήρε χρυσό μαστίγιο,
καλοφτιαγμένο, ανέβηκε στο άρμα του
κι έτρεχε με ορμή στα κύματα επάνω.." (Ν 23-27).
Στον πόλεμο κατεβαίνουν και οι δύο θεές Ήρα και η Αθηνά. Θέλουν να βοηθήσουν τους Αχαιούς που πιέζονται από τον έχθρό. Η Αθηνά ετοιμάζετα να πολεμήσει. Φορά το χιτώνα, που τα σύννεφα πυκνώνει, τη θυσανωτή ασπίδα της, που στεφανώνει ο Φόβος, η Έριδα, η Δύναμη, ο παγερός Διωγμός, το απαίσιο κεφάλι της Μέδουσας, και την περικεφαλαία με τις τέσσερις προεξοχές, στολισμένη με παραστάσεις πολεμιστών από εκατό πόλεις. Ανεβαίνει η ίδια με το βαρύ της δόρυ στο αμάξι, ενώ η Ήρα, που βρίσκεται σ' αυτό, χτυπά με το μαστίγιο τα άλογα και γρήγορα αυτά, ανοίγοντας τις πύλες του συννεφιασμένου Ολύμπου, τις οδηγούν στο Δία, που κάθεται παράμερα από τους άλλους θεούς (Ε 745-752). Ζητούν και παίρνουν από το Δία την άδεια να κατεβούν στον πόλεμο, για να βοηθήσουν τους Αχαιούς. Στον Όλυμπο σε λίγο φτάνει και ο Άρης, ο θεός του πολέμου, με το δικό του άρμα, όπου έχει ζεμένα τα δικά του άλογα το Δείμο και το Φόβο. Μ' αυτά πολεμά και δαμάζει γενναίους άνδρες και πολυάριθμους στρατούς, γι' αυτό και ο Δίας δεν τον συμπαθεί καθόλου.
"Απ' όλους τους θεούς, που ζουν στον Όλυμπο, εσένα πιο πολύ μισώ,
γιατί σ' αρέσουν πάντα τα μαλώματα, οι πόλεμοι και οι μάχες¨( Ε 890-891).


Τα λαμπρά άλογα του Ρήσου
Λαμπρά και ξεχωριστά άλογα διαθέτει και ο Ρήσος, ο βασιλιάς της Θράκης, γιος του Ηιονέα και της Μούσας Καλλιόπης ή Ευτέρπης, που φτάνει στην Τροία, για να βοηθήσει τους συμμάχους του Τρώες, καυχώμενος πως η επέμβασή του θα συντελέσει πάραυτα στη νίκη των Τρώων και στο τέλος του πολέμου.Αυτόν, λοιπόν, τον αλαζόνα βασιλιά βρίσκουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας στη νυχτερινή τους καταδρομή στο στρατόπεδο των Τρώων και τον σκοτώνουν μαζί με τη φρουρά του, του αρπάζουν τα ωράια άλογα και καβάλα σ' αυτά επιστρέφουν στο στρατόπεδό τους, αποσπώντας το θαυμασμό και την εκτίμηση των συμπολεμιστών τους.
Τις πληροφορίες για την άφιξη του Ρήσου έλαβαν οι δύο άνδρες από το Δόλωνα, που είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, και τους μίλησε για τα θαυμάσια άλογα του Ρήσου.
" Τα άλογα του είναι τα πιο όμορφα, τα πιο μεγάλα που είδα,
από το χιόνι πιο λευκά, γοργά σαν τους ανέμους.
Όμορφα δουλεμένο ήταν τ' άρμα του με ασήμι και χρυσό,
κι ήρθε φορώντας μαλαματένια άρματα, πελώρια,
θαύμα ιδέσθαι. Θνητοί να τα φορούν δεν πάει,
στους αθάνατους μοναχά ταιριάζουν" (Κ 436-441).
Ο Δόλωνας ούτε λίγο ούτε πολύ προδικάζει το τέλος του Ρήσου, τονίζοντας πως η εμφάνιση του πολεμικού του άρματος είναι μια πρόκληση όχι μόνον απέναντι στους θνητούς αλλά και απέναντι στους θεούς.Η πρόκλησή του ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και φτάνει στην ύβρη, γι΄αυτό και η τιμωρία του είναι αναπόφευκτη.
Και όντως τιμωροί του σε λίγο αναδεικνύονται οι δύο άνδρες , Διομήδης και Οδυσσέας, που όλως αιφνιδιαστικά, χωρίς άνωθεν εντολή σκοτώνουν το βασιλιά. Το κέρδος τους δεν είναι μόνον υλικό, τα δύο λαμπρά σαν χιόνι άλογα, αλλά και ηθικό, ο θαυμασμός των συντρόφων τους και η δόξα τους. Οι σύντροφοί τους Αχαιοί, βλέποντας τα άλογα του Ρήσου, μένουν έκθαμβοι, ενώ ο Νέστορας, για να ικανοποιήσει την απορία του ρωτά:
"Πώς πήρατε ετούτα τ' άλογα; Χωθήκατε μες στο στρατό των Τρώων,
ή σας τα έδωσε κάποιος θεός που σας αντάμωσε;
Είναι ολόιδια με τις ακτίνες του Ηλίου
...........
Ποτέ ως τώρα δεν είδα, δεν αντίκρισα άλογα σαν ετούτα"(Κ 547-550).

Ο θαυμασμός του Νέστορα είναι η καλύτερη και η ασφαλέστερη επιβεβαίωση της ομορφιάς των αλόγων αυτών, που τώρα δεμένα στο παχνί τρώνε την τροφή τους δίπλα στα ωραία άλογα του Διομήδη.
Επίλογος
Τελικά, αποδεικνύεται πόσο σημαντική είναι η προσφορά του αλόγου στον άνθρωπο και ιδιαίτερα σε περίοδο πολέμου.Είναι ένα ζώο που διακρίνεται για την αγάπη και την αφοσίωσή του στον αφέντη του, για τη γενναιότητά του και τη συνδρομή του σε δύσκολες κυρίως στιγμές στον κύριό του, γεγονός που συγκινεί βαθιά τον άνθρωπο και προβαίνει στον δίκαιο έπαινό του, χαρακτηρίζοντας το άλογο εξαιρετικό και αθάνατο, θεότρεφτο και πιστό, γενναίο και ευαίσθητο. Εκείνο, που νιώθει με τη σειρά του την αγάπη και τη φροντίδα του ανθρώπου σ' αυτό, κλαίει και θρηνεί, όταν χάνει τον αφέντη του αλλά και αγωνίζεται με απαράμιλλο θάρρος να τον προστατεύσει ή να τον σώσει, όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, χρησιμοποιώντας την αντιληπτικότητά του,την ταχύτητά του και την τόλμη του.Ο άνθρωπος ταυτίζεται μαζί του, γι' αυτό το αγαπά και το φροντίζει σαν παιδί του!
Δημήτρης Κ. Αραμπατζής

[Ομήρου Ιλιάδα:Μετάφραση: Γιάννη Κόραβου - Χρυσάνθης Δρόσου. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2008]

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ

ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ (610-546 π.Χ.)
Αρχή του κόσμου το άπειρον

Ο Αναξίμανδρος, μαθητής του Θαλή, ήταν 15 χρόνια νεότερός του. Επηρεασμένος, προφανώς, από τις θεογονικές παραστάσεις του Χάους, του αιθέρα, του αέρα και του νερού στη φύση, πέτυχε να κατανοήσει την κατάσταση του δομικού υλικού του κόσμου, πριν από τη διαμόρφωση του, και να συλλάβει την έννοια της αδιαμόρφωτης μάζας ως αρχής του σύμπαντος, την οποία ονόμασε άπειρον(α+πέρας).
Το άπειρο γι' αυτόν είναι το απροσδιόριστο, αυτό που δεν έχει αρχή και τέλος, αλλιώς δε θα ήταν άπειρο και θα περιοριζόταν από την ίδια του την πηγή. Το άπειρο δεν είναι αποτέλεσμα γονιμοποίησης, είναι αιώνιο και ακίνητο. Μονάχα αυτό που αλλάζει και εξελίσσεται (Γίγνεσθαι) προϋποθέτει όρια ή περιορισμούς, ενώ το άπειρο, αγνοεί αυτές τις ιδιότητες. Επομένως, μόνο το άπειρο μπορεί να θεωρηθεί ως α ρ χ ή.
."Αναξίμανδρος Πραξιάδου Μιλήσιος, ούτος έφασκεν αρχήν και στοιχείον το άπειρον, ου διορίζων αέρα ή ύδωρ ή άλλο τι, και τα μεν μέρη μεταβάλλειν, το δε παν αμετάβλητον είναι. Μέσην τε την γην κείσθαι κέντρου τάξιν επέχουσαν, ούσαν σφαιροειδή, την δε σελήνην ψευδοφαή και από ηλίου φωτίζεσθαι, αλλά και τον ήλιον ούκ ελλάττονα της γης και καθαρώτατον πυρ" (Διογένης ΙΙ, 122)
Καταγωγή. Σπουδές
Ο Αναξίμανδρος, ήταν γιος του Πραξιάδη. Γεννήθηκε στη Μίλητο το 610 π.Χ. και πέθανε σε ηλικία 64 ετών, το 546 π.Χ. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια, όπως και ο Θαλής. Σπούδασε αστρονομία και μαθηματικά, έφτιαξε μάλιστα το γνώμονα και ένα ηλιακό ρολόι. Ταξίδεψε στη Μαύρη θάλασσα, στην Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα. Λέγεται πως έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο "Περί Φύσεως", που χάθηκε. Παρ' όλα αυτά τον χαρακτήρισαν ως ιδρυτή της φιλοσοφικής πεζογραφίας και δημιουργό του γραπτού φιλοσοφικού λόγου.
Κάποια σύνοψη του περιεχομένου του έργου του φαίνεται να έχουν κάνει ο Αριστοτέλης και ο Απολλόδωρος.
Η φιλοσοφία του
Από το βιβλίο του δε σώθηκε παρά ένα αυτούσιο μικρό μέρος.
"αρχήν τε και στοιχείον είρηκε των όντων το άπειρον…, εξ ης άπαντας γίνεσθαι τους ουρανούς και τους εν αυτοίς κόσμους. Εξών δε η γένεσις εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίνεσθαι κατά το χρεών, διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν".
"Αρχή και στοιχείο αυτών που υπάρχουν είναι το άπειρο..., από το οποίο γίνονται οι ουρανοί και οι κόσμοι μέσα σ' αυτούς. Από κάθε πράγμα όμως που γεννιέται κάτι, είναι ανάγκη χαλώντας να ξαναγυρίσει στο ίδιο αυτό πράμα, γιατί τα όντα δίνουν λόγο και ικανοποίηση για το άδικο που έκαναν το ένα στο άλλο".
Το κείμενο αυτό διασώζει παραλλαγμένο, ως προς τη διατύπωση, και ο Αέτιος.
"Φησί των όντων την αρχήν είναι το άπειρον. Εκ γαρ τούτου πάντα γίνεσθαι και εις τούτο πάντα φθείρεσθαι, διό και γεννάσθαι απείρους κόσμους, και πάλιν φθείρεσθαι εις το εξ ου γίνονται".
Το άπειρο αυτό είναι άναρχο και άφθαρτο, δεν πρόκειται να χαθεί, δεν έχει τέλος. Γίνονται, βέβαια, και θα γίνονται αλλαγές, συγκρούσεις των στοιχείων μέσα στη φύση, μα τίποτα δε χάνεται ΄Ο,τι χάνεται σήμερα, θα ξαναγίνει αύριο. Γιατί, αν το άπειρο δεν ήταν τέτοιο, σχολιάζει ο Αριστοτέλης, κάποτε θα σωνόταν, δίνοντας τη γένεση στα όντα. Το μόνο που δεν προσδιορίζει ο φιλόσοφος είναι από τι αποτελούνταν αυτή η ύλη, που υπάρχει στο άπειρο και γεννά τον κόσμο. Ωστόσο, τονίζει πως μέσα στο άπειρο υπάρχουν αντιθετικά στοιχεία, το αραιό και το πυκνό, το ψυχρό και το θερμό, το υγρό και το στερεό. Γι' αυτό και δεχόταν ότι ο υλικός κόσμος δημιουργήθηκε από την έκκριση(=ξεχώρισμα) των στοιχείων, που είναι η αρχή της κίνησης των διαφόρων ποιοτήτων του αρχικού απείρου. Τη λέξη άπειρο, που χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος, ερμηνεύουν πολλοί ως την άμορφη ύλη, από την οποία σχηματίστηκαν όλα τα άλλα, και γενικά ο κόσμος.
Η έννοια του άπειρου δε συμπίπτει με τη μαθηματική έννοια, αλλά πρόκειται για μια αχανή υλική μάζα, ένα αρχέγονο νεφέλωμα ή μια ομογενή γόμωση του διαστήματος από όπου γεννιούνται τα πάντα χωρίς να εξαντλείται. Το άπειρο αυτό είναι άναρχο και άφθαρτο, δεν πρόκειται να χαθεί, δεν έχει τέλος. Ό,τι χάνεται σήμερα θα γίνει αύριο. Ο κύκλος γένεση και φθορά στον κόσμο είναι αιώνια διαδικασία.
Η αρχή αυτή, την οποία ονομάζει ο φιλόσοφος άπειρον, είναι στοιχείο αγέννητο, άφθαρτο και αθάνατο. Θα έλεγε κανείς ότι τα χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Όμηρος στους θεούς, αποδίδονται τώρα από τον Αναξίμανδρο στο άπειρο. Το άπειρο είναι ταυτόχρονα και αυτό που περιέχει τα πάντα. Τέλος, το άπειρο, η πρώτη αρχή του γίγνεσθαι, του είναι και του φθείρεσθαι, είναι το θείο.
Η θεοποίηση όμως της μεταφυσικής αυτής αρχής, της πρωταρχής των όντων ή της φύσεως, είναι σύμφωνη με το πνεύμα των Ελλήνων. Το άπειρο του Αναξίμανδρου, αν και είναι κοσμοθεωρητική σύλληψη του νου, αποτελεί μαζί και έννοια θρησκευτική, δεν είναι απλώς λογική, γυμνή έννοια του άπειρου, όπως τη συλλαμβάνουμε εμείς σήμερα.
Τα τέσσερα στοιχεία της φύσης (νερό, αέρας, φωτιά, γη), εξ αιτίας της ανομοιογενούς σύστασής τους, βρίσκονται σε διαμάχη μεταξύ τους, προσπαθώντας να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο και να απορροφήσει τα άλλα. Αν τελικά δε συμβαίνει αυτό, είναι γιατί, στον κόσμο υπάρχει μια μορφή αναγκαιότητας, φυσικού νόμου, μια σχέση δικαιοσύνης και χάρη σ' αυτήν εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ των αντιμαχομένων στοιχείων.
Αυτή η σχέση δικαιοσύνης πρέπει να συντηρείται, γιατί αλλιώς, αν υπερίσχυε το νερό του Θαλή, το ένα στοιχείο, θα είχε απορροφήσει τα άλλα στοιχεία (αέρας, φωτιά, χώμα) και ο κόσμος δε θα υπήρχε όπως τον παρατηρούμε σήμερα (απόρριψη της θεωρίας του Θαλή).
Ο Αναξίμανδρος υποστηρίζει πως η αιώνια κίνηση, με την οποία μετασχηματίζεται το χάος σε "κόσμο" (τάξη), στηρίζεται στις παρακάτω αρχές:
Το άπειρο είναι χρονική αρχή, είναι πηγή από την οποία γεννιούνται τα πάντα, υπόβαθρο όλων των κοσμικών μεταβολών, είναι ο τελικός αποδέκτης κάθε κόσμου που κλείνει τον κύκλο της ύπαρξής του.
Μέσα στο άπειρο υπάρχουν αντιθετικά στοιχεία, το αραιό και το πυκνό, το ψυχρό και το ζεστό, το υγρό και το στερεό.
Ο αποχωρισμός, η έκκρισις των δύο γενεσιουργών σπερμάτων από το άπειρο, δηλαδή του ξηρού και του υγρού, δίνει τις δύο διαφορετικές μάζες, δηλαδή τη γη, τη βαριά και συμπαγή μάζα που καταλαμβάνει το κέντρο του κόσμου, και το ύδωρ, την υγρή υλική μάζα, η οποία καλύπτει τη γη εξ ολοκλήρου.
Επειδή όμως το άπειρο είναι άφθαρτο και αγέννητο και αιώνια κινείται, εξ αιτίας της κίνησης αυτής, κόβονται από αυτό ορισμένα στοιχεία και αποχωρίζονται (εκκρίνεσθαι).
Από τα πρώτα στοιχεία, που αποχωρίστηκαν από το αιώνια κινούμενο άπειρο, είναι το ζεστό και το κρύο. Και από αυτά τα δύο γεννήθηκε το υγρό. Από το υγρό ξεχώρισαν το χώμα, ο αέρας, η φωτιά, που σαν αναμμένη φλούδα σφαίρας περικύκλωσε τον αέρα γύρω από τη γη.
Κοιτίδα της ζωής το νερό
Η αρχική κοιτίδα της ζωής είναι το υγρό στοιχείο που περικάλυπτε αρχικά το γήινο στοιχείο και που υπόλειμμά του είναι η σημερινή θάλασσα.
Ο άνθρωπος γεννήθηκε στο νερό και ζούσε σ' αυτό ως ένα ιχθυόμορφο ζώο. Η θερμότητα όμως δημιούργησε την ξηρά και το γεγονός αυτό οδήγησε τον άνθρωπο έξω από τη θάλασσα, στην ξηρά. Η νέα του κατάσταση τον ανάγκασε να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, αποβάλλοντας τα ιχθυοφόρα χαρακτηριστικά του.
"τα δε ζώα γίνεσθαι εξ υγρού εξατμιζομένου υπό του ηλίου, τον δε άνθρωπον ετέρω ζώω γεγονέναι, τουτέστι ιχθύι, παραπλήσιον κατ' αρχάς. ανέμους δε γίνεσθαι των λεπτοτάτων ατμών του αέρος αποκρινομένων και όταν αθροισθώσι κινουμένων, υετού δε εκ της ατμίδος της εκ της γης υφ' ήλιον αναδιδομένης".
Η Μεγάλη Έκρηξη
Όλες οι παραπάνω διεργασίες άρχισαν από τη στιγμή που έγινε η έκκριση, δηλαδή όταν έσκασε η πύρινη σφαίρα (μπιγκ μπαγκ). Τότε σχηματίστηκαν τα άστρα στον ουρανό και γεννήθηκαν τα έμβια όντα στη γη. Τα άστρα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η φωτιά, που, στο στριφογύρισμά τους, πετούν μακριά και που ξαναδημιουργούνται από τις άχνες που βγάζει η γη. Η αντίληψη αυτή είναι πρώτη απόπειρα μηχανιστικής ερμηνείας της κίνησης των άστρων.
Η γη στη συνέχεια άρχισε να στεγνώνει, λόγω της θερμότητας, ενώ οι άνθρωποι ήταν αρχικά τυλιγμένοι σε φλούδες, σαν τα ψάρια, και ζούσαν στο νερό. Αργότερα απέβαλαν τις φλούδες τους και προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον. Η εμφάνιση του ανθρώπου είναι εξελικτική. Προέρχεται από την εξέλιξη των ειδών από τα κατώτερα έμβια όντα στα ανώτερα. Η αρχική του προέλευση το νερό. Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών επαναδιατυπώνεται πολλές εκατοντάδες χρόνια αργότερα από το Δαρβίνο.
Ο Αναξίμανδρος, ανατρέποντας τη θέση του Θαλή, υποστηρίζει ένα γεωκεντρικό σύστημα και τονίζει πως η Γη δεν επιπλέει στο νερό, αλλά είναι τοποθετημένη στο κέντρο του σύμπαντος και δεν έχει ανάγκη κανενός στηρίγματος, διότι απέχει εξίσου από όλα τα σημεία της ουράνιας περιφέρειας.
Η Γη είναι σφαιρική και η Σελήνη δέχεται το φως του Ήλιου. Υπάρχουν εκτός από το δικό μας σύστημα και πολλά άλλα κοσμικά συστήματα που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στον απέραντο χωρίς τέλος χώρο.
Ο Ήλιος είναι στρόγγυλος και μεγαλύτερος από τη Γη, είναι καθαρή φωτιά.
"την δε γην μετέωρον υπό μηδενός κρατουμένην, μένουσαν δε δια την ομοίαν πάντων απόστασιν , το δε σχήμα αυτής γυρόν, στρογγυλόν".
Η παράδοση θέλει ακόμη τον Αναξίμάνδρο σχεδιαστή του χάρτη του Ουρανού και της κατοικημένης γης, ώστε, αν η παράδοση έχει δόση αλήθειας, τότε ο μεγάλος φιλόσοφος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως πρόδρομος της γεωγραφικής επιστήμης. Ίσως γι' αυτό και οι Γεωγράφοι τον αναφέρουν ως πατέρα της επιστήμης τους.

Κριτική
Ο Αναξίμανδρος μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της μαθηματικής αστρονομίας, επειδή πρώτος αυτός συμπέρανε πως η γη πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο μιας τεράστιας σφαίρας, στην εσωτερική επιφάνεια της οποίας βρίσκονται στερεωμένοι οι αστέρες. Ο φιλόσοφος, λέγοντας πως όλα τα έμβια γεννήθηκαν από το νερό και εξελικτικά φτάσαμε στην εμφάνιση του ανθρώπου, θεωρείται πρόδρομος του Δαρβίνου, δηλαδή της συνεχούς εξέλιξης των όντων αλλά ταυτόχρονα είναι και ο πρώτος που μίλησε για την Έκκριση (έκρηξη) της αρχικής πύρινης σφαίρας, που η σημερινή επιστήμη έχει υιοθετήσει και παραδέχεται ως τη μόνη ορθή θεωρία της δημιουργίας του κόσμου. Λέγεται πως το άπειρο του Αναξίμανδρου, αν έχει κάποια αξία σήμερα, είναι γιατί μας οδηγεί στο κενό των ατομικών φιλοσόφων και στην κοσμική θεότητα του Ξενοφάνη, του Αριστοτέλη και των Στωικών.
Σήμερα οι επιστήμονες, ύστερα από τόσες χιλιάδες χρόνια, με το πείραμα CERN, που θα ολοκληρωθεί το 2012, θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν εκείνες τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την έκρηξη στο Σύμπαν μετά από τα πρώτα δέκατα του δευτερολέπτου, μια και όλοι πια θεωρούν την αρχική έκρηξη δεδομένη.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

Πότε αλώθηκε για πρώτη φορά η Τροία και από ποιον ;




Είναι πολλές οι 100 λίτρες χρυσού στον Πατριάρχη για μια στέψη αυτοκράτορα; 
Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίον άργυρος / κακόν νόμισμ’ έβλαστε× τούτο και πόλεις / πορθεί, τόδ’ άνδρας εξανίστησι δόμων, / τόδ’ εκδιδάσκει και παραλλάσσει φρένας / χρηστάς προς αισχρά πράγμαθ’ ίστασθαι βροτών. (Σοφοκλή, Αντιγόνη.295-299).
Γιατί κανένα απ’ όσα συνηθίζονται στους ανθρώπους δε φύτρωσε τόσο κακό σαν το χρήμα. Αυτό κυριεύει και πόλεις, αυτό διώχνει και τους ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους, αυτό πλανεύει και γυρίζει τα μυαλά των φρονίμων, ώστε να παρασύρονται σε αισχρά πράγματα.
Αυτή ήταν η άποψη του Σοφοκλή, του μεγάλου τραγικού ποιητή της αρχαιότητας, για τη δύναμη του χρήματος. Μια άποψη η οποία έκτοτε επαληθεύεται, δυστυχώς, συνεχώς. Και δίκαια αναρωτιέται κανείς τι άραγε επί πλέον θα μπορούσε να πει ο ποιητής, αν γνώριζε και τα όσα εγκλήματα διαπράχτηκαν από την εποχή του ως σήμερα για το χρήμα.
Στην κωμωδία του Αριστοφάνη Ειρήνη, μια κούπα χρυσή ως δώρο από τον Τρυγαίο αναγκάζει το θεό Ερμή να αλλάξει γνώμη και να βοηθήσει το δωρητή να ανασύρει τη φυλακισμένη σε σπηλιά από τον Πόλεμο Ειρήνη και να τη φέρει στη Γη.
Μια χρυσή κούπα έκαμψε τον άτεγκτο Θεό, ενώ τριάντα αργύρια αργότερα οδήγησαν τον Ιούδα στην προδοσία και τη σταύρωση του Χριστού μαζί με δύο ληστές, γεγονότα που δείχνουν πως το χρήμα είναι ισχυρό και ουδείς μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή του.
Σε ένα τέτοιο περιστατικό της βυζαντινής περιόδου, δηλαδή της παντοδυναμίας του χρήματος θα αναφερθούμε, στηριζόμενοι στις μαρτυρίες δύο κυρίως συγγραφέων, του Κεδρηνού και του Μιχαήλ Ψελλού, για να απαντήσουμε και στην ερώτηση του τίτλου.
Όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Η΄ (1025-1028) αισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος του θέλησε να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής, γιατί η γυναίκα του Ελένη δεν του γέννησε παρά μόνον τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες ως τον καιρό εκείνο. Την Ευδοκία, η οποία ήταν μοναχή και δύο άλλες, τη Ζωή και τη Θεοδώρα. Σκέφτηκε, λοιπόν, να επιλέξει για γαμπρό του στη Ζωή το Ρωμανό Αργυρό, έπαρχο της Πόλης. Τον ανάγκασε μάλιστα να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του και να νυμφευθεί τη Ζωή, που ήταν τότε 48 χρόνων, ενώ ο Ρωμανός δέκα χρόνια μεγαλύτερός της (Ιω. Σκυλίτζης). Ο γάμος τελέστηκε στις 12 Νομβρίου1028, ενώ τρεις μέρες αργότερα πέθανε ο αυτοκράτορας και στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γαμπρός του Ρωμανός Γ΄ Αργυρός.
Στην αυλή όμως του παλατιού υπηρετούσε τότε ο ισχυρός άνδρας, ο παρακοιμώμενος του βασιλιά, ο γνωστός ευνούχος Ιωάννης, που είχε 4 αδέλφια και τα είχε τακτοποιήσει όλα σε σημαντικές διοικητικές θέσεις του κράτους
Ένας από τους αδελφούς του, ο Μιχαήλ, «όστις ήτο ωραιότατος την όψιν και εν ακμή της νεότητός του, όπως γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, έλαβεν εν τη αυλή αξίωμα, ως εκ του οποίου διετέλει συνεχώς παρά τη βασιλίσση.».
Ο Ρωμανός όμως, μια και η αυτοκράτειρα ήταν μεγάλη σε ηλικία, σε σχέση με το Μιχαήλ, δεν ήταν δυνατό να υποψιαστεί ότι η Ζωή θα μπορούσε να ερωτευθεί όψιμα ένα νεαρό αξιωματούχο του παλατιού.
«Εν τούτοις τούτο συνέβη, ο δε έρως αυτής απέβη τοσούτον δαιμονιώδης και μανικός, κατά Κεδρηνόν, ώστε εξαπτόμενος προσέτι υπό της φιλοδοξίας του Μιχαήλ και της φιλαρχίας του Ιωάννου παρέσυρεν αυτήν εις το να απαλλαγή του συζύγου της δια του δηλητηρίου βραδέως ενεργούντος. Αλλ’ ο ανυπόμονος Μιχαήλ δεν ηθέλησε να περιμένει τα τοιαύτα του δηλητηρίου αποτελέσματα, και μετ’ ου πολύ την 11η Απριλίου 1034 απελθόντος του βασιλέως εις το εν παλατίω βαλανείον (λουτρόν), απέπνιξε αυτόν εν τη κολυμβήθρα του λουτρού».
Αυτή είναι η άποψη του Κεδρηνού. Υπάρχει όμως και η άποψη του Μιχαήλ Ψελλού, ο οποίος ομολογεί ότι ήταν παρών κατά την κηδεία του αυτοκράτορα Ρωμανού, τον οποίο έθαψαν στις 11 Απριλίου του 1034, τη μεγάλη Παρασκευή, στη μονή της Περιβλέπτου, την οποία ο ίδιος είχε ανεγείρει. Ο Μ. Ψελλός υποστηρίζει πως δεν είναι σίγουρος αν ο αυτοκράτορας πέθανε από πνιγμό, γιατί λέει πως, ενώ βρισκόταν μέσα στο λουτρό, ξαφνικά άρχισε να καλεί σε βοήθεια.
«Και βοής επί τούτο γενομένης, άλλοι τε τινες παρήσαν και η βασιλίς αυτή αδορυφόρητος, ως επί πένθει δεινώ. Και ιδούσα αύθις απήλθε, το πιστόν της τελευτής ειληφυϊα δια της όψεως. Ο δε βαρύ τι στενάξας και βύθιον, τήδε κακείσε περιεβλέπετο, φωνήσαι μεν μη δυνάμενος, σχήμασι δε και νεύμασι δηλών το βούλημα της ψυχής. Ως δε συνελαμβάνετο έτι ουδείς, μύσας τους οφθαλμούς πυκνότερον αύθις επήσμαινεν. Είτα δη αθρόον αναρραγέντος υπεκχείται δια του στόματος μελάντερόν τι την χρόαν και πεπηγός, εφ’ ω δη δις και τρις ασθμάνας την ζωήν απολείπει....Και ευθύς μετακαλεσάμενη (η Ζωή) τον Μιχαήλ και την χρυσοϋφή στολήν υπειδύσασα, έπειτα δε και την βασιλικήν στεφάνην τη κεφαλή προσαρμόσασα, επεί τε πολυτελούς θρόνου καθίσασα και αυτή παρακαθισαμένη πλησίον εν ομοίω τω σχήματι, πάσιν επιτάττει όσοι το βασιλείον τηνικαύτα ώκουν άμφω κοινή προσκυνείν τε και ευφημείν. Οι μεν ουν ούτως εποίουν. Διαδόσιμον δε το πράγμα και τοις εκτός και των ανακτόρων καθίστατο, και πάσα η Πόλις παραλαβείν του συνθήματος την ευθυμίαν εβούλετο, τούτο μεν και ψευδομένων των πλειόνων την ευφημίαν και κολακευόντων τον βασιλεύσαντα και κούφως άμα και ελαφρώς συν ευθυμία και ηδονή εκδεξαμένων τον Μιχαήλ».Συνεχίζοντας ο Ψελλός προσθέτει και μερικές ακόμη πληροφορίες ότι δηλαδή το πρόσωπό του νεκρού αυτοκράτορα ήταν αλλοιωμένο από τα πολλά φάρμακα που έπαιρνε, ενώ λίγοι τον έκλαψαν. Οι περισσότεροι κρατούσαν στάση ψυχρή, γιατί ενθυμούντο τη σκληρότητά των μέτρων που έλαβε σε βάρος τους. 
Στο περιστατικό της δολοφονίας και της στέψης του Μιχαήλ ως αυτοκράτορα του Βυζαντίου αναφέρεται και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
«Επελθούσης δε της νυκτός, και ψαλλομένων των αγίων παθών, μηνύεται ο τότε πατριάρχης Αλέξιος, υπό του βασιλέως Ρωμανού δήθεν, να ανέλθη εις τα ανάκτορα. Ο πατριάρχης έσπευσε να έλθη, αλλ’ευρίσκει με απορίαν του νεκρόν μεν τον βασιλέα, την δε Ζωήν καθημένην επί θρόνου, έχουσαν πλησίον της τον Μιχαήλ, και μανθάνει ότι προσεκλήθη ίνα ομολογήση τούτον αυτή. Έκθαμβος δε γενόμενος ίστατο εννεός και ενδοιάζων περί του πρακτέου, ότι ο Ιωάννης και η Ζωή δόντες αυτώ μεν πεντήκοντα λίτρας χρυσίου, εις δε τον κλήρον άλλας πεντήκοντα, κατέπεισαν αυτούς να τελέσωσι την ιεροπραξίαν. Η σκηνή αύτη είναι βεβαίως απ’ αρχάς μέχρι τέλους μια των οικτροτέρων της μεσαιωνικής ημών ιστορίας και μαρτυρεί μέχρι τίνος βαθμού προέβη η κακοήθεια των ανθρώπων και ο εμπαιγμός των ιερωτάτων θεσμών».
Εκείνο όμως που εξοργίζει κάθε νοήμονα άνθρωπο με τη Ζωή είναι η συμπεριφορά της, προκειμένου να πετύχει το γάμο της με τον εραστή της Μιχαήλ και τον εκβιασμό της απέναντι στον πατριάρχη που τον ανάγκασε να ευλογήσει το γάμο της και να στέψει το Μιχαήλ αυτοκράτορα στο βυζαντινό θρόνο, αντί ενός σεβαστού χρηματικού ποσού. Η αυτοκράτειρα εκβίασε τη Σύγκλητο, τους Άρχοντες και τον Πατριάρχη. Κατακριτέα η διαγωγή της. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τον Πατριάρχη και την ακολουθία του; Ενέδωσαν, μόλις πήραν τις 5ο λίτρες χρυσού η κάθε πλευρά. Έτσι τέλεσαν με περισσότερο κέφι την ιεροπραξία της στέψης. Φαίνεται πως η λάμψη του χρυσού είναι ισχυρότερη από κάθε άλλη και θαμπώνει τον άνθρωπο ακόμη κι έναν πατριάρχη με την ακολουθία του. Αλίμονο!.
Αν ήταν η μόνη περίπτωση χρηματισμού αυτή στο Βυζάντιο, ίσως θα μπορούσε να την προσπεράσει κανείς με περιφρόνηση. Τέτοιες όμως πράξεις (παράνομοι χρηματισμοί, δολοπλοκίες, δολοφονίες) ήταν φαινόμενα όχι σπάνια στο βυζαντινό παλάτι, αφού οι περισσότεροι αυτοκράτορες έχασαν τη ζωή τους όχι από φυσικό θάνατο αλλά δολοφονημένοι από τους αντιπάλους τους ακόμη και από τους πιο στενούς συγγενείς ή από πληρωμένους, χρυσοπληρωμένους δολοφόνους.
Φαίνεται πως η χρυσή κούπα στον Ερμή και οι 50 λίτρες χρυσού στον Πατριάρχη Αλέξιο και άλλες τόσες στην ακολουθία του, εξακολουθούν να κάνουν το θαύμα τους και να έχουν ισχύ και δύναμη σε κάθε εποχή. Εάν προσθέταμε στη δύναμη του χρήματος και την ανθρώπινη φιλοδοξία ως αιτίες όλων των εκτρόπων που μνημονεύσαμε-επιεικής η έκφραση-τότε νομίζουμε πως θα προλαβαίναμε κάθε νέα ερώτηση του αναγνώστη.Γ.Κόραβου-Χρ.Δρόσου.Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 2008)

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

ΘΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΕΙΠΝΑ ΣΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Εισαγωγή
Η θυσία(θύω), αιματηρή ή αναίμακτη, είναι η προσφορά του ανθρώπου στη θεότητα, για να επικοινωνήσει μαζί της, προκειμένου να την ευχαριστήσει για κάτι καλό που του έκανε(ευχαριστήρια) ή να ζητήσει τη βοήθειά της (ικετήρια). Θυσία για τον αρχαίο Έλληνα σημαίνει τελετή, γιορτή και έχει το δικό της τελετουργικό, το οποίο ακολουθεί πιστά ο άνθρωπος.
Κατά την τέλεση της αιματηρής θυσίας απαραίτητη είναι η επιλογή του ζώου που θα θυσιαστεί, ο εξαγνισμός του με ραντισμό, ο σφαγιασμός και ο τεμαχισμός του. Τα κρέατα του ζώου ψήνονται στη φωτιά και μερικά από αυτά, τα πιο καλά, προσφέρονται στο θεό προς τιμή του οποίου τελείται η θυσία, ενώ στη συνέχεια οι τελούντες τη θυσία παρακάθονται σε πλούσιο δείπνο. (Λέγεται πως το δέρμα του ζώου δινόταν στον ιερέα, όταν η θυσία ήταν ιδιωτική, ενώ, πουλούσαν το δέρμα, όταν ήταν δημόσια).
Όλα τα στοιχεία που αναφέραμε τα αντλούμε από τις περιγραφές που μας χαρίζει ο Όμηρος στα δύο έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Πρόκειται για στοιχεία διάσπαρτα στα έπη, τα οποία οφείλει κανείς να συλλέξει, για να έχει μια γενική και ολοκληρωμένη εικόνα.
Σημειώνουμε πως ο ποιητής, μερικές φορές-το συνηθίζει αυτό- δεν ολοκληρώνει σκόπιμα την περιγραφή μιας τελετής, αλλά περιορίζεται στην παράθεση μόνον ορισμένων στοιχείων της, αφήνοντας στον αναγνώστη να συμπληρώσει τα άλλα που λείπουν με τη φαντασία του. Με τον τρόπο αυτό κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη, κινεί το ενδιαφέρον του και τον κερδίζει αβίαστα!
Αρχίζουμε με σκηνές θυσίας που περιγράφονται στην Οδύσσεια και θα συνεχίσουμε με εκείνες της Ιλιάδας.
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

(α 136-157) Το φαγοπότι των μνηστήρων

Στη ραψωδία α και στους στίχους (136-157) περιγράφεται μια σκηνή δείπνου με δύο αντίθετες εικόνες, όπου δίνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, που αρχίζουν με την προετοιμασία του δείπνου και φτάνουν ως την ολοκλήρωσή του.
Είναι γνωστό πως η Οδύσσεια αρχίζει με την Τηλεμάχεια (α,β,γ,δ). Στους πρώτους σχεδόν στίχους της ο ποιητής αναφέρεται στην κατάσταση που επικρατεί στο παλάτι του Οδυσσέα στα τελευταία χρόνια της απουσίας του, και περιγράφει με θαυμάσιο τρόπο, το φαγοπότι των μνηστήρων και την αδιαντροπιά τους, προοικονομώντας έτσι τον αφανισμό τους στο τέλος του έπους.
Ο Τηλέμαχος και ο επισκέπτης του, φίλος του Οδυσσέα, Μέντης (Αθηνά) μπαίνουν στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού και κάθονται σε μιαν άκρη, για να βρει ευκαιρία ο Τηλέμαχος να ζητήσει από τον ξένο του πληροφορίες για την τύχη του πατέρα του. Από εκεί, από την άκρη της μεγάλης αίθουσας, οι δύο άνδρες θα παρακολουθήσουν, ιδιαίτερα ο Μέντης, τα όσα άνομα θα συμβούν σε λίγο στο παλάτι του Οδυσσέα.
Τους δύο άνδρες βλέπει μια παρακόρη του παλατιού και σπεύδει πρόθυμα να τους εξυπηρετήσει. Η παρακόρη ακολουθεί πιστά το τελετουργικό που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές, όταν δηλαδή κάποιος φιλοξενείται σε κάποιο σπίτι και ο οικοδεσπότης του προσφέρει δείπνο. Τους ρίχνει νερό να πλύνουν τα χέρια τους από χρυσή κανάτα μέσα σε αργυρή λεκάνη, μετά φέρνει και τοποθετεί μπροστά τους ωραίο σκαλιστό τραπέζι, ενώ η οικονόμα τους προσφέρει ψωμιά και προσφάγια, νόστιμα κρέατα σε δίσκο και κρασί σε χρυσά κύπελλα.«χέρνιβα δ’ αμφίπολος προχόω επέχευε φέρουσα
καλή, χρυσείη, υπέρ αργυρέοιο λέβητος
νίψασθαι, παρά δε ξεστήν ετάνυσσε τράπεζαν.
σίτον δ’ αιδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα,
είδατα πολλεπιθείσα, χαριζομένη παρεόντων.
δαιτρός δε κρειών πίνακας παρέθηκεν αείρας,
παντοίων, παρά δε σφι τίθει χρύσεια κύπελλα
κήρυξ δ' αυτοίσιν θάμ' επώχετο οινοχοεύων» (α 136-143).
«Μια παρακόρη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι
νερό τους χύνει να νιφτούν σε μια αργυρή λεκάνη,
κι εμπρός τους, στο μάκρος, σκαλιστό τους έστρωσε τραπέζι.
Ψωμιά τους έφερε έπειτα και η σεβαστή οικονόμα
κι άλλα προσφάγι πληθερά, μετά χαράς ό,τι είχε.
κι ο σιτιστής λογής ψητά, σηκώνοντας σε δίσκους,
τους έφερε κι ολόχρυσα τους έβαλε ποτήρια.
κι ο κεραστής νοιάζονταν συχνά και τους κερνούσε".
Αυτή είναι μια πρόγευση ενός δείπνου που προσφέρεται στον Τηλέμαχο και το Μέντη, τον φιλοξενούμενό του, στο παλάτι του Οδυσσέα. Πρόκειται για μια ήρεμη εικόνα, όπου δύο άνθρωποι χωρίς θόρυβο και φωνές δειπνούν.
Ακολουθεί η αντίθετη εικόνα, η οποία χαρακτηρίζεται από την ορμητική εισβολή των μνηστήρων στην αίθουσα του παλατιού. Οι άνθρωποι αυτοί κάθονται σε σκαμνιά που είναι αραδιασμένα δίπλα στα τραπέζια με τα πλούσια εδέσματα και πολύ κρασί στα κροντήρια. Πρόκειται όμως για ένα δείπνο που ετοίμασαν γι' αυτούς οι άνθρωποί τους με ξένο βιος!
"Μπήκανε κι οι περήφανοι μνηστήρες, κι όλοι αράδα
πήγαν αμέσως στα θρονιά και στα σκαμνιά να κάτσουν.
Κι εκεί νερό τους έχυναν στα χέρια τους οι κράχτες,
και σε πανέρια τα ψωμιά οι σκλάβες κουβαλούσαν,
κι οι νιοι ως τα χείλια με πιοτό γεμίζαν τα κροντήρια.
Κι αυτοί στα έτοιμα άπλωναν φαγιά στρωμένα εμπρός τους.
Κι όταν πια τέλος χόρτασαν καλά με φαγοπότι,
στο νου τους έβαλαν χορό ν’ αρχίσουν και τραγούδι,
που ΄ναι στολίδια του γλεντιού. Και τη γλυκιά κιθάρα
ο κράχτης πήγε κι έβαλε στα χέρια του Φημίου,
που τραγουδούσε από ανάγκη στον κύκλο των μνηστήρων».
Η δεύτερη εικόνα είναι εντελώς αντίθετη από την πρώτη. Τη χαρακτηρίζει η ορμή και η αλαζονεία των πολυπληθών μνηστήρων, που εισβάλλουν στην αίθουσα, για να δειπνήσουν. Κι εδώ ο ποιητής ακολουθεί στην περιγραφή του την πάγια σειρά που γνωρίσαμε στην προηγούμενη σκηνή, δηλαδή πλύσιμο χεριών, προσφορά ψωμιών κτλ.
Η δεύτερη εικόνα όμως εμπεριέχει και δύο νέα στοιχεία:το τραγούδι και το χορό, καθώς και την απαλλαγή από την ευθύνη του αοιδού Φήμιου, που τραγουδά και διασκεδάζει τους μνηστήρες από ανάγκη. Με τη φράση αυτή από ανάγκη ο ποιητής απαλλάσσει από κάθε ευθύνη και ενοχή τον αοιδό, προοικονομώντας έτσι τη σωτηρία του κατά τη μνηστηροφονία.
Οι δύο εικόνες είναι χαρακτηριστικές, πλην όμως δεν περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία μιας θυσίας. Γι' αυτό σημειώνουμε πως , εάν στην αρχή της εικόνας αυτής προσθέσουμε τα στοιχεία μιας θυσίας (επιλογή σφαγίου, εξαγνισμός με ραντισμό, σφαγιασμός, τεμαχισμός, ψήσιμο κτλ.,) τότε θα έχουμε μια σαφή και πλήρη εικόνα του τελετουργικού της θυσίας.
Για να σχηματίσουμε, λοιπόν, μια άρτια καθόλα εικόνα μιας τελετής θυσίας με όλα τα συνακόλουθά της, παραθέτουμε τα στοιχεία αυτά με την καθιερωμένη από την παράδοση σειρά τους.
Επιλογή σφαγίου, εξαγνισμός με ραντισμό, σφαγιασμός, τεμαχισμός, ψήσιμο κομματιών κρέατος στη φωτιά, προσφορά επιλεγμένων κομματιών στο βωμό του θεού. Ακολουθεί το δείπνο(φαγοπότι), το τραγούδι και ο χορός.
'Ολα αυτά τα στοιχεία οφείλει να έχει κανείς υπόψη του, προκειμένου να σχηματίσει μια πλήρη εικόνα ενός δείπνου από την προετοιμασία του ως το τέλος του, που το επισφραγίζει το τραγούδι κι ο χορός των συνδαιτυμόνων
Ας επανέλθουμε όμως στο σχολιασμό της δεύτερης εικόνας, μιας εικόνας που εντυπωσιάζει με το πλήθος και την αδιαντροπιά των μνηστήρων. Οι μνηστήρες με την παρουσία τους φαίνεται πως το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονται είναι το φαγητό, το ποτό και το γλέντι(τραγούδι και χορός). Τρώνε και σπαταλούν ξένο βιος, χωρίς αιδώ. Η ανάρμοστη διαγωγή τους προκαλεί το θεατή και τους καθιστά στην αντίληψή του αντιπαθείς, που με ανακούφιση θα έβλεπε μια δίκαια τιμωρία τους από κάποιον. Ο ποιητής αντιπαθεί κι αυτός τους μνηστήρες και έμμεσα πλην σαφώς υπαινίσσεται τόσο την τιμωρία τους, όσο και τη σωτηρία του αοιδού Φήμιου, γιατί, όπως διευκρινίζει, τραγουδά ενώπιόν τους όχι από ευχαρίστηση αλλά από ανάγκη.Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: όποιος φτάνει στην αλαζονεία τιμωρείται. Ο χρόνος αργά ή γρήγορα θα το επαληθεύσει.
(γ 34-51) Φιλοξενία Τηλέμαχου στην Πύλο από το Νέστορα
Ο Τηλέμαχος με το Μέντη (Αθηνά), αναζητώντας πληροφορίες για τον πατέρα του, αν πέθανε ή ζει, φτάνουν στην Πύλο. Εκεί βρίσκουν το Νέστορα, το βασιλιά της πόλης, με τους κατοίκους της να προσφέρουν θυσία στον Ποσειδώνα. Τους βλέπουν οι άνθρωποι του βασιλιά, μαζί τους και ο γιος του Πεισίστρατος, τους καλωσορίζουν με εγκαρδιότητα και τους καλούν να παρακαθίσουν μαζί τους στη χαρά της γιορτής. Ο Πεισίστρατος τους τοποθετεί σε τιμητική θέση, δηλαδή δίπλα στο Νέστορα και τον αδελφό του Θρασυμήδη. Τους προσφέρει από ένα ποτήρι κρασί και τους προτείνει να κάνουν κι αυτοί μιαν ευχή στον Ποσειδώνα.
«οι δ΄ως ουν ξείνους ίδον, αθροοί ήλθον άπαντες
χερσίν τ’ησπάζοντο και εδριάασθαι άνωγον.
πρώτος Νεστορίδης Πεισίστρατος εγγύθεν ελθών
αμφοτέρων έλε χείρα και ίδρυσεν παρά δαιτί
κώεσιν εν μαλακοίσιν, επί ψαμάθοις αλίησι,
παρ τε κασιγνήτω Θρασυμήδεϊ και πατέρι ω.»(γ 34-39)
«
Κι ως είδαν τους ξένους, έτρεξαν κοντά του μαζωμένοι
και τους καλωσορίζανε, τους έδειχναν να κάτσουν.
Κι απ’ όλους ο Πεισίστρατος, ο γιος του γέρου, πρώτος
πήγε κοντά τους κι έπιασε τους ξένους απ’ το χέρι
και στο τραπέζι στη σειρά τους έβαλε να κάτσουν,
απάνω σ’ απαλές προβιές, στης θάλασσας την άμμο,
κοντά με τον πατέρα του και με το Θρασυμήδη
τον αδερφό του κι έκοψε δυο μερδικά απ΄τα σπλάχνα
κι ευτύς κρασί του κέρασε σ’ ένα χρυσό ποτήρι.
Και το ποτήρι δίνοντας στ’ ασπιδοφόρου Δία
την κόρη, τη θεά Αθηνά, της μίλησε έτσι κι είπε.
Δεήσου, ξένε, τώρα εσύ του αφέντη Ποσειδώνα,
που σε θυσία τύχατε δική του να βρεθείτε.
Κι όταν του στάξεις κι ευχηθείς καθώς το θέλει η τάξη,
δώσε να στάξει το γλυκό κρασί κι ο σύντροφός σου,
γιατί κι αυτός προσεύχεται θαρρώ στους αθανάτους.
Σ’ αυτόν τον κόσμο, των θεών όλοι έχουν την ανάγκη.΄
Μόν' είναι αυτός μικρότερος, σαν συνομήλικός μου,
γι' αυτό θα δώσω το χρυσό ποτήρι πρώτα εσένα".
"Έτσι είπε και της έδωσε στο χέρι το ποτήρι
και χάρηκε η θεά Αθηνά με τον καλό του τρόπο.
Κι αμέσως παρακάλεσε τον Ποσειδώνα κι είπε:
"Άκου με, Σαλευτή της γης, και τις ευχές μας όλες
αυτές που σου δεόμαστε μην αρνηθείς να κάμεις.
Δώστε στο γερο Νέστορα και στα παιδιά του δόξα
..................
Βόηθα και τον Τηλέμαχο κι εμένα, στην πατρίδα
να πάμε, αφού τελέψει αυτά που θέλει κι ήρθε εκείνος".
Έτσι δεήθηκε η θεά κι αυτή τα τέλεψε όλα.
Δίνει και στον Τηλεμαχο το δίχειρο ποτήρι
κι έτσι δεήθηκε κι ο γιος του ξακουστού Οδυσσέα".
Έχουν γίνει όλα τα προκαταρτικά: υποδοχή, κέρασμα και σπονδή από τους δύο ξένους. Ενδιαφέρον όμως στη σκηνή αυτή έχουν κυρίως τα φιλοξενούμενα πρόσωπα.
Πρώτος δέεται στον Ποσειδώνα ο Μέντης (Αθηνά). Ζητά από το θεό να βοηθήσει τον Τηλέμαχο να γυρίσει στην πατρίδα, αφού φέρει σε πέρας το σκοπό για τον οποίο ταξιδεύει.
Την ίδια δέηση επαναλαμβάνει και ο άπραγος Τηλέμαχος καθ' υπόδειξη του Μέντη. Ζητά κι αυτός από τον Ποσειδώνα να τον βοηθήσει στην πραγμάτωση του σκοπού του. Ο αναγνώστης όμως, που γνωρίζει όσα αγνοεί ο Τηλέμαχος, απορεί και αναζητά μια εξήγηση, δηλαδή πώς είναι δυνατό να ζητά βοήθεια ο Τηλέμαχος από τον Ποσειδώνα, όταν εξ αιτίας του μίσους αυτού του θεού περιπλανιέται χρόνια τώρα ο πατέρας στου στα πέλαγα και τις στεριές.
Η γιορτή όμως δεν έχει τελειώσει.
«και τα ψαχνά σαν έβγαλαν ψημένα πια απ’ τις σούβλες,
σε μερδικά τα χώρισαν και κάθισαν να φάνε».
Κι αφού πια τέλος χόρτασαν να τρώνε και να πίνουν,
πρώτος τους είπε ο Νέστορας ο γεροαλογολάτης".
'Ποιοι να 'στε οι ξένοι κι από πού στης θάλασσας τους δρόμους
γυρνάτε. Μήπως για δουλειά ή πάτε έτσι στην τύχη,
καθώς οι κλεφτες, που γυρνούν στα πέλαγα και φέρνουν
στους ξένους τόπους συμφορές και τη ζωή τους παίζουν".(γ 67-77)
Στη ομηρική εποχή τηρείται μια πάγια αρχή. Ο οικοδεσπότης υποδέχεται τον ξένο, του παρέχει στέγη, τροφή και μετά ρωτά να μάθει για την πατρίδα του, το όνομά του και την ανάγκη που τον οδήγησε στο αρχοντικό του (παλάτι) ή στη χώρα του. Μετά φροντίζει να τον εξυπηρετήσει, γιατί ο ξένος, ο περαστικός, θεωρείται πρόσωπο ιερό,προστατευόμενο από τον ξένιο Δία.
Ο Τηλέμαχος, λοιπόν, απαντώντας με σεβασμό στο γερο Νέστορα, του λέει πως πατρίδα του είναι η Ιθάκη και ότι αναζητά τον πατέρα του που κάποτε, λένε, κυρίεψε μαζί του το κάστρο της Τροίας. Ο Νέστορας ξαφνιάζεται και συγκινημένος βαθιά καλωσορίζει στο παλάτι του το γιο του φίλου του. Θυμάται τα δύσκολα χρόνια του πολέμου, τους φίλους που χάσανε και καταλήγει στη μνημόνευση του ονόματος του γιου του Αντίλοχου που έπεσε στην Τροία. Μετά, απαντώντας στην παράκληση του Τηλέμαχου, αναφέρεται στον Οδυσσέα με κολακευτικά λόγια. Ομολογεί πως στο μυαλό ίσος δε στάθηκε κανένας απέναντί του και ότι τώρα που βλέπει μπρος του το γιο του φίλου του τον συνέχει μεγάλος θαυμασμός για τον πατέρα του.
Ο Νέστορας θεωρεί την επίσκεψη του Τηλέμαχου στην πόλη του σαν δώρο δώρο της Αθηνάς προς αυτόν. Γι' αυτό, την άλλη μέρα, για να αποδείξει έμπρακτα το σεβασμό του στη θεά, δίνει εντολές να ετοιμαστεί θυσία προς τιμήν της θεάς και γεύμα στον Τηλέμαχο. Η ευχαριστήρια θυσία και το δείπνο φιλοξενίας εξαίρουν την προσωπικότητα του Νέστορα και επαληθεύουν τη φήμη του για τη θεοσέβειά του, τη γνώση και τη σύνεσή του.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ